Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Superclásico

Το “Superclásico” (Μπουένος Άιρες σ’ αγαπώ), του δανού σκηνοθέτη Ole Christian Madsen, είναι μια συμπαθητική ταινία, με καλό ρυθμό, έξυπνες κωμικές καταστάσεις-αν και καταπιάνεται με το βαρύ θέμα ενός διαζυγίου-αλλά πάνω απ’ όλα, αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει, είναι ότι η διήγηση της είναι καθαρά κινηματογραφική. Ο φακός, παράλληλα με την ιστορία, διηγείται την ζωή της ίδιας της μεγαλούπολης, χωρίς η ματιά του σκηνοθέτη να έχει τουριστική διάθεση. Το ποδόσφαιρο με τις εντάσεις και τις εκρήξεις που δημιουργεί στον κόσμο, το tango, η κουλτούρα της ερωτικής κίνησης στα μπαράκια,  στα γωνιακά σταυροδρόμια, το παραδοσιακό asado, το κρέας στα κάρβουνα, το yerba mate και η ιεροτελεστία του, συνθέτουν μια εικόνα σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτήν της βόρειας Ευρώπης.

Ο Christian (Anders W. Berthelsen), γευσιγνώστης κρασιού και ιδιοκτήτης μιας κάβας στην Κοπεγχάγη, που είναι έτοιμη να χρεοκοπήσει, ταξιδεύει με τον 16χρονο γιο του Oscar (Jamie Morton) στο Μπουένος Άιρες, για να πείσει την σύζυγό του Anna (Paprika Steen), η οποία τον έχει παρατήσει, να γυρίσει ξανά κοντά του. Η Anna είναι ατζέντισα του διάσημου ποδοσφαιριστή της Boca, Juan Díaz (Sebastián Estevanez) και είναι έτοιμη να παντρευτεί μαζί του και να του κάνει την μεγάλη μεταγραφή, σε μεγάλο σύλλογο της Βραζιλίας.
Ο Christian, που τόσο απεχθάνεται την ζέστη της πόλης, το ποδόσφαιρο και το Αργεντίνικο κρασί, είναι υποχρεωμένος να τα ανεχθεί όλα αυτά και μαζί με αυτά και τον γκόμενο της γυναίκας του, ένα εξωστρεφή νεαρό, με έντονες καθολικές θρησκευτικές καταβολές, που είναι ο goleador της ομάδας του. Με πολλά σκαμπανεβάσματα ανάμεσα στην political correct στάση και στην «κατινιά», μαθαίνει να ζει, εγκλιματίζεται, θυμάται τα νιάτα του σαν πορτιέρο στο χάντμπωλ, αγαπά το κρασί της Μεντόζα, όταν ανακαλύπτει την «ψυχή» του και τον «διδάσκει» την ουσία της μποέμικης ζωής και το tango η εβδομηντάρα υπηρέτρια στην έπαυλη που ζει η πρώην συμβία του. Ο γιος του,  ο Oscar, ένας νεαρός κάπως ιδιαίτερος, με ανεπτυγμένη διαίσθηση,  γνωρίζει τον έρωτα, αλλά και τον συντηρητικό μικροαστισμό της αργεντίνικης μεσαίας τάξης. Πολύ καλή η έμπνευση με το όραμα του νεαρού, που βλέπει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου δυο κατσαρίδες να χορεύουν tango.


Η μουσική επένδυση με γνωστά κομμάτια του Gardel, κάτω από τον αθηναϊκό ουρανό, αφήνει στο τέλος μια ευχάριστη διάθεση. 

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

4o Φεστιβάλ Ισπανικού κινηματογράφου-Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και την 4η εβδομάδα Ισπανικού κινηματογράφου στην Αθήνα, μισός αιώνας κωμωδίας.

Carlos Saura, "Mamá cumple cien años" (Η μαμά κλείνει τα εκατό). Είναι πραγματικά εκπληκτικό, το πόσο καλά και μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, ο σκηνοθέτης κατορθώνει να περιγράψει με εξονυχιστικές λεπτομέρειες το σύνολο των χαρακτήρων του έργου-και δεν είναι λίγοι. Μπερδεύει με αριστοτεχνικό τρόπο το ρεαλιστικό με το μαγικό. Κινείται με χαρακτηριστική άνεση μέσα στους χώρους του παλιού αρχοντικού και στους κήπους του.

