Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Ρώσικη Κιβωτός-Russkiy kovcheg

Από την New Star- στον δυστυχώς άδειο από θεατές κινηματογράφο Studio- η εκκεντρική ταινία του Aleksandr Socurov, «Ρώσικη κιβωτός» (Russkiy kovcheg), του 2002.
Ο σκηνοθέτης, σε ένα δύσκολο εγχείρημα, κινηματογραφεί σε ένα μοναδικό πλάνο 90 περίπου λεπτών ολόκληρη την ταινία και παντρεύει το φανταστικό με το πραγματικό, την ιστορική αφήγηση με την ξενάγηση μέσα στο μουσείο Ερμιτάζ, τις καλές τέχνες με την πολιτική. Στο κινηματογραφικό του πλατό συνυπάρχουν ηθοποιοί που ερμηνεύουν ιστορικά πρόσωπα, αμέτρητοι- πάνω από 2000- κομπάρσοι, τρεις ορχήστρες και σύγχρονοι ρώσοι ... που ερμηνεύουν τον εαυτό τους. Πρόκειται για μια real time καταγραφή στιγμών, των τελευταίων δυο αιώνων της ρώσικης ιστορίας. Οι αίθουσες του μουσείου, οι χώροι του γενικά, τα κλιμακοστάσια, οι αποθήκες του, τα εκθέματα του, ζωντανεύουν τα γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησαν.
Ο κινηματογραφικός φακός είναι τα μάτια ενός αόρατου, από τους πάντες, σύγχρονου ρώσου, ο οποίος συνδιαλέγεται και ακολουθεί τον Marquis de Custine (Sergey Dreyden), ένα γάλλο διπλωμάτη του 19ου αιώνα. Οι πληροφορίες, που φτάνουν- δια μέσου αυτής της παράξενης αλυσίδας- στα μάτια και στα αυτιά του θεατή, έχουν ταυτόχρονα την αμεσότητα ενός ντοκιμαντέρ και την υποκειμενικότητα των προσώπων της ιστορικής περιόδου που καταγράφεται. Ταυτόχρονα, το μονοπλάνο επιτρέπει την απρόσκοπτη εναλλαγή ύφους ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο που πραγματεύεται.
Έχουμε μια τεράστια ποικιλία κινήσεων steadicam, πολλά τράβελινγκ,  με προεξάρχουσα όμως την προς τα εμπρός κίνηση. Γι’ αυτό και η αντιδιαστολή με τα τελευταία λεπτά της ταινίας, όπου έχουμε την έξοδο από τα Χειμερινά Ανάκτορα, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επανάστασης, όπου  γίνεται με συνεχόμενη προς τα πίσω κίνηση, οπισθοχώρηση.
Τα κάδρα είναι κυρίως μεσαία ή μεσαία μακρινά, πολύ γεμάτα και επιτρέπουν στον θεατή να σαρώσει το πλάνο και να επιλέξει στο που θα επικεντρωθεί, απαιτεί λοιπόν  την συμμετοχή του στην εξέλιξη, σαν να του επιβάλλει ένα είδος «εγκεφαλικού μοντάζ».

Πρόκειται για μια πάρα πολύ δύσκολη παραγωγή, όπως διαβάζουμε από τα παραλειπόμενα, το μουσείο Ερμιτάζ έμεινε κλειστό μόνο για μια μέρα και η ταινία γυρίστηκε με την τρίτη προσπάθεια. Στα αξιοπερίεργα, ο σκηνοθέτης και ο εικονολήπτης δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα, στο συνεργείο ακολουθούσε συνέχεια και ο μεταφραστής. 



Ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους από εδώ

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Ένα σπίτι με θέα στην θάλασσα-Una casa con vista al mar

Με την ταινία από την Βενεζουέλα «Ένα σπίτι με θέα στην θάλασσα» (Una casa con vista al mar), του Alberto Arvelo, συνέχισε τις προβολές, η Κινηματογραφική ΛέσχηΠεύκης.
Η ιστορία συμβαίνει κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα,  σε μια περιοχή κάπου στους πρόποδες των Άνδεων, μακριά από την θάλασσα. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ο φτωχός αγρότης και βιολιτζής Tomás Alonso (Imanol Arias) μένει με τον έφηβο γιο του, Santiago (Leandro Arvelo), να προσπαθούν να ζήσουν με μόνο «κεφάλαιο» ένα ζευγάρι βόδια. Η σύγκρουση με τον πλούσιο γαιοκτήμονα της περιοχής, τον señor Homero (Alejo Felipe), θα οδηγήσει τον πατέρα στην φυλακή και τον γιο σε έναν αγώνα επιβίωσης. Η λύτρωση θα έρθει με έναν… από μηχανής θεό, στην περίπτωση αυτή, το σαραβαλιασμένο φορτηγάκι του πλανόδιου φωτογράφου Sebastian (Gabriel Arcand), ενός Βορειοαμερικάνου, που περιπλανιέται στο μέρος αυτό, και κερδίζει το ψωμί του, αποτυπώνοντας στο χαρτί οικογενειακές φωτογραφίες με την πρωτόγονη κάμερα που διαθέτει.
Η Λατινοαμερικάνικη παράδοση είναι πλούσια σε ιστορίες σοσιαλιστικού ρεαλισμού και αυτή η ταινία συνεχίζει σε αυτό το μοτίβο. Πρόκειται για μια κριτική απέναντι στο φεουδαρχικό καθεστώς, στην δύναμη που έχουν και χρησιμοποιούν οι οικονομικά ισχυροί σε βάρος των αδύναμων, στην ανάγκη των φτωχών να τα έχουν καλά με τα «αφεντικά», στον ρόλο της αστυνομίας και της δικαστικής εξουσίας, που ουσιαστικά προστατεύουν με το αζημίωτο την άρχουσα τάξη. Παράλληλα, στο πρόσωπο του νεαρού Santiago έχουμε την αργή επίπονη συνειδητοποίηση της αγροτικής τάξης και την ανάγκη της να βρει τα «εργαλεία» για να ερμηνεύσει την κακοδαιμονία της. Το όνειρο πατέρα-γιου να βρεθούν στην απέραντη ελεύθερη θάλασσα, που ποτέ δεν την έχουν δει,  ουσιαστικά ταυτίζεται με το όνειρο τους να ξεφύγουν από την ζοφερή τους πραγματικότητα.

Όμορφη στιβαρή φωτογραφία με ζεστά χρώματα  ιδιαίτερα στα εσωτερικά γυρίσματα. Πολλές σιωπές που αποδίδονται στο μοντάζ με παρατεταμένο με σβήσιμο κάδρων και άνοιγμα καινούργιων. Αρκετά πλάνα με συμβολισμούς, όπως αυτά με την ωρίμανση του σταριού που παραπέμπει στην σταδιακή ωρίμανση του εφήβου και πολλά κοντινά, όπου η εικόνα παίζει με τις σκιές. Χωρίς πρωτοτυπία, η σκηνή βίας στην όχθη του ποταμού, όπου ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί αργή κίνηση και χρήση του μουσικού θέματος, ενώ σιγούν οι  εξωτερικοί ήχοι. Η σκηνοθεσία «φλερτάρει» με το μελό, κατορθώνει όμως να αντισταθεί στις ευκολίες, καθώς διαθέτει πλήθος καλλιτεχνικών προτερημάτων. Το αυτοσχέδιο καράβι στην μέση των σταροχώραφων, τα πλάνα στο προαύλιο της φυλακής με το παγωμένο φως, καθώς και την έξοχη ερμηνεία του Imanol Arias, την απογειώνουν εικαστικά.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Φωλίτσες-Pelíšky

