Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Μια πόλη δίπλα στην θάλασσα-Manchester by the Sea

Υπόδειγμα ολοκληρωμένης κινηματογραφικής αφήγησης, η ταινία «Μια πόλη δίπλα στην θάλασσα» (Manchester  by  the  Sea), του Kenneth Lonergan, διακινδυνεύει και παίζει με την υπομονή του θεατή για αρκετή ώρα, μέχρι να αποφασίσει να του δώσει τα απαραίτητα για την κατανόηση στοιχεία, όσο αφορά τον μισανθρωπισμό του πρωταγωνιστή του. Το ρίσκο φυσικά αυτό είναι πλαστό. Ο απόλυτος έλεγχος της σεναριακής εξέλιξης, κάτω από την στιβαρή μπαγκέτα του σκηνοθέτη, παρά τα εκαντοντάδες εμβόλιμα πλάνα μέσα από τα τζάμια του κινούμενου οχήματος, του πλήθους των φαινομενικά εκτός περιεχομένου σκηνών,  χαρίζει ένα απίστευτο δέσιμο που καθηλώνει το βλέμμα του θεατή. Καταφέρνει να τον κάνει συμμέτοχο στην αποκαλυπτική διαδικασία, πρώτα τον κερδίζει με την αψεγάδιαστη καλλιτεχνική του ποιότητα και μετά … του δίνεται.
Βασανισμένος από προσωπικές τύψεις για ένα έγκλημα εξ’ αμελείας, αλλά και κατά κάποιο τρόπο στιγματισμένος από την προκατειλημμένη στάση της κοινωνίας απέναντι του, ο Lee Chandler (Casey Affleck) καλείται να αναλάβει την κηδεμονία του ανήλικου ανιψιού του Patrick (Lucas Hedges), μετά τον πρόωρο θάνατο του αδελφού του. Μια λυσσαλέα εσωτερική πάλη, που εκδηλώνεται πότε με υπερβολική εσωστρέφεια και πότε με εκρήξεις επιθετικότητας, καθώς ο ήρωας αυτομαστιγώνεται στην προσπάθεια του να συμφιλιωθεί με τα γεγονότα που τον σημάδεψαν.
Ακαριαία, απροειδοποίητα flash back που διακόπτουν την ροή της ταινίας και λειτουργούν σαν νοητικές βουτιές σε διάφορα στάδια του παρελθόντος και επιτυχημένη χρησιμοποίηση τεχνικών όπως το slow motion ή η επιλογή μουσικών κομματιών με μεγάλη εμβέλεια, όπως το Adagio του Albinoni, δίνουν στην ταινία ένα ζυγισμένο μελοδραματικό τόνο, που όμως απαλύνεται χάρη στην παράλληλη διήγηση της αδέξιας προσπάθειας του κατατονικού Lee να προσεγγίσει τον εξωστρεφή ανιψιό του με τις πολλές φιλεναδούλες.

Ένα δυνατό ψυχολογικό δράμα που ευτύχησε να έχει στο καστ του τον Casey Affleck. Κάθε του κίνηση, κάθε μορφασμός «κουμπώνει» σταθερά επάνω στο απαιτητικό σενάριο της ταινίας και το απογειώνει.

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Η ορχήστρα των τυφλών-L'orchestre des aveugles

Από την 6η εβδομάδα αφρικανικού κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, η ενδιαφέρουσα ταινία του μαροκινού σκηνοθέτη Mohamed Mouftakir, «Η ορχήστρα των τυφλών» (L'orchestre des aveugles).

