Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Attenberg


Η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, “Attenberg”, έρχεται να προσθέσει ένα προσωπικό, ιδιαίτερο στυλ, σε αυτό το είδος κινηματογράφου, που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε αλληγορικό ή κινηματογράφο με συμβολισμούς. Ίσως ξενίσει τους θεατές, που μπαίνουν στην αίθουσα προετοιμασμένοι για δουν και να ακούσουν μια ιστορία. Κάποιες σκηνές αλλόκοτες, ίσως φανούν ξεκάρφωτες, αν δεν μπορέσει κάποιος να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα της σκηνοθεσίας. Όμως οι απαντήσεις υπάρχουν και είναι διαρκώς παρούσες από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό της προβολής και αυτός κυρίως είναι ο λόγος, που κάποια από τα σχόλια που ακούγονταν από την αίθουσα, ηχούσαν στα αυτιά μου, όχι απλώς ενοχλητικά, αλλά και άκαιρα.
Έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια να αποδοθούν καλλιτεχνικά, οι συνέπειες της στρεβλής ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας. Οι συνέπειες στην φύση, στο περιβάλλον και στους ανθρώπους. Ο πατέρας (Βαγγέλης Μουρίκης), ετοιμοθάνατος από κάποια εκφυλιστική ασθένεια, ήταν μηχανικός της γαλλικής εταιρείας Πεσινέ στα Άσπρα σπίτια. Μια φύση που βιάζεται, από την παρουσία και της δραστηριότητες των ανθρώπων επάνω της. Ο καρπός αυτής της παρά φύση ένωσης, μια κόρη (Ariane Labed), η κόρη του. Μια επόμενη γενιά σε πλήρη αναντιστοιχία με το περιβάλλον, προσπαθεί να βρει τα δικά της πατήματα. Παλεύει με τα ένστικτά της, ψάχνει, γυρεύει απαντήσεις, για οτιδήποτε φαντάζει φυσιολογικό, αλλά έχει χάσει την αυθεντικότητα του. Μέσα από αποστεωμένα ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση, από πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά της, αποκομμένες από την πραγματικότητα, από μια φίλη (Ευαγγελία Ράντου) το ίδιο «άρρωστη» με το αρρωστημένο περιβάλλον στο οποίο ζουν. Η χαρά του έρωτα προσπαθεί να βιωθεί, μέσα από εγκεφαλικές λειτουργίες, ένας συνδυασμός ενοχών, καταπιεσμένων ενστίκτων, αποξένωσης και περιέργειας. Όλα μαρτυρούν το ξέκομμα του ανθρώπου από την ροή ενέργειας της φύσης προς αυτόν και την δημιουργία ενός υβριδίου, που είναι ανήμπορο να αισθανθεί. Ο βιολογικός μηχανισμός κουρδίζεται ξανά μέσα από τυφλές απόπειρες. Στο πρόσωπο ενός καινούργιου μηχανικού της εταιρείας (Γιώργος Λάνθιμος), που στέκεται με απορία απέναντι στο περιβαλλοντικό έκτρωμα, εκφράζονται οι νέες απόψεις και ίσως οι προσδοκίες για ένα μέλλον καλύτερο.
Η μουντή ατμόσφαιρα της παραθαλάσσιας πολιτείας με τα ομοιόμορφα σπίτια και κτίρια. Το εργοστάσιο, τα φορτηγά, οι γερανοί, οι πελώριες σιδερένιες σκαλωσιές. Οι άνθρωποι μιμούνται τις κινήσεις των ζώων. Ψάχνουν την ανθρωπιά, βουτώντας στο ζωικό βασίλειο. Βλέπουν τον θάνατο με φρίκη, διστάζουν να παραδώσουν το σώμα τους στην γη, γιατί έχουν χάσει την επαφή μαζί της.
Η ταινία καταφέρνει να εκφράσει με ποιητικό τρόπο, όλη αυτή τη περιβαλλοντική και ανθρώπινη κατρακύλα, αναδεικνύοντας με εξαιρετικό τρόπο εικόνες παρακμής και εγκατάλειψης, απομεινάρια μιας σχέσης λαβωμένης, που πασχίζει ψηλαφητά να ξανακερδηθεί.