Τα παιδιά, τα εγγόνια και η παλιά γκουβερνάντα με τον σύζυγό της, μαζεύονται στην  εξοχική έπαυλη, για να γιορτάσουν τα εκατοστά γενέθλια της γηραιάς κυρίας. Βγαίνουν στην επιφάνεια παλιές οικογενειακές πληγές και δημιουργούνται καινούργιες αφού από την φύση του ο άνθρωπος ρέπει προς...την αμαρτία.






Ángel de la Cruz, "Los muertos van de prisa" (Οι πεθαμένοι ). Εδώ ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η φύση της αυτόνομης περιοχής της Γαλλικίας, καθώς η ταινία αυτή στερείται επαρκούς σεναρίου και οι ηθοποιοί αποδεικνύονται κατά πολύ κατώτεροι των περιστάσεων, με εξαίρεση τον απολαυστικό Ernesto Chao στον πολύ μικρό ρόλο του Cinfuentes, του αστυνομικού διευθυντή του χωριού.

 Ένα φορτηγό ρυμουλκό, που το οδηγεί μια αφρατούλα νταλικιέρισα, σφηνώνει σε μια στενή γέφυρα, που ενώνει το ψαράδικο χωριό με το νεκροταφείο του. Ένα εξέχον μέλος του χωριού δεν μπορεί να θάψει τον πατέρα του, μέχρι που αποδεικνύεται ότι ένα κρυφό μυστικό είναι η αιτία, που η ψυχή του πεθαμένου δεν μπορεί να αναπαυθεί.

                                                            


Álex de la Iglesia, "La comunidad" (Η πολυκατοικία). Μια ταινία που κινείται ανάμεσα στην μαύρη κωμωδία, το θρίλερ και την σάτιρα. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο, πιο είναι το στυλ που επιθυμεί ο σκηνοθέτης για την ταινία του. Ανεξάρτητα αν πρόκειται για μια συνειδητή αμφιταλάντευση ή για αναποφασιστικότητα, το αποτέλεσμα είναι πάρα πολύ καλό. Η Carmen Maura στον ρόλο της υπαλλήλου του μεσιτικού γραφείου απολαυστική.

Ένας πεθαμένος ένοικος μιας πολυκατοικίας έχει κρύψει στο διαμέρισμά του ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Η υπάλληλος του μεσιτικού γραφείου, που αναλαμβάνει να το παρουσιάζει στους υποψήφιους ενοικιαστές, το ανακαλύπτει και οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας προσπαθούν να της το αποσπάσουν, για να το μοιραστούν μεταξύ τους.

Μια κωμωδία splater από την οποία δεν λείπει ούτε ο ιππότης Τζεντάι


                                                                 

Pablo Berger, "Terremolinos 73". Περισσότερο από μια κωμωδία, αυτή η ταινία του Pablo Berger, έχει να κάνει με τις κωμικές καταστάσεις, που προκύπτουν από την ίδια την απόγνωση. Πολύ καλός ρυθμός, εκπληκτικές ερμηνείες από τους Javier Cámara και Candela Peña.

Ο Alfredo, που δουλεύει πλασιέ για εγκυκλοπαίδειες και η γυναίκα του Carmen, που δουλεύει σε στούντιο αισθητικής, τα φέρνουν δύσκολα βόλτα, μέχρι που ο προϊστάμενος του Alfredo τους προτείνει να γυρίσουν στο σπίτι τους ερωτικές ταινίες, υποτίθεται εκπαιδευτικού περιεχομένου, για την αγορά της Δανίας. Το ζευγάρι θα ξεπεράσει τις ηθικές αναστολές του, όμως η επιθυμία της Carmen να γίνει μητέρα, σε συνδυασμό με την αζωοσπερμία του Alfredo, θα περιπλέξει τα πράγματα.

Ο κόσμος του κινηματογράφου από τα μέσα, συνεχείς αναφορές σε ταινίες σταθμούς της έβδομης τέχνης, μια ταινία λιτή και τρυφερή ακόμα και στις σκηνές του υποτιθέμενου πορνό. Το γέλιο μπουκώνει στο στόμα και βγαίνει σαν θυμός.



                                                           

Daniel Sánchez Arévalo, “Primos” (Ξαδέλφια) Μια ταινία του 2011 πολύ φλύαρη, επιπόλαιη, εξυπνακίστικη, προβλέψιμη και το χειρότερο απ’ όλα με μια τάση διδακτισμού ανυπόφορη.