Με μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον λυρισμό και στην ισοπεδωτική πραγματικότητα, η ταινία εκμεταλλεύεται την αθώα παιδική ματιά του μικρού πρωταγωνιστή και αφηγητή, του Mimou (El Jihani Ilyas), για να αποδώσει  σκηνές από την ζωή  καθημερινών ανθρώπων σε μια λαϊκή γειτονιά της βορειοαφρικανικής χώρας, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60.
Ο θρησκευτικός και κοινωνικός συντηρητισμός με όλη την υποκρισία που τον ακολουθεί, η πολιτική καταπίεση του λαού από  την κρατική εξουσία,  που με τους προπαγανδιστικούς και τους κατασταλτικούς της μηχανισμούς ελέγχει την κατάσταση και διαιωνίζει την κυριαρχία της, είναι το μοτίβο επάνω στο οποίο η ταινία «χτίζει» τους χαρακτήρες της.
Μια μικρή αυλή και γύρω της δωμάτια-σπίτια, όπου ζουν συγγενείς φίλοι και γείτονες. Είναι το περιβάλλον όπου μεγαλώνει ο επτάχρονος γιος του Houcine Bidra (Younes Megri) όπου ανακαλύπτει τον κόσμο, όπου ερωτεύεται την άνοιξη στο λουλουδάτο φόρεμα της νεαρής γειτονοπούλας του. Άνθρωποι υποταγμένοι που πέρασαν φτωχά και δύσκολα παιδικά χρόνια με φιλοδοξίες κοινωνικής ανέλιξης, κάποιοι άλλοι καταφερτζήδες που επιβιώνουν σε όλες τις καταστάσεις, ο ιδεαλιστής κομμουνιστής θείος, ο ποδοσφαιρόφιλος γείτονας με το ραδιοφωνάκι κολλημένο στο αυτί, στις αναμεταδόσεις των αγώνων παραιτημένος και παρατημένος από όλους. Συζυγικά καβγαδάκια, απιστίες, τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, (πόσο ίδια κι απαράλλαχτα είναι κάποια πράγματα παντού και πάντα) μια προσπάθεια να ξεφύγουν από την μιζέρια πιστεύοντας ότι είναι ρούχο και αλλάζει, μέχρι που στο τέλος ανακαλύπτουν ότι είναι το ίδιο τους το πετσί.
Μια ορχήστρα με σικέ τυφλούς η ψυχή της οποίας είναι ο Houcine αναλαμβάνει να παίζει σε γυναικείες γιορτές, καθώς η θρησκευτική παράδοση απαγορεύει στο ανδρικό μάτι να κοιτάζει το γυναικείο σώμα. Η προσποίηση, τα υπονοούμενα γίνονται δεύτερη φύση. Ακολουθούν τους ανθρώπους κατά βήμα. Ακόμα και οι… ανατροπές γίνονται σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια.

Πολύ όμορφη φωτογραφία με ζεστά χρώματα, καλό casting και γλυκό εθιστικό μουσικό θέμα, συν αρκετές αναφορές σε παλιό ασπρόμαυρο κινηματογράφο δίνει στην ταινία ένα άρωμα αυθεντικής νοσταλγίας.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Paterson

Ο χρόνος διαστέλλεται και παγώνει την ίδια στιγμή. Στο κινηματογραφικό σύμπαν του Jim Jarmusch η καθημερινότητα αποκτά την δική της διάσταση. Τα ιδιαίτερα επαναλαμβανόμενα κινηματογραφικά πλάνα κρατάνε τον ρυθμό, ένα ρυθμό που διαπερνά την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος, καθώς σαν ακορντεόν ή σαν λεωφορείο φυσαρμόνικα πλησιάζει και χωρίζει τα όμοια, τα ομοζυγωτικά, από τα ετερώνυμα, αυτά που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες και προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Ο Paterson (Adam Drive) ένας cool, χαμηλών τόνων οδηγός λεωφορείου, που γράφει ποιήματα και που προσλαμβάνει τον κόσμο γύρω του με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο, καθώς κινείται «σαν σε σταθερή τροχιά» απαράλλαχτα ίδιος, όμως κάθε μέρα και διαφορετικός. Η σύντροφός του η Laura (Golshifteh Farahani) αεικίνητη, πρωτότυπη, τρυφερή, δημιουργική, με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ένας ζηλιάρης εγωκεντρικός και εκδικητικός σκύλος ο Marvin (Nellie). Οι υπόλοιποι χαρακτήρες, πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην φαντασία, τόσο υπαρκτοί όσο τα όνειρα ή οι περαστικοί διαβάτες και οι επιβάτες του λεωφορείου, που διαρκούν όσο οι εικόνα τους και οι φωνές τους αγγίζουν το χέρι του ποιητή και το αφήνουν να συρθεί επάνω στην λευκή σελίδα.
Έξυπνο σενάριο, λεπτό χιούμορ, μια φαινομενικά «μπλαζέ» κατάσταση που κρύβει άπειρη τρυφερότητα και ευαισθησία, επιτρέπει στον Paterson, τον πρωταγωνιστή, αλλά και κάτοικο της ομώνυμης επαρχιακής πόλης των ΗΠΑ, να μετουσιώνει σε στίχους γραμμένους στο πρόχειρο τετράδιο, αλλά και με πλάγια γράμματα στην μεγάλη οθόνη, την- για όσους ζούνε βιαστικά- ρουτίνα της εργασιακής εβδομάδας. Και πάνω απ’ όλα η αριστουργηματική φωτογραφία, η κινηματογραφική αφήγηση, τα master class πλάνα, που επιτρέπουν ακόμα και στο close up επάνω σε ένα σπιρτόκουτο να γίνεται έργο τέχνης.

