Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Το μυστικό στα μάτια της- El Secreto de sus Ojos


Ένας ανολοκλήρωτος έρωτας γίνεται πηγή έμπνευσης. Ο πόνος για την χαμένη ευτυχία γίνεται αιτία δημιουργίας. Ο σκηνοθέτης Juan Jose Campanella, στο «Το μυστικό στα μάτια της», κινηματογραφεί το μυθιστόρημα του ίδιου του ήρωά του, στην ταινία του, του αστυνομικού Benjamin Esposito (Ricardo Darin). Όταν αυτός παίρνει σύνταξη, αποφασίζει να γράψει για μια υπόθεση, που τον είχε απασχολήσει πριν από 25 χρόνια. Για μια υπόθεση βιασμού και δολοφονίας μιας νεαρής γυναίκας. Καθώς βυθιζόμαστε από το σήμερα, μέσω της σκέψης του και των κειμένων που γράφει, στο παρελθόν, παρακολουθούμε τα γεγονότα που σημάδεψαν την ζωή του. Η εξιχνίαση του εγκλήματος, μιας ειδεχθούς βίαης ερωτικής παραφροσύνης, από ένα χωρίς ηθικά όρια ορμητικό νεαρό τον Isidoro Gomez (Javie Godino), σε αντιδιαστολή με την άτολμη, εξιδανικευμένη ερωτική προσέγγιση του ίδιου του πρωταγωνιστή, απέναντι στην προϊσταμένη του, την νεαρή εισαγγελέα Irene Menendez Hastings (Soledad Villamil).
Με αριστοτεχνικά περάσματα από το παρόν στο παρελθόν, με συνεχείς αναφορές στο άκαμπτο γραφειοκρατικό σύστημα, σε μια ιεραρχία στα πλαίσια της απονομής «μιας κάποιας» δικαιοσύνης, όπως χαρακτηριστικά ομολογεί η ηρωίδα,υπαινιγμοί για το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής, όλα πλεγμένα μεταξύ τους στην εξυπηρέτηση ενός ψυχολογικού θρίλερ, που καθηλώνει χωρίς να στηρίζεται στην βία και στις αιματηρές γκρο πλαν βιτριναδόρικες προκλήσεις, χωρίς καμιά ευκολία ή χρήση ξαναειπωμένων κλισέ. Ρυθμός αργός, κινήσεις μελετημένες, έτσι που το βλέμμα προλαβαίνει να γατζωθεί και να αποκρυπτογραφήσει τις λεπτομέρειες.
Η ηλικιακή απόδοση των ηθοποιών, στο πέρασμα αυτό των 25 χρόνων, γίνεται με απόλυτη φυσικότητα, κάνοντας την φυσική τους ωρίμανση απολύτως πιστευτή και καλοδεχούμενη.
Οι φωτισμοί χαμηλοί, με χρώματα ζεστά, εκτός από τις σκηνές στα κτήρια της υπηρεσίας, απλώνουν ένα πέπλο μυστηρίου και δημιουργούν την αίσθηση μιας επερχόμενης κλιμάκωσης.
Η φιλοσοφική θεώρηση για την ανθρώπινη αδυναμία, να διαχειριστεί την έννοια του πάθους, όπως αυτό εκφράζεται με την οπαδική συμπεριφορά στα πλαίσια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, μας χαρίζει μια ανεπανάληπτη σκηνή στο γήπεδο και στις κατάμεστες κερκίδες του.
Καθώς η συγγραφή του βιβλίου συνεχίζεται, φθάνει η στιγμή που το μυθιστορηματικό παρόν τέμνεται με την πραγματικότητα, για να συνεχίσει σε ένα ανατρεπτικό και απρόβλεπτο κλείσιμο.
Οι ερμηνείες, με ελεγμένη εσωτερικότητα, περιγράφουν την ερωτική έλξη με τρόπο εγκεφαλικό, τέτοιο, που το μοναδικό άγγιγμα- καταλύτης- για την αποκάλυψη του ενόχου, να προέλθει από μια τυχαία απροσεξία και το σπάσιμο ενός κουμπιού της μπλούζας, που αφήνει να φανεί μια χαραμάδα από το στήθος της Irene.
Παρά την μεγάλη διάρκεια, η ταινία δεν αφήνει κανένα περιθώριο χαλάρωσης και στο τέλος δημιουργεί την γλυκόπικρη αίσθηση ενός ταξιδιού, που έφθασε στο τέλος του, όπως όταν γυρνάει κανείς το τελευταίο φύλλο ενός αγαπημένου βιβλίου ή κλείνει μια βαριά, ξύλινη, στιβαρή πόρτα.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Ο Ούνι, η ζωή και η φιλία



