Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Rashomon


Αποκλεισμένοι από την καταρρακτώδη βροχή, τρεις άνθρωποι, μέσα στην Πύλη ενός κατεστραμμένου ναού, περιγράφουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεπράχθη ένα έγκλημα. Ο ξυλοκόπος, αυτόπτης μάρτυς του εγκλήματος παρουσιάζει δυο εκδοχές, την πρώτη την φοβισμένη και στο τέλος μια περισσότερο ρεαλιστική, ο ίδιος ο βιαστής και φονιάς καταθέτει στην αστυνομία την εκδοχή του μετά την σύλληψη, ο ιερέας στον οποίο εξομολογήθηκε η γυναίκα το θύμα του βιασμού και… φυσικά το πνεύμα του άνδρα της γυναίκας, που δολοφονήθηκε, μέσω ενός μέντιουμ.

Μια μεγαλειώδης στιγμή στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η ανθρώπινη ψυχή μέσα σε μια κιβωτό του Νώε σκάβει μέχρι τα πιο άδυτα διαμερίσματα της ύπαρξης, για να αναδείξει την οικουμενικότητα της υπόστασής της.

Μια πολυεπίπεδη, φιλοσοφική, ψυχαναλυτική πραγματεία πάνω στην σχέση του ανθρώπου με ό,τι τον περιβάλλει, με φόντο τις αδυναμίες του. Ένας λυτρωτικός κατακλυσμός, που θα βοηθήσει να προβληθεί, θα ξεπλύνει και θα «γεννήσει» μια καινούργια κατάλευκη συνειδητότητα.

Για την ταινία σταθμό του Akira Kurosawa, κανείς δεν είναι αρμοδιότερος να μιλήσει, εκτός από τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Αντιγράφω λοιπόν από το βιβλίο του «Κάτι σαν αυτοβιογραφία», από τις εκδόσεις «Αιγόκερώς», σελίδα 262:



«Οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να είναι τίμιοι με τον εαυτό τους σε ό,τι αφορά τον εαυτό τους. Αδυνατούν όταν μιλούν για τον εαυτό τους, να μην τον εξωραΐζουν. Το σενάριο λοιπόν που έχετε στα χέρια σας, τέτοιους ανθρώπους απεικονίζει- αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τα ψέματα που τους κάνουν να νιώθουν ότι είναι καλύτεροι απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Φτάνει μάλιστα στο σενάριο μέχρι του σημείου να δείχνει τούτη την αμαρτωλή ανάγκη, που είναι η κολακευτική ψευδολογία, πως υπάρχει και πέρα από τον τάφο-ακόμη και αυτός που πεθαίνει δεν μπορεί να αποφύγει τα ψέματα όταν απευθύνεται στους ζωντανούς με την βοήθεια του μέντιουμ. Ο εγωισμός είναι μια αμαρτία που ο άνθρωπος την κουβαλάει μαζί του από γεννησιμιού του, γι’ αυτό είναι και η πιο δύσκολη να αποβάλουμε. Η ταινία μου θα είναι σαν μια παράξενη εικόνα σε ρολό παπύρου, που θα ξετυλίγεται και θα επιδεικνύεται από το εγώ των χαρακτήρων της. Μου λέτε ότι δεν μπορείτε καθόλου να καταλάβετε τι λέει το σενάριο, μα αυτό συμβαίνει διότι η ίδια η ανθρώπινη ψυχή δύσκολα κατανοείται. Αν συγκεντρώσετε την προσοχή σας στο θέμα αυτό, δηλαδή, στο ότι είναι αδύνατο να κατανοήσουμε αληθινά την ανθρώπινη ψυχολογία, και διαβάσετε το σενάριο ακόμη μια φορά, πιστεύω ότι θα συλλάβετε αμέσως το νόημά του».



Συγκλονιστική πρωτοποριακή ασπρόμαυρη φωτογραφία κόντρα στον ήλιο. Μουσική καθηλωτική ειδικά στο μπολερό που συνοδεύει την αφήγηση της γυναίκας.  








Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Chiκamatsu Monogatari-Σταυρωμένοι εραστές


Η ασπρόμαυρη, ιαπωνική ταινία του 1954, «Σταυρωμένοι εραστές» (Chiκamatsu Monogatari), του Kenji Mizoguchi, από μια πρώτη ματιά κεντρίζει το ενδιαφέρον του δυτικού θεατή, γιατί εκτός από την πλοκή της, μας παρουσιάζει ένα πλήθος στοιχεία ενός πολιτισμού τελείως διαφορετικού από τον δικό μας. Επειδή, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είναι γυρισμένη σε εσωτερικούς χώρους, έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον τρόπο που είναι δομημένη η καθημερινότητα, καθώς και το περιβάλλον που την φιλοξενεί, το εργαστήριο, το αρχοντικό σπίτι το σπίτι του χωριού κ.λ.π. Ο τρόπος που κάθονται οι άνθρωποι στο πάτωμα με τα γόνατα, η υπόκλιση ως επίδειξη σεβασμού, τα παραβάν με τα ριζόχαρτα που χωρίζουν τα δωμάτια του σπιτιού, τα χαμηλά τραπεζάκια, η έλλειψη κρεβατιών και άλλα πολλά.

Η υπόθεση είναι μια απλή δραματική ιστορία με κοινωνικές προεκτάσεις. Η απόδοση έχει ένα χαρακτήρα υπερβολικό, όχι όσο αφορά το παίξιμο των ηθοποιών, αλλά σε κάποια σημεία το σενάριο είναι τραβηγμένο. Επίσης η διαχείριση του χρόνου είναι κάπως προβληματική, με αποτέλεσμα η σύνδεση των πλάνων να προκαλεί πολλές φορές το ξάφνιασμα του θεατή.

Στην φεουδαρχική Ιαπωνία του 17ου αιώνα, η νεαρή Osan (Kyoko Kagawa), γόνος ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας, παντρεύεται τον κατά τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της Ishun (Eitaro Shindo), έναν πλούσιο τυπογράφο που έχει διασυνδέσεις με την πολιτική ηγεσία της περιοχής του Κιότο. Ο αρχιμάστορας στο τυπογραφείο, ο Mohei (Kazuo Hasegawa), είναι κρυφά ερωτευμένος με την γυναίκα του αφεντικού του, χωρίς φυσικά να έχει εκδηλωθεί, αφού ζουν σε μια κοινωνία συντηρητική, γεμάτη υποκρισία και ψεύτικο καθωσπρεπισμό, που τιμωρεί τους μοιχούς με σταύρωση. Φυσικά ο Ishun έχει το ελεύθερο να διασκεδάζει με διάφορες «πεταλουδίτσες» και να προσπαθεί να «σπιτώσει» την νεαρή υπηρέτριά του. Η Osan έχει για πολλοστή φορά ανάγκη από χρήματα, για να σώσει τον αδελφό της, ο άνδρας της αρνείται να βοηθήσει και ο Mohei, στην προσπάθεια του να την βοηθήσει, κλέβει από τον εργοδότη του, αλλά γίνεται αντιληπτός και το σκάει. Η Osan τον ακολουθεί. Για να μην γίνει σκάνδαλο, που θα του κοστίσει πολύ στις πολιτικές του γνωριμίες, ο Ishun, ζητά να του φέρουν πίσω την γυναίκα του, αν και ξέρει ότι με τον νόμο είναι υποχρεωμένος να καταγγείλει την μοιχεία. Ξεκινά ένα παιχνίδι μηχανορραφιών από τα πανταχού παρόντα «τρωκτικά», αυτά που σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της οικουμένης αποτελούν τον «εθνικό κορμό», που πατώντας πάνω σε νόμους ξένους ως προς την ανθρώπινη φύση, εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις για το δικό τους όφελος.

Είναι χαρακτηριστική η σκηνή που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο υπηρετικό προσωπικό, όταν μαθεύεται ότι η «κυρία» του σπιτιού, το έσκασε με τον υπάλληλο του άντρα της. Οι διάλογοι τους εμπεριέχουν τα σπέρματα της αμφισβήτησης αυτού το σάπιου, καταπιεστικού, φαλλοκρατικού συστήματος. Μέσα σε αυτήν την μαυρίλα του συντηρητισμού, αρχίζει να φαίνεται αχνά ποιο θα ήταν το υποκείμενο της μελλοντικής ανατροπής. Φυσικά, στην Ιαπωνία δεν έγιναν ποτέ έτσι τα πράγματα.

