Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Kóblic-Ο πιλότος

Ο πολωνικής καταγωγής αργεντινός Tomas Kóblic (Ricardo Darín) είναι  αξιωματικός της Στρατιωτικής Αεροπορίας. Συμμετείχε ως πιλότος στις πτήσεις θανάτου, όταν η στρατιωτική δικτατορία στην χώρα του ξεφορτωνότανε τους πολιτικούς κρατούμενους πετώντας τους στην θάλασσα. Βασανίζεται από τύψεις και βρίσκει καταφύγιο σε ένα απομονωμένο χωριό, όπου προσπαθεί να επιβιώσει άγνωστος μεταξύ αγνώστων.
Με αυτό το γεγονός ως υπόβαθρο και χωρίς καμιά άλλη πολιτική νύξη η ταινία εξελίσσεται σαν ένα αστυνομικό-αισθηματικό δράμα με στοιχεία γουέστερν. Η Αργεντίνικη πάμπα σε όλη της την μεγαλοπρέπεια. Ατελείωτα εκτάρια σόγιας, gauchos, ένα ελαφρύ άρωμα φολκλόρ, αλλά και παθογένειες που θυμίζουν ευρωπαϊκό νότο, διεφθαρμένοι δημόσιοι λειτουργοί, ευνοιοκρατία, κατάχρηση εξουσίας από τον τοπικό αστυνομικό, υποκρισία, μισόλογα, μια αρρωστημένη περιρρέουσα επαρχιακή ατμόσφαιρα.
Στρωτή κινηματογραφική αφήγηση, που όμως δεν αποφασίζει να ξεφύγει από το δίπτυχο καλός-κακός, αρκετά φλας μπακ σε slow motion, ενδιαφέρουσες γωνίες λήψης στα κοντινά πλάνα και όμορφα μακρινά ιδιαίτερα από ψηλά.

Ο Sebastián Borensztein παρόλο που δεν τολμά να ξεφύγει από τις κινηματογραφικές συμβάσεις υπογράφει μια αξιοπρεπή ταινία που βλέπεται ευχάριστα και εκτός από τον εξαιρετικό Ricardo Darín, αποσπά μια ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία από τον Oscar Martínez στον ρόλο του αστυνομικού Velarde. Η Inma Cuesta στον ρόλο τηςNancy, ολίγον «χλιαρή» ως κακοποιημένη γυναίκα και πέτρα του σκανδάλου, πολύ μακριά από την «Νύφη» στον «Ματωμένο Γάμο» της Paula Ortiz.

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Το λαγούμι- (La Madriguera)

Από το φεστιβάλ Ισπανόφωνου κινηματογράφου 2017, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, η ταινία «Το λαγούμι» (La Madriguera), του  Kurro González.

Θα μπορούσε να ήταν μια καταπληκτική ταινία. Η ιδέα του εγκλωβισμένου στον χώρο και στον χρόνο πρωταγωνιστή  μετά από ένα τραυματικό γεγονός που σημάδεψε της ζωή του, η αδυναμία του να απομακρυνθεί από το άβατο της οικίας του, η μετεξέλιξη του από ένα εκκεντρικό συγγραφέα σε ένα ψυχοπαθή βασανιστή, είναι στοιχεία ικανά για να δομήσουν ένα κινηματογραφικό χαρακτήρα.

Δεν γίνονται όμως έτσι οι cult ταινίες. Αφελείς διάλογοι, σεναριακά κενά, επιτηδευμένη σκηνοθεσία, άσχετα πλάνα που παρεμβάλλονται μόνο και μόνο γιατί ίσως αρέσουν στον σκηνοθέτη, «πάντρεμα» των κοντινών πλάνων με την ηχητική μπάντα με προβλέψιμο τρόπο για να μεταδοθεί στον θεατή η αίσθηση της αγωνίας και του τρόμου και από πάνω παιδαριώδεις ερμηνείες από τους ηθοποιούς, δεν χρειάζονται πολλά ακόμα για αισθανθεί κάποιος ότι χάνει την ώρα του.


