Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Gett-Το διαζύγιο: Η δίκη της Βίβιαν Αμσαλέμ

Το παράδοξο για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες- ακόμα και για την δική μας, όπου ακόμα δεν έχει θεσπισθεί ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας- η ισχύς, δηλαδή, μόνο του θρησκευτικού γάμου, αποτελεί το έναυσμα για την σύγχρονη αυτή ισραηλινή ταινία, «Το διαζύγιο: Η δίκη της Βίβιαν Αμσαλέμ» των Ronit και Shlomi Elkabetz.
H ταινία περιγράφει τον πεντάχρονο δικαστικό αγώνα της Βίβιαν (Ronit Elkabetz), εναντίον του συζύγου της Elisha (Simon Abkarian), καθώς διεκδικεί το διαζύγιο που θα την απελευθερώσει και τυπικά από ένα γάμο, που για χρόνια είχε τελειώσει και για τις δυο πλευρές. Όμως, σύμφωνα με τον ραβινικό νόμο, μόνο ο σύζυγος έχει το δικαίωμα να δώσει την συναίνεση του για την λύση του γάμου, στο τριμελές ραβινικό δικαστήριο, που εξετάζει την υπόθεση. Η γυναίκα, θύμα της ανδροκρατούμενης θρησκευτικής παράδοσης, δεν έχει κανένα τρόπο να το απαιτήσει, παρά μόνο κάνοντας την αίτηση και περιμένοντας καρτερικά, κινητοποιώντας την κοινή ανθρώπινη λογική, πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο σε συνθήκες θρησκευτικής παράκρουσης, όταν οι θρησκευτικοί λειτουργοί έχουν το δικαίωμα να ρυθμίζουν από τον νόμο, τις σχέσεις ανθρώπων που στην συνείδηση τους, τους έχουν αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα.
Η ταινία είναι γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, όπου μέσα στο διάστημα αυτό των πέντε χρόνων εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα και κατά διαστήματα μπροστά στους τρεις ραβίνους δικαστές, οι δυο διάδικοι, οι δικηγόροι τους και αρκετοί μάρτυρες και από τις δυο πλευρές. Η κινηματογράφηση γίνεται κυρίως με κοντινά πλάνα, το ευνοεί άλλωστε η στενότητα του χώρου της δικαστικής αίθουσας, καθώς επίσης αρκετά πλάνα είναι voice over, το ζητούμενο για τους σκηνοθέτες είναι οι αντιδράσεις των προσώπων σε αυτά που ακούγονται. Ένα ενδιαφέρον σημείο της αφήγησης είναι η εσωτερική αναγνώριση από όλους της ορθότητας του αιτήματος της συζύγου, αλλά η ανικανότητα τους να ξεπεράσουν την ουσία ενός ξεπερασμένου νόμου, φοβούμενοι, ότι ίσως αυτό ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου, για μια συνολική αποκαθήλωση της θρησκευτικής επιρροής στο κοινωνικό σώμα. Το «πείσμα» του συζύγου ερμηνεύεται, σαν υπακοή στις ρίζες και στις πατροπαράδοτες αρχές, ενώ η επιμονή της συζύγου, σαν κάτι το νεόφερτο, ένα δείγμα εισβολής ενός εισαγόμενου μοντερνισμού. Πρόκειται ουσιαστικά για την σύγκρουση των λαϊκών συντηρητικών αρχών, που αντλούν νομιμότητα από θρησκευτική τυπολατρία και των φιλελεύθερων ιδεών του σεβασμού των ατομικών κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η σκηνοθέτιδα Ronit Elkabetz που ερμηνεύει συγκλονιστικά την βουβή απόγνωση της ηρωίδας της, της Βίβιαν, κάνει μια εξαιρετική απόδοση του χαρακτήρα σε βάθος χρόνου, περνάει από όλα τα στάδια της επιμονής, της παραίτησης, του θυμού, του συμβιβασμού, μεταχειρίζεται όλα τα τεχνάσματα της γυναικείας φύσης της για να επηρεάσει προς όφελος της το δικαστήριο, πλην όμως ο «σοφός» νομοθέτης έχει εναποθέσει την ετυμηγορία της απόφασης... στα χέρια του αντίδικου της.
Ο Simon Abkarian, ενσαρκώνει με συγκρατημένη μισανθρωπία τον ρόλο του συντηρητικού, συγκεντρωτικού, εγωκεντρικού συζύγου Elisha, παίζει περισσότερο με το σώμα και τις εκφράσεις και πολύ λιγότερο με την συμμετοχή των επιχειρημάτων του.