Αξίζει επίσης να σταθούμε στις λίγες εξωτερικές σκηνές και ειδικά αυτές με την βάρκα στην λίμνη για την καταπληκτική φωτογραφία και για τον λυρισμό που εκπέμπουν   

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Film d' amore y d' anarquia


Μια ταινία του 1973 στην ασφυκτικά γεμάτη αυλή του Συλλόγου των Ελλήνων Αρχαιολόγων. Το “Film d´amore y d´ anarquia”, της Lina Wertmüller, είναι μια στρατευμένη, πολιτική, αντιφασιστική ταινία και ταυτόχρονα μια τραγωδία με όλα τα χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η αγάπη απελευθερώνει ακόμα και όταν οδηγεί στον αφανισμό. Μπορεί η κοινωνία να αντιπαλέψει τον φασισμό παίζοντας στο δικό του γήπεδο; Η βία, το προνομιακό συστατικό λειτουργίας όλων των φασιστικών κομμάτων, έρχεται για να φιμώσει κάθε αντίθετη φωνή, πατώντας επάνω στην βουβή συγκατάθεση του τρομοκρατημένου λαού. Μια αυτό-εκπληρούμενη προφητεία που οδηγεί ολόκληρη την κοινωνία στην καταστροφή. Το μήνυμα της Lina Wertmuller δεν είναι επίκαιρο, όσο και αν οι καταστάσεις που βλέπουμε να διαδραματίζονται δίπλα μας συνηγορούν για το αντίθετο,  είναι διαχρονικό.

Προσθήκη λεζάντας
Η Salome (Mariangela Melato), πόρνη,  που δουλεύει σε οίκο ανοχής στην Ρώμη, της δεκαετίας του ’30,  παρουσιάζει ως εξάδελφό της και φιλοξενεί,  ένα φιλήσυχο μελαγχολικό αγρότη, τον Τonino (Antonio Soffiantini), ο οποίος έχει σχέσεις με Ιταλούς αναρχικούς. Σχεδιάζουν να δολοφονήσουν τον Μουσολίνι. Ανάμεσα στον Tonino και στην Tripolina (Lina Polino), μια νεαρή πόρνη, αναπτύσσεται ένας δυνατός ερωτικός δεσμός. Η Tripolina, για να προστατεύσει τον αγαπημένο της έρχεται σε σύγκρουση αρχικά  με την Salome και μετά με τον Tonino, γιατί μπορεί να διακρίνει, όχι μόνο την ματαιότητα της επιχείρησης, αλλά και το ασφυκτικό αγκάλιασμα της συλλογικής ιστορικής διαδρομής ενός λαού, επάνω στις ζωές των απλών ανθρώπων.

Η Lina Wertmüller κινηματογραφεί με εξαιρετική λεπτομέρεια την αντίθεση ανάμεσα στο αυθεντικά λαϊκό και την ψευδολαϊκή κακογουστιά και έπαρση του φασιστικού κινήματος. Οι εσωτερικές λήψεις, μέσα στο μπορντέλλο και ειδικά στους κοινόχρηστους χώρους, τα ζουμ πάνω στα πρόσωπα των πελατών και των εταίρων, εξηγούν περισσότερα και από σελίδες ολόκληρων αναλύσεων. Η ερωτική έλξη, η ανάγκη να αγαπηθείς γι’ αυτό που είσαι, οδηγεί το φασίστα αξιωματούχο, τον  Spatoletti (Eros Pangi), να ζητήσει από την Salome να συνευρεθούν, έστω και μια φορά, χωρίς αμοιβή. Όμως μόνο σε μια απελευθερωμένη κοινωνία μπορεί να απελευθερωθεί και ο έρωτας. Ή όταν δημιουργηθούν στιγμιαίες νησίδες ελευθερίας.
Έντονο αφήνει, σε όλη την ταινία, το ίχνος της η μουσική και τα τραγούδια του Nino Rota, πότε προσποιητά εύθυμη στα πλαίσια του "ανεβαστικού" τόνου και της ξενοιασιάς των οίκων ανοχής και πότε λυγμική, να ψάχνει απεγνωσμένα...