Τι τα ήθελε τα χρωματιστά φίλτρα μπροστά από τον φακό και ιδιαίτερα στην ερωτική σκηνή. Πόθεν προκύπτει; Ξαναλέω, δεν γίνονται έτσι οι cult ταινίες.

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Μια εβδομάδα και μια μέρα-Shavua ve Yom

Από την εβδομάδα ισραηλινού κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, η συμπαθητική, καλογυρισμένη και με εξαιρετικές ερμηνείες ταινία του Asaph Polonsky, «Μια εβδομάδα και μια μέρα» (Shavua ve Yom)
Εκτός από μια ηθογραφία για την ζωή στο σύγχρονο Ισραήλ, μια χώρα που προσπαθεί να διατηρήσει τις δυτικές αξίες, όσο αυτό είναι εφικτό κάτω από τις συνθήκες ενός διαρκούς ακήρυκτου πολέμου, ο σκηνοθέτης εστιάζει στο πρόβλημα της διαχείρισης του πένθους, αλλά όχι με την μανιέρα της  «ακαδημαϊκής»- ψυχολογικής προσέγγισης, αντίθετα επιλέγει ένα τρόπο ξεχωριστό, λιγάκι «τρελούτσικο», ίσως προβοκατόρικο έως ενοχλητικό για κάποιους συντηρητικούς θεατές, όμως γεμάτο ευαισθησία, γλυκόπικρο χιούμορ και πάνω απ’ όλα σεβασμό και ανθρωπιά.
Βαρύθυμος και επιθετικός,  αρνητικός προς όλους, ο Eyal Spivak (Shai Avivi) μετά τον θάνατο του γιου του, αγανακτεί με τις κοινωνικές συμβάσεις που θέλουν να του φορτώσουν τον ρόλο του «τεθλιμμένου συγγενή» και αποφασίζει να πλησιάσει το γειτονόπουλο του, τον  Zooler (Tomer Kapon), παλιό φίλο του γιου του με τον οποίο αναπτύσσει μια ιδιόρρυθμη «παλαβή», φιλική σχέση ικανή, όμως να τον βγάλει από το τέλμα της εσωστρέφειας και του μισανθρωπισμού.
Οι θρησκευτικές τελετές, οι προσευχές, οι κοινωνικές μαζώξεις, το Σιβά, το επταήμερο βαρύ πένθος- όπως μας λέει η ταινία- οι ασχολίες με τα «πρακτικά», γραφεία κηδειών, τάφοι κ.λ.π. ανακουφίζουν τον πόνο, η ίδια η κοινωνία, οι φίλοι και οι γνωστοί μαζί με τον χρόνο επανεντάσσουν τον πενθούντα, όμως κάποιοι άνθρωποι ψάχνουν τις δικές τους εναλλακτικές, τολμούν και δοκιμάζουν τον δικό τους δρόμο.

Ο σκηνοθέτης παίζει με τις σιωπές, δεν αφήνει το βαρύ κλίμα να απλωθεί στην ταινία, με πανέξυπνο σενάριο και εμβόλιμα «ανεβαστικά» μουσικά κομμάτια, πετυχαίνει μια αξιοθαύμαστη ισορροπία και δίνει στην φαντασία, ένα ρόλο θεραπευτικό.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Μια πόλη δίπλα στην θάλασσα-Manchester by the Sea