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Η γοητεία του σκαντζόχοιρου-The hedgehog


Μια τρυφερή γαλλική ταινία της Mona Achache, που με πρόσχημα τις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων, που ζουν σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, καταφέρνει να πει κάποιες σκληρές αλήθειες. Από την μια μεριά, υπάρχουν οι άνθρωποι που πατούν στα πόδια τους, που ζουν την ζωή τους χωρίς δεύτερες σκέψεις. Ο κόσμος τους, αυτός που βλέπουν γύρω τους. Οι αντιφάσεις της ζωής γεννούν μέσα τους συμπεριφορές ατομιστικές και ψυχαναγκασμούς, ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Φαίνεται, πως έχουν το πάνω χέρι, γιατί ο τρόπος ζωής έχει φτιαχτεί καθ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Από την άλλη μεριά ‘οι εκτός των τειχών’. Αυτοί, που γαντζώνονται από την τέχνη. Ζουν παράλληλα με τους πρώτους. Μέσα στον ιδεατό κόσμο που χτίζουν, κάθε επαφή με την πραγματικότητα δημιουργεί κραδασμούς επώδυνους.
Η μικρή Paloma (Garance le Guillermic) είναι μια από τους δεύτερους. Ένα κορίτσι με εξαιρετικό δείκτη ευφυΐας, που σχεδιάζει να αυτοκτονήσει. Η προοπτική μια ζωής μίζερης, σαν και αυτή που βλέπει να ανοίγεται μπροστά της, την αφήνει αδιάφορη. Βιντεοσκοπεί διαρκώς τους γύρω της. Σχεδιάζει σκίτσα, αλλά κυρίως κρύβεται και απομονώνεται, από ότι την ενοχλεί. Τον αριβίστα πατέρα της, την νευρωτική μητέρα και την κακομαθημένη αδελφή. Έπειτα η θυρωρός της πολυκατοικίας, η Renee (Josiane Balasco), έχει την δική της απάντηση. Παραμελεί το εαυτό της. Σηκώνει ανάμεσα της και στους ενοίκους ένα φράχτη προστασίας. Κλείνεται στο πίσω δωμάτιο του διαμερίσματός της, στην βιβλιοθήκη της και χάνεται στον δικό της κόσμο. Τέλος ο καινούργιος ένοικος της πολυκατοικίας, ο ιάπωνας Kakuro Ozu (Togo Igawa), ένας καλλιεργημένος κοσμοπολίτης, δείχνει πως έχει τον τρόπο να κάνει την διαφορά. Με τον αέρα μιας κουλτούρας εξωτικής, μπορεί να διακρίνει την ποιότητα, χωρίς να χάνεται σε ανώφελους αυτοπεριορισμούς. «Υπηρετεί» μια ζωή με αξίες, γιατί ξέρει το σημαντικό. Η ανωτερότητά του τον προστατεύει, γιατί δεν τον αφήνει να φθαρεί ανάμεσα στην πεζότητα, που τον περιβάλλει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όπως φαίνεται, έχει και την δύναμη να τραβήξει και τους ομοίους του.
Η ταινία, ως επί το πλείστον, γυρισμένη μέσα σε μια πολυκατοικία. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέσα στα διαμερίσματα και στο κλιμακοστάσιο. Παρά την στενότητα του χώρου ή ίσως και χάρη σε αυτήν οι χαρακτήρες κινούνται ελάχιστα. Η επικοινωνία, οι καθημερινοί διάλογοι ακούγονται σαν υπόκρουση. Τα μηνύματα φτάνουν στο θεατή ανεπαίσθητα. Αν και μιλάμε για μια ταινία σύγχρονη, σε πραγματικό χρόνο, η σκηνοθέτης διαλέγει τον καλύτερο τρόπο για να μεταδώσει τις σκέψεις της, ακόμα και με άλματα εξωπραγματικά. Το χρυσόψαρο της γυάλας, που μισοπεθαμένο πετιέται από την Paloma στην λεκάνη της τουαλέτας του διαμερίσματός της, βρίσκεται ζωντανό μέσα στην λεκάνη της τουαλέτας της θυρωρού.
Εκτός από την καταπληκτική ερμηνεία της Josiane Balasko, εξαιρετικά λειτουργική και η μουσική του Gabriel Yared. Τελικά, πρόκειται για μια ταινία, που μέχρι το τελευταίο λεπτό της στέκεται απέναντι στην υποκρισία των ανθρώπινων επαφών, ενώ ταυτόχρονα υμνεί την μοναδικότητα, όπου κανείς μπορεί να την συναντήσει στην ζωή.