Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

The Mill and the Cross- Ο μύλος και ο σταυρός


«…η διαδικασία για την ολοκλήρωση της ταινίας πήρε σχεδόν 3 χρόνια.! Τόσο χρειάστηκε για να υφάνει το τεράστιο ψηφιακό καμβά, που αποτελείται από συνεχόμενες στρώσεις προοπτικής, ατμοσφαιρικών γεγονότων και ανθρώπων…» διαβάζουμε στο πρόγραμμα της ταινίας «Ο μύλος και ο σταυρός» (The Mill and the Cross), του Πολωνού σκηνοθέτη Lech Majewski.
Είναι πολύ συχνό, στον κινηματογράφο, να παρακολουθούμε μεταφορές λογοτεχνικών βιβλίων. Όχι όμως τόσο συχνά πινάκων ζωγραφικής, με τον τρόπο που το κάνει σε αυτήν την ταινία ο σκηνοθέτης και εικαστικός Lech Majewski. Ο θεατής αισθάνεται, σαν να βρίσκεται μέσα στον πίνακα, να αποτελεί μέρος του και να ακούει την ανάλυση του από τον ίδιο τον ζωγράφο. Να ακούει τις σκέψεις του, τον τρόπο με τον οποίο θέλει να τις εκφράσει, να βλέπει τα προσχέδια του, τις σημειώσεις του. Και μάλιστα, σαν ο ζωγράφος αυτός, ο Pieter Bruegel, της φλαμανδικής σχολής να είναι σύγχρονος του. Είτε γιατί η ματιά του φαντάζει τόσο σημερινή, είτε γιατί ο σκηνοθέτης κρίνει και όχι άδικα, ότι η θεματολογία ταιριάζει γάντι σε μια Ευρώπη, που η μισαλλοδοξία φουντώνει, σαν παρακλάδι τυφλών εθνικισμών.
Φλάνδρα 1564, υπό Ισπανική κατοχή. Ο στρατός σε μια επίδειξη ισχύος προσπαθεί να εξαλείψει κάθε ίχνος θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Ο καθολικισμός, σαν κυρίαρχη θρησκεία της αυτοκρατορίας, επιβάλλεται δια της βίας. Μια βία τόσο ωμή και αποτρόπαιη, όσο μπορεί να είναι ο συνδυασμός της άγνοιας και της αλαζονείας. Ο ζωγράφος βλέπει τους απλούς ανθρώπους να σταυρώνονται κάθε μέρα από την εξουσία και αποφασίζει να βάλει στο κέντρο του τεράστιου πίνακά του, ένα σύγχρονό του Ιησού να κουβαλά τον δικό του σταυρό, με τους Ισπανούς στρατιώτες στον ρόλο των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Στο κέντρο του πίνακα μεν, αλλά σχεδόν αόρατο από το επιπόλαιο βλέμμα. Γιατί ο πίνακας που θέλει να φτιάξει, εκτός από ένα κοινωνικό σχόλιο μια μορφή παθητικής αντίστασης στους κατακτητές της πατρίδας του, είναι και μια στιγμιαία φωτογραφική απεικόνιση της ιστορίας. Έτσι κάθε τετραγωνικό εκατοστό του πίνακα ζωντανεύει, για να μας διηγηθεί με ένα πρωτότυπο τρόπο, πως ζούσαν, αλλά και πως συνεχίζουν να ζούνε οι άνθρωποι. Τα ρούχα που φορούν, το φαγητό τους, τα τραγούδια τους και τους χορούς τους. Τον τρόπο που ερωτεύονται, τα βλέμματα που ανταλλάσουν, τα παιχνίδια των παιδιών, τα σπίτια τους με τις αυλές τους, τα τοπία που αντίκριζαν και ο τρόπος που πέθαιναν. Μια προσπάθεια να κατανοηθεί η Ιστορία, όχι σαν το σύνολο των γεγονότων που καταγράφουν τα ιστορικά βιβλία, αλλά η αποτύπωση μιας χωροχρονικής χαραμάδας, διαρκώς παρούσας και ανατροφοδοτούμενης. Βάζει λοιπόν ο σκηνοθέτης τον ίδιο τον ζωγράφο (Rutger Hauer), να μας αποκαλύπτει τον συμβολισμό του έργου που κατασκευάζει, με ένα Θεό- μυλωνά απομακρυσμένο στην κορυφή του βράχου, μέσα στον μύλο του, που έχει σαν μοναδικό του μέλημα την διατήρηση της ροής του χρόνου, αμέτοχο στα ανθρώπινα, αλλά τόσο σημαντικά συμμετοχικό, όσο ο καμβάς του ζωγραφικού πίνακα. Δεσπόζει χωρίς να φαίνεται. Χωρίς Αυτόν(ην) δεν θα υπήρχε τίποτα.
Ο φακός εστιάζει διαδοχικά πάνω στον ζωγράφο και στο πρόσωπό του, προβάλλοντας τον τρόπο που δέχεται τα ερεθίσματα από το περιβάλλον του και μετά πάνω σε διάφορα σημεία του πίνακα, όπου δραματοποιούνται οι σκέψεις του ζωγράφου. Έτσι κάθε φορά κινείται μόνο το μέρος του πίνακα που μας ενδιαφέρει την συγκεκριμένη στιγμή, ενώ όλος ο υπόλοιπος παραμένει ακίνητος, όπως είναι στην πραγματικότητα. Μετά από 90 λεπτά διαβίωσης στην πλαστή τρίτη διάσταση, που μας χαρίζει η προοπτική της ζωγραφικής τέχνης, ο φακός υποχωρεί και αποκαλύπτει το κάδρο και την αίθουσα του μουσείου Ιστορίας την Τέχνης, στην Βιέννη, όπου εκτίθεται ο συγκεκριμένος πίνακας.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Mammuth


