Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Το πρόσωπο της ομίχλης


Το σκηνικό, τα δυτικά σύνορα της Ρωσίας το 1942. Ένα απομονωμένο χωριό και το δάσος που το περιβάλλει. Αυτό το δάσος που είναι και ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας του Sergei Loznitsa. Μια απλή ιστορία, από αυτές που διηγούνται καταστάσεις κατά την διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πολέμου, στις χώρες με γερμανική κατοχή. Τα στρατεύματα κατοχής, οι συνεργάτες των ναζί, και η αντίσταση, από την μια μεριά, δηλαδή, λίγο έως πολύ ένοπλα τμήματα και από την άλλη οι κάτοικοι της περιοχής, χωρίς όπλα, το ντεκόρ πάνω στο οποίο σχεδιάζουν οι παραπάνω συντελεστές.. Οι ήχοι της ταινίας είναι μονάχα ο άνεμος, οι φωνές των ανθρώπων και των πουλιών, τα βήματα πάνω στα ξερά φύλλα και οι εκπυρσοκροτήσεις από τα όπλα. Η ομίχλη, που τους καταπίνει όλους μέσα της.
Το τοπίο για τον σκηνοθέτη δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο μια φυλακή με κορμούς, αντί για κάγκελα. Ο φακός κεντράρει συνεχώς πάνω στα πρόσωπα, προσπαθώντας να αποκαλύψει τα συναισθήματα τους. Το κύριο συναίσθημα τους  είναι ο φόβος. Ένα παιγνίδι με τις σκιές, καθώς η ταινία παρακολουθεί κατά βάση την ζωή τριών ανδρών, σε ένα μικρό οδοιπορικό και παράλληλα με φλας μπακ διηγείται τα γεγονότα, που τους οδήγησαν ως εκεί.
Μια ψυχολογική προσέγγιση των διαφορετικών τρόπων αντιμετώπισης καταστάσεων κρίσης, ανάλογα με τις ηθικές αξίες του καθενός, ανάλογα με την ένταξη του στην κοινωνία και ανάλογα με τον βαθμό ενδοτικότητας, που εμφανίζει, όταν διακυβεύεται η ίδια του η ζωή.
Ο σκηνοθέτης προτείνει ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στον άνθρωπο θύτη και στον άνθρωπο θύμα και κάνει ηθελημένες θρησκευτικές παραπομπές.
Σίγουρα, δεν συγκρίνεται με τo αριστούργημα  «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» του Andrei Tarkovski, ούτε το «Η άλλη όχθη» του George Ovashvili. Όμως με δυνατό σημείο τις εκπληκτικές ερμηνείες των ηθοποιών και την προσεγμένη ανάλυση των κεντρικών χαρακτήρων, πετυχαίνει αυτό που είναι και το ζητούμενο στον κινηματογράφο. Να αφηγηθεί με άξονα την εικόνα. Η έλλειψη μουσικής υποδηλώνει και αναδεικνύει περισσότερο αυτήν την διάσταση.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

La cámara oscura

Μια προβολή από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης


Η αργεντίνικη ταινία “La cámara oscura” της María Victoria Menis ξεκινάει με τον γιο της Gertrudis (Mirta Bogdasarian), να ψάχνει την μητέρα του μέσα σε ένα σπίτι ακατάστατο, με το τραπέζι γεμάτο από τα αποφάγια της προηγούμενης νύχτας και ξεκινάει ένα φλας μπακ στην ζωή της πρωταγωνίστριας, από την γέννησή της μέχρι το πρωινό που μόλις ξημέρωσε.

Μια τρυφερή αφήγηση με ωραία πλάνα, συνδυασμός ταινίας, κινούμενου σχεδίου και φωτογραφίας. Πολλές φορές η κοινωνική αποδοχή έχει να κάνει με αόρατους κανόνες και απαιτεί από το άτομο πολύπλοκες ασκήσεις ισορροπίας, μέχρι να μπορέσει να ενταχθεί στο σύνολο. Για κάποιους αυτό είναι τόσο δύσκολο, που τα παρατάνε και αφήνουν στους άλλους το επάνω χέρι, παίρνοντας τον ρόλο του «ανύπαρκτου», χτίζοντας ένα προσωπικό φράχτη ή ένα σκοτεινό θάλαμο, από την χαραμάδα του οποίου όμως, μπορεί κάποια στιγμή να εισχωρήσει μια αχτίδα ζωής.

Η «ασχήμια» της Γερτρούδης, αυτό το εκ γενετής μειονέκτημα, γίνεται η αιτία για μια φιλοσοφική αναζήτηση σχετικά με την πρόσληψη της εικόνας από το ανθρώπινο μάτι και την επεξεργασία της από τον εγκέφαλο. Το όμορφο, το άσχημο, το αποδεκτό, το απαράδεκτο δεν έχει σχέση με τον πομπό, αλλά με τον δέκτη.