Μια ταινία που σε κάνει να φεύγεις από την αίθουσα πλουσιότερος συναισθηματικά.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ο Εμποράκος

Σε κοινωνίες ανελεύθερες και σε δικτατορικά καθεστώτα «ανθίζουν μικροί δικτατορίσκοι» σε οικογενειακό και σε διαπροσωπικό επίπεδο, φαίνεται να μας υπενθυμίζει ο Ιρανός Asghar Fahradi,  με την ταινία του «Ο Εμποράκος», όπου κάνει μια σαφή αναφορά στο θεατρικό έργο του Arthur Miller, “Ο θάνατος του εμποράκου»
Όταν η πολυκατοικία, στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα τους, καταρρέει, το νεαρό ζευγάρι ο Emad (Shahab Hosseini) και η Rana (Taraneh Alidoosti) νοικιάζουν και μετακομίζουν στο σπίτι που τους συστήνει ένας συνάδελφος τους ηθοποιός, στον ερασιτεχνικό θίασο στον οποίον συμμετέχουν. Ένα διαμέρισμα όμως, στο οποίο κατοικούσε πριν μια γυναίκα «αμφιβόλου ηθικής», πράγμα  που εξ’ αιτίας μιας σειράς απίθανων συμπτώσεων, οδηγεί τους πρωταγωνιστές σε περιπέτειες.

Η βουβή καταπίεση του Ιρανικού λαού και τα συντηρητικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που έχει μάθει να επιβιώνει κάτω από το θεοκρατικό καθεστώς των Αγιατολάχ, είναι το βασικό φόντο μιας σειράς αξιόλογων ταινιών που μας έχει δώσει τα τελευταία χρόνια ο σύγχρονος Ιρανικός κινηματογράφος. Η συγκεκριμένη όμως ταινία- παρ’ όλο που αναδεικνύει το συγκεκριμένο γεγονός, πράγμα ευπρόσδεκτο, αφού ο «τραμπισμός» και οι λαϊκίστικες ακροδεξιές φωνές στις δυτικές κοινωνίες κερδίζουν συνεχώς έδαφος εις βάρος του political correct, το οποίο αρκετές φορές τείνει να θεωρείται ντεμοντέ- εξ’ αιτίας του αδύναμου σεναρίου και του «λανθασμένου στησίματος» της αντιπαραβολής του θεατρικού έργου επάνω στο οποίο βασίζεται και της κινηματογραφικής αφήγησης, μόνο επιδερμικά καταφέρνει να σκιαγραφήσει τους κεντρικούς χαρακτήρες, αφήνοντας τις σκέψεις και τις πράξεις τους σε πλήρη αναντιστοιχία. Η μετατροπή του ήρωα, ο οποίος φαίνεται να είναι ένας άνθρωπος καλοπροαίρετος προοδευτικός και με καλλιτεχνικές ανησυχίες, σε γρανάζι του συστήματος που τον περιβάλει, προσκρούει επάνω στην καθόλου συγχρονισμένη θεατρική υποκατάσταση. Ένα ευφάνταστο, αν και όχι πρωτότυπο σκηνοθετικό εύρημα, λειτουργεί αρνητικά. Ο αργός ρυθμός και οι άσχημες ερμηνείες κάποιων δεύτερων ρόλων, επίσης δεν φαίνεται να δικαιώνουν αυτήν την φορά, τον κατά τα άλλα, ταλαντούχο δημιουργό.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Η κόκκινη χελώνα-La tortue rouge

