Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Attenberg


Η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, “Attenberg”, έρχεται να προσθέσει ένα προσωπικό, ιδιαίτερο στυλ, σε αυτό το είδος κινηματογράφου, που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε αλληγορικό ή κινηματογράφο με συμβολισμούς. Ίσως ξενίσει τους θεατές, που μπαίνουν στην αίθουσα προετοιμασμένοι για δουν και να ακούσουν μια ιστορία. Κάποιες σκηνές αλλόκοτες, ίσως φανούν ξεκάρφωτες, αν δεν μπορέσει κάποιος να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα της σκηνοθεσίας. Όμως οι απαντήσεις υπάρχουν και είναι διαρκώς παρούσες από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό της προβολής και αυτός κυρίως είναι ο λόγος, που κάποια από τα σχόλια που ακούγονταν από την αίθουσα, ηχούσαν στα αυτιά μου, όχι απλώς ενοχλητικά, αλλά και άκαιρα.
Έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια να αποδοθούν καλλιτεχνικά, οι συνέπειες της στρεβλής ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας. Οι συνέπειες στην φύση, στο περιβάλλον και στους ανθρώπους. Ο πατέρας (Βαγγέλης Μουρίκης), ετοιμοθάνατος από κάποια εκφυλιστική ασθένεια, ήταν μηχανικός της γαλλικής εταιρείας Πεσινέ στα Άσπρα σπίτια. Μια φύση που βιάζεται, από την παρουσία και της δραστηριότητες των ανθρώπων επάνω της. Ο καρπός αυτής της παρά φύση ένωσης, μια κόρη (Ariane Labed), η κόρη του. Μια επόμενη γενιά σε πλήρη αναντιστοιχία με το περιβάλλον, προσπαθεί να βρει τα δικά της πατήματα. Παλεύει με τα ένστικτά της, ψάχνει, γυρεύει απαντήσεις, για οτιδήποτε φαντάζει φυσιολογικό, αλλά έχει χάσει την αυθεντικότητα του. Μέσα από αποστεωμένα ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση, από πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά της, αποκομμένες από την πραγματικότητα, από μια φίλη (Ευαγγελία Ράντου) το ίδιο «άρρωστη» με το αρρωστημένο περιβάλλον στο οποίο ζουν. Η χαρά του έρωτα προσπαθεί να βιωθεί, μέσα από εγκεφαλικές λειτουργίες, ένας συνδυασμός ενοχών, καταπιεσμένων ενστίκτων, αποξένωσης και περιέργειας. Όλα μαρτυρούν το ξέκομμα του ανθρώπου από την ροή ενέργειας της φύσης προς αυτόν και την δημιουργία ενός υβριδίου, που είναι ανήμπορο να αισθανθεί. Ο βιολογικός μηχανισμός κουρδίζεται ξανά μέσα από τυφλές απόπειρες. Στο πρόσωπο ενός καινούργιου μηχανικού της εταιρείας (Γιώργος Λάνθιμος), που στέκεται με απορία απέναντι στο περιβαλλοντικό έκτρωμα, εκφράζονται οι νέες απόψεις και ίσως οι προσδοκίες για ένα μέλλον καλύτερο.
Η μουντή ατμόσφαιρα της παραθαλάσσιας πολιτείας με τα ομοιόμορφα σπίτια και κτίρια. Το εργοστάσιο, τα φορτηγά, οι γερανοί, οι πελώριες σιδερένιες σκαλωσιές. Οι άνθρωποι μιμούνται τις κινήσεις των ζώων. Ψάχνουν την ανθρωπιά, βουτώντας στο ζωικό βασίλειο. Βλέπουν τον θάνατο με φρίκη, διστάζουν να παραδώσουν το σώμα τους στην γη, γιατί έχουν χάσει την επαφή μαζί της.
Η ταινία καταφέρνει να εκφράσει με ποιητικό τρόπο, όλη αυτή τη περιβαλλοντική και ανθρώπινη κατρακύλα, αναδεικνύοντας με εξαιρετικό τρόπο εικόνες παρακμής και εγκατάλειψης, απομεινάρια μιας σχέσης λαβωμένης, που πασχίζει ψηλαφητά να ξανακερδηθεί.

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Η γοητεία του σκαντζόχοιρου-The hedgehog


Μια τρυφερή γαλλική ταινία της Mona Achache, που με πρόσχημα τις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων, που ζουν σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, καταφέρνει να πει κάποιες σκληρές αλήθειες. Από την μια μεριά, υπάρχουν οι άνθρωποι που πατούν στα πόδια τους, που ζουν την ζωή τους χωρίς δεύτερες σκέψεις. Ο κόσμος τους, αυτός που βλέπουν γύρω τους. Οι αντιφάσεις της ζωής γεννούν μέσα τους συμπεριφορές ατομιστικές και ψυχαναγκασμούς, ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Φαίνεται, πως έχουν το πάνω χέρι, γιατί ο τρόπος ζωής έχει φτιαχτεί καθ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Από την άλλη μεριά ‘οι εκτός των τειχών’. Αυτοί, που γαντζώνονται από την τέχνη. Ζουν παράλληλα με τους πρώτους. Μέσα στον ιδεατό κόσμο που χτίζουν, κάθε επαφή με την πραγματικότητα δημιουργεί κραδασμούς επώδυνους.
Η μικρή Paloma (Garance le Guillermic) είναι μια από τους δεύτερους. Ένα κορίτσι με εξαιρετικό δείκτη ευφυΐας, που σχεδιάζει να αυτοκτονήσει. Η προοπτική μια ζωής μίζερης, σαν και αυτή που βλέπει να ανοίγεται μπροστά της, την αφήνει αδιάφορη. Βιντεοσκοπεί διαρκώς τους γύρω της. Σχεδιάζει σκίτσα, αλλά κυρίως κρύβεται και απομονώνεται, από ότι την ενοχλεί. Τον αριβίστα πατέρα της, την νευρωτική μητέρα και την κακομαθημένη αδελφή. Έπειτα η θυρωρός της πολυκατοικίας, η Renee (Josiane Balasco), έχει την δική της απάντηση. Παραμελεί το εαυτό της. Σηκώνει ανάμεσα της και στους ενοίκους ένα φράχτη προστασίας. Κλείνεται στο πίσω δωμάτιο του διαμερίσματός της, στην βιβλιοθήκη της και χάνεται στον δικό της κόσμο. Τέλος ο καινούργιος ένοικος της πολυκατοικίας, ο ιάπωνας Kakuro Ozu (Togo Igawa), ένας καλλιεργημένος κοσμοπολίτης, δείχνει πως έχει τον τρόπο να κάνει την διαφορά. Με τον αέρα μιας κουλτούρας εξωτικής, μπορεί να διακρίνει την ποιότητα, χωρίς να χάνεται σε ανώφελους αυτοπεριορισμούς. «Υπηρετεί» μια ζωή με αξίες, γιατί ξέρει το σημαντικό. Η ανωτερότητά του τον προστατεύει, γιατί δεν τον αφήνει να φθαρεί ανάμεσα στην πεζότητα, που τον περιβάλλει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όπως φαίνεται, έχει και την δύναμη να τραβήξει και τους ομοίους του.
Η ταινία, ως επί το πλείστον, γυρισμένη μέσα σε μια πολυκατοικία. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέσα στα διαμερίσματα και στο κλιμακοστάσιο. Παρά την στενότητα του χώρου ή ίσως και χάρη σε αυτήν οι χαρακτήρες κινούνται ελάχιστα. Η επικοινωνία, οι καθημερινοί διάλογοι ακούγονται σαν υπόκρουση. Τα μηνύματα φτάνουν στο θεατή ανεπαίσθητα. Αν και μιλάμε για μια ταινία σύγχρονη, σε πραγματικό χρόνο, η σκηνοθέτης διαλέγει τον καλύτερο τρόπο για να μεταδώσει τις σκέψεις της, ακόμα και με άλματα εξωπραγματικά. Το χρυσόψαρο της γυάλας, που μισοπεθαμένο πετιέται από την Paloma στην λεκάνη της τουαλέτας του διαμερίσματός της, βρίσκεται ζωντανό μέσα στην λεκάνη της τουαλέτας της θυρωρού.
Εκτός από την καταπληκτική ερμηνεία της Josiane Balasko, εξαιρετικά λειτουργική και η μουσική του Gabriel Yared. Τελικά, πρόκειται για μια ταινία, που μέχρι το τελευταίο λεπτό της στέκεται απέναντι στην υποκρισία των ανθρώπινων επαφών, ενώ ταυτόχρονα υμνεί την μοναδικότητα, όπου κανείς μπορεί να την συναντήσει στην ζωή.

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Another year-Μια χρονιά ακόμα


Από την πρώτη την εισαγωγική σκηνή, ο Mike Leigh, κάνει ξεκάθαρο, που ακριβώς θέλει να καταλήξει. Σε κάτι πολύ απλό και ξεκάθαρο, αλλά ταυτόχρονα και τόσο δύσκολο να επιτευχθεί. Η ηλικιωμένη γυναίκα ζητά από την γιατρό υπνωτικά χάπια, για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια και έπειτα, στο γραφείο της ψυχολόγου, καταλαβαίνουμε, ότι τα προβλήματα στην προσωπική της ζωή ευθύνονται για την κατάστασή της. Η αγάπη, λοιπόν, στις διαπροσωπικές σχέσεις, η ειλικρίνεια, η αίσθηση της συντροφικότητας, το να μοιραζόμαστε πράγματα, το να χρησιμοποιούμε τα καταναλωτικά αγαθά όσο και όποτε τα χρειαζόμαστε και όχι σαν μέσο επίδειξης και υποκατάστασης των πραγματικών μας αναγκών.
Ακούγονται, φυσικά, όλα αυτά κάπως διδακτικά, κάπως σαν τσιτάτα που προφέρονται μεταξύ τυρού και αχλαδιού. Στην ταινία όμως του Mike Leigh δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Πλάι στο κεντρικό δίδυμο της ψυχολόγου Gerri (Ruth Sheen) και του άντρα της Tom (Jim Broadbent), παρελαύνουν μια σειρά ανθρώπων-χαρακτήρων, έτοιμων, να μας επιτρέψουν να εισχωρήσουμε στον εσωτερικό τους κόσμο, μέσα από τις χαραμάδες-τομές που ανοίγει ο σκηνοθέτης με το …χειρουργικό του νυστέρι.
Η ταινία υπερβολικά στατική, με ένα είδος γραφής που θα ταίριαζε περισσότερο σε θεατρικό έργο. Χωρίς ξεκάθαρη υπόθεση, που να ξεκινάει και να τελειώνει κάπου. Με σκηνές φαινομενικά ξεκάρφωτες, όπως αυτές στο μποστάνι, που καλλιεργούν λίγο έξω από το Λονδίνο οι πρωταγωνιστές. Κι όμως όλα αυτά λειτουργούν, γιατί αφήνουν να αναδυθεί από μέσα τους ένα συγκλονιστικό σενάριο. Οι διάλογοι και τα βλέμματα των ηθοποιών, όποτε η κάμερα εστιάζει επάνω τους ή φευγαλέα κινείται προσπερνώντας τα, όσο ακριβώς χρειάζεται για να μας αφήσει να καταλάβουμε, τι «παίζει», αφηγούνται σε δεύτερα και τρίτα επίπεδα, όσα είναι απαραίτητα για την κατανόηση του έργου.
Κεντρική φιγούρα η Mary, που υποδύεται η εξαιρετική Lesley Manville. Φιλενάδα και συνάδελφος της Gerri, μια γυναίκα που έχει όλες τις προδιαγραφές για να είναι ευτυχισμένη, όμως πάσχει από μια τρομερή αρρώστια. Όχι μόνο δεν μπορεί να χαρεί με την χαρά των γύρω της, αλλά και κάθε προσπάθεια που κάνει για το κρύψει, αποτυγχάνει πλήρως. Δίπλα τους ο γιος του ζευγαριού, ο Joe (Oliver Maltman), ελεύθερος μέχρι τα μέσα της ταινίας και πηγή άγχους για την μητέρα του, που γνωρίζει (λόγω και του επαγγέλματός της), ότι η ευτυχία του ανθρώπου έρχεται μέσα από μια ουσιαστική σχέση αγάπης, ανάμεσα σε δυο άτομα, που έχουν την ικανότητα να χτίσουν την δική τους κιβωτό-νησίδα ολοκλήρωσης. Ακόμα ο Ken (Peter Wight), παλιόφιλος του Tom, ένας τύπος που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του κάνοντας απελπισμένες προσπάθειες, θύμα όμως της ίδιας του της μιζέριας που εκπέμπει.
Ο κύκλος του χρόνου, ο κύκλος των τεσσάρων εποχών. Μέσα σε όλα αυτά μια γυναίκα φέρνει στον κόσμο μια καινούργια ζωή και μια άλλη γυναίκα πεθαίνει. Τα λαχανικά φυτεύονται στο μποστάνι και όταν έρθει η ώρα, μαζεύονται σε καλάθια για το τραπέζι του σπιτιού. Οι άνθρωποι κουβεντιάζουν, πειράζουν ο ένας τον άλλον, αστειεύονται, μαλώνουν, γελάνε και κλαίνε. Αν δεν σκοτείνιαζε η οθόνη και δεν άρχιζαν να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τις ζωές μας σε πραγματικό χρόνο.

