Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

From what is before-Mula sa kung ano ang noon

Ένα κοντσέρτο στην βροχή, η επική- και όχι μόνο λόγω διάρκειας -ταινία του Lav Diaz, “From what is before” (Απ’ ότι ήταν πριν)( Mula sa kung ano ang noon), ξεκινάει με ένα larghissimo,  ένα πολύ πολύ αργό πρώτο μέρος, όπου ο θεατής κατατοπίζεται για το περιβάλλον και τους χαρακτήρες, ακολουθεί ένα σχετικά γρήγορο δεύτερο μέρος που περιλαμβάνει, ότι τέλος πάντων μπορεί να θεωρηθεί ως δράση για μια τέτοιου είδους ταινία και τελειώνει με ένα andante moderato, εκεί όπου οι πολιτικές εξελίξεις, το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο αφήνουν τα ίχνη τους στους κατοίκους του απομονωμένου χωριού, που είναι χαμένο κάπου στο δάσος και στην λάσπη της Φιλιππινέζικης  επαρχίας.
Μια μουσική εισαγωγή για μια ταινία 338 λεπτών, όπου δεν υπάρχει soundtrack έξω από τον ήχο της βροχής, των κεραυνών, του αέρα, των ζώων και των πουλιών, τα βήματα των ανθρώπων πάνω στους νερόλακκους και στην λάσπη, τις άναρθρες κραυγές της διανοητικά ανάπηρης Joselina, τις βιαστικές, τρομαγμένες  κουβέντες των υπολοίπων, τα λόγια του παπά και τις διαταγές του επικεφαλής του στρατιωτικού αποσπάσματος, που έρχεται μαζί με τους παραστρατιωτικούς να εφαρμόσει τον στρατιωτικό νόμο, που επέβαλε στην χώρα ο Φερδινάνδο Μάρκος το 1972.
Μικρές καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες ενταγμένες στο συνολικό κλίμα της εποχής. Μια σειρά από παράξενα γεγονότα διαταράσσουν την ζωή των χωρικών, που είναι ένας διαρκής αγώνας για την επιβίωση, μέσα σε  αντίξοες καιρικές συνθήκες. Μια ασταθής ισορροπία ανάμεσα στις παλιές θρησκευτικές λατρευτικές δοξασίες και στον εγκαθιδρυμένο χριστιανισμό, μια έρπουσα τρομοκρατία που κρατά μυαλά και στόματα σφραγισμένα.
Ο Lav Diaz επί πεντέμισι ώρες δεν βάζει την κάμερα ποτέ δεύτερη φορά στο ίδιο σημείο. Με εκατοντάδες διαφορετικά πλάνα ακολουθεί τους πρωταγωνιστές σε όλες τους τις δραστηριότητες, αλλά κάθε φορά από διαφορετική οπτική γωνία.   Δυνατή ασπρόμαυρη φωτογραφία, κάθε εικόνα είναι χτισμένη με απίστευτη λεπτομέρεια. Δεν υπάρχουν καθόλου κοντινά πλάνα. Οι χαρακτήρες ανήκουν αποκλειστικά στο περιβάλλον που βρίσκονται, δεν ενδιαφέρουν τα ατομικά χαρακτηριστικά τους. Μακρινά πλάνα, όπου οι άνθρωποι εμφανίζονται, πλησιάζουν και χάνονται χωρίς να φαίνεται  με λεπτομέρειες το πρόσωπο. Μεσαία πλάνα όταν κουβεντιάζουν, δουλεύουν ξεκουράζονται, περισσότερο ενδιαφέρει το πλαίσιο. Οι κορμοί των δένδρων, οι καλαμιές, οι βράχοι, ο αφρός των κυμάτων δομικά στοιχεία των τέλειων φωτογραφικών κάδρων.
Το πώς είναι φτιαγμένα τα σπίτια, η εργασία στην ύπαιθρο, η εκκλησία, τα φαγητά, οι συζητήσεις, οι δεισιδαιμονίες,  το μοιρολόι της μάνας,  θα μπορούσαν να είναι για τον δυτικό θεατή μια ευκαιρία εξοικείωσης με μια μακρινή κουλτούρα, όμως είναι τόσο υποβλητική η εικόνα και τόσο τραγικά τα γεγονότα που περιγράφονται,  που κάθε τέτοια σκέψη πέφτει στο κενό.