Χωρίς διαλόγους, αλλά με ήχους από την φύση και ένα «μαγικό» soundtrack (Laurent Perez del Mar) να ντύνει τις σιωπές, πότε με τον λυρισμό της και πότε με την ορμητική της ένταση, η ταινία κινουμένων σχεδίων «Η κόκκινη Χελώνα», του Michael Dudoc de Wit,  μεταφέρει στον θεατή πρωτόγνωρα συναισθήματα από όποια πλευρά και να το δει κανείς. Όπως με όλα τα αξιόλογα έργα τέχνης το επίπεδο ανάγνωσης εξαρτάται από τον ίδιο τον δέκτη και φτάνει μέχρι εκεί που αυτός επιθυμεί… ή αντέχει.
Απλό, λιτό, απέριττο, κάποιες στιγμές ακόμα και αφαιρετικό το σχέδιο, αλλά με όμορφα παστέλ χρώματα,  εξυπηρετεί με σαφήνεια και λειτουργικότητα το στιβαρό, πολυεπίπεδο σενάριο, το οποίο πίσω από την φαινομενικά απλή αφήγηση της ζωής ενός ναυαγού στο νησί της εξορίας του, αφήνει όλα εκείνα τα σημάδια που χρειάζονται για την αποκρυπτογράφηση του. Ένα οικολογικό παραμύθι, όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να σέβεται την φύση και να συνεργάζεται μαζί της αφήνοντας κατά μέρος τον εγωισμό και την αλαζονεία του, μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους και τους πόθους του και τους βιώνει περνώντας όλα τα στάδια ψυχικής ωρίμανσης ή μια συμβολική φιλοσοφική εσωτερική μυστικιστική αναζήτηση, ένας άλλος τρόπος προσέγγισης των διαχρονικών μεταφυσικών ερωτημάτων που ταλαιπωρούν αλλά και γλυκαίνουν την ανθρώπινη διανόηση;

Η κόκκινη χελώνα, η θεία πρόνοια που αιχμαλωτίζει την ανθρώπινη ψυχή μέσα στην υλική της διάσταση από την στιγμή της γέννησης, το αγωνιώδες πέρασμα μέσα από την στενή γεννητική ατραπό που σχηματίζουν τα βράχια, μέχρι την φώτιση, την εμπειρία της θέασης του ορίζοντα μέσα από την στάθμη του νερού στο πράσινο μπουκάλι και το μετέπειτα πέρασμα στην άλλη διάσταση και στο τέλος η απελευθέρωση από τον κύκλο των ενσαρκώσεων που οδηγεί σε ένα λυτρωτικό φευγιό προς το άγνωστο, χωρίς σχεδία, χωρίς εφόδια με μόνη συντροφιά την γνώση. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά οι επιτυχίες και οι διαψεύσεις, το κλείσιμο του ματιού, το παιχνίδισμα που επιλέγει ο σκηνοθέτης για να ελαφρύνει από την μια την παρακολούθηση, αλλά από την άλλη και μια νύξη ότι αυτό που υπάρχει γύρω μας, αυτό που βιώνουμε είναι στο κάτω-κάτω της γραφής τόσο αστείο, τόσο διασκεδαστικό και τόσο απρόβλεπτο, όσο το ελαφρύ λοξό περπάτημα που κάνουν τα καβουράκια πάνω στην άμμο.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Ένα πιστόλι σε κάθε χέρι-Una pistola en cada mano