Αφορά την ιστορία τριών ξαδελφιών, που γυρίζουν στο χωριό τους, μετά την ακύρωση του γάμου ενός από αυτούς. Θα μπορούσε να ήταν μια συνηθισμένη εφηβική ταινία, αν δεν έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να την «ανεβάσει» με σπασμωδικές σκηνοθετικές και σεναριακές εφευρέσεις, που όμως καταλήγουν στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Ο ένας ξάδελφος μετά την χυλόπιτα που τρώει στην εκκλησία, όταν η μέλλουσα σύζυγος τον παρατάει σύξυλο, βρίσκει στο χωριό τον εφηβικό του έρωτα, με ένα παιδί 9 ετών… να τον περιμένει ακόμα.
Ο δεύτερος ξάδελφος επανασυνδέεται με τον αλκοολικό παλιό του φίλο, του οποίου η κόρη δουλεύει στο μπαρ του χωριού, χωρίς να μας το ξεκαθαρίζει αν είναι η δεν είναι πόρνη. Την ερωτεύεται και σώζει αυτήν και τον πατέρα της.
Ο τρίτος ξάδελφος, τραυματίας και ήρωας πολέμου, παλεύει να απογαλακτιστεί από την νοσοκόμα φιλενάδα του και «δένει» με τον γιο της πρώην γκόμενας του πρώτου ξαδέλφου.
 Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν……

                                                         

                                                            

 Álvaro Begines, “Por qué se frotan las patitas” (Γιατί τρίβουν τα ποδαράκια τους). Μια συμπαθητική, μουσική κωμωδία, που μας γυρνάει στους δρόμους της Βαρκελώνης. Πολύ καλός ρυθμός, μια εκδοχή μετα-φλαμένκο με το τραγούδι και τον χορό να λύνουν αδιέξοδα, ίσως τα αδιέξοδα που η ίδια η ζωή δεν μπορεί να λύσει.

Την ίδια μέρα εγκαταλείπουν το σπίτι οι τρεις γυναίκες της ζωής του Luis, η μητέρα του (που τα έχει φτιάξει κρυφά με τον πεθερό του), η γυναίκα του (κάνει την οικογενειακή επανάσταση της) και η κόρη του (αυτό ήταν το μόνο αναμενόμενο, μιας και την παρουσιάζει σαν ατίθασο νιάτο). Προσλαμβάνει ένα ντετέκτιβ τον Manolete  (η τρομερά κωμική φιγούρα του Manuel Morón) για να τις βρει. Όλα περιπλέκονται, καθώς η γιαγιά πιάνει φιλίες με τους καταληψίες νεαρούς φίλους της εγγονής της, η γυναίκα του Luis αποσύρεται σε μοναστήρι βουδιστών, ενώ ο δαιμόνιος ντετέκτιβ ζει το ειδύλλιο της ζωής του με την γεροντοκόρη γειτόνισσα. … Μέχρι και ανορεξικό σκυλί διαθέτει η ταινία.

                                                           


Manuel Gómez Pereira, “El amor perjudica seriamente la salud”, (Ο έρωτας βλάπτει σοβαρά την υγεία). Μια ευφάνταστη κωμωδία με πανέξυπνα σκηνοθετικά κόλπα, καλό ρυθμό, και εκπληκτικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Καταπιάνεται με το θέμα της ερωτικής επιθυμίας, της σεξουαλικής έλξης, πέρα από κανόνες, κοινωνικές καταβολές και χαρακτήρα των ανθρώπων.

Η Diana Balaguer (Ana Belén), σαν ώριμη κυρία και Penelope Cruz, σαν νεαρή και ο Santiago García (Junjo Puigcorpé), σαν πενηντάρης και Gabino Diego, σαν νεαρός, δεν έχουν τίποτα άλλο κοινό, εκτός από μια σωματική έλξη, που τους οδηγεί να συνευρίσκονται στα πιο απίθανα μέρη, ενώ ο καθένας έχει την παράλληλη συζυγική του ζωή. Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο έρωτας, έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμα και όταν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είναι συμβιβασμένοι.



                                                        



Luis García Berlanga, “El verdugo” (Ο δήμιος). Ασπρόμαυρη ταινία
του 1963, που εκτός από το θέμα που πραγματεύεται- την κοινωνική διάκριση που υφίστανται συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες και οι κοινωνικός τους περίγυρος, στην περίπτωση αυτή, ο επαγγελματίας δήμιος και ο υπάλληλος του γραφείου τελετών- αποτελεί και μια ηθογραφική αναπαράσταση της Ισπανίας την περίοδο που γυρίστηκε. Με πολύ λεπτές αποχρώσεις σκιαγραφείται το βαρύ αποτύπωμα της δικτατορίας του Φράνκο. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή, όμως είναι διάχυτος ο φόβος στις λέξεις τους, στις κινήσεις τους, στον τρόπο που σκέφτονται. Ένας αποπνικτικός επαρχιωτισμός, συντηρητισμός σκεπάζει κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής.