Υπόδειγμα ολοκληρωμένης κινηματογραφικής αφήγησης, η ταινία «Μια πόλη δίπλα στην θάλασσα» (Manchester  by  the  Sea), του Kenneth Lonergan, διακινδυνεύει και παίζει με την υπομονή του θεατή για αρκετή ώρα, μέχρι να αποφασίσει να του δώσει τα απαραίτητα για την κατανόηση στοιχεία, όσο αφορά τον μισανθρωπισμό του πρωταγωνιστή του. Το ρίσκο φυσικά αυτό είναι πλαστό. Ο απόλυτος έλεγχος της σεναριακής εξέλιξης, κάτω από την στιβαρή μπαγκέτα του σκηνοθέτη, παρά τα εκαντοντάδες εμβόλιμα πλάνα μέσα από τα τζάμια του κινούμενου οχήματος, του πλήθους των φαινομενικά εκτός περιεχομένου σκηνών,  χαρίζει ένα απίστευτο δέσιμο που καθηλώνει το βλέμμα του θεατή. Καταφέρνει να τον κάνει συμμέτοχο στην αποκαλυπτική διαδικασία, πρώτα τον κερδίζει με την αψεγάδιαστη καλλιτεχνική του ποιότητα και μετά … του δίνεται.
Βασανισμένος από προσωπικές τύψεις για ένα έγκλημα εξ’ αμελείας, αλλά και κατά κάποιο τρόπο στιγματισμένος από την προκατειλημμένη στάση της κοινωνίας απέναντι του, ο Lee Chandler (Casey Affleck) καλείται να αναλάβει την κηδεμονία του ανήλικου ανιψιού του Patrick (Lucas Hedges), μετά τον πρόωρο θάνατο του αδελφού του. Μια λυσσαλέα εσωτερική πάλη, που εκδηλώνεται πότε με υπερβολική εσωστρέφεια και πότε με εκρήξεις επιθετικότητας, καθώς ο ήρωας αυτομαστιγώνεται στην προσπάθεια του να συμφιλιωθεί με τα γεγονότα που τον σημάδεψαν.
Ακαριαία, απροειδοποίητα flash back που διακόπτουν την ροή της ταινίας και λειτουργούν σαν νοητικές βουτιές σε διάφορα στάδια του παρελθόντος και επιτυχημένη χρησιμοποίηση τεχνικών όπως το slow motion ή η επιλογή μουσικών κομματιών με μεγάλη εμβέλεια, όπως το Adagio του Albinoni, δίνουν στην ταινία ένα ζυγισμένο μελοδραματικό τόνο, που όμως απαλύνεται χάρη στην παράλληλη διήγηση της αδέξιας προσπάθειας του κατατονικού Lee να προσεγγίσει τον εξωστρεφή ανιψιό του με τις πολλές φιλεναδούλες.

Ένα δυνατό ψυχολογικό δράμα που ευτύχησε να έχει στο καστ του τον Casey Affleck. Κάθε του κίνηση, κάθε μορφασμός «κουμπώνει» σταθερά επάνω στο απαιτητικό σενάριο της ταινίας και το απογειώνει.

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Η ορχήστρα των τυφλών-L'orchestre des aveugles

Από την 6η εβδομάδα αφρικανικού κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, η ενδιαφέρουσα ταινία του μαροκινού σκηνοθέτη Mohamed Mouftakir, «Η ορχήστρα των τυφλών» (L'orchestre des aveugles).