Από τις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης για την σεζόν 2016-2017
Πέντε αυτοτελή, συνοπτικά σκετσάκια διαλόγου, που χωρίζονται με ενδιαφέροντα μουσικά περάσματα και συννεφιασμένα, βροχερά ή νυχτερινά  βαρκελωνέζικα πλάνα και που συγκλίνουν στην τελική σκηνή. Οκτώ σύγχρονοι ανδρικοί χαρακτήρες συνομιλούν, εξομολογούνται, βουρκώνουν μπροστά στην κάμερα, αυτοαναλύονται, εκθέτουν το φύλο τους και προχωρούν.
Έξυπνο σενάριο, με λεπτό χιούμορ καταφέρνει να μεταφέρει με ελάχιστες λέξεις- σχεδόν με νύξεις- ιστορίες από το παρελθόν των ηρώων και να τις συνδέσει με το παρόν. Στατική κινηματογραφική αφήγηση με τον φακό να επικεντρώνεται επάνω στους πρωταγωνιστές, να τους περιβάλλει, σαν να τους αγκαλιάζει, να επιμένει στις χωρίς εκρήξεις αντιδράσεις τους.
Ο αποτυχημένος επαγγελματικά, ο καταθλιπτικός με ψυχαναγκασμούς, ο πατέρας που ξενοπήδηξε και θέλει να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία,  ο απατημένος σύζυγος με αυτόν που απατά, ο μπερμπάντης, αυτός που βρίσκεται στην κρίσιμη ηλικία της … πρώτης αφλογιστίας και εκείνος που σύμφωνα με την γυναίκα του δεν έχει ακόμη ξεπεράσει το οιδιπόδειο, εμφανίζονται στην οθόνη και καθρεφτίζουν τις μοντέρνες πτυχές της αντρικής ψυχοσύνθεσης στις δυτικές κοινωνίες.
Σε αυτήν την ταινία του Cesc Gay Una pistola en cada mano” (Ένα πιστόλι σε κάθε χέρι) το όχι και τόσο πολύπλοκο από πλευράς δεύτερων σκέψεων και δευτερογενών συμπεριφορών αντρικό μυαλό… παίρνει την ρεβάνς συνεπικουρούμενο από τις απολαυστικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και ιδιαίτερα των Ricardo Darín, Javier Cámara και Luis Tosar.

Σαφώς και δεν πρόκειται για ένα ταξίδι σε αχαρτογράφητα νερά, άλλωστε, οι άντρες έχουν τον δικό τους τρόπο όταν … φτάνουν στα πρόθυρα της νευρικής κρίσης, για να θυμηθούμε και τον άλλο Ισπανό, που δυστυχώς «κάνει κοιλιά»,  όμως η στιβαρή σκηνοθετική μπαγκέτα του Cesc Gay, είτε πρόκειται για εξωτερικά, είτε  για εσωτερικά πλάνα, είτε για λήψεις στην καμπίνα του αυτοκινήτου, κάνουν την ταινία ενδιαφέρουσα και αξιοπρόσεκτη.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Εκείνη-Elle

Ζυγισμένη ανάμεσα στο θρίλερ και στον προβοκατόρικο σαρκασμό για την προβληματική σεξουαλική συμπεριφορά της σύγχρονης γαλλικής αστικής τάξης, η ταινία του Paul Verhoeven Elle” (Εκείνη), στέκεται στην στυλιστική απόδοση του σεναρίου- και μάλιστα σε βάρος της αληθοφάνειας- και αποτυγχάνει να αποδώσει σωστά τα κίνητρα και το ψυχολογικό προφίλ των ηρώων. Έτσι το βάρος της διάσωσης της ταινίας πέφτει στην εκπληκτική ερμηνεία της  Isabelle Huppert, η οποία αναλαμβάνει την αποστολή να ισορροπήσει τον χαρακτήρα της ανάμεσα στον θύτη, σε ότι αφορά το επαγγελματικό και κοινωνικό της περιβάλλον και στο θύμα, σε ότι έχει να κάνει με τον επαναλαμβανόμενο βιασμό της από τον ίδιο άγνωστο άντρα, αλλά και τα ψυχολογικά τραύματα της παιδικής της ηλικίας.

Μια υπερβολικά φλύαρη ταινία (θέλει να ασχοληθεί με όλους και με όλα), που αντιμετωπίζει την σεξουαλικότητα με στερεότυπα, αναπαράγει ρόλους καρικατούρες αναζητώντας το εύκολο χιούμορ, όπως για παράδειγμα, με την θρησκόληπτη γειτόνισσα, με την γεροντική σεξουαλική διάθεση της μητέρας της πρωταγωνίστριας, την χιλιοειπωμένη σχέση πεθεράς-νύφης και άλλα πολλά. 
Μια ρηχή βουτιά στο... what's on a woman's mind, που όμως ευτυχώς βλέπεται ευχάριστα χάρη στον καλό κινηματογραφικό της ρυθμό. τα στιβαρά της κάδρα και την διακριτική ηχητική της μπάντα