Μια έξυπνη ταινία που δεν διστάζει να επιστρατεύσει ένα λυτρωτικό γλυκόπικρο χιούμορ για να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα μιας χώρας που τουλάχιστον σε θέματα δημοκρατίας βρίσκεται, προς το παρόν, σε καλύτερη κατάσταση από τις γειτονικές της.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Τα παιδικά χρόνια του Μαξίμ Γκόρκι-Detstvo Gorkogo

Από την New Star, στον κινηματογράφο Αλκυονίδα, το πρώτο μέρος της τριλογίας της αυτοβιογραφικής ταινίας «Τα παιδικά χρόνια του Μαξίμ Γκόρκι» σε σκηνοθεσία Mark Donskoy, με σενάριο από τα βιβλία του ίδιου του συγγραφέα. Γυρισμένο το 1938, είναι μια μαυρόασπρη, αλλά με ρεαλιστικό τρόπο  απεικόνιση της προεπαναστατικής Ρωσίας, μέσα από τα παιδικά και μετέπειτα εφηβικά μάτια του Μαξίμ Γκόρκι ή όπως ήταν το αληθινό του όνομα Aleksei Peschov (Aleksei Lyarski).
Χωρίς καθόλου πολιτικές νύξεις, με εξαίρεση την τυχαία συνάντηση με τον αλυσοδεμένο πολιτικό κρατούμενο, πρώην γείτονα του (Sergei Tikhonrarov)- αλλά και αυτό εσκεμμένα με τρόπο φευγαλέο και διακριτικό- η ταινία εστιάζει περισσότερο στον τρόπο που η καθημερινότητα αγγίζει τις ευαίσθητες κεραίες του δημιουργικού λογοτέχνη. Η ωρίμανση της πολιτικής του ταυτότητας αποδίδεται ακριβώς στα γεγονότα που τον σημάδεψαν.
Οι συγκρούσεις στα όρια του κωμικού στο σπίτι του αυστηρού παππού του (Mikhail Troyanovski),  όπου ζούσε όλη η οικογένεια, θείοι, εργάτες κ.λ.π. η σχέση του με την πληθωρική γιαγιά του (Varvara Massalitinova, το σύμβολο της δοτικής γυναίκας, προέκταση της μάνας τροφού και της αγαπημένης πατρίδας, η «σταύρωση» - δολοφονία του γύφτου (Daniil Sagal), του φίλου του με το ελεύθερο πνεύμα και την καλή καρδιά, ο εργάτης  Grigori(K. Dubkov) που τυφλώνεται και μένει στον δρόμο να επαιτεί, η μητέρα του που αναγκάζεται να ξαναπαντρευτεί, με τον γάμο «όχημα» που οδηγεί στην κοινωνική της "άνοδο" σε μια υποκριτική αστική τάξη, το ανάπηρο παιδάκι (Igor Smirnov) που μαζεύει ζωάκια και ονειρεύεται να τα ελευθερώσει κάποια μέρα όταν αλλάξει ο κόσμος, οι παρέες με τους συνομηλίκους του, οι όχθες του Βόλγα με τα ποταμόπλοια και τους αχθοφόρους, τα γλέντια με τους ακροβάτες  τους γελωτοποιούς και τους μουσικούς.

Οι φράσεις από τα βιβλία του  μας εισάγουν σε κάθε ξεχωριστή σκηνή. Στο σύνολό τους και ιδιαίτερα στους εσωτερικούς χώρους  χαρακτηρίζονται από έντονη θεατρικότητα. Από τις εξωτερικές σκηνές ξεχωρίζουν όσες έχουν γυριστεί σε στούντιο, όπως αυτές με την γιορτή στην πλατεία του χωριού,  αλλά και ο λυρισμός που χαρακτηρίζει τις σκηνές της υπαίθρου, η ομάδα των παιδιών να σέρνει το κάρο με τον ανάπηρο φίλο τους στην εξοχή, τα σπαρτά που τα δέρνει ο άνεμος, και το τελικό πλάνο γυρισμένο με ευρυγώνιο φακό που τον δείχνει να απομακρύνεται με το δισάκι του στον ώμο, αποδίδοντας το βάθος της εικόνας με τους στύλους του ηλεκτρικού ρεύματος στα αριστερά του δρόμου. 