Από την ΚινηματογραφικήΛέσχη Πεύκης και σε συνεργασία με την πρεσβεία της Τσέχικης Δημοκρατίας στην Ελλάδα, η προβολή της ταινίας, «Φωλίτσες» (Pelíšky) (1999), του σκηνοθέτη Jan Hrebejk.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία δυο οικογενειών που μένουν σε ένα διώροφο σπίτι στην Πράγα, από τα Χριστούγεννα του 1967 μέχρι τον Αύγουστο του 1968 και την εισβολή των Σοβιετικών στρατευμάτων και των συμμάχων τους στην πόλη.
Δεν πρόκειται για μια πολιτική ταινία, είναι περισσότερο μια ηθογραφία της εποχής, που αφήνει να περάσουν υποδόρια όλοι οι προβληματισμοί του δημιουργού της. Η μουσική, τα κτήρια, τα έπιπλα, τα αυτοκίνητα, τα ρούχα των ηθοποιών και ο τρόπος συμπεριφοράς τους, ανάλογα με την ηλικιακή τους τοποθέτηση, έχουν ακριβώς να κάνουν με μια κοινωνία που αγωνιά να παρακολουθήσει τον δυτικό τρόπο ζωής και τις φρενήρεις αλλαγές του, να γίνει ένα κομμάτι της νεολαιίστικης εξέγερσης ενάντια στον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία, αλλά από την άλλη αναγκάζεται να ζει στις παραφυάδες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Χαρακτήρες καθημερινοί, αλλά και τοποθετημένοι με σαφήνεια σε κάδρα. Από την μια μεριά στο κτήριο βρίσκεται ο συντηρητικός εθνικιστής, θαυμαστής του ηρωικού τσεχοσλοβάκικου στρατού, προσανατολισμένος στην Αγγλία και από την άλλη ο αγνός κομμουνιστής μέλος του κόμματος, πατριώτης με τον δικό του τρόπο, αλλά το ίδιο συντηρητικός και καταπιεστικός όπως ο γείτονας του, απέναντι στα μέλη της οικογένειας του. Τα παιδιά των οικογενειών στην εφηβεία, το χάσμα των γενεών, οι πρώτοι έρωτες, οι συγκρούσεις και οι «επαναστάσεις». Οι δυο γυναίκες τους, που προσπαθούν να κρατήσουν την οικογενειακή ισορροπία και άλλοι χαρακτήρες που πλουτίζουν το μικροαστικό σύμπαν «σοσιαλιστικού» τύπου, ένα περιβάλλον μίζερο, που "κακοχωνεύει" κάθε νεωτερισμό και τοποθετείται απέναντι σε όλα και το χειρότερο χωρίς να ξέρει το γιατί.  
Πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, τόσο ελαχίστων που ξενίζουν κάπως ( όπως για παράδειγμα το πλάνο- κατά την  ανταλλαγή χριστουγεννιάτικων δώρων, καθώς ο πατέρας δωρίζει στον γιο ένα ζευγάρι «κομμουνιστικές» μπότες, αντί για τις «αστικές» που ο γιος λαχταρούσε- το οποίο κινηματογραφείται δυο φορές συνεχόμενα, για να τονίσει την αντιδιαστολή ανάμεσα στις δυο γενιές) ο σκηνοθέτης περνά σχεδόν απαρατήρητος από επιλογή. Αφήνει να διαπερνά τα πλάνα ένα ρετρό, συμβατικό φως και η αφηγηματική του γραμμή είναι απλή και ευθεία.

Ένα γλυκόπικρο χιούμορ που υποσκάπτει τον απόλυτο τρόπο θέασης της πολιτικής πραγματικότητας και μια δόση νοσταλγίας  για τον έλληνα θεατή, που δεν μπορεί να αποφύγει τις συγκρίσεις, με την εδώ κατάσταση εκείνα τα χρόνια, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το, με φωτογραφικούς όρους... αρνητικό της συγκεκριμένης ταινίας.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