Η ταινία «Ο Ούνι, η ζωή και η φιλία» του Murali Nair, που είδαμε στα Κυριακάτικα απογεύματα του κινηματογράφου Φιλίπ, έχει αυτό το χαρακτηριστικό. Μιλά για τα απλά, τα συνηθισμένα, τα καθημερινά, ενώ ταυτόχρονα πετυχαίνει να σκορπάει το οικουμενικό της μήνυμα στα πέρατα του πλανήτη. Η βαθύτερη ταύτιση του θεατή, παρά τις θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές του, με την ουσία της ανθρώπινης σκέψης, η ομοιογένεια στον πυρήνα των συμπεριφορολογικών αντιδράσεων, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα. Μακριά από επιμέρους οικονομικά συμφέροντα και άρρωστες μισαλλόδοξες θεωρήσεις, αυτό που στο τέλος μετράει, είναι η κοινή ρίζα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός στην επιφάνεια από τον δικό μας, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ίδιος, εικονογραφείται με λεπτομέρεια. Ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας όλες οι πτυχές του, αναλύεται χωρίς καλλωπισμούς και χωρίς υπερβολές, έτσι ώστε να αναδειχθεί ανόθευτη η ουσία. Οι άνθρωποι στο μικρό χωριό της νότιας Ινδίας μπορεί να έχουν διαφορετικό χρώμα δέρματος από το δικό μας, να προσεύχονται διαφορετικά, να τρώνε άλλα φαγητά και με άλλο τρόπο να είναι οι τουαλέτες τους διαφορετικές, όμως αυτό που μετράει είναι, πως αγαπούν, γελάνε, κλαίνε, ερωτεύονται και πεθαίνουν με τον ίδιο ακριβώς με εμάς τρόπο.

Η ταινία παρακολουθεί τον Ούνι, ένα παιδί μιας ευκατάστατης Ινδικής κάστας, κατά την διάρκεια μιας ολόκληρης σχολικής χρονιάς. Από την έναρξή της και την γνωριμία του με τους δάσκαλους και τους καινούργιους συμμαθητές του, μέχρι την τελική γιορτή του αποχαιρετισμού. Παρακολουθούμε σκηνές από την τάξη, από το σχολικό προαύλιο και από τα σπίτια των μαθητών. Πλάνα από τους δρόμους του μικρού χωριού, που αποτυπώνουν την πραγματική ζωή. Ο πατέρας του Ούνι λείπει για την δουλειά του στο εξωτερικό. Ο Ούνι δεν τον θυμόταν, όταν είχε φύγει. Έρχεται για λίγες μέρες, για να ξαναφύγει και πάλι. Ο Ούνι στο σχολείο κάνει παρέα με παιδιά λαϊκότερων τάξεων. Παρά τις αντιδράσεις της μητέρας του και της γιαγιάς του μπαίνει στα παιχνίδια τους, γνωρίζει τον τρόπο ζωής τους και τα προβλήματά τους. Παρατηρεί γύρω του τον κόσμο. Βλέπει, πως οι δάσκαλοι δεν έχουν την ίδια συμπεριφορά απέναντι στα πλούσια και στα φτωχά παιδιά. Κάποιοι δάσκαλοι πίσω από ένα προσωπείο αυστηρότητας κρύβουν ένα μικρό παιδί. Κάνουν την δική τους προσωπική, μικρή επανάσταση. Μέσα από τους καυγάδες, τις κουβέντες, τις σκανταλιές, την φαγουρόσκονη στην έδρα του δασκάλου, το ματάκι στις τουαλέτες των κοριτσιών, ανακαλύπτουν τον κόσμο. Βοηθά και το μάθημα της Βιολογίας με τις παραστάσεις των ανδρικών και των γυναικείων γεννητικών οργάνων και οι «επιστημονικές» επεξηγήσεις της υπέρβαρης καλοσυνάτης δασκάλας. Πέφτουν οι πρώτες ματιές στο κορίτσι με τα κοτσιδάκια του διπλανού θρανίου.

Όπως όλες οι ταινίες των Κυριακάτικων απογευμάτων στο Φιλίπ, που προβάλει το Νεανικό πλάνο, έτσι και η συγκεκριμένη ταινία του Murali Nair, παρόλο που απευθύνεται κυρίως σε παιδικό και εφηβικό κοινό έχει ένα χαρακτήρα πολύ ευρύτερο και αγγίζει τις καρδιές όλων. Μέσα από την γνωριμία, αυτού, που εμφανίζεται σαν ξένο και διαφορετικό, έρχεται η κατανόηση. Πράγμα σημαντικό στις σημερινές, δύσκολες μέρες.
Η προβολή έγινε προφανώς με μια παλιά κόπια και η εικόνα δεν ήταν και τόσο καθαρή. Όμως ο πολύ καλός ρυθμός, οι εξαιρετικές ερμηνείες των μικρών μαθητών, αλλά και όλων των ηθοποιών, βοήθησαν στο να μη σταθεί αυτό εμπόδιο στην παρακολούθηση.