Όταν ένας δημιουργός έχει να αναπτύξει ένα ενδιαφέρον θέμα που χρειάζεται τον χρόνο του, η μεγάλη διάρκεια δεν αποτελεί κανένα πρόβλημα. Η ταινία βλέπεται ξεκούραστα με δυο δεκάλεπτα διαλείμματα. Ένα ακόμα αριστούργημα από το 8ο φεστιβάλ πρωτοποριακού κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Ουίσκι με βότκα-Whisky mit Vodka

Ο Andreas Dresen δεν είναι άγνωστος στο πιστό κοινό της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης- που ξεκίνησε και φέτος τις προβολές, εμπλουτισμένες μάλιστα και με μουσική πριν την ταινία-αφού πέρσι είχαμε απολαύσει το «Καλοκαίρι στο Βερολίνο», μια σύγχρονη ταινία προβληματισμού πάνω στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων μέσα στις απρόσωπες μεγαλουπόλεις.
Το “Whisky mit Wodka” (Ουίσκι με Βότκα) κινείται σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια, διατηρεί όμως και αυτό την άρτια κινηματογραφική αφήγηση, όπως και το προηγούμενο. Χωρίς να είναι κωμωδία, διακωμωδεί τον κόσμο του κινηματογράφου μέσα από τον κινηματογράφο.
Όσοι έχουν ασχοληθεί, έστω και ελάχιστα με την παραγωγή ταινιών, θα γνωρίζουν ότι πολλές φορές τα backstage video και οι φωτογραφίες μπορούν να δώσουν ένα αποτέλεσμα, που αν όχι να ξεπερνά, τουλάχιστον να μπορεί να σταθεί ισότιμα με το τελικό αποτέλεσμα, την  ίδια την ταινία, ακριβώς γιατί διατηρεί τον αυθορμητισμό του ανεπεξέργαστου. Πόσο μάλλον εδώ, που έχουμε να κάνουμε με ένα επεξεργασμένο-ανεπεξέργαστο.
Η κινηματογραφική κάμερα κινηματογραφεί τον εαυτό της, να κινηματογραφεί μια ταινία του 1920, με τον τίτλο «Τάνγκο για τρεις», όπου ο  πρωταγωνιστής, ο βετεράνος  ηθοποιός Otto Kullberg (Henry Hübchen) έχει δεσμό με την μάνα, που υποδύεται η ηθοποιός Bettina Mall (Corinna Harfouch) και την κόρη της, που υποδύεται η ηθοποιός Heike Marten (Valery Tscheplanowa), ταυτόχρονα. Στο γύρισμα μιας σκηνής, ο Otto, καταρρέει από το μεθύσι και η παραγωγή αποφασίζει να προσλάβει ένα νέο ηθοποιό, τον Arno Runge (Markus Hering) για τον ίδιο ρόλο,  για να γυρίσει και δεύτερη φορά τις  ίδιες σκηνές, σε περίπτωση που το «αστέρι» δεν καταφέρει να ολοκληρώσει το έργο.
Πάνω σε αυτό το μυθιστορηματικό χαλί παρακολουθούμε την ζωή κατά την διάρκεια των γυρισμάτων στον κινηματογραφικό «καταυλισμό». Ο σκηνοθέτης της ταινίας που γυρίζεται, o Martin Telleck (Sylvester Groth), έχει δεσμό με την Bettina, την ηθοποιό που υποδύεται την μητέρα, η οποία με της σειρά της είχε δεσμό (και συνεχίζει να έχει περιστασιακά) με τον Otto, στον οποίο την πέφτει κάθε θηλυκό που τον πλησιάζει σε ακτίνα χιλιομέτρου. Ο Arno, ο αντικαταστάτης ηθοποιός, την πέφτει στην Bettina, στην κινηματογραφική της κόρη, την Heike,  και την βοηθό σκηνοθέτη, ενώ η βοηθός σκηνοθέτη την πέφτει στον κάμεραμαν, που όμως είναι ερωτευμένος με την Heike. Για να μην μακρηγορούμε κάτι, σαν το «Που βαδίζουμε κύριοι;» του Λουκιανού Κηλαηδόνη.
Η ταινία κυλάει, σαν ένα “bras de fer” ανάμεσα στον ηλικιωμένο και στον νέο ηθοποιό, μέχρι την τελευταία κρίσιμη στιγμή, όπου γίνεται ανακωχή πάνω από δυο μπουκάλια δυνατών αλκοολούχων ποτών. Ο Arno με καταγωγή από την πρώην Ανατολική Γερμανία επιλέγει να μεθύσει με ουίσκι, ενώ ο καταξιωμένος Otto (ίνδαλμα των δυτικών blockbusters) το κάνει με βότκα.
Ίσως ένα ασχολίαστο κλείσιμο του ματιού με πολιτικές προεκτάσεις, από τον Andreas Dresen, σε μια ταινία που δεν διεκδικεί φυσικά δάφνες πρωτοτυπίας, όμως χάρη στον πολύ καλό ρυθμό της και στην ικανοποιητική ανάπτυξη των χαρακτήρων της, κερδίζει τον θεατή.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές η συνέντευξη τύπου του σκηνοθέτη Martin Telleck και του Otto Kullberg στους δημοσιογράφους και πως αυτοί ξεφεύγουν από τις σκληρές και δύσκολες ερωτήσεις τους, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον "θαυμαστό" κόσμο της showbiz. Λίγο βαρετό το υπέροχο, αλλά χιλιοπαιγμένο tango Por una cabeza” το soundtrack της υπό κατασκευή ταινίας. 