Διαβάζουμε από τον Enrico Malatesta:

«Θέλουμε την ελευθερία, θέλουμε οι άνδρες και οι γυναίκες να μπορούν να αγαπηθούν και να ενωθούν ελεύθερα, χωρίς άλλο κίνητρο, παρά μόνο την αγάπη, χωρίς βία ηθική, νομική ή φυσική.

Αλλά η ελευθερία, ενώ είναι η μοναδική λύση που μπορούμε και πρέπει να προσφέρουμε, δεν λύνει ριζικά το πρόβλημα, δεδομένου ότι η αγάπη για μπορεί να ικανοποιεί, χρειάζεται και οι δυο ελευθερίες να συνυπάρχουν, και συχνά δεν συνυπάρχουν αμοιβαία, και δεδομένου επίσης ότι η ελευθερία του να κάνεις αυτό που θέλεις, είναι μια φράση κενού περιεχομένου, όταν πραγματικά δεν γνωρίζεις τι είναι αυτό που θέλεις.

Είναι πολύ εύκολο να πει κανείς: «Όταν ένας άνδρας και μια γυναίκα αγαπιόνται, ενώνονται και όταν παύουν να αγαπιούνται χωρίζουν». Αλλά θα χρειαζότανε για να μπορεί αυτή η αρχή να μετατραπεί σε κανόνα γενικό, που θα σιγουρεύει την ευτυχία, να υπήρχε η επιθυμία για αγάπη και για χωρισμό και για τους δυο ταυτόχρονα. Και αν κάποιος αγαπά, αλλά δεν τον αγαπούν; Και αν κάποιος την ίδια στιγμή αγαπά διάφορα άτομα και αυτή η μίξη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή;

«Είμαι άσχημος» μας έλεγε μια φορά ένας φίλος, «τι θα κάνω αν κανείς δε θέλει να με αγαπήσει;» Η ερώτηση προκαλεί γέλιο, αλλά ταυτόχρονα μας αποκαλύπτει αληθινές τραγωδίες.

Ένας άλλος στενοχωρημένος από το ίδιο πρόβλημα μας έλεγε: « Πραγματικά, όταν δεν βρίσκω την αγάπη, την αγοράζω, ακόμα και αν χρειάζεται να κάνω οικονομία στο ψωμί. Τι θα έκανα αν οι γυναίκες δεν εκδιδόντουσαν; Η ερώτηση είναι φοβερή, αλλά δείχνει την επιθυμία, που υποχρεώνει τους ανθρώπους να εκπορνεύονται, αλλά είναι επίσης τρομερό…τρομερά ανθρώπινο.

Μερικοί θα ισχυριζόντουσαν, ότι το φάρμακο θα μπορούσε να βρεθεί στην ριζική εγκατάλειψη της οικογένειας, στην εγκατάλειψη της σταθερής σεξουαλικής σχέσης, υποβιβάζοντας την αγάπη σε μια πράξη φυσική, ή τουλάχιστον υποβιβάζοντας την σε ένα συναίσθημα παρόμοιο με αυτό της φιλίας, που αναγνωρίζει την ποικιλία, την διαφορετικότητα και την ταυτόχρονη έκφραση συναισθημάτων.

Και τα παιδιά; Θα ανήκουν σε όλους;

Μπορεί να διαλυθεί η οικογένεια; Θα μπορούσε να επιθυμεί κανείς αυτό;

Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να παρατηρήσουμε, αναλογιζόμενοι το καθεστώς της καταπίεσης και του ψεύδους, που υπήρχε και υπάρχει ακόμη μέσα στην οικογένεια, ότι εκεί μέσα βρισκόταν και συνεχίζεται να βρίσκεται ο μεγαλύτερος παράγοντας εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επομένως μέσα στην οικογένεια βρίσκεται ο κανονικός άνδρας, που θυσιάζει τον άνδρα, χωρίς άλλη αποζημίωση πέρα από την αγάπη της συντρόφου του και των παιδιών.

