Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Κλέφτες Καταστημάτων-Manbiki kazoku


Γιαγιά, πατέρας, μητέρα, αδελφή, γιος και κόρη. Η αγία οικογένεια, ο πυρήνας, το κύτταρο της κοινωνίας. Δεσμοί αίματος που ενώνουν διαφορετικούς χαρακτήρες. Μαζί στα στραβά αλλά και στις χαρές της ζωής. Αλληλεγγύη, υποστήριξη, αγάπη, φροντίδα λέξεις ποτισμένες με το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο. Οικογένεια, το φυτώριο, ο τροφοδότης της κοινωνικής ζωής.
Η οικογένεια που πραγματεύεται ο Hirokazu Koreeda στην ταινία «Κλέφτες Καταστημάτων» (Manbiki kazoku) τα έχει όλα τα παραπάνω και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό εκτός από ένα. Της λείπουν οι δεσμοί αίματος.
Μια ταινία τρυφερή αλλά ταυτόχρονα οξυδερκής, χωρίς διάθεση διδακτισμού, κυλάει ήρεμα, περνάει τα μηνύματά της ανεπαίσθητα, αφήνει στον θεατή την δυνατότητα να εκφράσει τα συναισθήματά του με όποιον τρόπο εκείνος νομίζει καλύτερα. Θέλει να συγκινηθεί, να θυμώσει, να καταγγείλει, να γυρίσει το κεφάλι αδιάφορα από την άλλη πλευρά. Οι θεσμοί της πολιτείας είναι υποχρεωμένοι να λειτουργήσουν προς όφελος της μονάδας και ορθώς θα πράξουν. Η προστασία της ατομικότητας, τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αδιαπραγμάτευτα σε κάθε κοινωνία. Προφυλάσσουν τα μέλη της από κάθε είδους εξωτερικό εξαναγκασμό και βαναυσότητα. Ο σκηνοθέτης δεν το αμφισβητεί, αφήνει όμως ανοιχτή μια χαραμάδα.
Μέσα από αυτήν την χαραμάδα βλέπουμε το σπίτι των Shibata. Αυτήν την οικογένεια που μοιάζει, όμως δεν είναι όπως οι άλλες. Με πλάνα σφιχτά, γεμάτα, με την κάμερα να χώνεται ανάμεσα στους ηθοποιούς σε απόσταση αναπνοής, να τους μεγαλώνει, να τους κόβει, να κλέβει τις στιγμές τους, να στριμώχνεται και να τους στριμώχνει.
Ο ερχομός ενός καινούργιου μέλους στην «οικογένεια» είναι ο καταλύτης των εξελίξεων. Τα κρυμμένα μυστικά διεκδικούν το φως. Οι ηθικές αξίες στέκουν ψηλά αναλλοίωτες αρκεί ένα νεύμα από τον σοφό, γέρο περιπτερά, μια νουθεσία χωρίς κραυγές, χωρίς τιμωρία, χωρίς ανταλλάγματα, μια τρυφερή δωροδοκία για να γυρίσει ο τροχός.
Τα δυο παιδιά, οι σύγχρονοι γιαπωνέζοι Όλιβερ Τουίστ και οι φτωχοδιάβολοι προστάτες τους, που «έκλεψαν» λίγη από την γλύκα της υποτιθέμενης οικογενειακής θαλπωρής, που έφτιαξαν τον δικό τους βωμό, ίσως πλαστό, όμως ιερότερο από κάποιους άλλους αυθεντικούς βωμούς,  θα λογοδοτήσουν οι καθένας ανάλογα με τις πράξεις του. Ποιος τελικά θα είναι ο χαμένος;

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Το ξέρουν όλοι (Todos lo saben)