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Que viva México


Από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και τον κινηματογράφο Φιλίπ, στα πλαίσια του αφιερώματος στα 100 χρόνια της Μεξικάνικης επανάστασης-φεστιβάλ κινηματογράφου, αυτή η αριστουργηματική ταινία του μεγάλου σοβιετικού σκηνοθέτη Sergei Eisenstein. Ένα είδος ντοκιμαντέρ, που ξεπερνά κατά πολύ τον στόχο να αναδείξει την κουλτούρα του μεξικάνικου λαού. Με έντονο λυρισμό, με φωτογραφία γεμάτη συμβολισμό, με ξεκάθαρη αντίληψη και πολιτική άποψη, ο Eisenstein, συγκεντρώνει το υλικό του με εκπληκτική μαεστρία. Κάτω από την καθοδήγηση αριστερών καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος, όπως ο Rivierra, σύζυγος της Frida Kalo και άλλων, καταφέρνει να διεισδύσει στην ουσία μιας χώρας με πλούσια πολιτισμική παράδοση και να εκφράσει την εξαιρετικά ταραγμένη περίοδο της επανάστασης.
Το υλικό που κινηματογράφησε ο Eisenstein το 1931 δεν γυρίστηκε σε ταινία, παρά το 1979, από τον τότε συνεργάτη του Grigori Alexandrov. Αυτός έκανε το μοντάζ και ανέθεσε στον Sergei Bondarchuk να διηγηθεί το κείμενο, ακριβώς με τον τρόπο που το είχε αρχικά συλλάβει ο ίδιος ο Eisenstein. Το αποτέλεσμα, αυτή η ταινία, που με την μορφή ενοτήτων δεμένων μεταξύ τους χαλαρά, αναδεικνύει αυτήν την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην γη του Μεξικό και των ανθρώπων του. Πρόσωπα σμιλεμένα πάνω στην πέτρα, σαν αγάλματα αρχαίων θεοτήτων. Κοινωνίες μητριαρχικές σε αρμονία με την φύση. Έθιμα, παραδόσεις , γιορτές, λατρευτικές συνήθειες. Έπειτα η εισβολή των Ισπανών κατακτητών. Η καινούργια θρησκεία, το βίαιο πάντρεμα, η ενσωμάτωση, η δημιουργία του καινούργιου. Η φεουδαρχία, η καταπίεση των αδύνατων από τους ιδιοκτήτες της γης. Η εξαθλίωση και ο αγώνας για την ελευθερία. Με φωτογραφία, φυσικά, ασπρόμαυρη κεντράρει πάντα σε αντιδιαστολή πάνω σε σύμβολα της Μεξικάνικης γης, στους σκληρούς βράχους, στο φωτεινό τοπίο, στους πανταχού παρόντες κάκτους και στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κάθε κάδρο είναι από μόνο του μια ολοκληρωμένη διήγηση. Τα ταφικά έθιμα, η ιεροτελεστία της ερωτικής πράξης, η προετοιμασία του ταυρομάχου και οι ταυρομαχίες που ακολουθούν, το προσκύνημα στην Παναγία της Γουαδαλούπης, μια γιορτή, σαν τον δικό μας Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο και το αποκορύφωμα, η περιγραφή της αυθαιρεσίας της φεουδαρχικής τάξης με τον βιασμό μιας νιόπαντρης γυναίκας, από την κλίκα του πλούσιου γαιοκτήμονα, που προκαλεί την έκρηξη του νεαρού συζύγου και των φίλων του. Η τιμωρία που τους επιβάλλεται, γίνεται η αφορμή για μια κινηματογραφική σκηνή γεμάτη ένταση, την μοναδική με ξεκάθαρα πολιτική αφετηρία σε ολόκληρη την ταινία. Ακολουθούν κάποιες φωτογραφίες για την «Στρατιωτίνα», την περίφημη “Soldadera”, μιας και στο σημείο αυτό, όπως εξηγεί ο Alexandrov, η έλλειψη χρημάτων δεν άφησε τον Eisenstein να προχωρήσει σε κινηματογράφηση. Η ταινία τελειώνει με την περιγραφή της ημέρας των νεκρών. Μια γιορτή, που οι άνθρωποι διακωμωδούν τον θάνατο, σε μια προσπάθεια να εκτρέψουν τον φόβο που αυτός προκαλεί, σε κανάλια περισσότερο γήινα, που είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμα. Μια συλλογική ψυχοθεραπεία, με χορούς, τραγούδια, γλέντια με μάσκες με νεκροκεφαλές φτιαγμένες με ζαχαρωτά, που βοηθούν στην ενσωμάτωση των μακάβριων σκέψεων.
Πρόκειται για μια ταινία ορόσημο, όχι μόνο για την θεματολογία της, αλλά και για τον τρόπο που δημιουργήθηκε.



και ολόκληρη η ταινία αρχίζοντας από εδώ.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Bal-Μέλι


Πόσοι άνθρωποι μπορούν να μείνουν ακίνητοι μέσα στο δάσος; Να ακούσουν, όχι μηχανικά, αλλά με ένταση το τραγούδι των πουλιών; Να μυρίσουν τα αγριολούλουδα, να ακουμπήσουν πάνω στον κορμό του δένδρου και να αδειάσουν την σκέψη τους;
Πώς να μπορέσει να «μιλήσει» με ευκολία η ταινία του Semih Kaplanoglu, “Bal”, “Μέλι”, όταν ολόκληρη η ζωή κινείται με διαφορετικούς ρυθμούς; Όταν, για να μείνει κανείς ακίνητος για δυο ώρες στην κινηματογραφική αίθουσα, έχει ανάγκη από ένα υποκατάστατο καθημερινότητας;
Το «Μέλι» είναι ένα είδος παραμυθιού. Ενός τούρκικου παραμυθιού από την Ανατολή. Όχι, ότι περιέχει φανταστικά στοιχεία. Δεν υπάρχουν υπερβολές, ούτε πράγματα υπερφυσικά. Η κινηματογραφική του δομή παραπέμπει σε κάτι το υπερβατικό. Σε ένα χωριό περιτριγυρισμένο από ψηλά καταπράσινα βουνά. Εκεί, που ορίζοντας είναι κλειστός, η ματιά εμποδίζεται και οι άνθρωποι κοιτάζουν ο καθένας την δουλίτσα του. Ο μελισσοκόμος Γιακούμπ και ο μικρός του γιος ο Γιουσούφ έχουν δοκιμάσει λίγο από το «ιδιαίτερο» μέλι, αυτό που φτιάχνουν οι μέλισσες, όταν ρουφήξουν το νέκταρ από ένα συγκεκριμένο άνθος. Γι’ αυτό και δεν μιλάνε. Ψιθυρίζουν μονάχα. Αφουγκράζονται την βρεμένη γη, ακούνε την βροχή και τα πουλιά, νοιώθουν το γεράκι από το πέταγμα του. Ο μικρός Γιουσούφ στο σχολείο δεν είναι σαν τα άλλα παιδιά. Το διάβασμα του ακούγεται διαφορετικά. Στο διάλειμμα κάνει μόνο αυτό που ξέρει. Να παρατηρεί τα πάντα. Ο πατέρας του φεύγει. Πηγαίνει μακριά, θα σκαρφαλώσει ψηλά σε άλλα δένδρα, για να στήσει τα μελίσσια του. Και δεν θα ξαναγυρίσει γιατί… ποτέ δεν πρέπει να λέει κανείς τα όνειρά του και η μητέρα του Γιουσούφ, του διηγήθηκε το δικό της.
Αυτή είναι η δραματική ιστορία, που παρά το τραγικό της φινάλε, αφήνει στο τέλος μια γλύκα και μια αίσθηση πληρότητας. Παρά τον αργό ρυθμό και την πολλές φορές ακινησία του φακού, παρά την απουσία της μουσικής (με εξαίρεση την σκηνή στο πανηγύρι), η εικόνα πετυχαίνει να διηγηθεί χωρίς εξωτερικές βοήθειες. Οι διάλογοι στην αίθουσα του σχολείου, στο σπίτι, με τους συγχωριανούς, κινούνται σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Θα μπορούσαμε με ευκολία να πούμε πως ο Semih Kaplanoglu κάνει κινηματογράφο για τους μυημένους. Και να ξεμπερδέψουμε από κάθε προσπάθεια ερμηνείας. Ακόμα και έτσι όμως, όταν ο θεατής βλέπει τον μικρό πρωταγωνιστή, να απλώνει τα χέρια του μέσα στο ακίνητο νερό της λεκάνης, για να φτάσει το φεγγάρι στον ουρανό, όταν βάζει το πρόσωπό του μέσα στο νερό, δεν μπορεί παρά να σταθεί με δέος. Μια, κατά την γνώμη μου, από τις καλύτερες κινηματογραφικές σκηνές όλων των εποχών.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

The freshman


Η βωβή ταινία των Fred Newmeyer και Sam Taylor, “The Freshman”-"Ο πρωτοετής", που προβλήθηκε στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είναι μια ενδιαφέρουσα αναπαράσταση μιας εποχής. Κουβαλά και όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο, ένα κομμάτι των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μέχρι τον δικό μας. Γι’ αυτό, όπως διαβάζουμε στο πρόγραμμα, επιλέχθηκε από τον οργανισμό αμερικανικής καταγραφής ταινιών, για να συντηρηθεί «ως σημαντική ταινία, καλλιτεχνικά, ιστορικά και αισθητικά.»
Με ένα σχετικά απλό έως απλοϊκό σενάριο και με προβλέψιμο τέλος αφήνει όλο τον χρόνο στον θεατή να προσέξει τα πλάνα, την κίνηση της κάμερας, την έκφραση των ηθοποιών, τα ρούχα, τις κομμώσεις, τις επιπλώσεις, γενικά τις λεπτομέρειες. Στηρίζεται περισσότερο στις εκφραστικές δυνατότητες του πρωταγωνιστή Harold Lloyd, άλλωστε οι κωμικές ατάκες πέφτουν κάπως ασύνδετα και με υπερβολικό τρόπο.
Ο Harold Lamp, με το παρατσούκλι “speedy”, πρωτοετής φοιτητής στο κολλέγιο, θέλει να παρουσιαστεί στους καινούργιους συμφοιτητές του και γενικά στον κύκλο του διαφορετικός, από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, δημοφιλής και να αφήνει γύρω του μια αύρα, που δυστυχώς γι’ αυτόν δεν την έχει. Το χειρότερο όμως είναι, πως αποφασίζει ότι μπορεί αυτό να το καταφέρει, αν πασχίσει σκληρά. Μιμείται εκφράσεις που έχει δει σε ταινίες ή έχει ξεσηκώσει από περιοδικά και φέρεται επιτηδευμένα. Πέφτει διαρκώς σε γκάφες, γίνεται ρεζίλι, προκαλεί σε βάρος του αρνητικά σχόλια πίσω από την πλάτη του, χωρίς μέχρι ενός σημείου να καταλαβαίνει τίποτα. Η κόρη της σπιτονοικοκυράς του η Peggy (Jobyna Ralston), που είναι τσιμπημένη μαζί του, διστάζει να τον ενημερώσει για το τι συμβαίνει εις βάρος του. Στον χορό του κολλεγίου- την πιο μεγάλη και σκηνοθετικά καλύτερη σκηνή της ταινίας- μετά το φιάσκο που παθαίνει με το κακοραμμένο κοστούμι του, συνειδητοποιεί τον εμπαιγμό των άλλων και αποφασίζει να τους κλείσει τα στόματα, συμμετέχοντας στην ομάδα του ράγκμπι. Αφού τρώει το ξύλο της ζωής του στις προπονήσεις, μπαίνει εικονικά, σαν αναπληρωματικός και στο τελευταίο λεπτό του αγώνα με το αντίπαλο μισητό κολλέγιο και ελλείψει άλλων παικτών, μπαίνει και σκοράρει το νικητήριο τέρμα. Ακολουθεί όπως αναμενόταν… happy end.
Η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία στον τρόπο προσέγγισης του φαινομένου speedy. Από την μια έχουμε να κάνουμε με ένα τύπο πραγματικό "νούμερο", αρκετά αφελή, που είναι όμως καλοπροαίρετος και από την άλλη έχουμε την ανθρωποφάγα κοινωνική συμμαχία, που απομονώνει και "κατασπαράσσει", όποιον ξεφεύγει από προκαθορισμένους τρόπους συμπεριφοράς, διότι ή δεν έχει την απαιτούμενη εξυπνάδα να κρυφτεί ή η εσωτερική ανάγκη για αναγνώριση ξεπερνάει τους όποιους ενδόμυχους φόβους του. Και εδώ ακριβώς έρχεται το «καθαρό» πρόσωπο του Harold Lloyd με μόνη την κίνηση του σώματος του, για να γεφυρώσει αυτήν αντίθεση προσφέροντας στον χαρακτήρα μια μοναδικότητα. Ούτε ανοησία, ούτε υποτίμηση του κινδύνου. Θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε ως μια συμπεριφορά αυθεντική, αλλά και πάλι αυτός ο χαρακτηρισμός κάτι θα έχανε. Ας αφήσουμε λοιπόν την ταινία…
Η ζωντανή μουσική με το πιάνο του Αλέξη Νταιμάντ δεν κατάφερε, κατά την γνώμη μου, να αποδώσει την ένταση και την κωμικότητα της ταινίας. Αρκετά σιγανή και κάποιες στιγμές, ολίγον, εκτός χρόνου.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου

Μαγικές στιγμές κινηματογράφου, στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.
Τρεις ταινίες σε σκηνοθεσία του Buster Keaton και με πρωταγωνιστή τον ίδιο, μας γυρνάνε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Τότε που ο δημιουργός δεν ήταν εξαρτημένος από τα μηχανήματα και γενικά την τεχνολογία, αλλά είχε να πει κάτι πραγματικό. Τότε, που ο ήχος δεν έβγαινε από τα στόματα των ηθοποιών και η φαντασία του σκηνοθέτη ερχόταν να καλύψει αυτήν την αδυναμία και να την κάνει πλεονέκτημα. Με πολύ λεπτούς χειρισμούς και με τις συνεχόμενες κωμικές καταστάσεις, να διαδέχονται η μια την άλλη, ασταμάτητα, δεν ξεφεύγει από την πλοκή της υπόθεσης και σκιαγραφεί την εποχή του και τους ανθρώπινους χαρακτήρες, με μια ματιά, τόσο προχωρημένη, που φαντάζει διαχρονική. Μπορεί να μην έχει τον λυρισμό του Charlie Chaplin, όμως μέσα από αυτήν την φαινομενική απλοϊκότητά του, αναβλύζει ένας χείμαρρος συναισθημάτων. Η ζήλεια, η δειλία, ο ηρωισμός, η επίδειξη, το συμφέρον, η αυτοθυσία, ο αγώνας για την επιβίωση, προλαβαίνουν να αγγίξουν τον θεατή, παρά τον γρήγορο έως καταιγιστικό ρυθμό των έργων. Τα μεγάλα πλάνα και ο χειρισμός ενός τόσο μεγάλου αριθμού κομπάρσων ηθοποιών, αυτό το ατελείωτο φόρτωμα της οθόνης, βγάζει ένα αποτέλεσμα θριάμβου και επιτυχίας.

Στην ταινία “Seven chances”, ο Buster Keaton υποδύεται τον Τζέημς Σάννον, ένα επιχειρηματία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, ο οποίος μαθαίνει το πρωί της ημέρας των εικοστών έβδομων γενεθλίων του, πως κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία, αρκεί να παντρευτεί μέχρι να κλείσει τα 27 του χρόνια. Οι αποτυχίες του και οι αναστολές του με το κορίτσι του και με τις υποψήφιες νύφες και η αγγελία στην εφημερίδα από τον συνεταίρο του για την εύρεση νύφης, προκαλεί ένα πελώριο κύμα νυφών, από τις οποίες ο φουκαράς ο Σάννον τρέχει για να απαλλαγεί. Κωμικές σκηνές καταδίωξης στην πόλη και στην ύπαιθρο, βράχοι από την κατολίσθηση, που τον παίρνουν στο κατόπι, παιχνίδι με τον χρόνο, μιας και η προθεσμία της διαθήκης λήγει στις επτά το απόγευμα της ίδιας μέρας, φτιάχνουν μια σπαρταριστή ατμόσφαιρα.
Όταν ο μαγκωμένος Τζέημς Σάννον πετάει ένα χαρτάκι-ραβασάκι με την πρόταση γάμου στην κοπέλα στο πατάρι του καφέ, γυρνάει και ραίνει το κεφάλι του άσπρος χαρτοπόλεμος. Τα λόγια είναι περιττά...