Αλλά θα μπορούσαν να μας πουν, ότι όταν εκλείψουν τα συμφέροντα, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν σαν αδέλφια και θα αγαπιόντουσαν αμοιβαία.

Φυσικά και δεν θα μισούνταν, φυσικά και το συναίσθημα της συμπάθειας και της αλληλεγγύης θα αναπτυσσόταν πολύ και το συνολικό συμφέρον των ανθρώπων θα μετατρεπόταν σε σπουδαίο παράγοντα στην συμπεριφορά του καθενός.

Αλλά αυτό δεν θα ήταν αγάπη. Το να αγαπάς όλο τον κόσμο μοιάζει με το να μην αγαπάς κανένα.»


Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Φεστιβάλ Κουβανικού Κινηματογράφου (2)


Τελευταία μέρα η Τετάρτη 1/8/2012, για το φεστιβάλ κουβανικού κινηματογράφου στο Τριανόν και μαζί με την κλασσική πια “Buena vista social club” του Wim Wenders και το ιστορικό «Πλάγια Χιρόν θάνατος στον εισβολέα» του Manuel Herera, μας κράτησαν συντροφιά, κάτω από το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι του Αυγούστου, δυο ακόμα μικρά διαμαντάκια.



Las doce sillas” (Οι δώδεκα καρέκλες) του Tomás Gutiérrez Alea μια καλοστημένη κωμωδία, που ακροβατεί ανάμεσα στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και στην εκλεπτυσμένη, στα όρια της αόρατης, αντικαθεστωτικής καταγγελίας. Πολύ καλός ρυθμός, εξαιρετικές ερμηνείες και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία πραγματικά αποκαλυπτική των προθέσεων του σκηνοθέτη, από τον Ramón Suárez. Η υπόθεση απλή, προσφέρει απλόχερα πολλές λαβές για κριτική τόσο «επαναστατική» όσο και «αντεπαναστατική». Ο γαμπρός μιας εύπορης κυρίας, που κρύβει την περιουσία της μέσα στην ταπετσαρία δώδεκα καρεκλών, για να μην την βρει και την εθνικοποιήσει το νέο καθεστώς, μαζί με τον πρώην υπηρέτη του και έναν παπά, ψάχνουν να τις εντοπίσουν. Ένας αγώνας ταχύτητας με φόντο τις μικρές, προσωπικές, ανθρώπινες αδυναμίες, κόντρα στην ροή της ιστορίας ενός ολόκληρου λαού.



 Το “Suite Habana” του Fernando Pérez, όπως ακριβώς λέει και ο τίτλος του, αν ήταν μουσικό έργο, θα μπορούσε να είχε την πληρότητα και την ενορχήστρωση μιας σουίτας. Μια ταινία χωρίς σενάριο, αλλά και χωρίς τα χαρακτηριστικά του ντοκιμαντέρ. Δεν υπάρχει πλοκή, δεν υπάρχει αφήγηση, δεν υπάρχει λόγος. Υπάρχουν εικόνες αλληλοδιαπλεκόμενες, υπάρχει μουσική, και υπάρχει διάχυτος ανθρώπινος πόνος, συναισθήματα διάψευσης και παρακμής. Ο φακός μπαίνει στις ζωές πραγματικών οικογενειών και μεμονωμένων ανθρώπων, άσχετων μεταξύ τους. Το μόνο που ξέρουμε γι’ αυτούς είναι το όνομά τους, η ηλικία τους και με τι ασχολούνται. Οι ζωές των πρωταγωνιστών, όλων ερασιτεχνών ηθοποιών, δεν συναντιούνται ποτέ. Βλέπουμε την καθημερινότητα τους και από την φευγαλέα συνάντηση του βλέμματός τους με τον φακό, ερμηνεύουμε τα συναισθήματά τους. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, όπως φαίνονται, όταν σκάνε επάνω τους τα κύματα του ωκεανού, που βρέχουν τα τσιμεντένια κράσπεδα της παραλιακής Αβάνας, εικόνας σήμα κατατεθέν του νησιού της Καραϊβικής.