Είχε όλες τις προδιαγραφές για μια σαπουνόπερα της σειράς. Ένα ερωτικό ειδύλλιο ανάμεσα στην πλούσια κόρη και στον φτωχό υπηρέτη. Ένας συμβατικός γάμος για την πρώτη στην ξενιτιά -για να τον ξεχάσει - και η οικονομική ανέλιξη του δεύτερου. Μετά από χρόνια θα γυρίσει ο τροχός, η πλούσια οικογένεια  χάνει την περιουσία της, όμως ο πρώην φτωχός και πρώην υπηρέτης, νυν ευκατάστατος και ευυπόληπτος οινοκαλλιεργητής καλείται να την συνδράμει.
Ο Asghar Farhadi μεγαλουργεί επάνω σε μια συνηθισμένη- χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας- ιστορία. Βγάζει συνεχώς άσσους από το μανίκι. Τροφοδοτεί το παρόν με τα μυστικά του παρελθόντος. Γεμίζει τα κενά και ταΐζει την περιέργεια του θεατή με ισόποσες διαδοχικές πληροφορίες, όσες χρειάζονται για να τον κάνει συμμέτοχο στην ανακάλυψη των δραστών μιας απαγωγής, ενώ κατά βάθος η ίδια η απαγωγή είναι το πρόσχημα που θα κινητοποιήσει παλιές εν υπνώσει, αλλά ποτέ ξεχασμένες καταστάσεις.
Μια ρωγμή στον χρόνο που κυλάει- υποτίθεται- αρμονικά, για να σβήσει και θα θεραπεύσει  τα ανολοκλήρωτα πάθη. Αμ δε. Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα και επάνω στο ραγισμένο ρολόι του καμπαναριού της εκκλησίας του χωριού, θα ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για την τραυματική ενηλικίωση της κόρης των πρωταγωνιστών. Μια μάνα, η υπέροχη Penelope Cruz, που για άλλη μια φορά τολμά να τσαλακώσει την εικόνα της, ένας θεός παρών για κάποιους και απών για κάποιους άλλους κινεί τα καρμικά νήματα και φέρνει στην επιφάνεια τις ταξικές διαφορές, που η φιλελευθεροποίηση των δυτικών κοινωνιών κουκούλωσε, αλλά δεν εξάλειψε εντελώς. Οι δυο εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες, ο εξωστρεφής, δοτικός, παρορμητικός και ρωμαλέος Paco, απέναντι στον εγκεφαλικό, συνεσταλμένο, εσωστρεφή έως μεταφυσικό Alejandro, που ερμηνεύονται άψογα από τους Javier Bardem και Ricardo Darín αντίστοιχα. Δίπλα τους ένας θίασος εξαιρετικών ηθοποιών, με την Bárbara Lennie να ξεχωρίζει στον ρόλο της Bea και να μας χαρίζει μια σκηνή εικαστικής τελειότητας μπροστά στην καγκελόπορτα του σπιτιού, που βλέπει προς τον αμπελώνα, καθώς προσπαθεί να μεταπείσει τον Paco για την ήδη ειλημμένη απόφασή του.
Η σύγχρονη Ισπανία ταλαντεύεται ανάμεσα στην παράδοση και στον μοντερνισμό σε αυτό το σύγχρονο δράμα μυστηρίου.  