Στην ταινία “Balloonatic” ο πρωταγωνιστής πέφτει με το αερόστατο σε κάποια ζούγκλα και προσπαθεί να επιβιώσει στην άγρια φύση. Βρίσκει μια γυναίκα, που έχει καταφέρει να προσαρμοστεί και που αρχικά τον βλέπει εχθρικά, μα αργότερα συμφιλιώνονται και συνεργάζονται για την σωτηρία.
Στην εικοσάλεπτη αυτή ταινία δεν είναι τόσο η υπόθεση αυτό που μετράει, αλλά αποτελεί μια επίδειξη σκηνοθετικής τεχνικής.


Στην τρίτη και μεγαλύτερη ταινία, “The general”, έχουμε να κάνουμε με μια ξεκάθαρα αντιμιλιταριστική ταινία, που όμως δεν το φωνάζει. Κι αυτό, γιατί ο πρωταγωνιστής, ένας μηχανικός σιδηροδρόμων, δεν είναι ο κλασσικός αντιρρησίας συνείδησης. Ωθείται άθελα του στις ηρωικές πράξεις, περισσότερο για να κερδίσει την αποδοχή της αγαπημένης του και σχεδόν καθόλου, γιατί τον έχει συνεπάρει η ιδέα της πατρίδας και του πολέμου. Μονάχος του επάνω σε μια ατμομηχανή τα βάζει με απείρως περισσότερους εχθρούς, σώζει την κοπέλα του από τα νύχια τους και μαζί της επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο, ενώ καταδιώκεται από ένα άλλο τραίνο γεμάτο με κακούς.
Γυρισμένη το 1927, αναφέρεται στον αμερικάνικο εμφύλιο, ανάμεσα στους Βόρειους και στους Νότιους και αποτελεί ένα σκηνοθετικό αριστούργημα. Όχι μόνο οι σκηνές καταδίωξης με τα τραίνα, που, όπως αναφέρει και το πρόγραμμα του φεστιβάλ, θεωρούνται οι καλύτερες σκηνές με τραίνο, που έχουν γυριστεί ποτέ, αλλά και η σκηνή, που το τσούρμο των Νοτίων βγαίνει για να κυνηγήσει το τακτικό σώμα των Βορείων, που έχουν αποκοπεί από τις προμήθειες, χάρις στην ηρωική προσπάθεια του πρωταγωνιστή. Ο πραγματικός “general”, το τραίνο, παραγκωνίζει τον στρατηγό, στον οποίο το μόνο που φανερώνει τον βαθμό του, είναι η στολή και τα παράσημα.
Σε αυτήν την τελευταία ταινία είχαμε την τύχη, να συνοδεύει με το πιάνο η κυρία Άννα Στερεοπούλου, μια απόδοση του ύφους και του κλίματος της ταινίας εκπληκτική, που έντυνε και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας που εκτυλισσόταν στο πανί.



Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ηδονή-Le Plaisir


Μια πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ανάγνωση τριών διηγημάτων του Guy de Maupassant, από τον σκηνοθέτη Max Ophuls. Ασπρόμαυρο, με το σκοτεινό να κυριαρχεί, περιγράφει τις ιστορίες με μια απόλυτη φυσικότητα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που ρέει ο λόγος και στα νατουραλιστικά κείμενα του συγγραφέα.
Θέμα του, ο έρωτας. Από το κυνήγι της αιώνιας νεότητας, στην νερόβραστη κοινωνική ηθική και πάλι πίσω, στην απόγνωση της ερωτικής απόρριψης, μια ανεξίτηλη σφραγίδα, ένας γάμος με τον θάνατο. Δεν υπάρχουν πουθενά συναισθηματικοί εκβιασμοί, οι συμπεριφορές και τα κίνητρα είναι ξεκάθαρα. Μια λεπτή ειρωνεία, διάχυτη, καλύπτει τα πάντα. Ο θεατής, θα νοιώσει ακριβώς αυτό που πρέπει, χωρίς προσπάθεια.
Στην πρώτη ιστορία, ο ηλικιωμένος συνταξιούχος κομμωτής, φορά μια μάσκα, για να δείχνει νέος και ψάχνει τον έρωτα μέσα στον ξέφρενο χορό, ανάμεσα στις νεαρές κοπέλες. Στην δεύτερη, οι κοπέλες ενός οίκου ανοχής, μαζί με την μαντάμ, εγκαταλείπουν για μια μέρα, τους απαρηγόρητους καθώς πρέπει πελάτες τους και απολαμβάνουν μια εκδρομή στο χωριό. Στην τελευταία, η ερωτική απογοήτευση οδηγεί την όμορφη γυναίκα στην αυτοκτονία. Μια αλληλουχία κατιόντων συναισθηματικών βιωμάτων, από την ερωτική έξαψη και ευτυχία, στον χωρισμό, στην πίκρα, στο αδιέξοδο και τέλος στο βάλτωμα και στην αποδοχή. Μια νύξη πάνω στον ετεροκαθορισμό της γυναικείας ερωτικής έκφρασης και στα περιθώρια ανάπτυξης φεμινιστικών αντιλήψεων.
Αν και κατά την γνώμη μου, η χρήση αφηγητή δεν ταιριάζει με την κινηματογραφική εξιστόρηση, ο Max Ophuls, με έμπνευση, χρησιμοποιεί για την αφήγηση τον ίδιο τον Guy de Maupassant, μέσα από την φωνή του Jean Servais. Αυτό δίνει ένα προσωπικό τόνο, καθώς οι λέξεις πάνω στο σκούρο φόντο χρησιμεύουν περισσότερο για την ατμοσφαιρική και λιγότερο για την σεναριακή εξέλιξη της ταινίας.
Ένα άλλο σκηνοθετικό εύρημα έχει να κάνει με την πολύ συχνή χρησιμοποίηση διάτρητων αντικειμένων, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον θεατή και στα διαδραματιζόμενα γεγονότα. Κάγκελα διαφορετικών ειδών και μεγεθών, πατζούρια με γρίλιες και διάφορα άλλα, λειτουργούν, σαν ένα είδος μικροσκοπίου. Η δράση εξελίσσεται πίσω από αυτά, σαν ένα είδος ανατομικού μανδύα, που επιτρέπει στον εξεταστή να απομονωθεί από τον εξεταζόμενο.
Εξαιρετικά έντονη και με μεταφορικές προεκτάσεις η τελευταία εικόνα, που συμβολίζει την παραίτηση, καθώς πίσω από το αναπηρικό καροτσάκι, που σπρώχνει ο πρώην εραστής την ερωμένη του, διακρίνουμε την ερημωμένη παραλία των πρώτων φθινοπωρινών ημερών.

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

The last station- Ο τελευταίος σταθμός


Η ταινία «Ο τελευταίος σταθμός», του σκηνοθέτη Michael Hoffman, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Jay Parini,παρόλο που χρησιμοποιεί το «βαρύ» όνομα του Λέων Τολστόι, δεν καταφέρνει να ανέβει κατηγορία και θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί, σαν σαπουνόπερα. Ο επιφανειακός τρόπος προσέγγισης των καταστάσεων και των χαρακτήρων, σε συνδυασμό με τις σκηνοθετικές ευκολίες και τα καταφανώς απρόσεκτα πλάνα, ιδιαίτερα στους εξωτερικούς χώρους, κάνουν την θέασή της, ακόμα και στον θερινό κινηματογράφο (αν και φέτος στους θερινούς είδαμε και διαμάντια), μια ελαφριά δοκιμασία των νεύρων.
Ατράνταχτη απόδειξη, πως δεν αρκεί η καλή πρώτη ιδέα, η εγγύηση που παρέχει η συμμετοχή ηθοποιών με καταξιωμένη ερμηνευτική ικανότητα, ακόμα και η ίδια η πρόθεση να διηγηθεί κανείς κάτι το ενδιαφέρον, το «ζουμερό», για να βγει ένα θετικό αποτέλεσμα.
Ο υπερήλικας Λέων Τολστόι (Christopher Plummer) κάνει μια προσπάθεια, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, να ξεφύγει από τα εγκόσμια. Σχηματίζει γύρω του ένα πυρήνα αφοσιωμένων θαυμαστών του έργου του και της προσωπικότητάς του και διδάσκει ένα τρόπο ζωής ασκητικό, στραμμένο μόνο στις πνευματικές αναζητήσεις, μακριά από κάθε απόλαυση της σάρκας. Σκοπεύει μάλιστα να παραιτηθεί των συγγραφικών δικαιωμάτων του, προς όφελος του Ρώσικου λαού. Η επί πολλά χρόνια σύντροφός του, Σοφία Αντρέγιεβνα Τολστόι (Elen Mirren), δεν συμμερίζεται τις ιδεαλιστικές απόψεις του, αντίθετα, κατηγορεί τον σκληρό ηγετικό πυρήνα των οπαδών του, για ιδιοτελείς επιδιώξεις, ως προς την περιουσία τους, σε βάρος της ιδίας και της οικογένειάς τους. Στην επακόλουθη σύγκρουση συμπαρασύρεται και ο νεαρός γραμματέας του Τολστόι, ο Βαλεντίν Μπουλγκάκωφ (James MacAvoy), ένας άπειρος, καλοπροαίρετος νεαρός, με ιδανικά, που ανακαλύπτει τελικά τα κενά στην διδασκαλία του μέντορά του, όταν αυτά μεταφέρονται, σαν αποστεωμένες «προσταγές», χωρίς να αποτελούν προσωπικά βιώματα. Ο έρωτας, που θα νοιώσει για μια κοπέλα από το κοινόβιο, θα τον κάνει να αισθανθεί την διαφορά ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη. Το γνωστό μοτίβο, που θέλει τους οπαδούς να κινούνται με μεγαλύτερο ζήλο από τον ιδρυτή της κοσμοθεωρίας τους, βρίσκει εδώ την εφαρμογή του, με τους Τολστοϊκούς να ξεπερνούν σε καθαρότητα τον ίδιο τον Τολστόι.
Η ταινία σταματά στην ενδοοικογενειακή διαμάχη και αδυνατεί (μάλλον δεν θέλει) να απεικονίσει την κατάσταση στην προεπαναστατική Ρωσία, με τον κοινωνικό αναβρασμό και τις ζυμώσεις, που γεννούσαν τις ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συντροφικότητας, ιδέες που το αλτρουιστικά ευαίσθητο «ραντάρ» του συγγραφέα, είχε καταφέρει να συλλάβει.
Οι σκηνές ζηλοτυπίας, οι ηθικοί εκβιασμοί, το γυναικείο όπλο του σεξ, ακόμα και αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα-όπως μας δείχνει διαρκώς η ταινία στην εξώπορτα του πύργου των Τολστόι ήταν εγκατεστημένα (ευτυχώς όπως θα σας πω παρακάτω) τα δημοσιογραφικά συνεργεία της εποχής, για να καταγράψουν, εν είδει τέντας Ωνασείου, κάθε γαργαλιστική λεπτομέρεια-μετατρέπουν την ταινία σε ένα είδος προβολής μέσα από την κλειδαρότρυπα, κάτι εντελώς αποσπασματικό και κατά συνέπεια, άνευρο και προσβλητικό.
Τρομερά ενοχλητική η χρησιμοποίηση της αγγλικής γλώσσας σε ένα τόπο και τοπίο τόσο πολύ ηχητικά φορτισμένο. Από τον τρόπο που η ομιλία έρχεται να αποδώσει σκέψεις και συναισθήματα, δημιουργούνται και οι εντυπώσεις και βιώνονται τα νοήματα.
Παρόλο, που κάποιοι θεατές βιάστηκαν με την αναγραφή των τίτλων του τέλους, να σηκωθούν από τις άβολες καρέκλες τους, αν κάτι άξιζε, ήταν τα πραγματικά «επίκαιρα» αυτών των πρώτων κινηματογραφικών συνεργείων, που κατέγραψαν τις εικόνες της φύσης και των ανθρώπων της εποχής και που μας μετέφεραν στο πραγματικό κλίμα. Τουλάχιστον, ως προς αυτό το σημείο, είναι προς τιμήν του σκηνοθέτη, που μας επέτρεψε να σχηματίσουμε μια γνώμη, έξω από την δική του ματιά. Στα λίγα αυτά λεπτά αποζημιωθήκαμε από ένα βαρετό δίωρο.