Με μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον λυρισμό και στην ισοπεδωτική πραγματικότητα, η ταινία εκμεταλλεύεται την αθώα παιδική ματιά του μικρού πρωταγωνιστή και αφηγητή, του Mimou (El Jihani Ilyas), για να αποδώσει  σκηνές από την ζωή  καθημερινών ανθρώπων σε μια λαϊκή γειτονιά της βορειοαφρικανικής χώρας, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60.
Ο θρησκευτικός και κοινωνικός συντηρητισμός με όλη την υποκρισία που τον ακολουθεί, η πολιτική καταπίεση του λαού από  την κρατική εξουσία,  που με τους προπαγανδιστικούς και τους κατασταλτικούς της μηχανισμούς ελέγχει την κατάσταση και διαιωνίζει την κυριαρχία της, είναι το μοτίβο επάνω στο οποίο η ταινία «χτίζει» τους χαρακτήρες της.
Μια μικρή αυλή και γύρω της δωμάτια-σπίτια, όπου ζουν συγγενείς φίλοι και γείτονες. Είναι το περιβάλλον όπου μεγαλώνει ο επτάχρονος γιος του Houcine Bidra (Younes Megri) όπου ανακαλύπτει τον κόσμο, όπου ερωτεύεται την άνοιξη στο λουλουδάτο φόρεμα της νεαρής γειτονοπούλας του. Άνθρωποι υποταγμένοι που πέρασαν φτωχά και δύσκολα παιδικά χρόνια με φιλοδοξίες κοινωνικής ανέλιξης, κάποιοι άλλοι καταφερτζήδες που επιβιώνουν σε όλες τις καταστάσεις, ο ιδεαλιστής κομμουνιστής θείος, ο ποδοσφαιρόφιλος γείτονας με το ραδιοφωνάκι κολλημένο στο αυτί, στις αναμεταδόσεις των αγώνων παραιτημένος και παρατημένος από όλους. Συζυγικά καβγαδάκια, απιστίες, τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, (πόσο ίδια κι απαράλλαχτα είναι κάποια πράγματα παντού και πάντα) μια προσπάθεια να ξεφύγουν από την μιζέρια πιστεύοντας ότι είναι ρούχο και αλλάζει, μέχρι που στο τέλος ανακαλύπτουν ότι είναι το ίδιο τους το πετσί.
Μια ορχήστρα με σικέ τυφλούς η ψυχή της οποίας είναι ο Houcine αναλαμβάνει να παίζει σε γυναικείες γιορτές, καθώς η θρησκευτική παράδοση απαγορεύει στο ανδρικό μάτι να κοιτάζει το γυναικείο σώμα. Η προσποίηση, τα υπονοούμενα γίνονται δεύτερη φύση. Ακολουθούν τους ανθρώπους κατά βήμα. Ακόμα και οι… ανατροπές γίνονται σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια.

Πολύ όμορφη φωτογραφία με ζεστά χρώματα, καλό casting και γλυκό εθιστικό μουσικό θέμα, συν αρκετές αναφορές σε παλιό ασπρόμαυρο κινηματογράφο δίνει στην ταινία ένα άρωμα αυθεντικής νοσταλγίας.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Paterson

Ο χρόνος διαστέλλεται και παγώνει την ίδια στιγμή. Στο κινηματογραφικό σύμπαν του Jim Jarmusch η καθημερινότητα αποκτά την δική της διάσταση. Τα ιδιαίτερα επαναλαμβανόμενα κινηματογραφικά πλάνα κρατάνε τον ρυθμό, ένα ρυθμό που διαπερνά την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος, καθώς σαν ακορντεόν ή σαν λεωφορείο φυσαρμόνικα πλησιάζει και χωρίζει τα όμοια, τα ομοζυγωτικά, από τα ετερώνυμα, αυτά που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες και προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Ο Paterson (Adam Drive) ένας cool, χαμηλών τόνων οδηγός λεωφορείου, που γράφει ποιήματα και που προσλαμβάνει τον κόσμο γύρω του με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο, καθώς κινείται «σαν σε σταθερή τροχιά» απαράλλαχτα ίδιος, όμως κάθε μέρα και διαφορετικός. Η σύντροφός του η Laura (Golshifteh Farahani) αεικίνητη, πρωτότυπη, τρυφερή, δημιουργική, με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ένας ζηλιάρης εγωκεντρικός και εκδικητικός σκύλος ο Marvin (Nellie). Οι υπόλοιποι χαρακτήρες, πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην φαντασία, τόσο υπαρκτοί όσο τα όνειρα ή οι περαστικοί διαβάτες και οι επιβάτες του λεωφορείου, που διαρκούν όσο οι εικόνα τους και οι φωνές τους αγγίζουν το χέρι του ποιητή και το αφήνουν να συρθεί επάνω στην λευκή σελίδα.
Έξυπνο σενάριο, λεπτό χιούμορ, μια φαινομενικά «μπλαζέ» κατάσταση που κρύβει άπειρη τρυφερότητα και ευαισθησία, επιτρέπει στον Paterson, τον πρωταγωνιστή, αλλά και κάτοικο της ομώνυμης επαρχιακής πόλης των ΗΠΑ, να μετουσιώνει σε στίχους γραμμένους στο πρόχειρο τετράδιο, αλλά και με πλάγια γράμματα στην μεγάλη οθόνη, την- για όσους ζούνε βιαστικά- ρουτίνα της εργασιακής εβδομάδας. Και πάνω απ’ όλα η αριστουργηματική φωτογραφία, η κινηματογραφική αφήγηση, τα master class πλάνα, που επιτρέπουν ακόμα και στο close up επάνω σε ένα σπιρτόκουτο να γίνεται έργο τέχνης.