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Dogman


Σύγχρονος ιταλικός, νεορεαλιστικός κινηματογράφος από τον Matteo Garrone. Μια σκληρή, αλλά ταυτόχρονα τρυφερή ταινία, που απογειώνεται χάρη στην εκφραστική ερμηνεία του Marcello Fonte, στον ρόλο του Marcello, ενός ιδιοκτήτη καταστήματος για την περιποίηση και την φιλοξενία σκύλων.
Μια θλιβερή επαρχιακή λουτρόπολη που χωράει ολόκληρη σε ένα πλάνο. Παλιά ετοιμόρροπα κτήρια, κοινόχρηστοι χώροι παρακμιακοί, λακκούβες με βρόχινο νερό και λάσπες. Αυτή τη λασπωμένη ζωή προσπαθεί να αναβαθμίσει ο πρωταγωνιστής, να την ξεσκαλώσει από την μιζέρια, βάζοντας από το περίσσεμα της αγάπης του, στα σκυλάκια συνοδείας των πελατών του. Μικροπαραβατικός, διακινεί μικρές ποσότητες κοκαΐνης, αλλά με ένα έμφυτο ηθικό ανάστημα σε οξεία αντίθεση με το φυσικό του ανάστημα, που τον κάνει να διαφέρει από τους άχρωμους,  συμφερεντολόγους, επαρχιώτες συμπολίτες του.
 Η ταινία «χτίζεται» μεθοδικά σε όλο το πρώτο μέρος. Οι αντιθέσεις αρχίζουν να παίρνουν σάρκα και οστά. Η πάλη για να διατηρήσει ζωντανή την σχέση του με την μικρή του κόρη μετά το διαζύγιο, η εύθραυστη ισορροπία με τους γείτονες, η ιδιότυπη φιλία με τον τραμπούκο, πρώην παλαιστή Simone (Edoardo Pesce). Ο Marcello προσπαθεί με το βλέμμα του να γλυκάνει τον γύρω του κόσμο. Επιμένει, όχι πεισματικά, αλλά με ένα τρόπο ανεπιτήδευτο, πηγαίο που κερδίζει τον θεατή, σαν ένα είδος σύγχρονου Δον Κιχώτη που δεν αποζητά την συμπάθεια, αλλά λειτουργεί με βάσει τους δικούς του άγραφους κανόνες. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όταν πια ο πρωταγωνιστής μπαίνει στο περιθώριο  νικημένος από την αδράνεια και όταν η αντίθεση με τον Simone προσωποποιείται και παγιώνεται, έρχονται οι σκηνές βίας για να ανεβάσουν την ένταση και να οδηγήσουν στην αποκλιμάκωση της παραίτησης.
Μια αξιόλογη ταινία με ευρηματικά σκηνοθετικά τεχνάσματα, ίσως προβληματική όσο αφορά τους δεύτερους ρόλους, όμως ευπρόσωπη και με ξεκάθαρο μήνυμα.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Ψυχρός Πόλεμος (Zimna wojna)


Ο Pawel Pawlikowski ξετυλίγει το κουβάρι μιας θυελλώδους ερωτικής ιστορίας που ξεκινάει στην επαρχιακή αγροτική Πολωνία, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου και την παρακολουθεί αποσπασματικά μέχρι τις αρχές περίπου της δεκαετίας του ’60, όταν αποφασίζει να … αποδεσμεύσει τους πρωταγωνιστές του, ουσιαστικά με το να τους επιτρέπει να δραπετεύσουν από το πλάνο, όταν ο παράφορα παθιασμένος μετ’ εμποδίων έρωτάς τους, φτάνει στην κορύφωσή του, όταν δεν έχει πια ανάγκη επιβεβαίωσης, όταν οι εραστές έχουν πια πάψει να αποτελούν κίνδυνο για το πολιτικό καθεστώς της χώρας τους.
Το μαυρόασπρο τετράγωνο κάδρο παντρεύει την ερωτική ιστορία και την εντάσσει μέσα στο μεγαλύτερο κάδρο, μέσα στο  πολιτικό κοινωνικό πλαίσιο της μεταπολεμικής Πολωνίας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το αυταρχικό πολίτευμα τρέμει το πρωτογενώς λαϊκό, το αυθεντικό, όπου κι αν αυτό απαντιέται, στην μουσική, στο τραγούδι, γενικά στις τέχνες, αλλά και στις ανθρώπινες σχέσεις. Το μετατρέπει σε φολκλόρ, σε επιτηδευμένο προϊόν λαϊκής κατανάλωσης και προπαγάνδας. Και όταν δεν μπορεί, όταν συναντά αντίσταση, τότε το διώκει.
Μέσα από τις μισάνοιχτες χαραμάδες μέσα από τα σύνορα των χωρών του ανατολικού και του δυτικού μπλοκ συναντιόνται οι εραστές. Ο μουσικός (Tomasz Kot) και η τραγουδίστρια (Joanna Kulig) παλεύουν για να συντηρήσουν έναν έρωτα που γεννιέται και πεθαίνει σε κάθε τους συνάντηση. Το Παρίσι της διανόησης, των καλλιτεχνών, των πολιτικών εξόριστων τρέφει και τρέφεται από τα θύματα της σταλινικής βίας. Η ατομική και σεξουαλική απελευθέρωση, η jazz, ο πολύχρωμος (αν και ασπρόμαυρος) κόσμος των νυχτερινών μπαρ θέλγει τον ασυμβίβαστο Wiktor, θέλγει αλλά ταυτόχρονα τρομάζει την ταλαντούχα επαρχιωτοπούλα, την Zula. Για μια δεκαπενταετία η σχέση τους κινείται στην κόψη του ξυραφιού. Οι παράλληλες ζωές τους διασταυρώνονται και απομακρύνονται . Η παράδοση, η συνθηκολόγηση μοιάζει να αποτελεί μονόδρομο. 
Η εντυπωσιακά κεντραρισμένη με έντονα κοντράστ φωτογραφία, διηγείται με τον δικό της αυτοτελή συμβολικό τρόπο την ιστορία και συμπληρώνεται από μουσική, τραγούδια και χορό. Ένα μιούζικαλ ερωτικό ρομάντζο με προεκτάσεις. 
Στην εφαπτομένη του προσωπικού και του συλλογικού δράματος γεννιέται ο σύγχρονος Πολωνικόςκινηματογράφος.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Nina