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Τα Κόκκινα Παπούτσια-The Red Shoes


Όταν η ζωή δανείζεται από το παραμύθι, φτιάχνει τις δικές της ιστορίες και μας τις γυρνάει πίσω, ξανά, σαν παραμύθι. Η ανασκευασμένη ταινία των Michael Powell και Emeric Pressburger, του 1948, «Τα κόκκινα παπούτσια», βασισμένη πάνω στο παραμύθι του Hans Christian Andersen, ένας συνδυασμός μελοδράματος, μουσικής, χορού και φαντασίας μπαίνει στα παρασκήνια, πίσω από τους προβολείς, εκεί που οι άνθρωποι του θεάματος μοχθούν, ζηλεύουν, ονειρεύονται και κάποιες φορές για κακή τους τύχη…ερωτεύονται.
Ο Boris Lermontov (Anton Walbrook), θεατρικός επιχειρηματίας, γνωρίζει τόσο καλά την δουλειά του, να στήνει παραστάσεις μπαλέτου, που γίνεται τόσο αλαζόνας, ώστε να πιστεύει, πως μπορεί να ρυθμίζει την ζωή των συνεργατών του. Τα δυο πουλέν του, ο μαέστρος και συνθέτης Julian Craster (Marius Goring) και η πρίμα μπαλαρίνα Victoria Page (Moira Shearer) αγαπιούνται. Η πόρτα του θιάσου κλείνει και για τους δυο, μέχρι που έρχεται η στιγμή, για την όμορφη γυναίκα, να διαλέξει σε ποια αγάπη θα χαρίσει την ζωή της. Στον χορό ή στον σύντροφό της. Τα κόκκινα παπούτσια του χορού, που φέρουν και φέρονται από τα πόδια της πρωταγωνίστριας, γίνονται σύμβολο ενός εσωτερικού αγώνα, μιας απελπισμένης αντίστασης στις αξεπέραστες συμβάσεις του καλλιτεχνικού στερεώματος. Ένα ιδιότυπο τρίγωνο ανθρώπων, όχι ερωτικό, αλλά με έντονα διεκδικητικά στοιχεία, αποκαλύπτει με ευκρίνεια τις πτυχές των χαρακτήρων. Σενάριο δουλεμένο εξαιρετικά, από το οποίο ανθολογώ την, με έπαρση, ατάκα του Lermontov, η οποία επιδεικνύει ψήγματα ελεγχόμενης μετριοφροσύνης : «Και ο καλύτερος μάγος δεν μπορεί να βγάλει λαγό απ’ το καπέλο, αν δεν υπάρχει λαγός κάτω απ’ το καπέλο», όταν αναφέρεται στην ανακάλυψη της χρυσοφόρας μπαλαρίνας του.
Σκηνοθεσία αριστουργηματική, με τον φακό να τρυπώνει διαρκώς ανάμεσα από ανθρώπους, πόρτες, κουρτίνες, σκηνικά. Ρυθμός έντονος, που μεταδίδει αγωνία, καθώς παίζει με τον χρόνο, οι αποφάσεις παίρνονται μέσα σε λεπτά στο βαγόνι του τραίνου, που ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Σκηνές με έντονο συμβολισμό, όπως τα δυο άλογα ζεμένα δίπλα-δίπλα στην άμαξα, που μεταφέρει το ζευγάρι στο πρώτο ραντεβού τους. Εικόνες όλο χλιδή από το Μόντε Κάρλο και φυσικά η παράσταση των «κόκκινων παπουτσιών», που οποιαδήποτε περιγραφή είναι καταδικασμένη να την αδικήσει. Το σμίξιμο της τέχνης με την φαντασία, ένας ζωγραφικός πίνακας, που παρασύρει καλλιτέχνες και κοινό σε ένα μαγευτικό ταξίδι.


Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Toy Story 3


Συμπαθητική ταινία κινουμένων σχεδίων για μικρούς και μεγάλους. Σενάριο προβλέψιμο, υπερβολικά συγκινητικοφανές και με πολλά κλισέ, αλλά σκηνοθεσία και ποιότητα σχεδίου εκπληκτικά και σε άψογη συνεργασία. Δίνεται η εντύπωση, ότι η Pixar, ενώ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει την σύγχρονη πραγματικότητα, όταν αποφασίζει να το κάνει, έχει την γνώση και την τεχνολογία, για να το κάνει με τρόπο άρτιο και πειστικό.
Είναι εντυπωσιακή η ικανότητα και αυτής της ταινίας, να ενσωματώνει και να αποδομεί αμερικάνικα στερεότυπα, εντάσσοντάς τα μέσα στους διαλόγους. Ένας επιφανειακός αυτοσαρκασμός, χωρίς καμιά διάθεση αυτοκριτικής, που καταφέρνει να περάσει υπόγεια συντηρητικές θέσεις, χωρίς να προκαλεί. Το λογύδριο από το στρατιωτάκι-λοχία, όταν εγκαταλείπει το σπίτι του Andy και τα υπόλοιπα παιχνίδια, «ήταν τιμή μου να υπηρετήσω μαζί σας…» ή οι κοτίστικες συμπεριφορές της Barbie, που ξεφτιλίζουν κάθε έννοια φεμινισμού, προεξοφλούν μια έστω και βιασμένη συγκατάνευση, από την πλευρά του θεατή.
Όλο το σκεπτικό της ταινίας βασίζεται στην παιδική παραδοχή, ότι ο κόσμος των παιχνιδιών ζωντανεύει μέσα από την φαντασία τους. Με αυτό το δεδομένο, παράλληλα με τον δικό μας κόσμο, ζει και κινείται ένας πραγματικός κόσμος που αποτελείται από παιχνίδια, με ελάχιστα «παράθυρα» επικοινωνίας, όσα είναι απαραίτητα για την εξέλιξη της υπόθεσης. Για χάρη πάλι του παραμυθιού, ο παράγοντας χρόνος, που αμβλύνει την σύνδεση του παιδιού με το παιδικό του παιχνίδι, έχει μηδενιστεί, με αποτέλεσμα μια μελοδραματική ατμόσφαιρα, που η διαχείρισή της αυξομειώνεται μέσα από το στοιχείο της δράσης και της περιπέτειας.
Όταν ο Andy ενηλικιώνεται, τα παιδικά του παιχνίδια, αν δεν θέλουν να καταλήξουν στα σκουπίδια, πρέπει να βρουν κάποιο άλλο παιδάκι, για να του χαρίσουν την παρέα τους. Αυτό δεν είναι τόσο απλό, γιατί ανάμεσα στους δυο κόσμους δεν υπάρχει φωνητική επικοινωνία. Τα παιχνίδια θα βρεθούν στα χέρια παιδιών-τεράτων ενός παιδικού σταθμού και υπό τις απειλές και την εξουσία ενός σατράπη λούτρινο-αρκούδου. Χωρίς την στοργή ενός συγκεκριμένου ιδιοκτήτη πάσχουν συναισθηματικά (ναι! Ακριβώς αυτό συμβαίνει) και οργανώνουν την δραπέτευσή τους.
Το καλό και το κακό βαλμένα στα κουτάκια τους, με συνταγές ψυχοθεραπείας political correct, μιας και μας παρουσιάζεται προς αποκατάσταση της τάξης και το ψυχοπαθολογικό παρελθόν του άτυχου αρκούδου, παρατημένου από την πρώην ιδιοκτήτριά του. Σκηνές με την αδρεναλίνη στα ύψη, μέσα στην αλυσίδα διαχείρισης των απορριμμάτων, από τις σιαγόνες συμπίεσης μετάλλων μέχρι τις υψικαμίνους και περιγραφές ηρωικών πράξεων, αλληλεγγύης, ανθρωπιάς, λανθάνουσας ερωτικής έλξης, αλλά και αφασικού χιούμορ, όπως αυτό με το χαμένο μάτι της γυναίκας-πατάτας.
Θεωρώ την ταινία επιτυχημένη για έναν ακόμα λόγο. Βγαίνοντας από την αίθουσα αναρωτήθηκα, στιγμιαία, που να βρίσκονται άραγε μετά από τόσα χρόνια οι ορεινές μου μεραρχίες.

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

L`Atalante



89 λεπτά μαγευτικής κινηματογραφικής παρακολούθησης. Ένα βύθισμα στο Παρίσι του 1934. Μια ιστορία, που σπάει την μονοτονία της καθημερινότητας και γίνεται η αφορμή και εμείς οι θεατές, να πλεύσουμε το ποτάμι, να συναναστραφούμε τους ανθρώπους, να «δέσουμε» μαζί με την παλιά φορτηγίδα στα εμπορικά ντόκα, που ακολουθούν τον Σηκουάνα στην διαδρομή του.
Η αποκαταστημένη ταινία του Jean Vigo, “L’ Atalante”, η μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, που έφυγε από την ζωή μόλις στα 29 του χρόνια, λειτουργεί, σαν ένας καθρέφτης συναισθημάτων. Οι πρωταγωνιστές δεν μιλούν για τον εαυτό τους. Οι στιγμές από την ζωή τους, το περιβάλλον, το χρώμα που παίρνει ο ουρανός και η θάλασσα στην μαυρόασπρη κόπια, τα ρούχα που φορούν οι ίδιοι και οι συμπρωταγωνιστές τους στην ζωή, ο τρόπος που γελούν, μουτρώνουν, θυμώνουν και σμίγουν, πλάθουν τον χαρακτήρα τους. Με εργαλεία, πότε το χιούμορ, πότε τον ρομαντισμό, πότε τον λυρισμό, πότε το σασπένς και την αγωνία, ακόμα και με σκηνές υπερκόσμιες, που ξεπερνούν τον διάχυτο ρεαλισμό, η αφήγηση ξεδιπλώνεται ακυμάτιστη, σαν τα παρόχθια νερά.
Η φορτηγίδα «Αταλάντη» ανέγγιχτη από τις προσωπικές ιστορίες των επιβατών της, σαν την μυθική ηρωίδα της Αργοναυτικής εκστρατείας, κουβαλά μέσα της τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Των ανθρώπων κάθε εποχής, που βλέπουν την ζωή να γλιστράει από τα χέρια τους, που απλώνουν να πιάσουν, να γευτούν, να ρουφήξουν το καινούργιο, πριν κλείσουν μέσα στο αμπάρι τα ενθύμια μιας ζωής που πέρασε.
Η Juliette (Dita Parlo) με τα νυφικά ρούχα κατευθείαν από την εκκλησία ακολουθεί τον αγαπημένο της καπετάνιο Jean (Jean Daste) στην εμπορική μαούνα του ποταμού. Παρέα με τον ιδιόρρυθμο γέρο ναύτη Jules (Michel Simon), τον μούτσο και ένα τσούρμο γάτες θέλει να ξεφύγει από την τετριμμένη και άνοστη ζωή του χωριού. Η πόλη, το Παρίσι φαντάζει στα μάτια της, η γη της επαγγελίας. Μια αναποδιά θα την κρατήσει μακριά και το πρώτο συζυγικό καυγαδάκι, που θα ξεσπάσει, θα την αφήσει μόνη στον ξένο τόπο. Ο ερωτικός πόνος, η άναρθρη κραυγή των νεόνυμφων, θα οδηγήσει τα βήματα του Jules, να ανακαλύψει και να φέρει πίσω την όμορφη γυναίκα.
Με σκηνές απαράμιλλης σκηνοθετικής ευφυΐας, χωρίς επιτήδευση, όπως το ψάξιμο μέσα στην ομίχλη στην αποβάθρα, η βιτρίνα με τις κούκλες- καθώς στην προθήκη καθρεφτίζονται οι φιγούρες των περαστικών του δρόμου- το σύρσιμο πάνω στον δίσκο βινυλίου του δάκτυλου του ναύτη και η αναπάντεχη μουσική που ακούγεται, μέχρι να αντιληφθούμε, ότι ο μικρός μούτσος παίζει το ακορντεόν, η βουτιά του καπετάνιου στο ποτάμι, για να αντικρύσει μέσα στο νερό την μορφή της αγαπημένης του και άλλες πολλές, κάνουν την ταινία “L’ Atalante” ένα σταθμό στην ιστορία του πρόδρομου, ομιλούντα κινηματογράφου.

Αν και πρόκειται για μια καθαρά κινηματογραφική εμπειρία, η ταινία βρίσκεται στο youtube σε 8 μέρη, ξεκινώντας από εδώ.



Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Ακαδημία Πλάτωνος


Μια προσπάθεια ηθογραφικής προσέγγισης της νέας ελληνικής πραγματικότητας, με κεντρικό άξονα τις ρατσιστικές αντιλήψεις μιας παρέας συνανθρώπων μας, απέναντι στους μετανάστες και πιο ειδικά στους Αλβανούς। Ο σκηνοθέτης Φίλιππος Τσίτος, στην ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος», επιχειρεί να σχεδιάσει το περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται μισαλλόδοξες απόψεις. Με όχημα αποκλειστικά την δύναμη της εικόνας, χωρίς καθόλου λεκτικούς επεξηγηματικούς προσδιορισμούς, ψάχνει την γενεσιουργό αιτία, πίσω από το ανόητο σύνθημα «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ…». Πολλές σκηνές έχουν να κάνουν με μια σειρά από φαινομενικά άσχετα με το θέμα γεγονότα, όπως ο πρόσφατος χωρισμός του ήρωα, του Σταύρου (Αντώνης Καφετζόπουλος) με την συμβία του, με την παρακολούθηση του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδα-Αλβανία και τις αντιδράσεις των οπαδών, με την επίσκεψη στον γιατρό δημόσιου νοσοκομείου για την άρρωστη μητέρα και άλλα πολλά. Κομμάτια, που αποκρυπτογραφούν το συναισθηματικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο φουντώνουν οι ιδέες, που βλέπουν το "διαφορετικό", σαν απειλή.
Σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε παρακμή οικονομική, πολιτισμική και περιβαλλοντική, σε μια κοινωνία που κυριαρχούν η διαφθορά, τα σκάνδαλα, ο μηδενισμός και η ατομική ανέλιξη, οι άνθρωποι, που για οποιοδήποτε λόγο θα βρεθούν στο περιθώριο ή αισθάνονται ότι είναι στο περιθώριο, είναι επιρρεπείς στο να πέσουν στην παγίδα ενός λαϊκίστικου εθνικισμού. Όλα αυτά καταγράφονται με σαφήνεια και επάρκεια.
Το μυθιστορηματικό εύρημα, ας το πούμε έτσι, της ταινίας είναι, ότι θέλει τον ελληναρά Σταύρο, να είναι και ο ίδιος αλβανικής καταγωγής, μιας και η γριούλα- πια- μητέρα του είχε πριν πολλά χρόνια έρθει στην Ελλάδα από την Αλβανία, αφήνοντας όμως εκεί τον μεγαλύτερο γιο της, που ήταν πολύ άρρωστος για να ταξιδέψει. Η γνωριμία με τον Αλβανό αδελφό, τον Μαρενγκλεν (Αναστάσης Κόζντινε) (από το Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν), που κατά μοιραία σύμπτωση εργάζεται στην γειτονιά του, είναι για τον πρωταγωνιστή μια βόμβα στα θεμέλια της ψυχοσωματικής και της εθνικής του συγκρότησης.
Η επιλογή του σκηνοθέτη, να χρησιμοποιήσει αυτήν την τραβηγμένη από τα μαλλιά ιστορία, σαν το κινηματογραφικό χαλί της υπόθεσης, ουσιαστικά τραβά αυτό το χαλί, από την κατά τα άλλα αξιέπαινη προσπάθειά του. Η άποψη, ότι το σαθρά στηριγμένο ιδεολόγημα της φυλετικής ανωτερότητας, μπορεί να ανατραπεί, όταν ο άνθρωπος έρθει αντιμέτωπος με μια προσωπική δοκιμασία, είναι ένα επιχείρημα, της ακριβώς απέναντι πλευράς. Στο επίπεδο, όχι του «επιστημονικού» ρατσισμού, αλλά του ρατσισμού που στηρίζεται στην άγνοια και στην ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει στην πλειοψηφία, δηλαδή, να είναι στην μόδα, κάθε ανατροπή έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Έτσι, το υπεραισιόδοξο φινάλε φαντάζει μετέωρο και προβληματικό.
Η ταινία κερδίζει σε αφάνταστο βαθμό, χάρις την εξαιρετική εσωτερική ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου. Χωρίς το παραμικρό ίχνος κίνησης στους μυς του πρόσωπου του, μεταφέρει στα κοντινά πλάνα, μια αίσθηση ματαιότητας, που θυμίζει αρχαία τραγωδία.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Σιωπηλός γάμος-Nunta Muta