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Ida

Η ταινία “Ida”, (2013) του Pawel Pawlikowski, έρχεται σε μια δύσκολη στιγμή, με την άνοδο του ακροδεξιού εξτρεμισμού να  απασχολεί το σύνολο της Ευρώπης, καθώς η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει και το πολιτικό σύστημα- με την φύσει ανικανότητα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και την διαφθορά της σοσιαλδημοκρατίας- να μην μπορεί να προβάλλει αξιόπιστη αντίσταση.
Η ταινία πραγματεύεται ένα θέμα ταμπού,  το οποίο απωθήθηκε από όλες τις κοινωνίες που επέζησαν της ναζιστικής κατοχής, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, κατά ένα μέρος, στην Τελική Λύση, στο πρόγραμμα βιομηχανικής εξόντωσης των- κατά τους ναζί –«κατώτερων» φυλετικά ανθρώπων.
Στην Πολωνία των αρχών της δεκαετίας του ’60, μια αλκοολική δικαστής, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, ο φόβος και το τρόμος των αντικαθεστωτικών, με το ψευδώνυμο «η κόκκινη Wanda» (Agata Kulesza),  πληροφορεί την δεκαοκτάχρονη δόκιμη μοναχή και ανιψιά της, Anna (Agata  Trzebuchowska), την οποία βλέπει για πρώτη φορά, ότι το πραγματικό της όνομα είναι Ida, ότι είναι εβραία και ότι είναι κόρη της αδικοχαμένης αδελφής της.
Οι δυο γυναίκες, με αυτούς τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες, κινούνται παράλληλα στην ομιχλώδη Πολωνική επαρχία, γυρνώντας στο παρελθόν, μέσα από τις σκόρπιες αποκαλύψεις ένοχα κρυμμένων μυστικών, για να έρθουν αντιμέτωπες με μια πραγματικότητα, που θα αλλάξει και για τις δυο, τον τρόπο θέασης του κόσμου. Δυο ανθρώπινα ερείπια, που επέζησαν της φρίκης και συνεχίζουν να ζουν σε μια κοινωνία αποκλεισμένη, γεμάτη αδιέξοδα, με την ελπίδα της «Αλληλεγγύης» να αργεί ακόμα να χαράξει. Η καθεμιά έχει βρει το δικό της υποκατάστατο, το δικό της ψυχολογικό δεκανίκι.  Κινούνται παράλληλα στην εφαπτομένη γραμμή του παρόντος, η μια με ένα εφιαλτικό παρελθόν και ένα ανύπαρκτο μέλλον και η άλλη έχοντας απλώς επιβιώσει, να βλέπει το μέλλον να φαντάζει μπροστά της, σαν εφιάλτης.
Η ασπρόμαυρη, πεντακάθαρη, σχεδόν τετράγωνη, λεπτομερής φωτογραφία, αποτυπώνει το κλίμα της εποχής, σενάριο σύντομο και περιεκτικό, η αφήγηση γίνεται αποκλειστικά με σκηνοθετικά περάσματα.  Μεγαλειώδεις κινηματογραφικές στιγμές, με την κάμερα να «ανατέμνει» την μοναστηριακή ζωή, μέσα σε ελάχιστα πλάνα,  την «έξοδο» της θείας- της εκπληκτικής Agata Kulesza-  από το παράθυρο,  τις σκηνές στο λόμπυ του παρακμιακού ξενοδοχείου, σήμα κατατεθέν της- «σοσιαλιστικής» κοπής- μιζέριας.

Ώριμος, σύγχρονος, πολιτικός, Πολωνικός κινηματογράφος με άποψη.