Ο José Luis Rodrígez (Nino Manfredi) πρώην νεκροθάφτης και νυν κρατικός δήμιος, στην θέση του συνταξιούχου πεθερού, του Amadeo (José Isbert), πρέπει να ξεπεράσει τις ηθικές αναστολές του και να μάθει να σκοτώνει, όταν του το ζητά η δικαιοσύνη, αν θέλει να βρει τα χρήματα για το διαμέρισμα που στεγάζει την οικογένειά του. Όλο το ζήτημα είναι να κάνει την αρχή. Στην πρώτη φορά διαλύονται, οι όποιες αναστολές. Ένα ψυχογράφημα των ανθρώπων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στην αρχή της ανέλιξης τους, που οδήγησε στην δημιουργία της μεσαίας τάξης.

                                                         

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Μέρα γιορτής

Στην αυλή του συλλόγου Ελλήνων αρχαιολόγων προβάλλονται ταινίες αφιερωμένες στο ποδήλατο.


Η μηχανή του τρακτέρ, που κουβαλάει στην καρότσα της τα παιγνίδια για το καρουσέλ του λούνα –παρκ, για την γιορτή της επόμενης μέρας στο χωριό της Γαλλικής επαρχίας, όταν μπαίνει στον κεντρικό δρόμο του χωριού, πρέπει να κινηθεί αργά, πίσω από τις χήνες, που καταλαμβάνουν με τις φωνές τους το οδόστρωμα.

Η "Μέρα γιορτής" είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jacque Tati. Ο κόσμος του  είναι μια μίξη ανατροπής, λεπτής ειρωνείας, κριτικής του καθωσπρεπισμού, χιούμορ και νοσταλγίας. Γυρισμένη στο 1947 και με ένα στυλ που παραπέμπει σε βωβό κινηματογράφο, δεν σταματά στα κωμικά περιστατικά, αλλά αποτελεί μια ηθογραφία της εποχής. Η γιαγιά με την καμπούρα το μάτι, που τα βλέπει όλα, αλλά βλέπει και πίσω από τα πράγματα, ο καφετζής, οι εργάτες του χωριού, ο υπάλληλος του λούνα παρκ με την χαμηλοβλεπούσα ομορφονιά, τα σκανταλιάρικα παιδιά με τα αθώα πειράγματά τους. Ένας κόσμος που διαπλέκεται σε αστείες καταστάσεις, που κινείται με χορευτικές φιγούρες, που διώχνει τις μύγες με κινήσεις τροχονόμου.  

Αν και είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στηριγμένη πάνω στον χαρακτήρα του ταχυδρόμου, που υποδύεται ο ίδιος ο Jacque Tati με την αθώα πληθωρικότητά του, έχει και ένα δεύτερο πρωταγωνιστή. Το ποδήλατο της υπηρεσίας, ένα ποδήλατο με προσωπικότητα όπως αποδεικνύεται, εκτός των άλλων και από το συνεχές κτύπημα του κουδουνιού του. Όταν την μέρα του πανηγυριού, στο χωριό, σε μια τέντα που προβάλλει τα επίκαιρα της εποχής, το κοινό πληροφορείται ότι τα Αμερικανικά ταχυδρομεία χρησιμοποιούν για την παράδοση των γραμμάτων τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα της τεχνολογίας, ελικόπτερα, ταχυδρόμους ειδικά εκπαιδευμένους, που εκτελούν αποστολές με αυτοθυσία για την εξυπηρέτηση των πολιτών, ο φτωχός Φρανσουά, ο ταχυδρόμος, γίνεται ο περίγελος όλων. Αντί να το βάλει κάτω, αποφασίζει να δείξει τι αξίζει και μέσα από μια ακολουθία ξεκαρδιστικών επεισοδίων καταφέρνει να κερδίσει την συμπάθεια των συμπολιτών του. Μια φιγούρα αεικίνητη, ευκίνητη, δραστήρια, που όμως τα αποτελέσματα των πράξεων της είναι δυσανάλογα με αυτήν την ικανότητα που εκφράζει. Ο Francois του Jacque Tati δεν είναι απλώς ο συμπαθητικός, καλοσυνάτος γκαφατζής.  Ίσως να αποτελεί τον προπομπό του Monsier Hulot, του μετέπειτα ήρωα του, που ζει ταυτόχρονα μέσα και έξω από τις καταστάσεις.