Αγκίρε, η οργή του Θεού-Aguirre, der Zorn Gottes

Από την ΚινηματογραφικήΛέσχη Πεύκης, το «Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού» (Aguirre, der Zorn Gottes), του Werner Herzog, ένα ακόμη διαμάντι της έβδομης τέχνης, ένα εσωτερικό ταξίδι κατάβασης στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Η κάθοδος ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ από τα υψίπεδα των Άνδεων μέχρι τις ζούγκλες του Αμαζονίου, ΜΑΖΙ  την ομάδα των Ισπανών κατακτητών και των ινδιάνων αιχμαλώτων και δούλων τους,  στις αρχές του 16ου αιώνα, αποτελεί το εξωτερικό περίγραμμα, την αφορμή για αυτήν την «ελεγεία πάνω στο κακό».
Ο Aguirre don Lope (Klaus Kinski), χαμηλόβαθμος αξιωματικός του Ισπανικού στρατού, γεμάτος μεγαλομανία, δίψα για πλούτο και δόξα, επαναστατεί ενάντια στο στέμμα και αναλαμβάνει την αρχηγία του μικρού εκστρατευτικού σώματος που αποσχίστηκε από τον κύριο όγκο των δυνάμεων, με σκοπό να ανακαλύψει τα κρυμμένα πλούτη των Ίνκας, την πόλη του χρυσού, το μυθικό Ελντοράντο.
Η άνιση μάχη με το περιβάλλον, οι αρρώστιες,  οι πανταχού παρόντες Ινδιάνοι με τα δηλητηριώδη βέλη τους, θα απομακρύνουν από τον καθένα αυτήν την λεπτή επίστρωση δευτερογενούς συμπεριφοράς και θα αφήσει να αναδυθεί στην επιφάνεια χωρίς αντίβαρο, η εξωστρεφής,  η εκδικητική,  η τιμωρητική, η πατρική φύση της θεότητας που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος. Η οργή του Θεού.
Πέρα από τις αναφορές για τον ρόλο της εκκλησίας, που όμως ομολογεί ο καλόγερος- που συνοδεύει την αποστολή  και χρησιμεύει μέσω του ημερολογίου του και σαν αφηγητής – είναι πάντα με το μέρος του δυνατού, έχουμε πολλές νύξεις για την εκμετάλλευση των ιθαγενών, για την δουλεία, για τον ρόλο των ευγενών και πως η πτώση των αξιών και η διαφθορά της τάξης αυτής, έδωσε τον χώρο για την άνοδο στην εξουσία αυτής της ανεξέλεγκτης, βάρβαρης εκτός πλαισίων πρωτόγονης ιδεοληπτικής δύναμης. Είναι σαφείς οι πολιτικές αναφορές.
Κινηματογραφικά έχουμε μια εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής, με το σκηνικό, την κινηματογράφηση της άγριας φύσης να λειτουργεί καταλυτικά ως προς το σενάριο. Η κάμερα πολλές φορές στο χέρι, οι ταλαντεύσεις της και τα κοντινά πλάνα, μαζί με το αφηγηματικό στυλ προσδίδουν αμεσότητα και στυλ ντοκιμαντέρ. Οι ήχοι από τα πουλιά και το σταμάτημα τους, εντείνουν την αγωνία. Τα κοστούμια, η ερμηνεία των ηθοποιών, η συμπεριφορά τους, το παγωμένο βλέμμα του Klaus Kinski, η ιδιαιτερότητα στο περπάτημα και στην στάση του σώματος του, μιλάνε από μόνα τους και οδηγούν στον μεγαλειώδη μονόλογο του τέλους:
“Εγώ η οργή του θεού θα παντρευτώ την κόρη μου και μαζί θα δημιουργήσουμε την πιο αγνή δυναστεία που γνώρισε ποτέ το ανθρώπινο γένος. Μαζί θα κυβερνήσουμε όλη αυτή την ήπειρο. Είμαι η οργή του θεού. Ποιος άλλος είναι μαζί μου;”

Άκρως λειτουργικό το τετράγωνο φορμάτ της οθόνης για την συγκεκριμένη ταινία . Οι μουσικές της περουβιανής φλογέρας, ένας λυγμός μελωδικής ανάσας, που μαζί με κάποια σκηνοθετικά τρυκ, απαλύνουν ορισμένες σκηνές ωμής βίας.



Ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους εδώ