Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

The hangover


Αν το ζήτημα είναι να γελάσει κανείς με κάθε τρόπο, αν το ζητούμενο είναι μια ανάλαφρη ταινιούλα στο θερινό σινεμαδάκι, για να σκάσει επιτέλους και το χειλάκι μας (τέλος τα υποκοριστικά), τότε το “The hangover”, του Todd Philips, φαντάζει το καταλληλότερο. Επιτηδευμένα στυλιζαρισμένο και με σενάριο αφελές και προβλέψιμο, επαφίεται στην καλή προσπάθεια των ηθοποιών του, για να το «ανεβάσουν» και ενώ φαίνεται ότι προς το τέλος κάτι σοβαρό πάει να γίνει, ο σκηνοθέτης τους τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, έχοντας την «φαεινή» ιδέα να σβύσει κάθε πιθανότητα πρωτοτυπίας και να προβάλει στο πανί τις φωτογραφίες του ταξιδιού τους . . .εν είδει slideshow.
O Doug (Justin Bartha) αναχωρεί για bachelor’s party με τους φίλους του για το Λας Βέγκας. Ο ιδιόρρυθμος Alan (Zach Galifianakis), ο χαμηλής αυτοεκτίμησης οδοντίατρος Stu (Ed Helms) και ο κρυφοτρελιάρης καθηγητής Phil (Bradley Cooper) αποτελούν την, έτοιμη για όλα, παρέα του. Το διήμερο των ανδρών στο άντρο της πολυτέλειας και της ακολασίας έχει από όλα. Όλα όσα θα ήθελε να δει να κάνουν σε ανάλογες περιπτώσεις οι πρωταγωνιστές, ο «καλομαθημένος» θεατής. Ο σκηνοθέτης επειδή ξέρει, ότι ξέρουμε, δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ και ούτε να δείξει . . . πολύ περισσότερο. Ναρκωτικά, σεξ, τζόγος, κρατητήριο, μπουνίδι με μαφιόζους και happy end. Με πινελιές road movie τελείως ξεκάρφωτες μέσα στην υπόθεση και με σημεία αναληθοφανή, που ξενίζουν, όχι γιατί είναι υπερβολικά, αλλά γιατί μυρίζουν από εκατομμύρια χιλιόμετρα, ότι έχουν μπει τσόντα, για να εντυπωσιάσουν (όπως αυτά με το μωρό και την τίγρη στο ξενοδοχείο), κάθε προσπάθεια ευνοϊκής προσέγγισης είναι χαμένη από χέρι. Και ξέχωρα από όλα αυτά μια κατά σωρεία αναπαραγωγή στερεοτύπων, όπως η υποχωρητική, υπομονετική μέλλουσα νύφη μέχρι να βάλει το στεφάνι φυσικά, ο συγκαταβατικός πεθερός, που κλείνει το μάτι στις συντροφικές αντρικές ατασθαλίες, η μέγαιρα αραββωνιαστικιά, που καταπιέζει το ισχυρό φύλο με το γάντι και άλλες τέτοιες απείρου κάλλους. . . καταγραφές πραγματικότητας.
Ίσως να μην μπορώ να πιάσω το λεπτό χιούμορ, αλλά πως να το κάνουμε, κάτι παραπάνω θα ήθελα εκτός από την κότα που τριγυρίζει στην πολυτελή σουίτα του Real Ceasars Palace από μια πρωτοποριακή κωμωδία.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Το τσεκούρι