Ένα μίγμα πολλών σκηνοθετικών ματιών, που όμως ομογενοποιούνται σε κάτι απόλυτα προσωπικό. Μια ταινία κυριολεκτικά μαγική, γιατί καταφέρνει με εργαλεία γήινα, με εικόνες ρεαλιστικές, με καταγραφές ιστορικές, να παρουσιάζει το υπερκόσμιο και παραφυσικό, να προκύπτει τόσο νομοτελειακά, έτσι, που να βρίσκει την θέση του ακριβώς δίπλα, χωρίς να προκαλεί και χωρίς να ξενίζει.
Ο Ρουμανικός «Σιωπηλός γάμος» του Horatiu Malaele ξεκινά, σαν ένα φλασμπακ. Η διήγηση του δημάρχου, ενός τραγικού χωριού, σε ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που εξειδικεύεται στην καταγραφή παραφυσικών φαινομένων, των γεγονότων που συνέβησαν, το όχι και τόσο μακρινό 1953, στην νεαρή- τότε- σοσιαλιστική δημοκρατία και το αντίκτυπο που αυτά είχαν στην ζωή των κατοίκων του.
Το χωριό έχει την δική του αυτοτελή ζωή. Τους δικούς του ρυθμούς, τις δικές του ισορροπίες, την δική του πόρνη, τον δικό του «διαφορετικό», τον νάνο του. Μια κοινωνία που βρίσκεται σε αρμονική συνύπαρξη με τον περιβάλλοντα χώρο. Η νέα κομμουνιστική διακυβέρνηση δυσκολεύεται να διαχυθεί ομαλά στην ζωή των χωρικών. Αυτή η δυσαρμονία βρίσκει την απόλυτη έκφρασή της, όταν η εξουσία, με αφορμή τον θάνατο του Στάλιν, διατάσσει επταήμερο υποχρεωτικό πένθος και ουσιαστικά απαγορεύει το γαμήλιο γλέντι του Iancu και της Mara. Ο γαμπρός, η νύφη, οι συγγενείς και οι καλεσμένοι τους αποδέχονται αρχικά την άνωθεν εντολή, για να ξεσπάσουν λίγο αργότερα μέσα από μια ηφαιστειακή έκρηξη, ποτισμένη από την αδικία της καταπίεσης, σε ένα πρωτογονικό ξεφάντωμα. Τα σοβιετικά τανκς θα ισοπεδώσουν το χωριό, διότι «δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις», θα πάρουν τους άνδρες και θα αφήσουν πίσω μόνο τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Μια ολοκληρωτική καταστροφή, μιας και όπως περιγράφει ο δήμαρχος: «Οι κομμουνιστές στην θέση του χωριού φτιάξανε ένα εργοστάσιο και τώρα οι καπιταλιστές θα φτιάξουν ένα θέρετρο» συνοψίζοντας με μια μόνο πρόταση, την αέναη στάση κάθε εξουσίας, να καταπνίγει κάθε τι αυθεντικό, μέσα στον φόβο και στην τιμωρία.
Ο Horatiu Malaele πλάθει τους χαρακτήρες του και μας τους παρουσιάζει αναλυτικά. Δίπλα στο κεντρικό ζευγάρι των μελλονύμφων, που ερωτεύονται ανάμεσα στα στάχυα, γέννημα της ίδιας της γης και υπόσχεση για το μέλλον της, κινείται ένας θίασος από ανθρώπους-σύμβολα. Ο κουφός που βλέπει τα πάντα, ο πρώην γαιοκτήμονας, δικαιωματικά με τους αντιφρονούντες, ο διανοούμενος από θέση ενάντια στην χυδαιότητα της αμορφωσιάς, που βαφτίζεται πρωτοπορία, η πόρνη ενταγμένη σε ένα σύστημα ηθικής, που δεν «εκπορνεύει» την ψυχή, ο νάνος ένας κρίκος στην ανθρώπινη αλυσίδα, που απομονώνει την ανασφάλεια και δυναμώνει την κοινωνική συνοχή και άλλοι πολλοί.
Από την άλλη σκηνές, όπως αυτή του υπαίθριου κινηματογράφου, με τα καθεστωτικά «επίκαιρα» και την μελό ταινία, με τα κομματικά μέλη στην πρώτη σειρά να πρωταγωνιστούν σε αυτή την βουβή, σαν φάρσα, κωμωδία, το περιπλανώμενο τσίρκο, ριζωμένο μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, σαν προβολέας ενός κόσμου ιδεατού, η μαγεμένη κοπέλα του δάσους, σαν νύμφη και προάγγελος δεινών, καθορίζουν με τον συμβολισμό τους μια οπτική γωνία, που δεν έχει διάθεση απλώς να σταθεί στην καταγγελία της πολιτικής κατάστασης.
Λένε οι «κομμουνιστές» πως: «θέλουμε μια κοινωνία χωρίς πλούσιους και φτωχούς, που κάθε άνθρωπος θα έχει όσα χρειάζεται για να ζει με αξιοπρέπεια» και βλέπουμε ταινίες σαν και αυτήν, τον «Σιωπηλό γάμο» του Horatiu Malaele. Λένε οι «καπιταλιστές» πως: «θέλουμε μια ελεύθερη κοινωνία, που κάθε άνθρωπος θα είναι δημιουργικός και ο πλούτος θα είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας» και πως «μόνο έτσι μπορεί να αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων» και βλέπουμε ταινίες, σαν τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που περιγράφει την ίδια χρονική περίοδο, όσα συνέβαιναν στην χώρα μας, με τον δικό του τρόπο.
Συνέπεσε την επόμενη μέρα να διαβάσω στο «Βήμα της Κυριακής» την συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου, στον Αργύρη Παπαστάθη.
«Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως η βία και η εξουσία πρόδωσαν τα ωραιότερα όνειρα των επαναστατών».

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Changeling-Ανταλλαγή


Η ταινία “Changeling” του Klint Eastwood βλέπεται με μια ανάσα. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, είναι πραγματικός χρόνος κινηματογραφικής εμπειρίας. Η παρουσίαση μιας αληθινής ιστορίας, που έχει να κάνει με μια αλυσίδα δολοφονιών μικρών αγοριών, στο Λος Άντζελες, του 1928, δίνει την ευκαιρία στον σκηνοθέτη να πει πράγματα πολύ περισσότερα, από όσα θα περίμενε κάποιος από ένα αστυνομικο-δικαστικό δράμα. Από το ιδιωτικό, το περιορισμένο, το μεμονωμένο, περνάει χωρίς μεγαλοστομίες και φιοριτούρες στο δημόσιο, στο συλλογικό, σε αυτό που αφορά τελικά ολόκληρη την κοινωνία. Συνεπής με την ώριμη σκηνοθετική του αντίληψη, που μας χάρισε όλα αυτά τα τελευταία χρόνια αξιόλογες έως αριστουργηματικές ταινίες, έτσι και εδώ, η οπτική γωνία είναι εκείνη που καθοδηγεί το συναίσθημα του θεατή. Η καταδίκη ενός σάπιου, διεφθαρμένου πολιτικο-κοινωνικού συστήματος δεν είναι απλώς το ζητούμενο. Είναι το δεδομένο και γι’ αυτό δεν υπάρχει η ανάγκη να στρογγυλέψουν οι γωνίες. Οι πρωταγωνιστές είναι μονοδιάστατοι, χωρισμένοι σε δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Κανένα έλεος από τον κινηματογραφικό φακό στον εξουσιαστικό μονόδρομο, που ακολουθούν οι θύτες. Θάρρος, καρτερικότητα, αλληλεγγύη για τα άτυχα θύματα.
Δυο μαυρόασπρα κάδρα εποχής, από κάποιο κεντρικό δρόμο- με τα πρώτα αυτοκίνητα και τα τραμ- ανοίγουν και κλείνουν την έγχρωμη 141 λεπτών ταινία. Σαν τα σκληρόδετα εξώφυλλα, που κλείνουν μέσα τους και οριοθετούν μια ιστορία από το παρελθόν, που θα διαβαστεί από κάποιους στο μέλλον. Ο σχεδόν μοναχικός αγώνας μια νεαρής μητέρας της Christine Collins (Angelina Jolie), να αποδείξει πως το μικρό παιδί, που της πάσαρε η αστυνομία στην θέση του απαχθέντος γιου της, δεν είναι το δικό της. Ο αστυνομικός διευθυντής, ο προϊστάμενος του, οι πολιτικές αρχές, έχοντας ανάγκη να «επιδείξουν» έργο, για να αντιστρέψουν την σε βάρος τους γνώμη, που έχει σχηματίσει η κοινωνία λόγω της ανικανότητας, της διαφθοράς και της εν τέλει αναποτελεσματικότητας, την πιέζουν με κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, για να κλείσει όπως-όπως η υπόθεση αυτή. Η καναλιζαρισμένη δημοσιότητα με τον Τύπο, στην υπηρεσία των διωκτικών αρχών, οι επαγγελματικές μέθοδοι ψυχολογικής πίεσης, που φθάνουν μέχρι τον χωρίς ένταλμα εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική, τα- τι πρωτοτυπία!- όπλα της εξουσίας. Από την άλλη ένα κίνημα πολιτών, υπό την καθοδήγηση του αιδεσιμότατου Gustav Briegleb (John Malkovich) χρησιμοποιεί το καινούργιο μέσο το ραδιόφωνο, σαν μια εναλλακτική πηγή πληροφόρησης και συντονισμού των ενεργειών, για να αναδείξει το μέγεθος της κρατικής τρομοκρατίας και να συμπαρασταθεί στην άτυχη μητέρα. Παράλληλα με αυτά, η, από τα χαμηλά κλιμάκια, πρωτογενής αστυνομική έρευνα κατορθώνει να διαλευκάνει την απαγωγή και να φέρει στην δικαιοσύνη τον ένοχο, ένα μανιακό ψυχοπαθή δολοφόνο.
Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ξετυλίγεται η υπόθεση είναι η συγκρατημένη αυτοπεποίθηση. Ο Clint Eastwood δείχνει σε κάποιες στιγμές, πως ξέρει να παίξει με τον ψυχολογικό τρόμο, όμως προτιμά τον ρεαλισμό ακόμα και όταν θα σοκάρει τον θεατή. Έχοντας από την αρχή μοιράσει τους ρόλους δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να υποστηρίξει το σωστό. Αυτό που μένει, σαν συμπέρασμα, κατά συνέπεια είναι μια αφηγηματική ουδετερότητα, η οποία υπερτονίζεται από την αψεγάδιαστη, λεπτομερειακή χρονική αναπαράσταση. Τα πλάνα, τα ρούχα, accessories, οι συμπεριφορές, που τόσες φορές έχουν καταγραφεί σε έργα της εποχής του Αμερικάνικου κραχ, αντανακλούν εδώ μια αυθεντικότητα και κάνουν το όλο εγχείρημα πιστευτό.

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Το μυστικό στα μάτια της- El Secreto de sus Ojos


Ένας ανολοκλήρωτος έρωτας γίνεται πηγή έμπνευσης. Ο πόνος για την χαμένη ευτυχία γίνεται αιτία δημιουργίας. Ο σκηνοθέτης Juan Jose Campanella, στο «Το μυστικό στα μάτια της», κινηματογραφεί το μυθιστόρημα του ίδιου του ήρωά του, στην ταινία του, του αστυνομικού Benjamin Esposito (Ricardo Darin). Όταν αυτός παίρνει σύνταξη, αποφασίζει να γράψει για μια υπόθεση, που τον είχε απασχολήσει πριν από 25 χρόνια. Για μια υπόθεση βιασμού και δολοφονίας μιας νεαρής γυναίκας. Καθώς βυθιζόμαστε από το σήμερα, μέσω της σκέψης του και των κειμένων που γράφει, στο παρελθόν, παρακολουθούμε τα γεγονότα που σημάδεψαν την ζωή του. Η εξιχνίαση του εγκλήματος, μιας ειδεχθούς βίαης ερωτικής παραφροσύνης, από ένα χωρίς ηθικά όρια ορμητικό νεαρό τον Isidoro Gomez (Javie Godino), σε αντιδιαστολή με την άτολμη, εξιδανικευμένη ερωτική προσέγγιση του ίδιου του πρωταγωνιστή, απέναντι στην προϊσταμένη του, την νεαρή εισαγγελέα Irene Menendez Hastings (Soledad Villamil).
Με αριστοτεχνικά περάσματα από το παρόν στο παρελθόν, με συνεχείς αναφορές στο άκαμπτο γραφειοκρατικό σύστημα, σε μια ιεραρχία στα πλαίσια της απονομής «μιας κάποιας» δικαιοσύνης, όπως χαρακτηριστικά ομολογεί η ηρωίδα,υπαινιγμοί για το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής, όλα πλεγμένα μεταξύ τους στην εξυπηρέτηση ενός ψυχολογικού θρίλερ, που καθηλώνει χωρίς να στηρίζεται στην βία και στις αιματηρές γκρο πλαν βιτριναδόρικες προκλήσεις, χωρίς καμιά ευκολία ή χρήση ξαναειπωμένων κλισέ. Ρυθμός αργός, κινήσεις μελετημένες, έτσι που το βλέμμα προλαβαίνει να γατζωθεί και να αποκρυπτογραφήσει τις λεπτομέρειες.
Η ηλικιακή απόδοση των ηθοποιών, στο πέρασμα αυτό των 25 χρόνων, γίνεται με απόλυτη φυσικότητα, κάνοντας την φυσική τους ωρίμανση απολύτως πιστευτή και καλοδεχούμενη.
Οι φωτισμοί χαμηλοί, με χρώματα ζεστά, εκτός από τις σκηνές στα κτήρια της υπηρεσίας, απλώνουν ένα πέπλο μυστηρίου και δημιουργούν την αίσθηση μιας επερχόμενης κλιμάκωσης.
Η φιλοσοφική θεώρηση για την ανθρώπινη αδυναμία, να διαχειριστεί την έννοια του πάθους, όπως αυτό εκφράζεται με την οπαδική συμπεριφορά στα πλαίσια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, μας χαρίζει μια ανεπανάληπτη σκηνή στο γήπεδο και στις κατάμεστες κερκίδες του.
Καθώς η συγγραφή του βιβλίου συνεχίζεται, φθάνει η στιγμή που το μυθιστορηματικό παρόν τέμνεται με την πραγματικότητα, για να συνεχίσει σε ένα ανατρεπτικό και απρόβλεπτο κλείσιμο.
Οι ερμηνείες, με ελεγμένη εσωτερικότητα, περιγράφουν την ερωτική έλξη με τρόπο εγκεφαλικό, τέτοιο, που το μοναδικό άγγιγμα- καταλύτης- για την αποκάλυψη του ενόχου, να προέλθει από μια τυχαία απροσεξία και το σπάσιμο ενός κουμπιού της μπλούζας, που αφήνει να φανεί μια χαραμάδα από το στήθος της Irene.
Παρά την μεγάλη διάρκεια, η ταινία δεν αφήνει κανένα περιθώριο χαλάρωσης και στο τέλος δημιουργεί την γλυκόπικρη αίσθηση ενός ταξιδιού, που έφθασε στο τέλος του, όπως όταν γυρνάει κανείς το τελευταίο φύλλο ενός αγαπημένου βιβλίου ή κλείνει μια βαριά, ξύλινη, στιβαρή πόρτα.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Ο Ούνι, η ζωή και η φιλία