Την ερχόμενη Κυριακή 25-4-2010, στις 16.00 και με εισιτήριο μόλις 2,5 ευρώ, θα προβληθεί η ταινία «Ο κόσμος της Σοφίας», σε σκηνοθεσία Erik Gustavson. Μια μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος του Jostein Gaarder. Ένα ταξίδι στον κόσμο της φιλοσοφίας από τα χρόνια των προσωκρατικών Ελλήνων φιλοσόφων, μέχρι τις μέρες μας. Όσο και αν η ταινία δεν μπορεί να αποδώσει με πιστότητα το μεγαλείο του βιβλίου, δεν παύει να αποτελεί μια πρώτης τάξεως γνωριμία με την σκέψη του μεγάλου συγγραφέα και τις σκέψεις όλων αυτών, που πραγματεύεται στο έργο του.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Προσκύνημα στη Λούρδη-Lourdes


Τι είναι ακριβώς θαύμα; Είναι η παρέκκλιση και η καταστρατήγηση των φυσικών νόμων, από την μεριά του Θεού, για χάρη ενός ανθρώπου, μιας ομάδας ανθρώπων ή και ενός ολόκληρου λαού; Είναι αυτό που χρειάζεται η θρησκευτική πίστη, για να τονωθεί ή είναι το αποτέλεσμα της ίδιας της θρησκευτικής πίστης;
Η Αυστριακή σκηνοθέτης Jessica Hausner με την ταινία της “Lourdes” (Προσκύνημα στην Λούρδη) δεν επιχειρεί να δώσει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Καταγράφει απλώς την στάση μιας ομάδας ανθρώπων, πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μιας ομάδας ανθρώπων, που αποτελούμενη από άτομα με διαφορετική αφετηριακή βάση, τολμούν να προσεγγίσουν το «Θείον», το καθένα από αυτά με τον προσωπικό του τρόπο, με την δική του, την ιδιαίτερη αντίληψη για την ζωή.
Όλα διαδραματίζονται κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού-προσκυνήματος στο μοναστήρι της Λούρδης. Μέσα στα πλαίσια του θρησκευτικού τουρισμού, οι άνθρωποι με σωματικά κυρίως προβλήματα, οι συνοδοί τους και το προσωπικό της εταιρείας που διοργανώνει την εκδρομή, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της σκηνοθέτιδας, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί ο εγωιστικός τρόπος με τον οποίο γίνεται το πλησίασμα σε κάποια Υπέρτατη Δύναμη. Σε μια πρώτη και λανθασμένη, κατά την γνώμη μου, ανάγνωση ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με την εκκλησιαστική υποκρισία. Η Jessica Hausner ξεμπερδεύει εύκολα και γρήγορα από αυτό, τοποθετώντας στο ίδιο πλάνο το άγαλμα της Παναγίας και το μαγαζάκι που πουλάει τα σουβενίρ. Το θέμα δεν είναι η βιομηχανία που έχει στηθεί πάνω στον πόνο, στην αγωνία και στην ελπίδα, αλλά μια περισσότερο ανθρωποκεντρική θεώρηση. Το θέμα δεν είναι τι ζητά η πίστη από τους πιστούς, αλλά τι ζητούν οι πιστοί από την πίστη. Η σκηνοθετική άποψη ξεπερνά κατά πολύ την σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογισμό και στην υπέρβαση. Η ίδια η Θεϊκή Δύναμη δοκιμάζεται μπροστά στην ανθρώπινη αμφιβολία. Ο Θεός έχει την τάση να κρύβεται και ο άνθρωπος έχει την τάση να προσπαθεί να τον βγάλει στην επιφάνεια. Τα λογίδρια, που παπαγαλίζουν οι αδελφές του ελέους και ο ιερέας του γκρουπ, για να απαντήσουν στα ερωτήματα, μοιάζουν βγαλμένα μέσα από συρτάρια. Απονευρωμένες κουβέντες, στοχευμένες στην περιφέρεια, αφήνοντας ανέπαφο τον πυρήνα. Τα πλάνα επικεντρώνουν επάνω στα βλέμματα και στις κινήσεις. Ανεπαίσθητοι μορφασμοί, επιτηδευμένες στροφές του κεφαλιού, συμπεριφορές, που «κλειδώνει» επάνω τους ο φακός, όπως όταν κάποιος αισθάνεται ασφαλής μέσα στον μικρόκοσμό του. Σαν το δάχτυλο, που βάζει στην μύτη ο οδηγός του αυτοκινήτου, νομίζοντας πως είναι μόνος του. Και ανάμεσα σε όλα αυτά η ζωή που σιγοβράζει από κάτω. Ο έρωτας, η σωματική έλξη, ο κινητήριος μοχλός του σύμπαντος, η ακατανίκητη δύναμη που ψάχνει να βρει μια χαραμάδα ανάμεσα από την αρρώστια, για να ξεπεταχτεί, σαν ατίθασο αγριολούλουδο.
Με τα μάτια καρφωμένα πάνω στην Christine (Sylvie Testud), την τετραπληγική ηρωϊδα και τον επαγγελματικά άψογα οργανωμένο περίγυρό της, βυθιζόμαστε για δυο περίπου ώρες σε ένα κόσμο τυπολατρείας. Πετυχαίνουμε να βρεθούμε στην θέση μιας τρίτης εξωτερικής ματιάς, ικανής να αποκαλύψει τις στρεβλώσεις που αναπτύσσονται, όταν η προσωπική συμμετοχή στα δρώμενα αλλοιώνει το οπτικό πεδίο.