Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Oriana

Συνέχεια προβολών από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, αυτήν την φορά με την Oriana- μια ταινία του 1985- από την Βενεζουέλα, της Fina Torres.

Η ταινία είναι ένα συνεχές flashback με πολλαπλά επίπεδα, μέχρι το πιο απομακρυσμένο που αναφέρεται στις αρχές του 20 αιώνα, σε ένα ράντσο δίπλα στην θάλασσα, κάπου σε μια ζούγκλα της μεγάλης, Λατινοαμερικάνικης χώρας.
 Η María (Daniela Silverio) περιηγείται το εγκαταλελειμμένο ράντσο της θείας της, Oriana  (Doris Wells), μετά τον θάνατό της,  με σκοπό να καταγράψει τα αντικείμενα που περιέχει πριν την πώλησή του. Ενώ εξερευνά τα δωμάτια, τις αποθήκες και τους εξωτερικούς χώρους ανασυνθέτει με την φαντασία της τα γεγονότα που έζησε, όταν είχε επισκεφθεί την θεία της πριν αρκετά χρόνια, δίνει απαντήσεις σε μισοτελειωμένες κουβέντες που είχαν ειπωθεί μεταξύ τους και ανασκευάζει την ζωή της Oriana σε διάφορα στάδια, από την αθωότητα της παιδικής της ηλικίας, τον δραματικό έρωτά της για τον μιγάδα Sergio  και το τραγικό τέλος που είχε,  μέχρι την περίοδο της ωριμότητάς της, όταν και εκείνη την είχε γνωρίσει.
Η δεσποτική φιγούρα του πατέρα αφέντη, οι ταξικές- φυλετικές, διαφορές που καθόριζαν την κοινωνική ζωή, η βικτωριανή ηθική, που έμπαινε εμπόδιο στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και συχνά οδηγούσε σε τραγωδίες ή σε χαμένες, σπαταλημένες ζωές.


Πρόκειται για μια ταινία με πολλά επιμέρους καλά στοιχεία, όπως για παράδειγμα την φωτογραφία με την εικαστική αρτιότητά της να θυμίζει ζωγραφικούς πίνακες, την εξαιρετική μουσική, την πειστική, έξοχη αναπαράσταση της εποχής και τις ερμηνείες των ηθοποιών, με κορυφαία την Mirtha Borges, στον ρόλο της Fidelia, της ιθαγενούς υπηρέτριας του αγροκτήματος. Το μοντάζ όμως είναι «άκαιρο», αργό και κουραστικό, με αποτέλεσμα ο θεατής να χρειάζεται αρκετή υπομονή για να φτάσει στην απόλαυση που φέρνει το απροσδόκητο φινάλε. Πολύ έξυπνο σκηνοθετικό εύρημα να ανοίγουν μαζί με τα ετοιμόρροπα πατζούρια του σπιτιού και τα "παράθυρα" του χρόνου.

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Nebraska




Μαυρόασπρο  road movie, μια τρυφερή ιστορία ανάμεσα σε πατέρα και γιο και ταυτόχρονα μια καλοπροαίρετη κριτική,  χωρίς «υψωμένο δάχτυλο», για τον επαρχιωτισμό που εξελίσσεται σε μικροαστική κουλτούρα, των κατοίκων των κεντρικών πολιτειών των Η.Π.Α. που ζουν απομονωμένοι γεωγραφικά, αλλά και ψυχολογικά από τις κοσμοπολίτικες μητροπόλεις της Δύσης και της Ανατολής, που κατά τα άλλα απαρτίζουν τμήματα της κοινής τους πατρίδας.

Έξυπνοι διάλογοι, υπόγειο χιούμορ, ξεφλούδισμα ανθρώπινων χαρακτήρων μέχρις εσχάτων, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που απογειώνει τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών, τοπία ημέρας συννεφιασμένα, ατελείωτες εκτάσεις γης που αφήνουν πίσω τους, καθώς κινούνται μέσα  στο τετρακύλινδρο Subaru του γιου, που οδηγεί στις ατελείωτες ευθείες των επαρχιακών εθνικών οδών.