Μια ταινία που σε κάνει να φεύγεις από την αίθουσα πλουσιότερος συναισθηματικά.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ο Εμποράκος

Σε κοινωνίες ανελεύθερες και σε δικτατορικά καθεστώτα «ανθίζουν μικροί δικτατορίσκοι» σε οικογενειακό και σε διαπροσωπικό επίπεδο, φαίνεται να μας υπενθυμίζει ο Ιρανός Asghar Fahradi,  με την ταινία του «Ο Εμποράκος», όπου κάνει μια σαφή αναφορά στο θεατρικό έργο του Arthur Miller, “Ο θάνατος του εμποράκου»
Όταν η πολυκατοικία, στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα τους, καταρρέει, το νεαρό ζευγάρι ο Emad (Shahab Hosseini) και η Rana (Taraneh Alidoosti) νοικιάζουν και μετακομίζουν στο σπίτι που τους συστήνει ένας συνάδελφος τους ηθοποιός, στον ερασιτεχνικό θίασο στον οποίον συμμετέχουν. Ένα διαμέρισμα όμως, στο οποίο κατοικούσε πριν μια γυναίκα «αμφιβόλου ηθικής», πράγμα  που εξ’ αιτίας μιας σειράς απίθανων συμπτώσεων, οδηγεί τους πρωταγωνιστές σε περιπέτειες.

Η βουβή καταπίεση του Ιρανικού λαού και τα συντηρητικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που έχει μάθει να επιβιώνει κάτω από το θεοκρατικό καθεστώς των Αγιατολάχ, είναι το βασικό φόντο μιας σειράς αξιόλογων ταινιών που μας έχει δώσει τα τελευταία χρόνια ο σύγχρονος Ιρανικός κινηματογράφος. Η συγκεκριμένη όμως ταινία- παρ’ όλο που αναδεικνύει το συγκεκριμένο γεγονός, πράγμα ευπρόσδεκτο, αφού ο «τραμπισμός» και οι λαϊκίστικες ακροδεξιές φωνές στις δυτικές κοινωνίες κερδίζουν συνεχώς έδαφος εις βάρος του political correct, το οποίο αρκετές φορές τείνει να θεωρείται ντεμοντέ- εξ’ αιτίας του αδύναμου σεναρίου και του «λανθασμένου στησίματος» της αντιπαραβολής του θεατρικού έργου επάνω στο οποίο βασίζεται και της κινηματογραφικής αφήγησης, μόνο επιδερμικά καταφέρνει να σκιαγραφήσει τους κεντρικούς χαρακτήρες, αφήνοντας τις σκέψεις και τις πράξεις τους σε πλήρη αναντιστοιχία. Η μετατροπή του ήρωα, ο οποίος φαίνεται να είναι ένας άνθρωπος καλοπροαίρετος προοδευτικός και με καλλιτεχνικές ανησυχίες, σε γρανάζι του συστήματος που τον περιβάλει, προσκρούει επάνω στην καθόλου συγχρονισμένη θεατρική υποκατάσταση. Ένα ευφάνταστο, αν και όχι πρωτότυπο σκηνοθετικό εύρημα, λειτουργεί αρνητικά. Ο αργός ρυθμός και οι άσχημες ερμηνείες κάποιων δεύτερων ρόλων, επίσης δεν φαίνεται να δικαιώνουν αυτήν την φορά, τον κατά τα άλλα, ταλαντούχο δημιουργό.