Η ταινία «Ο Ούνι, η ζωή και η φιλία» του Murali Nair, που είδαμε στα Κυριακάτικα απογεύματα του κινηματογράφου Φιλίπ, έχει αυτό το χαρακτηριστικό. Μιλά για τα απλά, τα συνηθισμένα, τα καθημερινά, ενώ ταυτόχρονα πετυχαίνει να σκορπάει το οικουμενικό της μήνυμα στα πέρατα του πλανήτη. Η βαθύτερη ταύτιση του θεατή, παρά τις θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές του, με την ουσία της ανθρώπινης σκέψης, η ομοιογένεια στον πυρήνα των συμπεριφορολογικών αντιδράσεων, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα. Μακριά από επιμέρους οικονομικά συμφέροντα και άρρωστες μισαλλόδοξες θεωρήσεις, αυτό που στο τέλος μετράει, είναι η κοινή ρίζα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός στην επιφάνεια από τον δικό μας, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ίδιος, εικονογραφείται με λεπτομέρεια. Ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας όλες οι πτυχές του, αναλύεται χωρίς καλλωπισμούς και χωρίς υπερβολές, έτσι ώστε να αναδειχθεί ανόθευτη η ουσία. Οι άνθρωποι στο μικρό χωριό της νότιας Ινδίας μπορεί να έχουν διαφορετικό χρώμα δέρματος από το δικό μας, να προσεύχονται διαφορετικά, να τρώνε άλλα φαγητά και με άλλο τρόπο να είναι οι τουαλέτες τους διαφορετικές, όμως αυτό που μετράει είναι, πως αγαπούν, γελάνε, κλαίνε, ερωτεύονται και πεθαίνουν με τον ίδιο ακριβώς με εμάς τρόπο.

Η ταινία παρακολουθεί τον Ούνι, ένα παιδί μιας ευκατάστατης Ινδικής κάστας, κατά την διάρκεια μιας ολόκληρης σχολικής χρονιάς. Από την έναρξή της και την γνωριμία του με τους δάσκαλους και τους καινούργιους συμμαθητές του, μέχρι την τελική γιορτή του αποχαιρετισμού. Παρακολουθούμε σκηνές από την τάξη, από το σχολικό προαύλιο και από τα σπίτια των μαθητών. Πλάνα από τους δρόμους του μικρού χωριού, που αποτυπώνουν την πραγματική ζωή. Ο πατέρας του Ούνι λείπει για την δουλειά του στο εξωτερικό. Ο Ούνι δεν τον θυμόταν, όταν είχε φύγει. Έρχεται για λίγες μέρες, για να ξαναφύγει και πάλι. Ο Ούνι στο σχολείο κάνει παρέα με παιδιά λαϊκότερων τάξεων. Παρά τις αντιδράσεις της μητέρας του και της γιαγιάς του μπαίνει στα παιχνίδια τους, γνωρίζει τον τρόπο ζωής τους και τα προβλήματά τους. Παρατηρεί γύρω του τον κόσμο. Βλέπει, πως οι δάσκαλοι δεν έχουν την ίδια συμπεριφορά απέναντι στα πλούσια και στα φτωχά παιδιά. Κάποιοι δάσκαλοι πίσω από ένα προσωπείο αυστηρότητας κρύβουν ένα μικρό παιδί. Κάνουν την δική τους προσωπική, μικρή επανάσταση. Μέσα από τους καυγάδες, τις κουβέντες, τις σκανταλιές, την φαγουρόσκονη στην έδρα του δασκάλου, το ματάκι στις τουαλέτες των κοριτσιών, ανακαλύπτουν τον κόσμο. Βοηθά και το μάθημα της Βιολογίας με τις παραστάσεις των ανδρικών και των γυναικείων γεννητικών οργάνων και οι «επιστημονικές» επεξηγήσεις της υπέρβαρης καλοσυνάτης δασκάλας. Πέφτουν οι πρώτες ματιές στο κορίτσι με τα κοτσιδάκια του διπλανού θρανίου.

Όπως όλες οι ταινίες των Κυριακάτικων απογευμάτων στο Φιλίπ, που προβάλει το Νεανικό πλάνο, έτσι και η συγκεκριμένη ταινία του Murali Nair, παρόλο που απευθύνεται κυρίως σε παιδικό και εφηβικό κοινό έχει ένα χαρακτήρα πολύ ευρύτερο και αγγίζει τις καρδιές όλων. Μέσα από την γνωριμία, αυτού, που εμφανίζεται σαν ξένο και διαφορετικό, έρχεται η κατανόηση. Πράγμα σημαντικό στις σημερινές, δύσκολες μέρες.
Η προβολή έγινε προφανώς με μια παλιά κόπια και η εικόνα δεν ήταν και τόσο καθαρή. Όμως ο πολύ καλός ρυθμός, οι εξαιρετικές ερμηνείες των μικρών μαθητών, αλλά και όλων των ηθοποιών, βοήθησαν στο να μη σταθεί αυτό εμπόδιο στην παρακολούθηση.

Την ερχόμενη Κυριακή 25-4-2010, στις 16.00 και με εισιτήριο μόλις 2,5 ευρώ, θα προβληθεί η ταινία «Ο κόσμος της Σοφίας», σε σκηνοθεσία Erik Gustavson. Μια μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος του Jostein Gaarder. Ένα ταξίδι στον κόσμο της φιλοσοφίας από τα χρόνια των προσωκρατικών Ελλήνων φιλοσόφων, μέχρι τις μέρες μας. Όσο και αν η ταινία δεν μπορεί να αποδώσει με πιστότητα το μεγαλείο του βιβλίου, δεν παύει να αποτελεί μια πρώτης τάξεως γνωριμία με την σκέψη του μεγάλου συγγραφέα και τις σκέψεις όλων αυτών, που πραγματεύεται στο έργο του.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Προσκύνημα στη Λούρδη-Lourdes


Τι είναι ακριβώς θαύμα; Είναι η παρέκκλιση και η καταστρατήγηση των φυσικών νόμων, από την μεριά του Θεού, για χάρη ενός ανθρώπου, μιας ομάδας ανθρώπων ή και ενός ολόκληρου λαού; Είναι αυτό που χρειάζεται η θρησκευτική πίστη, για να τονωθεί ή είναι το αποτέλεσμα της ίδιας της θρησκευτικής πίστης;
Η Αυστριακή σκηνοθέτης Jessica Hausner με την ταινία της “Lourdes” (Προσκύνημα στην Λούρδη) δεν επιχειρεί να δώσει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Καταγράφει απλώς την στάση μιας ομάδας ανθρώπων, πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μιας ομάδας ανθρώπων, που αποτελούμενη από άτομα με διαφορετική αφετηριακή βάση, τολμούν να προσεγγίσουν το «Θείον», το καθένα από αυτά με τον προσωπικό του τρόπο, με την δική του, την ιδιαίτερη αντίληψη για την ζωή.
Όλα διαδραματίζονται κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού-προσκυνήματος στο μοναστήρι της Λούρδης. Μέσα στα πλαίσια του θρησκευτικού τουρισμού, οι άνθρωποι με σωματικά κυρίως προβλήματα, οι συνοδοί τους και το προσωπικό της εταιρείας που διοργανώνει την εκδρομή, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της σκηνοθέτιδας, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί ο εγωιστικός τρόπος με τον οποίο γίνεται το πλησίασμα σε κάποια Υπέρτατη Δύναμη. Σε μια πρώτη και λανθασμένη, κατά την γνώμη μου, ανάγνωση ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με την εκκλησιαστική υποκρισία. Η Jessica Hausner ξεμπερδεύει εύκολα και γρήγορα από αυτό, τοποθετώντας στο ίδιο πλάνο το άγαλμα της Παναγίας και το μαγαζάκι που πουλάει τα σουβενίρ. Το θέμα δεν είναι η βιομηχανία που έχει στηθεί πάνω στον πόνο, στην αγωνία και στην ελπίδα, αλλά μια περισσότερο ανθρωποκεντρική θεώρηση. Το θέμα δεν είναι τι ζητά η πίστη από τους πιστούς, αλλά τι ζητούν οι πιστοί από την πίστη. Η σκηνοθετική άποψη ξεπερνά κατά πολύ την σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογισμό και στην υπέρβαση. Η ίδια η Θεϊκή Δύναμη δοκιμάζεται μπροστά στην ανθρώπινη αμφιβολία. Ο Θεός έχει την τάση να κρύβεται και ο άνθρωπος έχει την τάση να προσπαθεί να τον βγάλει στην επιφάνεια. Τα λογίδρια, που παπαγαλίζουν οι αδελφές του ελέους και ο ιερέας του γκρουπ, για να απαντήσουν στα ερωτήματα, μοιάζουν βγαλμένα μέσα από συρτάρια. Απονευρωμένες κουβέντες, στοχευμένες στην περιφέρεια, αφήνοντας ανέπαφο τον πυρήνα. Τα πλάνα επικεντρώνουν επάνω στα βλέμματα και στις κινήσεις. Ανεπαίσθητοι μορφασμοί, επιτηδευμένες στροφές του κεφαλιού, συμπεριφορές, που «κλειδώνει» επάνω τους ο φακός, όπως όταν κάποιος αισθάνεται ασφαλής μέσα στον μικρόκοσμό του. Σαν το δάχτυλο, που βάζει στην μύτη ο οδηγός του αυτοκινήτου, νομίζοντας πως είναι μόνος του. Και ανάμεσα σε όλα αυτά η ζωή που σιγοβράζει από κάτω. Ο έρωτας, η σωματική έλξη, ο κινητήριος μοχλός του σύμπαντος, η ακατανίκητη δύναμη που ψάχνει να βρει μια χαραμάδα ανάμεσα από την αρρώστια, για να ξεπεταχτεί, σαν ατίθασο αγριολούλουδο.
Με τα μάτια καρφωμένα πάνω στην Christine (Sylvie Testud), την τετραπληγική ηρωϊδα και τον επαγγελματικά άψογα οργανωμένο περίγυρό της, βυθιζόμαστε για δυο περίπου ώρες σε ένα κόσμο τυπολατρείας. Πετυχαίνουμε να βρεθούμε στην θέση μιας τρίτης εξωτερικής ματιάς, ικανής να αποκαλύψει τις στρεβλώσεις που αναπτύσσονται, όταν η προσωπική συμμετοχή στα δρώμενα αλλοιώνει το οπτικό πεδίο.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Τα αθώα θύματα-Los santos inocentes


Από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και την εβδομάδα Ισπανικού κινηματογράφου είναι και αυτή η πανέμορφη ταινία του Mario Camus, «Τα αθώα θύματα». Βασισμένη στην νουβέλα του Miguel Delibes περιγράφει την ζωή στην Ισπανική ύπαιθρο, ακολουθώντας την ζωή μιας οικογένειας κολίγων, που δουλεύει στα κτήματα της μαρκησίας και του αλαζονικού γιου της. Στα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, με την ταξική συνείδηση των ανθρώπων του μόχθου να βρίσκεται στο ναδίρ, η εξαθλίωση τους δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της οικονομικής εξάρτησης, αλλά διαπερνά την ίδια την ουσία της ύπαρξής τους. Σε όλη την ταινία, η διαχεόμενη σκληρότητα των γαιοκτημόνων και των επιστατών τους, βρίσκεται καλά κρυμμένη κάτω από ένα πέπλο προσποιητού ενδιαφέροντος . Για τους εργάτες, μια φαινομενικά απολίτικη, δουλική συμπεριφορά, κρύβει το καζάνι, κάτω από το οποίο βράζει ένας άωρος, ταξικός θυμός. Με εικόνες από την ζωή στην φύση και τις αγροτικές εργασίες, με σκηνές κυνηγιού- το σπορ της άρχουσας τάξης- με καταγραφές της πραγματικότητας στα άθλια φτωχοκάλυβα και στην πολυτελή έπαυλη, ο θεατής μυείται σε ένα κόσμο, που αποτελεί προνομιακό πεδίο ανάπτυξης των οραμάτων της Αριστεράς.
Ο ελαφρώς νοητικά και ψυχολογικά καθυστερημένος υπερήλικας Azarias (Francisco Rabal) πετάγεται στον δρόμο από το αφεντικό του και έρχεται να μείνει με την οικογένεια της αδελφής του, που μένει με τον άνδρα της Paco (Alfredo Landa) και τα τρία τους παιδιά στο υποστατικό του senorito Ivan (Juan Diego). Καθώς η ιστορία εξελίσσεται γινόμαστε μάρτυρες της συμπεριφοράς των πλούσιων ευγενών απέναντι στους εργάτες της γης τους. Μια συμπεριφορά, που θυμίζει αυτήν απέναντι σε ένα ζώο. Απέχθεια και ταυτόχρονα στυγνή εκμετάλλευση.
Ο σκηνοθέτης δεν ακολουθεί γραμμική χρονική αφήγηση. Οι σκηνές μπερδεύονται μεταξύ τους, το μέλλον παρεμβάλλεται στα γεγονότα του παρόντος και έρχεται να προλάβει απορίες και να δώσει απαντήσεις σε πρόωρα ερωτηματικά. Με αυτό το τεχνικό εργαλείο, το ενδιαφέρον του θεατή αναζωπυρώνεται, καθώς κάθε επιμέρους σκηνή κλείνει το παζλ και οδηγεί στην τελική κάθαρση.
Παράλληλα με το κεντρικό θεματικό μοτίβο παρακολουθούμε και αρκετά επί μέρους ζητήματα, όπως αυτό της αμφισβήτησης της κοινωνικής ιεραρχίας, από την επόμενη γενιά και την σχέση των γαιοκτημόνων με την γη, σε συνάρτηση με αυτήν των εργατών τους. Στην πρώτη περίπτωση μια επιφανειακή, ωφελιμιστική αρπαγή φυσικών πόρων, σε αντιδιαστολή με μια ήρεμη, φιλική, οικολογική προσέγγιση στην δεύτερη περίπτωση.
Την ταινία διαπνέει σε όλη της την διάρκεια ένας διάχυτος λυρισμός. Τα εξωτερικά πλάνα με τις θημωνιές, το χρώμα του σταχιού, η ελεύθερη κίνηση των πουλιών, τα χρώματα της εξοχής, μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών πλάθουν ένα αρμονικό αποτέλεσμα. Μια αφορμή για σκέψη και προβληματισμό. Ένα ιστορικό ντοκουμέντο με κοινωνιολογικές προεκτάσεις.


Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Καλωσορίσατε Μίστερ Μάρσαλ-Bienvenido Mr Marshall


Η πανέμορφη κωμωδία του 1953, του Luis Garcia Berlanga, “Biennenido Mister Marshall”, προβλήθηκε στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, την Παρασκευή που μας πέρασε, στα πλαίσια μιας εβδομάδας αφιερωμένης στο Ισπανικό σινεμά. Ο αφηγητής εισάγει τον θεατή στον κόσμο της Ισπανικής επαρχίας, λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Η μονοτονία του μικρού χωριού Villar del Rio σπάει, όταν οι κάτοικοί του ξεκινούν ένα μαραθώνιο προετοιμασίας, για να υποδεχθούν τους υψηλά ιστάμενους Αμερικάνους, που έρχονται για να βοηθήσουν οικονομικά το έθνος, να ξεπεράσει τα προβλήματα που άφησε πίσω του ο πόλεμος.
Πρόκειται για ένα μαγικό συνδυασμό καταγραφής της πραγματικότητας και πολιτικής σάτιρας με εύστοχες νύξεις κοινωνικού περιεχομένου. Ασπρόμαυρη νεορεαλιστική εικόνα, χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας, λοιδορεί την εξουσία, πολιτική, θρησκευτική, οικονομική, δίχως να μπαίνει στον πειρασμό να εξωραΐσει τις αντιδράσεις των φτωχών χωρικών. Η φτώχεια και η αγραμματοσύνη δημιουργούν παντού και πάντα πρόθυμους χειροκροτητές.
Το χωριό μεταμορφώνεται. Μπροστά από τα ετοιμόρροπα σπίτια του κεντρικού δρόμου τοποθετούνται σκηνικά. Οι άνθρωποι φορούν παραδοσιακές στολές της Ανδαλουσίας και κουνάνε σημαιάκια. Κρύβουν οτιδήποτε αισθάνονται ότι λειτουργεί υποτιμητικά. Προσπαθούν μέσα από την αλλοίωση της φυσιογνωμίας τους, να δημιουργήσουν μια εντύπωση που να ανταποκρίνεται στα στερεότυπα, που οι ευεργέτες έχουν σχηματίζει για τους ευεργετούμενους.
Καθώς η ιστορία εξελίσσεται ο αφηγητής ανοίγει για τον θεατή «παράθυρα» παρατήρησης των γεγονότων. Ένας απολαυστικός δήμαρχος, βαρήκοος, που καταλαβαίνει περισσότερα από όσα αφήνει να φαίνονται, με υποκριτική μανιέρα που θυμίζει Βασίλη Λογοθετίδη, μια καλλονή τραγουδίστρια και ο πληθωρικός ατζέντης της, σε στυλ Βασίλη Αυλωνίτη, που αναλαμβάνει την «σκηνοθεσία» των εκδηλώσεων υποδοχής, ο ιερέας, ο ξεπεσμένος ευγενής, ο γαιοκτήμονας, η δασκάλα με τους μαθητές της, όλοι μαζί, ψηφιδωτά μιας εικόνας που θυμίζει έναν υπό κατεδάφιση καραγκιόζ-μπερντέ.
Οι ατάκες διαδέχονται η μια την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό. «Το να ζητάς είναι ανέξοδο» προτρέπουν τους χωρικούς οι προύχοντες του τόπου, καθώς στήνουν ένα πρόχειρο γραφείο καταγραφής των αιτημάτων τους. Καθένας έχει το δικαίωμα να ζητήσει μόνο μια επιθυμία. Μια αγελάδα, ένα ζευγάρι παπούτσια, ανάγκες υπαρκτές, που μέσα από την απλοϊκότητά τους προβάλλουν το ύφος και το ήθος μιας ξεχασμένης επαρχίας.
Οι «επίσημοι» διασχίζουν με τις κουρσάρες τους το χωριό, χωρίς να σταματήσουν. Οι κάτοικοι στην κορυφαία στιγμή της ταινίας μαζεύουν τα κομμάτια τους, προσφέροντας, ότι μπορεί ο καθένας, για την αποκατάσταση των εξόδων. Το ξίφος του απόγονου των Κονκισταδόρες, μαζί με τα ακουστικά βαρηκοΐας, όλα πάνω σε ένα σωρό ονείρων και απογοήτευσης. Ο σκηνοθέτης δεν φαίνεται να τρέφει αυταπάτες. Πουθενά δεν αφήνει να εννοηθεί, ότι ακολουθεί η επιθυμητή συλλογική ωρίμανση.

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Αναχωρήσεις-Okuribito




Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Yiojiro Takita, στην ταινία του «Αναχωρήσεις», καταφέρνει κάτι πολύ δύσκολο. Μιλάει λέξεις δύσκολες και δείχνει σοκαριστικές εικόνες, χωρίς να προκαλεί τον θεατή, ούτε για μια στιγμή. Φορτώνει στην αρχή της ταινίας τόσο υπερβολικά το κλίμα, που οι «δυσάρεστες» στιγμές βγαίνουν με απόλυτη φυσιολογικότητα, με την μέθοδο, θα μπορούσαμε να πούμε, της μασημένης μπουκιάς. Άλλωστε η πρόσληψη της τροφής κατέχει κεντρική θέση στην θανατερή αυτή ταινία, όπου οι εκφράσεις «Οι ζωντανοί τρώνε τους νεκρούς» και «Μου αρέσει τόσο, που μισώ τον εαυτό μου» αποκτούν μια συμβολική, αλληγορική διάσταση. Δεν είναι μόνο, βέβαια, η τροφή, η μέθοδος της εξοικείωσης με τον θάνατο. Τα νερά του ποταμού, τα σύννεφα, τα κύματα της θάλασσας, το πέταγμα των κύκνων και φυσικά η καινούργια ζωή, το έμβρυο, που μεγαλώνει στα σπλάχνα της γυναίκας, έρχονται να μαλακώσουν την μεταφυσική αγωνία. Όλα σε ελεγχόμενες δόσεις παρεμβαίνουν στην αφήγηση, ενώνουν τις σκηνές από το παρελθόν με το σήμερα και ταυτόχρονα αποκρυπτογραφούν τα συναισθήματα των ηρώων. Η μεγαλειώδης εισαγωγική σκηνή, της προετοιμασίας του νεκρού, με το μυστικό που αποκαλύπτει, έρχεται να προλάβει τον θεατή, να τον προετοιμάσει, για όσα θα ακολουθήσουν, έτσι ώστε η εξέλιξη της γύρω στα μέσα της ταινίας, να λειτουργήσει επεξηγηματικά έως διδακτικά.
Ο τσελίστας Daigo Kobayashi (Masahiro Motoki) μετά την διάλυση της ορχήστρας όπου εργάζεται στο Τόκυο, επιστρέφει στο σπίτι του, στο χωριό, μαζί με την σύζυγό του Mika (Ryoko Hirosue). Πιάνει δουλειά, ως βοηθός του Ikuei Sasaki (Tsutomu Yamazaki), στην επιχείρησή του, που αναλαμβάνει την φροντίδα των νεκρών πριν την αποτέφρωση ή την ταφή, ανάλογα με την θρησκευτική παράδοση. Αντιμετωπίζεται εχθρικά από το περιβάλλον του για αυτή του την επιλογή. Όταν ξεπερνά τον ενδόμυχο φόβο κάθε ζωντανού απέναντι στο άψυχο και με την καθοδήγηση του «μάστορα», μετατρέπεται σε ένα πραγματικό καλλιτέχνη. Ο σεβασμός στα τελετουργικά έθιμα, η αφοσίωση στην λεπτομέρεια, η αγάπη που επιδεικνύει για την τελειότητα, τον γεμίζουν αυτοπεποίθηση. Οι εκδηλώσεις ευχαριστίας και τα βλέμματα ανακούφισης των πενθούντων συγγενών μεταβάλλουν τον ψυχισμό του. Ο θάνατος, τελικά, φαίνεται πως είναι το αντίδοτο στον φόβο του θανάτου. Μένει όμως και κάτι ακόμα για να συμπληρώσει την ευτυχία του. Η συμφιλίωση με τις τραυματικές παιδικές του μνήμες, όταν ο πατέρας του τον παράτησε σε ηλικία 6 ετών, αυτόν και την μητέρα του και έφυγε για πάντα από την ζωή του.
Οι επαναλαμβανόμενες σκηνές μπροστά στους νεκρούς, οι επιδέξιοι χειρισμοί, η ανυπόκριτη στοργή, που επιδεικνύει, αφαιρούν τον στυγνό επαγγελματισμό. Οι προηγμένες κοινωνίες, που θέλουν να εξαφανίσουν το δυσάρεστο, να το κουκουλώσουν, όσο γίνεται γρηγορότερα, αναθέτουν σε γραφεία τελετών τον ρόλο, που σε πιο πρωτόγονους πολιτισμούς έπαιζε ο περίγυρος. Μέσα στην ταχύτητα και στην ρουτίνα χάνεται η ανθρωπιά. Για τον Daigo η ενασχόληση του με τις τελευταίες ώρες του σώματος των συνανθρώπων του σημαίνει απελευθέρωση.
Η ταινία, εκτός από τον αφηγηματικό της ιστό και τα στοιχεία γνωριμίας με την Γιαπωνέζικη κουλτούρα, έχει όλα εκείνα που χρειάζονται, για να βάλλει τον θεατή σε περιπέτειες σκέψης. Δεν μπαίνει σε επίπεδα μεταφυσικών ανησυχιών και όποτε οι διάλογοι εκτρέπονται προς τέτοιες κατευθύνσεις, γρήγορα γυρνούν σε ουσιωδέστερες και πιο γήινες αναφορές. Με σύμμαχο την μουσική, κύριο θέμα το “Ave Maria”, του Bach και καταπληκτικές ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών και ιδιαίτερα τον Ikuei Sasaki, βρίσκει τον τρόπο να κουβαλήσει τα βλέμματα των θεατών σε λιμάνια προστατευμένα καλά.


Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Η άλλη όχθη-Gagma Napiri


Όταν ο πόλεμος ρημάζει τις ζωές των ανθρώπων. Όταν η αξία της ζωής χάνεται, ο αγώνας για την επιβίωση κυριαρχεί και οι σχέσεις δοκιμάζονται μαζί με τις αντοχές των ανθρώπων. Και μέσα σε όλα αυτά η παιδική ματιά, να προσπαθεί μέσα από την αγωνία και τον πόνο, να κατανοήσει τα γεγονότα. Το παιδικό βλέμμα μάρτυρας της αποσύνθεσης, ανήμπορο να κεντράρει με τα άρρωστα μάτια του, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη George Ovashvili, πάνω στην καταστροφή. Τα εργαλεία που χρειάζεται, για να ερμηνεύσει την τραγωδία που έπληξε τον λαό του, θα τα μαζέψει ένα-ένα στον δρόμο της επιστροφής στην γενέθλια γη του, στην άλλη όχθη του ποταμού.

Ένα οδοιπορικό σε μια καταστραμμένη χώρα είναι η ταινία «Η άλλη όχθη». Ο δωδεκάχρονος Tedo (Tedo Bekhauri) ζει με την μητέρα του στην Τυφλίδα της Γεωργίας, πρόσφυγας, μετά τον διωγμό του από την Αμπχαζία. Ο πατέρας του, που ήταν άρρωστος, δεν είχε μπορέσει να ακολουθήσει την οικογένειά του. Αν και Γεωργιανός στην καταγωγή, νοιώθει στο πετσί του την στάμπα του μετανάστη και ωθείται σε μικροπαραβατικές συμπεριφορές. Η νεαρή μητέρα του, μέσα στην απελπισία της, αναζητά την σιγουριά και την προστασία στους νταβατζήδες της περιοχής. Ο Tedo την βλέπει στο κρεβάτι με τον εραστή της και αποφασίζει να γυρίσει πίσω, αναζητώντας τον πατέρα του. Λαθρεπιβάτης σε τραίνο, μαζί με κλέφτες πολυτελών αυτοκινήτων, πάνω σε καρότσι που το σέρνει το άλογο, ακόμα και με τα πόδια, φθάνει στην πόλη του, για να ανακαλύψει, ότι αυτό που άφησε πίσω του δεν υπάρχει πια. Η ερημιά της προσφυγιάς και το μίσος του ντόπιου εθνικισμού των Αμπχάζιων έχουν ενωθεί σε ένα αποτρόπαιο γάμο. Μια ανοιχτή πληγή που αιμορραγεί και από τις δυο πλευρές. Θύτες και θύματα σφιχταγκαλιασμένοι στον ίδιο χορό του θανάτου.
Ο κινηματογραφικός φακός, πότε πάνω στο τρομαγμένο παιδικό πρόσωπο, πότε στα ερειπωμένα σπίτια και στα σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα και πότε στις αχανείς στέπες της Καυκάσιας γης, αποτυπώνει τον διάχυτο φόβο, που μετατρέπεται σε οργή. Ο πόλεμος έχει φέρει στην επιφάνεια τα πιο αποκρουστικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Όσοι τολμούν να αντισταθούν είναι καταδικασμένοι. Η ζωή έχει τόση αξία, όση τα λίγα χρήματα, που ζητούν για να δωροδοκηθούν οι Ρώσοι κυανόκρανοι στα σύνορα. Η σκληρή πραγματικότητα δεν ταιριάζει στον σωματικά αδύναμο, στην γυναίκα, στο παιδί, στον άνθρωπο που η ψυχή του είναι γεμάτη αγάπη και συμπόνια. Κάθε κάδρο και μια καινούργια μαχαιριά, αποκαλυπτική της ανθρώπινης ζούγκλας. Πρόκειται για μια ταινία, που παράλληλα με το βασικό της θεματικό μοτίβο, καταπιάνεται με πολλά ζητήματα και χάρις την αυθεντικότητα της, όχι απλώς δεν πλατειάζει, αλλά καταφέρνει να τα αντιμετωπίζει με αξιοθαύμαστη επάρκεια και διεισδυτικότητα.
Αξεπέραστη κινητατογραφική στιγμή, η φυγή του μικρού Tedo από την μητρική εστία. Η σκιά του μικρού του σώματος, να τρέχει πάνω στην κορυφογραμμή, με τα λεπτά του χέρια και πόδια να ακολουθούν τους δικούς τους νόμους, αυτούς που έχουν βιώσει ανθρώπινη παράνοια.
Περισσότερα για την ταινία στο επίσημο site της