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Από μακριά-Desde Allá

Αδύναμη σεναριακά και ακόμα χειρότερη σκηνοθετικά, η ταινία από την Βενεζουέλα «Πέρα Μακριά» (Desde Allá), αδυνατεί να διαχειριστεί ικανοποιητικά κάποια κεντρική ιδέα, ίσως γιατί στην πραγματικότητα,  ο σκηνοθέτης Lorenzo Vigas, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων φαίνεται να μην έχει αποφασίσει, που θέλει ρίξει το βάρος της αφήγησης.
Ταξικές ανισότητες, μικροπαραβατικότητα, χάσμα γενεών, σεξουαλική βία, απωθημένα της παιδικής ηλικίας που καταδιώκουν τους ανθρώπους στην ενήλικη ζωή τους, πράξεις εκδίκησης, φιλμογραφούνται πίσω από αναίτιες σιωπές, αφηγηματικά αχρείαστα φλουταρίσματα της κάμερας, αργό ρυθμό σε σημείο βαρεμάρας και εμβόλιμες σκηνές-υποτίθεται σινεφίλ- που όμως διαταράσσουν την ούτως ή άλλως προβληματική ροή της ταινίας.
Στην «δειλή» κινηματογραφική προσέγγιση, που αποφεύγει να πλησιάσει την ουσία, που «δραπετεύει» από τα γεγονότα,  που παρακολουθεί με μακρινά πλάνα ότι θέλει να κρύψει για αργότερα και που τελειώνοντας το κρύβει για πάντα, έρχονται να προστεθούν παιδαριώδεις στην κυριολεξία ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Η ημιτελής ανάλυση των χαρακτήρων κάνει τις πράξεις τους να μην έχουν συνέχεια και συνέπεια.

Μια ταινία μυστηρίου, χωρίς μυστήριο, που «πιάνεται» από τα σεξουαλικά βίτσια του μεσήλικα πρωταγωνιστή της, στριφογυρνάει, όπως ο σκύλος γύρω από την ουρά του και τελειώνει το ίδιο άδοξα, όπως ακριβώς ξεκίνησε. 

Το χρυσό λιοντάρι στο φεστιβάλ της Βενετίας;;;;;;;;;

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Το Δάσος με τις Σημύδες- Brzezina

Επαρχιακή προπολεμική Πολωνία. Στενός ορίζοντας. Ψηλοί και πυκνοί κορμοί δέντρων, σαν  σίδερα φυλακής, τοπία κλειστοφοβικά.
Ο δασοφύλακας Boleslaw (Daniel Olbrychski), που ζει με την μικρή του κόρη Ola (Elzbieta Zolek), βιώνει ένα παρατεταμένο πένθος μετά τον θάνατο της γυναίκας του. Ανήμπορος να συμφιλιωθεί με την κατάσταση και βασανισμένος από αναπάντητα ερωτήματα και υποψίες, δέχεται την επίσκεψη του αδελφού του Stanislaw (Olgierd Lukaszewicz), ο οποίος πάσχει από φυματίωση στο τελευταίο στάδιο. Σε αντίθεση με τον καταθλιπτικό αδελφό του, ο νεοφερμένος, πασχίζει να ρουφήξει τις τελευταίες σταγόνες της ζωής που του απομένει, προβάλλει έναν εξωστρεφή, παιχνιδιάρη, εξεζητημένο εαυτό και με την παρουσία του αναστατώνει και φέρνει στην επιφάνεια παλιές ανεπούλωτες πληγές.
Ένα συμβολικό δράμα, μια σπουδή επάνω στον θάνατο και στον έρωτα, σαν προϊόν μιας ατίθασης, ορμέμφυτης ζωικής δύναμης που δεν μπορεί να μπει στα ανθρώπινα όρια, χωρίς να αποκτήσει χαρακτήρα διαστροφικό και εντέλει καταστροφικό. Στο πρόσωπο της απλοϊκής χωριατοπούλας, της Malina (Emilia Krakowska), τα δυο αδέλφια-οι δυο εκφάνσεις μιας ενιαίας ψυχής, που ταλανίζεται από το βάρος της ολοκληρωτικής απώλειας- βρίσκουν την γήινη πρόσδεσή τους με την πραγματικότητα. Η ήττα της μιας, μέσω του αλληγορικού θανάτου της,  απελευθερώνει την άλλη.