Από το 

9ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας

και την Ταινιοθήκη της Έλλαδος

Η   Nina ) Julia Kijowska ) ασφυκτιά στον γάμο της. Φαίνεται ότι η σχέση της με τον      Wojtek (Andrzej Konopka) πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Ίσως ένα παιδί να άλλαζε την κατάσταση, όμως το ζευγάρι δεν μπορεί να τεκνοποιήσει. Αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν μια γυναίκα ως παρένθετη μητέρα. Η Nina ερωτεύεται την Magda (              Eliza Rycembel) την υποψήφια παρένθετη μητέρα.
Ενδιαφέρουσα ιστορία που εστιάζει στην ακινησία των συμβατικών σχέσεων, στην μοναξιά, και την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους. Η δυσκολία προσαρμογής μέσα στα κοινωνικά αποδεκτά πλαίσια λειτουργεί παθολογικά για κάποιους ανθρώπους. Όταν οι άμυνες δεν επαρκούν έρχεται η κατάθλιψη. Υπάρχει θεραπεία γι’ αυτό,  προτείνει η Πολωνή σκηνοθέτης Olga Chajdas. Ο έρωτας, το καλύτερο αντικαταθλιπτικό. Ένας έρωτας όμως δοτικός, συναρπαστικός, ολοκληρωτικός που δεν έχει σχέση με το φύλο, την φυλή, την θρησκεία. Η έλξη μονάχα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Με τον ίδιο τρόπο που το ζευγάρι υποφέρει από ανία κάτω από την κοινή τους συζυγική στέγη, με τον ίδιο τρόπο υποφέρουν από μοναξιά -ενώ φαινομενικά διασκεδάζουν κάτω από τους ήχους της εκκωφαντικής μουσικής - μέσα στο μπαρ για λεσβίες, οι υποτιθέμενα απελευθερωμένοι θαμώνες.
Ό άνθρωπος Nina ερωτεύεται τον άνθρωπο Magda. Δεν υπάρχει σε αυτό τίποτα άλλο. Η Nina δεν είναι ετεροφυλόφιλη, ούτε ομοφυλόφιλη, ούτε bisexual. Όπως εξομολογείται - στην ωραιότερη ίσως ατάκα του σεναρίου - η ίδια αισθάνεται Magdasexual.
Πρωτότυπη σκηνοθεσία, στυλιζαρισμένη, φωτογραφία με ζεστά χρώματα (Birth Place Instalation), αριστουργηματικό σάουντρακ και εκφραστικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Κάδρα γεμάτα, ξεχωρίζει το πλάνο του οργασμού στην χιονισμένη πλατεία, ενώ στο βάθος προχωρεί αργά ο μουσικός κουβαλώντας την θήκη με το βιολοντσέλο του. Ένα πειστικό καλά δομημένο σενάριο, που υπηρετείται σωστά μέχρι τέλους. Μια ταινία παιχνιδιάρικη, αισθησιακή όμως ταυτόχρονα political correct, χωρίς να χάνεται σε ψευτοκαθωσπρεπισμούς και ηθικολογίες. 