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Ανωτέρα Βία-Force Majeure

Ένα αριστοτεχνικά ζυγιασμένο κλειστοφοβικό δράμα με ψυχολογικές αναφορές και στοιχεία σασπένς. Καταγράφει τις ανθρώπινες συμπεριφορές σε καταστάσεις πανικού και μετά τις αναλύει. Όμως ο αναλυτής στην περίπτωση αυτή είναι το ίδιο το «πειραματόζωο». Είναι ο άνθρωπος που πρέπει να υπερβεί τους ρόλους που έχουν καθοριστεί γι’ αυτόν από την κοινωνία, για παράδειγμα το πρότυπο του πατέρα-προστάτη ή της μητέρας-κλώσας, να περάσει όλα τα στάδια της ψυχολογικής ωρίμανσης, από την άρνηση του προβλήματος μέχρι την αποδοχή και την αποβολή του μέσω της εξωστρέφειας, για να δημιουργήσει τις ισορροπίες εκείνες που χρειάζεται, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει την ζωή του.
Μέσα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου (έστω και σε ένα  από αυτά των πολυτελών αλπικών resorts) όπου ένας λεπτός τοίχος σε χωρίζει από τους διπλανούς σου, όπου το ζευγάρι δεν μπορεί να απομονωθεί από τα παιδιά, όπου χάνεται ένα σημαντικό μέρος της ιδιωτικότητας στους υπόλοιπους κοινόχρηστους χώρους, όπου οι αδιάβροχες στολές του σκι αφήνουν διάτρητο τον εσωτερικό εαυτό, διάλεξε ο Σουηδός Ruben Östlund τον ιδανικό τόπο για να αποδομήσει την πλαστή αυταρέσκεια και αυτοπεποίθηση του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου.
Τα πρωταρχικά προβλήματα, αυτά που οδήγησαν τον άνθρωπο στον σχηματισμό συμβιωτικών δομών, η ανασφάλεια, το ένστικτο της επιβίωσης, η έγνοια για την σωτηρία της επόμενης γενιάς που διασφαλίζει την συνέχεια του είδους,  θεωρητικοποιούνται και δημιουργούν ένα συγκρουσιακό πεδίο που παρασύρει τους ήρωες, αλλά και τους θεατές, αφού κανένας δεν μπορεί να αποφύγει την ταύτιση του με τους πρωταγωνιστές. Ο σκηνοθέτης, ακόμα και για τους πιο δύσπιστους θεατές που θα θελήσουν να υπαινιχθούν περιπτωσιολογικό περιεχόμενο, επιφυλάσσει σωρεία παραδειγμάτων, δοσμένων υπό την μορφή κάποιων επί μέρους συμπληρωματικών σκηνών, όπως, αυτές με το τηλεκατευθυνόμενο ιπτάμενο αντικείμενο, το χάσιμο που προσανατολισμού μέσα στην πυκνή ομίχλη, το τουριστικό λεωφορείο στις κλειστές στροφές του στενού ορεινού δρόμου, ενώ από κάτω χάσκει ο γκρεμός.
Σενάριο στιβαρό, τίποτα δεν λείπει, τίποτα δεν περισσεύει. Κάθε πλάνο εξυπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό. Από τα πανοραμικά στα χιονισμένα τοπία, ημερήσια ή νυχτερινά μέχρι τα μεσαία, κατάλληλα  για την παράλληλη συναισθηματική αποκρυπτογράφηση των ηρώων και τα πολύ κοντινά στα πρόσωπα, δημιουργούν μια αδιάκοπη γραμμική χρονική αφήγηση και μια παράλληλη δευτέρου επιπέδου.  Η φωτογραφία σφιχτή και υποβλητική υπαινίσσεται διαρκώς το απρόβλεπτο.

Υποδειγματικές ερμηνείες από όλους ακόμα και από τους δευτερεύοντες ρόλους, να αναδεικνύουν  τις απειροελάχιστες αποχρώσεις των χαρακτήρων. Κορυφαία σκηνή, το ξέσπασμα της Ebba (Lisa Loven Kongsli) παρουσία του άντρα της Tomas (Johannes Kuhunke) και ενός φιλικού ζευγαριού, ένας θυμός γεμάτος απογοήτευση, πίκρα και ματαίωση προσδοκιών. Η γυναίκα που «επενδύει» στην οικογενειακή θαλπωρή και μέσα σε δευτερόλεπτα χάνει την εμπιστοσύνη της στον σύντροφό της, όταν αντιλαμβάνεται ότι εκείνος αγαπά πολύ περισσότερο την δική του ζωή από ότι τον κοινό τους βίο. Όμως τίποτα δεν μπορεί να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Ο Tomas θα ήθελε μια ευκαιρία να επανορθώσει και οι υπόλοιποι να ευχαριστούν τον Θεό που δεν ήταν στην θέση του και να εύχονται να μην συμβεί κάτι ανάλογο και σε αυτούς.

Οι πρώτες νότες από το "Καλοκαίρι" των τεσσάρων εποχών, του Antonio Vivaldi, έρχονται να προκαλέσουν με την παιχνιδιάρικη αντιδιαστολή που κάνουν, πάνω στο χιονισμένο τοπίο.