Ο ηλικιωμένος Woody Grant (Bruce Dern) λαμβάνει ένα φάκελο από μια εταιρεία προώθησης και διαφήμισης δημητριακών για μια κλήρωση λαχνού, παραπλανάται- λόγω μιας αρχόμενης γεροντικής άνοιας-  και νομίζει ότι έχει κερδίσει ένα εκατομμύριο δολάρια. Ο γιος του David (Will Forte), αρχικά, προσπαθεί να τον μεταπείσει να ταξιδέψει ως την έδρα της εταιρείας, που απέχει 750 μίλια από την περιοχή τους, αλλά όταν βλέπει ότι αυτό είναι αδύνατο, αποφασίζει να τον συνοδέψει ως εκεί. Το ταξίδι θα φέρει τους άνδρες πιο κοντά, καθώς ο γιος έρχεται για πρώτη φορά σε ουσιαστική επαφή με τον άνθρωπο που τον μεγάλωσε, κατορθώνει να δει τον πατέρα του με τα μάτια ενός ενήλικα και όχι σαν παιδί, όπως μέχρι εκείνη την στιγμή στην ζωή του. Αυτό θα τον οδηγήσει σε μια ολοκληρωτική μεταστροφή, θα αποδεχθεί να «παίξει» το παιγνίδι του πατέρα του, ειδικά, όταν διαπιστώνει την αλλαγή της συμπεριφοράς του κοινωνικού τους περίγυρου στην περίπτωση της πιθανής μετατροπής τους στους… «πλούσιους συγγενείς».
Ο Woody Grant επέζησε από τον πόλεμο της Κορέας,  γύρισε τραυματίας, έζησε μέσα στην πλαστική ευημερία και στα τελευταία χρόνια της ζωής του ίσως και να «εκμεταλλεύεται» την εξελισσόμενη έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών για να γίνει ο «φευγάτος» τύπος που όλη του την ζωή επιθυμούσε και δοκίμαζε να γευτεί με τον εθισμό του στο αλκοόλ. Μια διαρκής σύγκρουση με την γυναίκα του, Kate (June Squibb), που έχει αποδεχθεί και ζει χωμένη μέσα στο «αμερικάνικο όνειρο»,  που βρίσκει την ευκαιρία σαν η μόνη  «φωνή της λογικής», να αντικαταστήσει την τελειωμένη της ζωή ως γυναίκα του συζύγου της με τον ηγεμονικό  ρόλο της ως …μητέρα του συζύγου της.

Σε δεύτερο επίπεδο, η Αμερική της αποξένωσης, των ανθρώπων που μένουν καρφωμένοι στους δέκτες των τηλεοράσεων, του αλκοολισμού,  των υπέρβαρων καταναλωτών junk food, του κουτσομπολιού και της υποκρισίας, των ανθρώπων  που κυνηγούν το θαύμα, γιατί δεν μπορούν, δεν υπάρχει τίποτα γύρω τους άξιο θαυμασμού.

 Από την οθόνη παρελαύνουν ένα σωρό συγγενείς, για χρόνια απομακρυσμένοι, παλιοί φίλοι και συνεργάτες, παλιές ερωμένες , βγαίνουν στη επιφάνεια μυστικά ολόκληρης ζωής, που σημάδεψαν την πορεία των πρωταγωνιστών.


Ο Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης Alexander Payne, θα μπορούσε ίσως να είχε αποφύγει τα τελευταία πέντε-δέκα λεπτά της ταινίας, μιας και ότι είχε να πει-και το είπε με συγκλονιστικά άμεσο και εξαιρετικό τρόπο-τελειώνει με το διαφημιστικό κασκετάκι του winner , στο ασπρομάλλικο κεφάλι του Woody. Όμως ας του συγχωρήσουμε αυτήν  την …αμερικανιά του.


Ευαίσθητο και νοσταλγικό του soundtrack που υπογράφει ο Mark Orton.