Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

City Lights-Τα φώτα της πόλης

Η πιο άρτια ίσως σκηνοθετικά ταινία του Charlie Chaplin,  το “City lights” (Τα φώτα της πόλης), προβλήθηκε στον κινηματογράφο Τριανόν, με τον Χρήστο Οικονομίδη στο πιάνο.
Κοινωνική κριτική, λυρισμός, ένα ατελείωτο πανηγύρι συναισθημάτων, εναλλασσόμενης διάθεσης, από το δάκρυ στο γέλιο, σε μια ταινία που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε, σαν μια συμφωνία εικόνων. Πάνω στα κύρια και ιδιοφυή θεματικά μοτίβα, από την μια μεριά  τον αγνό πλατωνικό έρωτα του άφραγκου αλητάκου για την τυφλή πωλήτρια λουλουδιών και από την άλλη, την σχέση του με τον πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία, ο οποίος πάνω στο μεθύσι του γίνεται εγκάρδιος και γαλαντόμος και όντας ξεμέθυστος αδιάφορος και εχθρικός,  χτίζεται με την ανάλυσή τους, με την επεξεργασία τους και με την προσθήκη αρκετών δευτερευόντων, αλλά εξ’ ίσου λειτουργικών, ενδιαφερόντων και κωμικών επινοήσεων, η πλοκή του έργου. Από το εισαγωγικό πλάνο, που τον βρίσκουμε να κοιμάται πάνω στο μεγαλεπήβολο άγαλμα, κατά την διάρκεια των αποκαλυπτηρίων, μπροστά στους επισήμους και στο κοινό, έως το τρελό οδήγημα στους δρόμους της πόλης και την σκηνή στον αγώνα της πάλης, ενάντια στον κατά πολύ δυνατότερο αντίπαλο, μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην γλυκύτητα, στην ανθρωπιά  και στην απλότητα, κόντρα στον καθωσπρεπισμό, στον ανερμάτιστο πλούτο, στην κάθε λογής παράλογη εξουσία.

Όπως διαβάζουμε και όπως ειπώθηκε και στην εισαγωγική ομιλία, ο Charlie Chaplin επέμεινε να γυριστεί  βωβή η ταινία, παρόλο που το 1931 είχε ήδη εισαχθεί ο ήχος στον κινηματογράφο.  Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά να κλείνει το μάτι σε ότι έχει να κάνει με την πρόσληψη από τον θεατή μονάχα της ακουστικής μπάντας και καθόλου με τους διαλόγους των ηθοποιών. Ίσως γι’ αυτό στην κορυφαία σκηνή του φινάλε, την τόσο συζητημένη, βρίσκουμε τους πρωταγωνιστές να συνομιλούν πίσω από το τζάμι της βιτρίνας.  Το τεχνητό ηχητικό εμπόδιο ανάμεσα τους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μαγική προέκταση της σχέσης του θεατή του βωβού κινηματογράφου με τον δημιουργό. Εκεί, που τα λόγια δεν φτάνουν να ακουστούν, περισσεύουν τα συναισθήματα.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Ο γιος του Σαούλ-Saul fia

Από το πρώτο εξωτερικό πλάνο ημέρας, out of focus, έξω από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και κατά την άφιξη των μελλοθάνατων για τα κρεματόρια Εβραίων, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η ταινία για το Ολοκαύτωμα έχει ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Μια κινηματογραφική αφήγηση ιδιαίτερη, ίσως εκκεντρική, αποφασισμένη όμως να βάλει στην άκρη όλα τα στερεότυπα, της μέχρι σήμερα φιλμογραφίας. Κλειστά, γεμάτα, κοντινά πλάνα, ζουμαρισμένα στο πρόσωπο ή στην πλάτη του πρωταγωνιστή, ακόμα και στην κίνηση του, ακόμα και όταν ο κάμεραμαν- με την κάμερα στο χέρι - δυσκολεύεται  να τον κρατήσει μέσα στο πλάνο. Καταιγιστικό μοντάζ, απουσία soundtrack, με τα αρχεία του ήχου γεμάτα από τις κραυγές των δημίων, τα βογγητά και τα ουρλιαχτά των θυμάτων, ήχους όπλων, γαυγίσματα, μετακινήσεις αντικειμένων, να «κουμπώνουν» στην εικόνα και να αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της αποκάλυψης των κρυφών από τον φακό σημείων, με τρόπο σαφή και καταλυτικό.
Δυο παράλληλες ιστορίες, αυτή πρώτα, η γνωστή, το αποτρόπαιο έγκλημα, το πιο αποκρουστικό στην ιστορία της ανθρωπότητας, αυτή που δοκίμασε τα όρια και τις αντοχές αυτού του όντος που θέλει να ονομάζεται άνθρωπος, δοσμένη στο φόντο και με εικόνα αποσπασματική, θαμπή και φευγαλέα, σαν από μια χαραμάδα, έτσι που να πρέπει ο θεατής να παλέψει μαζί της για να την κάνει κτήμα του, να αισθανθεί την φρίκη της, καθώς περνάει γρήγορα, επαναλαμβανόμενα και βασανιστικά για τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού του. Κατανοητή αλλά βαριά. Να σε απωθεί, αλλά να μην σε αφήνει να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από επάνω της. Και η δεύτερη ιστορία, η πάλη του Saul (Géza Röhrig)- του όμηρου της ομάδας των Sonderkommando,  εκείνων των Εβραίων των επιφορτισμένων από τους ναζί, να οδηγούν στους φούρνους και να καθαρίζουν τους χώρους από τα «κομμάτια», σύμφωνα με την ορολογία του στρατοπέδου, τα πτώματα των ομοθρήσκων τους- να σώσει από το κρεματόριο, το πτώμα ενός νεαρού Εβραίου, που έμοιαζε με τον γιο του, και να το θάψει, σύμφωνα με τους κανόνες της θρησκείας του. Μια πράξη ελεγχόμενη για τον ρεαλισμό της στον χώρο και στον χρόνο, ίσως καθοδηγούμενη από την απελπισία, ίσως από μια υπερφυσική εσωτερική δύναμη, που δεν έχει βέβαια σχέση με την διάσωση της ολοκληρωτικά χαμένης ανθρωπιάς, αλλά ίσως και σαν μια πράξη συμβολικής αντίστασης, λες και αν το πτώμα επέστρεφε τελετουργικά στο χώμα, στην φύση, η νίκη ενάντια στον σκοταδισμό θα ήταν καθοριστική.

Είναι υπερβολικό να μιλήσει κανείς για αισιόδοξο τέλος, ο Ούγγρος σκηνοθέτης
László Nemes προτιμά να κλείσει με συμβολικό τρόπο αυτό το αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Σε καιρούς μαύρους, όπου τα πάντα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά, ένα καινούργιο βρέφος Μωυσής παρασύρεται από νερά του ποταμού, για να δώσει το σπρώξιμο που θα γεννήσει την ελπίδα.