Τι κρίμα, σε τέτοιες εποχές οικονομικής δυσπραγίας, η αίθουσα του κινηματογράφου Φιλίπ, με τις ταινίες που προβάλλει το «Νεανικό πλάνο» και με τιμή εισιτηρίου μόνο 2,5 ευρώ, να είναι εντελώς άδεια. Ταινίες επιλεγμένες μια-μια, οι περισσότερες πραγματικά διαμαντάκια, έχουν ανάγκη από την υποστήριξη όλων των κινηματογραφόφιλων. Το πρόγραμμα για την φετινή περίοδο βρίσκεται εδώ. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να το διαφημίσουμε.
Εδώ μια τέτοια αξιέπαινη προσπάθεια


Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

La teta asustada-Το γάλα της θλίψης



Με ένα λυπητερό τραγούδι, σαν προσευχή, ξεκινάει αυτή η ταινία της Claudia Llosa, “La teta asustada” (Το γάλα της θλίψης). Πάνω στο νεκρικό κρεβάτι, η μάνα, ανακαλεί από την μνήμη της την βία, τον όλεθρο, τον θάνατο, που έζησε στα ταραγμένα χρόνια της «τρομοκρατίας» και οι ξεψυχισμένες λέξεις-στίχοι, που βγαίνουν από το στόμα της, χτίζουν γύρω από την κόρη της, την Fausta (Magaly Solier), ένα πελώριο τοίχο απομόνωσης από την κοινωνία. Έτσι, όπως το γάλα-σύμφωνα με τον θρύλο-που ταΐσανε οι βιασμένες μητέρες τα μωρά τους και στάλαξαν μέσα τους τον φόβο. Αυτό το αυτοπροστατευτικό συναίσθημα, που όταν οι συνθήκες της δημιουργίας του πάψουν να υπάρχουν, μένει εκεί, ένας διαχρονικός τύρρανος, που δύσκολα γκρεμίζεται από τον θρόνο του.
Το Περού προσπαθεί να ανακάμψει από τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα στις παραδόσεις και στα φολκλορικά στοιχεία του πολιτισμού των Άνδεων μπαίνουν, τελείως «αχώνευτα», οι εισαγόμενες Αμερικάνικες αξίες. Ένας λαός που καταπίνει, σαν αφηνιασμένος, τα ξενόφερτα έθιμα. Τα φτωχά λαϊκά στρώματα μαϊμουδίζουν, ενώ η άνιση κατανομή του πλούτου προκαλεί πια με ασφάλεια. Η Fausta πιάνει δουλειά, σαν υπηρέτρια, στο αρχοντικό μιας ευκατάστατης πιανίστριας, για να μαζέψει τα χρήματα που απαιτούνται, για να μεταφέρει την σoρό της μητέρας της, πίσω στο χωριό τους. Όλοι οι άνδρες που περιβάλλουν τον μικρόκοσμό της, φαντάζουν, εν δυνάμει, βιαστές της. Τοποθετεί μια πατάτα μέσα στον κόλπο της, για να προστατευθεί. Ένας αδυσώπητος αγώνας ξεσπά, καθώς η ανάγκη και η θέληση για ζωή συγκρούεται με τον φόβο και την προκατάληψη. Ένα μοναχικό αγρίμι με σφιγμένες τις γροθιές του, ένα στρείδι που έχει κλείσει ερμητικά τις πόρτες του στον έξω κόσμο.
Αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα ιστορία παίρνει στα χέρια της η Περουβιανή Claudia Llosa και φτιάχνει αυτήν την αργή, ποιοτική και ποιητική ταινία. Με υπέροχα εξωτερικά πλάνα, με ερμηνείες ηθοποιών γεμάτες εσωτερικότητα και με αρκετές σκηνές που μιλούν αλληγορικά, για πράγματα, που ο θεατής καλείται να συμμετέχει στην ερμηνεία τους, όπως για παράδειγμα το σπάσιμο του μαργαριταρένιου κολιέ της οικοδέσποινας και η συμφωνία της, να δίνει στην Fausta μια χάντρα για κάθε τραγούδι, που θα της φανερώνει. Μια χάντρα πίσω από την άλλη μέχρι η μηχανική ζυγαριά, που τις ακουμπάει, να γύρει τελικά προς την άλλη πλευρά.
Όχι τόσο σαν ψεγάδι, όσο, σαν μια παρατήρηση που θα μπορούσε να γίνει, είναι, ότι με ξένισε λίγο η έλλειψη μιας σαφούς σκηνοθετικής υπογραφής. Σε όλη τη διάρκεια του film κατάφερα να διακρίνω αρκετές σκηνοθετικές επιρροές και ειδικά στην προσπάθεια να αποδοθεί η ιδεολογία του κιτς.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Mary and Max


Όπως στα κόμικς των παιδικών μας χρόνων. Χρώμα στην μπροστινή σελίδα, ασπρόμαυρο στην από πίσω. Σελίδες που γυρίζουν με ταχύτητα, μπλέκονται μεταξύ τους, έτσι που στο τέλος αυτό που μένει, να είναι κάτι ανάμικτο, όπως ακριβώς και η ίδια η ζωή. Εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία, το “Mary and Max” του Αυστραλού σκηνοθέτη Adam Elliot, είναι μια ταινία κινουμένων σχεδίων για ενήλικους και παιδιά. Φτιαγμένη στο χέρι- μια δουλειά που χρειάστηκε πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί- από ένα υλικό, κάτι σαν πλαστελίνη ή πηλό, μεταδίδει στον θεατή μέσω αυτής της ζεστής πλαστικότητας, που εκπέμπει, μια αίσθηση χαμένης ανθρωπιάς, κάτι, σαν ένα αντίδοτο στην αυτοκρατορία της σάρκας και του αίματος.
Ο Adam Elliot «χτίζει» με κάθε λεπτομέρεια δυο κόσμους, έναν στην Αυστραλία και έναν στην Αμερική. Μέσα στα γεμάτα κάδρα του, ακουμπάει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα συνθέσουν και θα εκθέσουν τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών. Όλα εκείνα τα μικροαντικείμενα, που σαν λιλιπούτειοι υπερηχογράφοι, θα αποκαλύψουν δυο εσωτερικούς κόσμους, τόσο υπερβολικά ευαίσθητους, που είναι έτοιμοι να εκραγούν.
Η μικρή Mary από την Μελβούρνη αποκτά έναν φίλο δια αλληλογραφίας, τον μοναχικό, υπέρβαρο και ψυχικά άρρωστο, Max, έναν άθεο Εβραίο από την Νέα Υόρκη. Διατηρούν αυτήν την επαφή για πάρα πολλά χρόνια. Μέσα από τα γράμματά τους, αλλά και από τα λόγια του αφηγητή, βγαίνουν στην επιφάνεια δυο μοναχικές ψυχές και το περιβάλλον, που της δημιούργησε. Με τρόπο απλό, με χιούμορ γλυκόπικρο, με συνεχείς νύξεις για κοινωνικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις, η ταινία μιλά ταυτόχρονα για την μοναξιά, το αίσθημα εγκλωβισμού, που βιώνει ο κάτοικος της μεγαλούπολης, ανάμεσα σε τσιμεντένιους ουρανοξύστες, στην περίπτωση του Max και για την απομόνωση, σαν αποτέλεσμα άγνοιας, αμορφωσιάς και λανθασμένων επιλογών, εκ μέρους των γονιών της, στην περίπτωση της Mary. Η Mary πιστεύει όσα βλέπει γύρω της και όσα της λένε για την ζωή. Ο Max έχει μάθει να μην πιστεύει. Τα γράμματα του παιδιού, μαζί με τις ζωγραφιές και τα σοκολατένια γλυκά, οι, μέσα στην αφέλεια τους, αθώα διατυπωμένες απορίες του, προκαλούν τον πανικό του. Κάνουν να αναβλύσουν από μέσα του τα δικά του παιδικά χρόνια, βαθιά κρυμμένα κάτω από τα ηλεκτροσόκ και τα ψυχοφάρμακα. Για την Mary τα γράμματα του φίλου της είναι ένα παράθυρο σε ένα κόσμο άγνωστο διαφορετικό που μοιάζει με παραμύθι. Και κυλούν έτσι είκοσι περίπου χρόνια.
Μια κοινωνιολογική μελέτη για τους ανθρώπους που αισθάνονται διαφορετικοί από τους άλλους, αλλά που δεν παραδίδονται. Γι’ αυτούς, που προτιμούν να βλέπουν τους άλλους πίσω από τον τοίχο που έχτισαν, για να τους κλείσουν μέσα, με έναν δικό τους προσωπικό τρόπο, καθόλου ένδοξο, αντίθετα μοιραία αυτοκαταστροφικό. Τα παστέλ χρώματα, που γεμίζουν τον κόσμο της Mary, μετουσιώνουν το πρόστυχο κόκκινο από το κραγιόν της μητέρας της, στο ζωντανό κόκκινο της φούντας, που στέλνει στον Max. Και εκείνη μαθαίνει σε αντάλλαγμα, πως τα παιδιά δεν έρχονται στον κόσμο μέσα από τον πάτο των ποτηριών της μπύρας, ούτε μέσα από τα κουτάκια της Cola.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Sherkock Holmes


Από τα πρώτα πλάνα, όταν βλέπουμε την κάμερα να κεντράρει πάνω στα πλακόστρωτα στενάκια του Βικτωριανού Λονδίνου και να μας αποκαλύπτει, σαν σε παζλ, να σχηματίζουν το σήμα της Warner Bros και του Dolby system, γίνεται φανερό, ότι σε αυτήν την ταινία του “Sherlock Holmes”, ο Guy Ritchie έχει διάθεση για παιχνίδι και δεν επρόκειτο να μας αφήσει να πλήξουμε. Θέλεις σκηνές καταδίωξης; Θέλεις μπουνίδι; Θέλεις πήδημα με το κεφάλι από όροφο ψηλού κτηρίου μέσα στα παγωμένα νερά του Τάμεση; Θέλεις τελική μονομαχία μέχρις εσχάτων, στην γέφυρα του ποταμού, με το κενό να χάσκει, κάτω από τα πόδια των πρωταγωνιστών, αβυσσαλέο; Είχε όλα όσα πρέπει να έχει μια ταινία αυτού του είδους, για να αρέσει στο πλατύ κοινό, αλλά και…κάτι ακόμα. Σκηνές δράσης αριστουργηματικές, που κόβουν την ανάσα, μυστήριο, έξυπνες ατάκες, φλεγματικό Βρετανικό χιούμορ, ανακατεμένο με μπόλικο τυχοδιωκτισμό και αντισυμβατικότητα και έχουμε μπροστά μας έναν μετρ στις αποκαλύψεις γρίφων και στην απόδοση της δικαιοσύνης, αλλά όχι για χάρη του νόμου και της τάξης, αλλά για χάρη του παιχνιδιού αυτού κάθε αυτού.
Η υπόθεση δεν λέει πολλά, αλλά δεν έχει και νόημα να πει και περισσότερα. Στο τέλος όλα γίνονται ηλίου φαεινότερα, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Κανείς δεν πρόκειται να φύγει από την αίθουσα με την παραμικρή απορία. Φροντίζει γι’ αυτό ο σκηνοθέτης, με το να επαναλαμβάνει, είτε με αργή κίνηση, είτε με επεξηγηματικά σχόλια, κάθε τι που η μέση λογική του ανθρώπου αδυνατεί να συλλάβει. Ο κακός λόρδος Blackwood (Mark Strong) μετά από μια σειρά φόνων συλλαμβάνεται, για να επιστρέψει τρεις μέρες μετά… από τον τάφο του και να συνεχίσει το αποτρόπαιο έργο του. Ο Sherlock Holmes (Robert Downey Jr) με τον δόκτορα Watson (Jude Law) θα βρεθούν όμως στον δρόμο του, για να σώσουν τον κόσμο από το παγκόσμιο κακό.
Ο Guy Ritchie μέσα από τον μυστικισμό και την συνομωσιολογία κάνει την πιο ορθολογική περιπέτεια. Χρησιμοποιεί τα εργαλεία των απανταχού στον πλανήτη καιροσκόπων αποκρυφιστών, για να τα πετάξει στον σκουπιδοτενεκέ, προβάλλοντας μόνο αυτό που έχει πραγματική σημασία και αξία. Την δύναμη του μυαλού να κάνει αναφορές και να βγάζει από αυτές λογικά συμπεράσματα, ακόμα και όταν τα φαινόμενα απατούν, ακόμα και όταν η πραγματικότητα καταρρέει και το μαγικό φαντάζει ανίκητο και καλά εδραιωμένο μέσα στον κόσμο του ανθρώπινου εγκέφαλου. «Ο φόβος είναι η πιο μεταδοτική ασθένεια» είναι η μόνιμη επωδός του Holmes, που καταφέρνει δεξιοτεχνικά να κινείται στα όρια, μεταξύ της νομιμότητας και της παρανομίας. Μιλάμε για έναν Holmes, που ξεφεύγει από τα στεγανά. Λερώνει τα χέρια του, έχει πάθη, ερωτεύεται, επιτρέπει στον εαυτό του να τσαλακώνεται, όποτε του κάνει κέφι.
Τα σκηνοθετικά ευρήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σε όλη την διάρκεια της ταινίας, μια υπενθύμιση, ότι σε τέτοιες ταινίες δεν έχει σημασία μόνο τι λες, αλλά και πως το λες. Η αναπαράσταση της εποχής γίνεται με μεγάλη πιστότητα και η φωτογραφία, ειδικά στις νυχτερινές σκηνές στο ποτάμι, είναι εκπληκτική. Η συμπρωταγωνίστρια, Rachel McAdams, πολύ καλή στον ρόλο της γυναίκας, μπίλιας της ρουλέτας, που μέχρι το τέλος δεν ξέρεις σε ποιον αριθμό θα σταματήσει. Για τον Robert Downey Jr μάλλον έχουμε να κάνουμε με έναν καινούργιο Indiana Jones με φετίχ την πίπα του, αντί για το καπέλο του Indie, αν λάβουμε υπ’ όψη την τελευταία σκηνή του έργου.
Ομολογώ ότι, παρόλο που σύρθηκα στην αίθουσα, στο τέλος απόλαυσα την ταινία.