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα-Sueño en otro idioma


Στην πολύ ενδιαφέρουσα ταινία του Ernesto Contreras, «Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα» (Sueño en otro idioma), η γλώσσα είναι μόνο η αφορμή. Μια ιστορία που ξεκινάει από  παλιά και φτάνει ως τις μέρες μας, μια ιστορία αθωότητας, αγάπης και  φιλίας, αλλά ταυτόχρονα και μια ιστορία φόβου, υποκρισίας και προκαταλήψεων. Σε ένα χωριό κρυμμένο μέσα στο δάσος κάποιας μεξικάνικης ζούγκλας, και  πίσω από τις άγνωστες λέξεις μιας διαλέκτου που σβήνει, καθώς οι άνθρωποι που την μιλούν φεύγουν από την ζωή, ο επιστήμονας γλωσσολόγος ανακαλύπτει έναν κόσμο διαφορετικό. Ένας πολιτισμός αρμονικά δεμένος με την φύση, ένας πολιτισμός που αφανίστηκε,  όταν η χριστιανική κουλτούρα επιβλήθηκε βίαια στους ιθαγενείς του Νέου Κόσμου.

Καταδικασμένος ο άνθρωπος να ζει τις συνέπειες ενός Πύργου της Βαβέλ, αποξενώνεται από την φύση αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό. Υψώνει τείχη απομόνωσης, γίνεται σκληρός, κουβαλάει μαρτυρικά ως τον θάνατο την αγωνία του, τον ανομολόγητο φόβο του.

Αν και κάπως αδέξια σκηνοθετικά και με ολοφάνερα ανεπαρκή την ερμηνεία του υποτιθέμενου πρωταγωνιστή της, του γλωσσολόγου Martín, η ταινία απογειώνεται από το άρωμα του μαγικού ρεαλισμού που την διαπνέει σε όλη της την διαδρομή. Το πάντρεμα παρελθόν-παρόν, η αποκάλυψη των μυστικών στην ώρα τους, τα φίλτρα στην φωτογραφία, η στρωτή απλή αφήγηση και πάνω απ’ όλα η δύναμη αυτής της ακατανόητης, ανύπαρκτης- επινοημένης μόνο για τις ανάγκες της ταινίας -γλώσσας, zicril,  η οποία καθώς χάνεται παρασύρει και λυτρώνει μαζί με τους ανθρώπους και τα πάθη τους.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

Θρέψε Κοράκια-Cría cuervos


Το αριστούργημα του Carlos Saura, “Cría cuervos” (Θρέψε Κοράκια), ήρθε σαν μια ανάσα δροσιάς από το κανάλι της Βουλής, κόντρα στο κύμα πυρόπληκτης διάρροιας των καναλιών και των σαπουνόπερων του Netflix, για να αποδείξει ότι δεν χρειάζεται μονάχα μια μηχανή λήψης εικόνων και άλλη μια για την λήψη των ήχων, για να γίνει «πολιτική» και «κινηματογράφος», αλλά χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο, ας το ονομάσουμε… ταλέντο.
Ένα καλοκαίρι, μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σχολεία, φτάνει για να ωριμάσει το βλέμμα της Ana (Ana Torrent), για να μπορέσει να βάλει σε τάξη και να αντιληφθεί τι συμβαίνει γύρω της, στην οικογένειά της, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία.
Μια βαθιά αλληγορική, πολιτική ταινία, του 1976, περιγράφει, με αναφορές χαρακτήρων, την κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο. Η ξεδοντιασμένη αριστοκρατία, το ένδοξο παρελθόν, στο αναπηρικό αμαξίδιο, ο στρατός μια κλίκα προκλητικών αμόρφωτων γαλονάδων ασελγεί επάνω στην δημοκρατία, η εργατική τάξη υπομένει φοβισμένα, ενώ η «πανταχού παρούσα» θεία, μια δήθεν υπεύθυνη, δήθεν προστατευτική, καταπιεστική ανερχόμενη αστική τάξη χαριεντίζεται με τους δικτάτορες και επιβάλει κανόνες συμπεριφοράς.
Η κάμερα, στα χέρια του Carlos Saura, γίνεται μηχανή του χρόνου. Κινείται ανεπαίσθητα, σχεδόν μαγικά, τα πλάνα του σπάνε το φράγμα παρελθόν-παρόν- μέλλον, δίνουν εξηγήσεις, «μιλάνε» ένα επίπεδο επάνω από τους υπέροχους διαλόγους. Τα παιδιά μασκαρεύονται «μεγάλοι». Τα λόγια των «ενηλίκων», ένα κράμα μίσους, αυθάδειας, υποκρισίας, σκληρότητας, ταπείνωσης, φασισμού της καθημερινότητας, όπως αυτά ακούγονται από τα παιδικά χείλη, σκοτώνουν σαν όπλα κοφτερά, ανελέητα. Μια από τις κορυφαίες κινηματογραφικές σκηνές.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