Παρ’ όλο που ο φακός γράφει πολλά χιλιόμετρα πάνω στην Munch Mammuth, μοντέλο 73, η ταινία των Gustave de Kervern και Benoit Delepine, “Mammuth”, αφήνει κατά πολύ πίσω της τα road movies και κινείται σε περισσότερο εσωτερικά- σε δεύτερο επίπεδο- αλλά κατά βάση αμιγώς πολιτικο-κοινωνικά ταξίδια. Όσο διαρκεί ο εργασιακός βίος ενός ανθρώπου και ίσως και λιγότερο, τόσο χρειάζεται για να έρθουν τα πάνω κάτω στα αξιακά δεδομένα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Μια βουτιά στο παρελθόν με έναν «τρύπιο αναπνευστήρα» και μια μηχανή ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων και κοινωνικών μεταβλητών, που δεν έχουν αφομοιωθεί ομαλά και γεννούν αντιδράσεις αφύσικες, για ανθρώπους χωρίς οράματα ζωής, που παραδέρνουν από την αυτοκαταστροφική μοναχικότητα, έως την απέλπιδα προσπάθεια μιας εγωιστικής προσωπικής επιβίωσης.
Με λεπτό χιούμορ, αφαιρετική σκηνοθετική αφήγηση, φωτογραφία που αποτυπώνει σελίδες ολόκληρες αναλύσεων, οι Gustave de Kervern και Benoit Delepine ανατέμνουν τα «αποκαΐδια» των μετα-καπιταλιστικών δυτικών κοινωνιών. Μέσα στην αφθονία των καταναλωτικών αγαθών, στο «μπούκωμα» των αισθήσεων από την υπερπροσφορά πλαστικών απολαύσεων, από τους απαξιωμένους τόνους ορμονούχων βοδινών, που κοσμούν τις βιτρίνες των ψυγείων των σούπερ-μάρκετ, αναδύεται ο σύγχρονος μετα-τεχνολογικός άνθρωπος. Μια φιγούρα που αποδίδεται αριστουργηματικά, από την πληθωρική, στα όρια της χαυνώδους παχυσαρκίας, ερμηνεία του Gerard Depardieu.
Το ταξίδι που κάνει στο παρελθόν, για να συγκεντρώσει τα ένσημα που χρειάζονται για να βγει στην σύνταξη, παράλληλα με το ταξίδι της συμφιλίωσης με το φάντασμα του παρελθόντος, που τον στοιχειώνει, είναι η αφορμή για να έρθουν στην επιφάνεια και να αναδειχθούν οι καινούργιες μορφές επίθεσης των δυνάμεων του χρηματο-πιστωτικού καπιταλισμού, εναντίον των δυνάμεων της εργασίας. Η σύνδεση της με την παραγωγικότητα, οι ελαστικές σχέσεις, η ανασφάλιστη εργασία, η μετανάστευση, σαν πηγή φτηνού εργατικού δυναμικού, η αποξένωση των ανθρώπων και η στροφή της κοινωνίας σε μια virtual πραγματικότητα, οι ατομικές λύσεις που προκύπτουν, σαν σπασμωδική απάντηση από μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων, είναι μερικά μόνο από τα ζητήματα που καταπιάνεται η ταινία.
Μια καταπληκτικά καταγεγραμμένη, «βουβή» κραυγή αγωνίας.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