Αυτός, τελικά, ο άνθρωπος ξέρει να κάνει πολιτικό κινηματογράφο. Σύγχρονο, καθημερινό και απαλλαγμένο από αναφορές στο παρελθόν. Μια αυστηρή κριτική στον τουρμπο-καπιταλισμό-όπως αναφέρει σε κάποιο σημείο του το σενάριο- χωρίς αριστερές κορώνες και αγκυλώσεις παλαιοκομμουνιστικές. Εδώ δεν έχουμε εργάτες με υψωμένη γροθιά και τσιμινιέρες. Η ίδια η αστική τάξη είναι δεμένη χειροπόδαρα στον άκρατο καταναλωτισμό. Οι πολίτες, χωρίς ηθικές αναστολές, καταργούν κάθε συλλογική προσπάθεια, ανάγουν τον ατομισμό, σαν το υπέρτατο αγαθό και οδηγούν την κοινωνία στην διάλυση.
Λίγα χρόνια πριν η παγκόσμια οικονομική κρίση χτυπήσει την πόρτα μας, ο Κώστας Γαβράς κάνει αυτήν την προφητική ταινία. Οι βιομηχανίες, ζητώντας την μεγιστοποίηση του κέρδους με κάθε τίμημα, αναζητούν φτηνά εργατικά χέρια και μετακομίζουν στο εξωτερικό, κάνουν περικοπές και οδηγούν στην ανεργία ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Ο Bruno Davert (Jose Garcia), ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, θύμα αυτής της κατάστασης, δυο χρόνια άνεργος με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις και στην επικίνδυνη ηλικία ανάμεσα στα –αντα και στα –ηντα, συλλαμβάνει ένα απλοϊκό σχέδιο, τρομερό σαν ιδέα και κυνικό στην εκτέλεσή του. Θα βγάλει από την μέση όλους τους υποψήφιους ανταγωνιστές του για την καλοπληρωμένη θέση, που θα του παρέχει όσα ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος απαιτεί από την δουλειά του. Χρήμα, δύναμη, εξουσία, αυτοπεποίθηση, έπαρση, όλα δηλαδή αυτά που βλέπει να περνάνε δίπλα του και να βομβαρδίζουν τον εγκέφαλό του μέσα από τις διαφημίσεις. Ακριβά αυτοκίνητα, κινητά, ημίγυμνα μοντέλα και άλλοι τέτοιου είδους δείκτες οικονομικής ευμάρειας.
Ο σκηνοθέτης φυσικά δεν παίρνει ούτε για μια στιγμή το μέρος αυτής της ανήθικης στάσης. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να καταγγείλει όλα όσα τον ωθούν σε αυτόν τον προσωπικό γκρεμό. Το μόνο που κάνει, με πραγματική μαεστρία, είναι να αφήσει τον θεατή, να αγκαλιάσει με την ματιά του τον ήρωα, έτσι όπως παλεύει απεγνωσμένα, για να διασώσει τα κεκτημένα του. Όχι συνενοχή, αλλά συμπόνοια, όχι συμπάθεια, αλλά συμπαράσταση. Χωρίς καμιά αμφιβολία ο Bruno Davert είναι ο κακός δολοφόνος και θέλουμε να τιμωρηθεί, αλλά με κάποιες προϋποθέσεις και όχι προτού η ιστορία αφηγηθεί, όλα όσα χρειάζονται, για να σχηματισθεί μια συνολική εικόνα. Όχι προτού κατανοήσουμε ότι μια μορφή στέρεης ιδεολογικής πλατφόρμας είτε θρησκευτική είτε πολιτική είναι προαπαιτούμενο για την οικονομική ανάπτυξη.
Η ταινία ακροβατεί ανάμεσα στο θρίλερ και στην κωμωδία. Ο τρόπος που ο πρωταγωνιστής βλέπει τα πράγματα, οι σχέσεις του με τα παιδιά του και ιδιαίτερα με την σύζυγό του, ή ίδια η εργασία, σαν εργαλείο απελευθέρωσης όλων των δημιουργικών δυνάμεων, που κρύβει μέσα του το άτομο και η ταύτισή της με την ίδια την εξωστρεφή συμπεριφορά του ανθρώπου. Τελικά, θέλοντας και μη πέφτουμε στην παγίδα που μας έστησε ο Κώστας Γαβράς. Θα πιάσει η αστυνομία τον δράστη ή όχι;