La Cordillera-Ο πρόεδρος


Αφελής, γεμάτη στερεότυπα, η ταινία “La Cordillera” (Ο πρόεδρος), του Santiago Mitre, «παραπαίει» ανάμεσα στο πολιτικό θρίλερ και στην ενδοοικογενειακή δυσαρμονία που προκύπτει, όταν η ψυχολογική ανισορροπία της κόρης του προέδρου και το σκάνδαλο του γαμπρού του, γίνεται θέμα των φύλλων του κίτρινου τύπου.
Με υπερβολές, θεατρινίστικους διαλόγους, μορφασμούς και χειρονομίες, ο θεατής πληροφορείται για την ζωή πίσω από τις κουρτίνες, για την καθημερινότητα στα υψηλά κλιμάκια άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Όσα φαντάζεται και όσα … υποθέτει ότι φαντάζεται ότι συμβαίνουν ο μέσος ψηφοφόρος, προσφέρονται στο πιάτο μαζί με μια σάλτσα φροϋδικής υπνο-θεραπευτικής κακογουστιάς.
Η διαφθορά της πολιτικής τάξης, ο κυνισμός των παρατρεχάμενων … των «περί τον πρόεδρο» «ιχνογραφούνται» με προχειρότητα και απευθύνονται σε ένα κοινό ήδη προετοιμασμένο και ανθρωποφαγικό.
Ούτε η εξαίσια για άλλη μια φορά ερμηνεία του Ricardo Darín δεν μπορεί να διασώσει αυτό το βαρετό και προβλέψιμο… λατινοαμερικάνικο τηλεοπτικό reality.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

1945


Μια πεντακάθαρη, σινεφίλ ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένας αυτοδύναμος αφηγηματικός κορμός, που πλαισιώνεται από ημιτελείς, διαλόγους, αποσιωπητικά, εκφράσεις αγωνίας, μορφασμούς άλλοτε φόβου, άλλοτε τύψεων, μια δραματική, στα όρια του θρίλερ, συνεχώς κορυφούμενη αγωνία, να εντείνεται, καθώς το κανάλι της ηχητικής μπάντας- με τα βήματα των πετάλων του αλόγου στον επαρχιακό δρόμο- διαπερνάει όλα τα πλάνα, σαν μια κλωστή που δένει μεταξύ τους τις ζωές αυτών που έφυγαν για τα κρεματόρια, θύματα του Ολοκαυτώματος- του πιο αποτρόπαιου εγκλήματος στην ιστορία της ανθρωπότητας - και αυτών που όχι μόνο δεν έκαναν τίποτα για να το εμποδίσουν, αλλά πλούτισαν και προόδευσαν κοινωνικά, είτε προδίδοντας, είτε αδιαφορώντας για την μοίρα των γειτόνων τους.
Μια ταινία που έχει την τόλμη να ανοίξει ντουλάπες με ξεχασμένους σκελετούς, να ταρακουνήσει εφησυχασμένες συνειδήσεις, να μιλήσει για το ηθικό πλεονέκτημα των νικημένων, για ένα ηθικό πλεονέκτημα, που όσο κι αν θέλουν να το λερώσουν οι ιδεολογικοί απόγονοι των δημίων, υπάρχει και ακτινοβολεί.
Μια νεκρική πομπή, οι μαυροντυμένοι ασκεναζίμ, πατέρας και γιος, με τις παραδοσιακές ενδυμασίες των ανατολικο-ευρωπαίων εβραίων, ακολουθούν το κάρο που κουβαλάει τα… απομεινάρια των αγαπημένων τους. Μια συμβολική ταφή μέσα στο χώμα για πράγματα πολύτιμα, ιερά όπως οι αναμνήσεις τους, που αν πεταχτούν στα σκουπίδια θα είναι ιεροσυλία. Ένα χωριό, τους παρακολουθεί πίσω από μάντρες, γερμένα πορτόφυλλα, μισόκλειστες κουρτίνες. Ενοχές που σφάζουν, αλλά και υποκρισία. Τύψεις αλλά και κυνισμός. Έχθρα, ο αντισημιτισμός του προσωπικού συμφέροντος. Ένας λαός που περνάει από την ναζιστική κατοχή σε αυτήν των σοβιετικών, ανήμπορος να αντιδράσει, να απελευθερωθεί από προκαταλήψεις, καταδικασμένος να αναπαράγει το έγκλημα εις το διηνεκές.
Ο Ferenc Török , χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά, υπογράφει ένα λιτό και όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, ένα κλειστοφοβικό δράμα υπαίθρου, μια ιστορία κοινή για όσους λαούς δεν είχαν την δύναμη και το θάρρος, να δουν και να μάθουν από την ιστορία τους.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Οι Δικοί μου Άνθρωποι-Tesnota / Closeness