True grit-Αληθινό θράσος


Παρά τους μακρόσυρτους και κάποιες φορές βαρετούς διαλόγους η ταινία των αδερφών Κοέν, «Αληθινό θράσος», “True grit”, είναι αρκετά ευχάριστη. Έχει όλα εκείνα τα σκηνοθετικά χαρακτηριστικά, που επιτρέπουν στον θεατή να παρακολουθήσει την εξέλιξη μιας υπόθεσης, ενώ ταυτόχρονα δέχεται καταιγισμό πληροφοριών ιστορικών, κοινωνιολογικών, ανθρωπολογικών μέχρι και …γαστρονομικών. Αυτό που δεν έχει, είναι μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Η μυρωδιά παρωδίας, που την διαπερνά σε όλο της το μήκος, δεν είναι αρκετή για να την διαχωρίσει από το είδος του γουέστερν, αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι με κανένα τρόπο ένα καθαρόαιμο γουέστερν. Όντας λοιπόν υβρίδιο, θα έπρεπε να ήταν περισσότερο «περιχαρακωμένη», να απέφευγε να πλατιάζει και πάνω απ’ όλα να έδινε στον θεατή τα κατάλληλα εργαλεία, για να μπορέσει να την παρακολουθήσει. Αυτή η διάχυτη αυτοαναίρεση, το πέρασμα από το κρύο στην ζέστη, από την χιονοθύελλα στην ξαστεριά, στερεί τον κώδικα ερμηνείας- αν αυτός υπήρχε ποτέ- και καταδικάζει σε μια προβολή παθητική ή τουλάχιστον μη συμμετοχική.
Η δεκατετράχρονη Mattie Ross (Hailee Steinfeld)είναι το κορίτσι που καλιγώνει τον ψύλλο. Είναι ικανή από το να βοηθά την μητέρα της στις δουλειές του σπιτιού και να αλλάζει πάνες στα αδέλφια της, μέχρι να κάνει σκληρά εμπορικά παζάρια, να διασχίζει ιππεύοντας ποτάμια χωρίς να φεύγει το καπέλο από το κεφάλι της και να πυροβολεί με πιστόλι και καραμπίνα κατάστηθα τους κακούς. Την παρακολουθούμε να ζητά την συνεργασία του αλκοολικού, μονόφθαλμου και κυνικού πιστολέρο Rooster Cogburn (Jeff Bridges), για να βρει και να εκδικηθεί τον δολοφόνο του πατέρα της. Μαζί τους, για τον ίδιο σκοπό, αλλά με διαφορετικό κίνητρο, ακολουθεί και ο τεξανός αστυνομικός La Boeuf (Matt Damon). Μια περιήγηση στους γνώριμους- από πολλές ταινίες- χώρους της Αμερικής του προ-προηγούμενου αιώνα. Λευκοί-Ινδιάνοι, υπαίθριες- "ψυχαγωγικές" για τα ήθη τις εποχής- κρεμάλες, καβαλαρίες με φόντο τα κόκκινα δειλινά της άγριας Δύσης, κατασκήνωση το βράδυ δίπλα στην φωτιά, ενέδρες στους κακούς, άφθονο πιστολίδι και δηλητηριώδη φίδια. Και βεβαίως για να μην φύγουμε και δυσαρεστημένοι ένα σερβιρισμένο γλυκόπικρο φινάλε, που εκτυλίσσεται αρκετά χρόνια μετά τα γεγονότα, που περιγράφει η ταινία.
Αν μέσα στην ακατάσχετη φλυαρία, υπήρχαν κάποια λειτουργικά παράλληλα επίπεδα, περισσότερο ορατά, αν το «στήσιμο» ήταν λιγότερο επιτηδευμένο, αν οι ηθοποιοί με εξαίρεση τον Bridges ήταν περισσότερο πειστικοί, η ταινία, λόγω των σκηνοθετικών αρετών της, θα ήταν απείρως καλύτερη.