Όταν ο κόσμος περνάει μέσα από την φρίκη των πολέμων, όταν η δύναμη του κακού συμπαρασύρει στον όλεθρο και ξεριζώνει όλες τις ανθρώπινες αξίες, η τέχνη είναι παρούσα, για να «ανασκευάσει» την αρμονία, την τάξη, την μελωδία και  την ομοιοκαταληξία, βάζοντας καινούργιους κανόνες, τους μη-κανόνες.

Η Γερτρούδη πέρασε, εξ’ αιτίας της ασχήμιας της, ολόκληρη την ζωή της στην σκιά των γονιών της, των αδελφών της, των συμμαθητών της, του άνδρα της και των παιδιών της. Χρειάστηκε η ματιά του Jean Baptiste (Patric Dell´Isola) για να «ξύσει» από πάνω της τις συμβάσεις της κατατρεγμένης της γενιάς και για να την παραδώσει γυμνή και ελεύθερη εκεί που ανήκει. Στον έρωτα!

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους ταξιδεύει


Το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους ταξιδεύει…

Από την ΚινηματογραφικήΛέσχη Πεύκης με  2 ευρώ το εισιτήριο και μόνο για τα μέλη της δωρεάν, προβλήθηκαν την Κυριακή 4 Μαρτίου, δεκαέξι ταινίες μικρού μήκους, που συμμετείχαν στο 35ο φεστιβάλ ελληνικών ταινιών μικρού μήκους Δράμας (18ο διεθνές φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας), όλες με κάποιο βραβείο ή τιμητική διάκριση στις αποσκευές τους. Πρόκειται για ταινίες νέων και πολλά υποσχόμενων δημιουργών. Αυτές οι ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού δίνουν την ευκαιρία να «οπτικοποιηθεί» η σύλληψη της ιδέας του σκηνοθέτη και να περάσει με ταχύτητα στον θεατή. Είναι ένας δίαυλος άμεσης επικοινωνίας και είναι κρίμα που στις αίθουσες, σπανίως  αποφασίζουν να προβάλλουν μαζί με το πρόγραμμα της εβδομαδιαίας προβολής και τουλάχιστον μια ταινία μικρού μήκους.

Από το σύνολο και για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, ξεχωρίσαμε:

Το “Evergreen” της Ιφιγένειας Κοτσώνη, μια αλληγορία επιστημονικής φαντασίας, που λαμβάνει χώρα σε ένα προϊστορικό χωριό…κάπου στο μέλλον.

Το “Nobody´s perfect” της Δέσποινας Καβύρη και του Γιώργου Μαντζουρανίδη, μια ασπρόμαυρη και πολύ στυλιζαρισμένη περιγραφή της διαπλοκής στα χωράφια της τέταρτης εξουσίας, με έντονα γυναικείο άρωμα.

Το «11:50» του Στυλιανού Κωνσταντίνου, μια φιλοσοφική προσέγγιση της σχετικότητας του χρόνου, με τον εξαιρετικό Αντώνη Κατσαρή, στον ρόλο του ταριχευτή.

Το “The mirror of lord Patschog” της Ελίνας Πάνικ, μια πραγματεία υπαρξιακή, για το πώς βλέπει κάποιος τον εαυτό του μέσα από τα μάτια των άλλων. Αριστοτεχνικός χειρισμός της κάμερας απέναντι από τους καθρέφτες και αριστουργηματική φωτογραφία.

Το «Καθαρό ραδιόφωνο» του Γιώργου Τελτζίδη, μόνο για το θέμα του, την προβολή της θεραπευτικής κοινότητας Στροφή.

Το “Eight minute deadline” της Ζίνας Παπαδοπούλου και του Πέτρου Παπαδόπουλου, μια μίξη κινούμενου σχεδίου και ηθοποιών, ένα θρίλερ χρόνου, με την συγκλονιστική μουσική του Γρηγόρη Γρηγορόπουλου.

Το «Τσέλσι-Μπαρτσελόνα» του Αλέξανδρου Χαντζή, μια καθημερινή αφήγηση για την μοναξιά, τα αδιέξοδα, την έλλειψη επικοινωνίας, μέσα σε ένα κόσμο που είναι δυνητικά φτιαγμένος για να τα παρέχει όλα ή τίποτα.

Το κινούμενο σχέδιο «Η πηγή της νιότης» του Παναγιώτη Ράππα, βασισμένο στο διήγημα του Λευκάδου Χερν-Κοϊζούμι Γιακούμο, γιατί πάντα μας συναρπάζει το γιαπωνέζικο παραμύθι με την αλληγορία του.

Και τέλος

Το “Ghost in the machine” του Oliver Krimpas με ήρωα ένα τρακτέρ που ερωτεύεται την παχύσαρκη κόρη του αφεντικού του.

Είναι πραγματικά λυπηρό γεγονός, η χαμηλή συμμετοχή θεατών σε τέτοιες προσπάθειες προβολής ποιοτικού κινηματογράφου.