Δεν είναι εύκολη η ζωή για τους ανθρώπους που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες πουθενά στον κόσμο. Πόσο μάλλον σε χώρες που η δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα υποφέρουν. Πολύ περισσότερο όταν από επιλογή, ένα νεαρό άτομο- μέλος της μειονότητας- αποφασίζει να… βγει από το μαντρί και να γίνει η μειονότητα της μειονότητας.
1998, Βόρειος Καύκασος. Μια μικρή εβραϊκή συντηρητική κοινότητα ζει ανάμεσα σε έναν αμιγώς μουσουλμανικό πληθυσμό. Η Ilana 'Ila' Koft (Darya Zhovnar) μια δυναμική εβραιοπούλα, που εργάζεται στο συνεργείο αυτοκινήτων της οικογενειακής επιχείρησης, νιώθει αρκετά ικανή για να τραβήξει τον δικό της δρόμο μακριά από τα πατροπαράδοτα έθιμα. Νιώθει, όμως είναι πραγματικά; Με αφορμή την απαγωγή του μικρού αδελφού της και τα λύτρα που ζητάνε οι απαγωγείς για να τον απελευθερώσουν, ξετυλίγεται το κουβάρι μιας εξωτερικής σύγκρουσης με την οικογένειά της και τον κοινωνικό περίγυρο, που φαντάζει ασήμαντη μπροστά στον εσωτερικό Γολγοθά, την ύπουλη, αόρατη, υποδόρια και εξοντωτική βία που καλείται να αντιμετωπίσει από τον ίδιο της τον εαυτό.
Ο σκηνοθέτης στο τέλος παραδέχεται ότι δεν ξέρει τι απέγινε αυτή η οικογένεια που έχασε την επιχείρησή της και που αποβλήθηκε κακήν κακώς σαν ξένο σώμα. Κάποια στιγμή πέφτουν οι τίτλοι του τέλους κι ας μην τελειώνουν ποτέ αυτές οι ιστορίες.
Οι μόνες βίαιες σκηνές είναι αυτές που προβάλλονται εμβόλιμα και για αρκετή ώρα σε ένα αληθινό βίντεο όπου απεικονίζονται οι ωμότητες- θηριωδίες των τσετσένων ανταρτών και που ... καταναλώνεται αμάσητο από την ντόπια νεολαία. 
Μικρό φορμάτ, κλειστά, στενάχωρα, κλειστοφοβικά πλάνα, σκοτεινά με έντονα μπλε ηλεκτρικά χρώματα. Τοίχοι φορτωμένοι, δωμάτια πνιγμένα, ντουλάπες ογκώδεις αφήνουν ρωγμές-σχισμές για να περάσει ο φακός. Ο θεατής πρέπει να παλέψει για να δει, όχι όμως για να καταλάβει. Με αυτήν την πρωτότυπη και εκφραστικά λειτουργική σκηνοθετική προσέγγιση, ο νεαρός- πρωτοεμφανιζόμενος σε ταινία μεγάλου μήκους- Kantemir Balagov, μεταμορφώνει μια κατά τα άλλα συμβατική ιδέα σε ένα ψυχικά επικό δράμα… δωματίου.