Ο Andrzej Wajda συλλαμβάνει τα στοιχεία της ζωής στην ύπαιθρο, το δάσος, το κόψιμο των ξύλων, τα πλημμυρισμένα λιβάδια, τους ήχους από τα πουλιά, τους καυγάδες ανάμεσα στις κότες, το πηγαίο, το ανεπιτήδευτο της φύσης και το αντιπαραβάλλει με τις σκιές, τον φόβο, την ανειλικρίνεια και την υποκρισία, φτιάχνοντας μια ταινία γεμάτη αντιθέσεις, μια συνεχή εναλλαγή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Ο τρόπος που ο φακός αγκαλιάζει το πρόσωπο και το σώμα της Malina, χωρίς να έχει τίποτα το αισθησιακό, αναδύει έναν έντονο αρχέγονο ερωτισμό, ικανό να αιχμαλωτίσει τα βλέμματα, ακριβώς εξ’ αιτίας της αυθεντικότητας του.

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Truman

Όταν ο θάνατος κτυπάει την πόρτα, ο άνθρωπος νιώθει να πολλαπλασιάζονται οι επιλογές του, βλέπει το υπόλοιπο της ζωής με τα μάτια αυτού που ήδη έχει φύγει, δεν τον αγγίζουν οι κοινωνικές συμβάσεις, γίνεται ειλικρινής με τον εαυτό του και με τους άλλους… και γι’ αυτό είναι απρόβλεπτος.
Ένα κομψοτέχνημα σεναριακής δομής και σκηνοθεσίας από τον Cesc Gay και δυο μεστές, κατασταλαγμένες και αφοπλιστικές ερμηνείες από τον Ricardo Darín και τον Javier Cámara, σε αυτήν την γλυκόπικρη ταινία που φέρει το όνομα του  “Truman”, ενός ατσούμπαλου συμπαθητικού σκύλου.
Όταν ο Julián, εν ενεργεία ηθοποιός θεάτρου, αποφασίζει να διακόψει τις χημειοθεραπείες, δέχεται την επίσκεψη του παλιού του φίλου  Tomás. Το τετραήμερο που θα περάσουν μαζί, αποδεικνύεται καταλυτικό και λυτρωτικό και για τους δυο. Σε μια προσπάθεια συμβιβασμού με το μοιραίο, ο Julián, με την συνοδεία του Tomás προσπαθεί να τελειώσει με τις «εκκρεμότητες», να απωθήσει τον οίκτο που προκαλεί στους άλλους η κατάσταση του, να κλείσει το ζήτημα των αποχαιρετισμών, να αγοράσει την τεφροδόχο του και το σπουδαιότερο, να βρει ανάδοχη οικογένεια για το σκυλί του.
Από τα χιονισμένα τοπία του Καναδά, τις καμπίνες των αεροπλάνων, τους γραφικούς πεζόδρομους και την μικρή συνοικιακή πλατεία της Μαδρίτης, τις καφετέριες και τα μπαρ, το θεατρικό σανίδι και τα καμαρίνια, μέχρι το κανάλι και το πανεπιστήμιο στο Άμστερνταμ, η κάμερα εστιάζει επάνω στα πρόσωπα, στις εκφράσεις, σε αυτά που λένε και πιο πολύ σε αυτά που σκέφτονται και αισθάνονται. Σε καμιά περίπτωση δεν προσπαθεί να κλέψει τον πρωταγωνιστικό ρόλο από τους ήρωες της. Η αντρική φιλία που δεν έχει ανάγκη από  την «καύσιμη ύλη» της καθημερινότητας και τα μεγάλα λόγια για να συντηρηθεί. Και γύρω τους άνθρωποι κοντινοί, λιγότερο κοντινοί, φίλοι και γνωστοί, σε ένα παιχνίδι αντοχής για γερά νεύρα, όπου οι συμπεριφορές μετράνε.

Δεν είναι ότι η ταινία αυτή δεν ποντάρει καθόλου στον μελοδραματισμό, που εύκολα θα έβγαζε αυτό το θέμα. Είναι ότι η οπτική της απέχει μίλια από αυτήν την γωνία θέασης. Ακόμα και ο φόβος του θανάτου, τα βουρκωμένα μάτια, το σφίξιμο του χεριού του φίλου, έχουν μια νότα αισιοδοξίας. Ακόμα και αυτό το… είδος αποχαιρετισμού, αυτό το αισθησιακά γυρισμένο,  πώς να το πούμε αλλιώς, αυτό το  είδος προ-μνημόσυνου, που κάνουν ο Tomás και η Paula (Dolores Fonzi)- η ξαδέρφη και κοντινότερο πρόσωπο στην ζωή του Julián- εμπεριέχει την νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο.