Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Dogman


Σύγχρονος ιταλικός, νεορεαλιστικός κινηματογράφος από τον Matteo Garrone. Μια σκληρή, αλλά ταυτόχρονα τρυφερή ταινία, που απογειώνεται χάρη στην εκφραστική ερμηνεία του Marcello Fonte, στον ρόλο του Marcello, ενός ιδιοκτήτη καταστήματος για την περιποίηση και την φιλοξενία σκύλων.
Μια θλιβερή επαρχιακή λουτρόπολη που χωράει ολόκληρη σε ένα πλάνο. Παλιά ετοιμόρροπα κτήρια, κοινόχρηστοι χώροι παρακμιακοί, λακκούβες με βρόχινο νερό και λάσπες. Αυτή τη λασπωμένη ζωή προσπαθεί να αναβαθμίσει ο πρωταγωνιστής, να την ξεσκαλώσει από την μιζέρια, βάζοντας από το περίσσεμα της αγάπης του, στα σκυλάκια συνοδείας των πελατών του. Μικροπαραβατικός, διακινεί μικρές ποσότητες κοκαΐνης, αλλά με ένα έμφυτο ηθικό ανάστημα σε οξεία αντίθεση με το φυσικό του ανάστημα, που τον κάνει να διαφέρει από τους άχρωμους,  συμφερεντολόγους, επαρχιώτες συμπολίτες του.
 Η ταινία «χτίζεται» μεθοδικά σε όλο το πρώτο μέρος. Οι αντιθέσεις αρχίζουν να παίρνουν σάρκα και οστά. Η πάλη για να διατηρήσει ζωντανή την σχέση του με την μικρή του κόρη μετά το διαζύγιο, η εύθραυστη ισορροπία με τους γείτονες, η ιδιότυπη φιλία με τον τραμπούκο, πρώην παλαιστή Simone (Edoardo Pesce). Ο Marcello προσπαθεί με το βλέμμα του να γλυκάνει τον γύρω του κόσμο. Επιμένει, όχι πεισματικά, αλλά με ένα τρόπο ανεπιτήδευτο, πηγαίο που κερδίζει τον θεατή, σαν ένα είδος σύγχρονου Δον Κιχώτη που δεν αποζητά την συμπάθεια, αλλά λειτουργεί με βάσει τους δικούς του άγραφους κανόνες. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όταν πια ο πρωταγωνιστής μπαίνει στο περιθώριο  νικημένος από την αδράνεια και όταν η αντίθεση με τον Simone προσωποποιείται και παγιώνεται, έρχονται οι σκηνές βίας για να ανεβάσουν την ένταση και να οδηγήσουν στην αποκλιμάκωση της παραίτησης.
Μια αξιόλογη ταινία με ευρηματικά σκηνοθετικά τεχνάσματα, ίσως προβληματική όσο αφορά τους δεύτερους ρόλους, όμως ευπρόσωπη και με ξεκάθαρο μήνυμα.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Ψυχρός Πόλεμος (Zimna wojna)


Ο Pawel Pawlikowski ξετυλίγει το κουβάρι μιας θυελλώδους ερωτικής ιστορίας που ξεκινάει στην επαρχιακή αγροτική Πολωνία, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου και την παρακολουθεί αποσπασματικά μέχρι τις αρχές περίπου της δεκαετίας του ’60, όταν αποφασίζει να … αποδεσμεύσει τους πρωταγωνιστές του, ουσιαστικά με το να τους επιτρέπει να δραπετεύσουν από το πλάνο, όταν ο παράφορα παθιασμένος μετ’ εμποδίων έρωτάς τους, φτάνει στην κορύφωσή του, όταν δεν έχει πια ανάγκη επιβεβαίωσης, όταν οι εραστές έχουν πια πάψει να αποτελούν κίνδυνο για το πολιτικό καθεστώς της χώρας τους.
Το μαυρόασπρο τετράγωνο κάδρο παντρεύει την ερωτική ιστορία και την εντάσσει μέσα στο μεγαλύτερο κάδρο, μέσα στο  πολιτικό κοινωνικό πλαίσιο της μεταπολεμικής Πολωνίας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το αυταρχικό πολίτευμα τρέμει το πρωτογενώς λαϊκό, το αυθεντικό, όπου κι αν αυτό απαντιέται, στην μουσική, στο τραγούδι, γενικά στις τέχνες, αλλά και στις ανθρώπινες σχέσεις. Το μετατρέπει σε φολκλόρ, σε επιτηδευμένο προϊόν λαϊκής κατανάλωσης και προπαγάνδας. Και όταν δεν μπορεί, όταν συναντά αντίσταση, τότε το διώκει.
Μέσα από τις μισάνοιχτες χαραμάδες μέσα από τα σύνορα των χωρών του ανατολικού και του δυτικού μπλοκ συναντιόνται οι εραστές. Ο μουσικός (Tomasz Kot) και η τραγουδίστρια (Joanna Kulig) παλεύουν για να συντηρήσουν έναν έρωτα που γεννιέται και πεθαίνει σε κάθε τους συνάντηση. Το Παρίσι της διανόησης, των καλλιτεχνών, των πολιτικών εξόριστων τρέφει και τρέφεται από τα θύματα της σταλινικής βίας. Η ατομική και σεξουαλική απελευθέρωση, η jazz, ο πολύχρωμος (αν και ασπρόμαυρος) κόσμος των νυχτερινών μπαρ θέλγει τον ασυμβίβαστο Wiktor, θέλγει αλλά ταυτόχρονα τρομάζει την ταλαντούχα επαρχιωτοπούλα, την Zula. Για μια δεκαπενταετία η σχέση τους κινείται στην κόψη του ξυραφιού. Οι παράλληλες ζωές τους διασταυρώνονται και απομακρύνονται . Η παράδοση, η συνθηκολόγηση μοιάζει να αποτελεί μονόδρομο. 
Η εντυπωσιακά κεντραρισμένη με έντονα κοντράστ φωτογραφία, διηγείται με τον δικό της αυτοτελή συμβολικό τρόπο την ιστορία και συμπληρώνεται από μουσική, τραγούδια και χορό. Ένα μιούζικαλ ερωτικό ρομάντζο με προεκτάσεις. 
Στην εφαπτομένη του προσωπικού και του συλλογικού δράματος γεννιέται ο σύγχρονος Πολωνικόςκινηματογράφος.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Nina


Από το 

9ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας

και την Ταινιοθήκη της Έλλαδος

Η   Nina ) Julia Kijowska ) ασφυκτιά στον γάμο της. Φαίνεται ότι η σχέση της με τον      Wojtek (Andrzej Konopka) πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Ίσως ένα παιδί να άλλαζε την κατάσταση, όμως το ζευγάρι δεν μπορεί να τεκνοποιήσει. Αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν μια γυναίκα ως παρένθετη μητέρα. Η Nina ερωτεύεται την Magda (              Eliza Rycembel) την υποψήφια παρένθετη μητέρα.
Ενδιαφέρουσα ιστορία που εστιάζει στην ακινησία των συμβατικών σχέσεων, στην μοναξιά, και την έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους. Η δυσκολία προσαρμογής μέσα στα κοινωνικά αποδεκτά πλαίσια λειτουργεί παθολογικά για κάποιους ανθρώπους. Όταν οι άμυνες δεν επαρκούν έρχεται η κατάθλιψη. Υπάρχει θεραπεία γι’ αυτό,  προτείνει η Πολωνή σκηνοθέτης Olga Chajdas. Ο έρωτας, το καλύτερο αντικαταθλιπτικό. Ένας έρωτας όμως δοτικός, συναρπαστικός, ολοκληρωτικός που δεν έχει σχέση με το φύλο, την φυλή, την θρησκεία. Η έλξη μονάχα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Με τον ίδιο τρόπο που το ζευγάρι υποφέρει από ανία κάτω από την κοινή τους συζυγική στέγη, με τον ίδιο τρόπο υποφέρουν από μοναξιά -ενώ φαινομενικά διασκεδάζουν κάτω από τους ήχους της εκκωφαντικής μουσικής - μέσα στο μπαρ για λεσβίες, οι υποτιθέμενα απελευθερωμένοι θαμώνες.
Ό άνθρωπος Nina ερωτεύεται τον άνθρωπο Magda. Δεν υπάρχει σε αυτό τίποτα άλλο. Η Nina δεν είναι ετεροφυλόφιλη, ούτε ομοφυλόφιλη, ούτε bisexual. Όπως εξομολογείται - στην ωραιότερη ίσως ατάκα του σεναρίου - η ίδια αισθάνεται Magdasexual.
Πρωτότυπη σκηνοθεσία, στυλιζαρισμένη, φωτογραφία με ζεστά χρώματα (Birth Place Instalation), αριστουργηματικό σάουντρακ και εκφραστικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Κάδρα γεμάτα, ξεχωρίζει το πλάνο του οργασμού στην χιονισμένη πλατεία, ενώ στο βάθος προχωρεί αργά ο μουσικός κουβαλώντας την θήκη με το βιολοντσέλο του. Ένα πειστικό καλά δομημένο σενάριο, που υπηρετείται σωστά μέχρι τέλους. Μια ταινία παιχνιδιάρικη, αισθησιακή όμως ταυτόχρονα political correct, χωρίς να χάνεται σε ψευτοκαθωσπρεπισμούς και ηθικολογίες. 

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα-Sueño en otro idioma


Στην πολύ ενδιαφέρουσα ταινία του Ernesto Contreras, «Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα» (Sueño en otro idioma), η γλώσσα είναι μόνο η αφορμή. Μια ιστορία που ξεκινάει από  παλιά και φτάνει ως τις μέρες μας, μια ιστορία αθωότητας, αγάπης και  φιλίας, αλλά ταυτόχρονα και μια ιστορία φόβου, υποκρισίας και προκαταλήψεων. Σε ένα χωριό κρυμμένο μέσα στο δάσος κάποιας μεξικάνικης ζούγκλας, και  πίσω από τις άγνωστες λέξεις μιας διαλέκτου που σβήνει, καθώς οι άνθρωποι που την μιλούν φεύγουν από την ζωή, ο επιστήμονας γλωσσολόγος ανακαλύπτει έναν κόσμο διαφορετικό. Ένας πολιτισμός αρμονικά δεμένος με την φύση, ένας πολιτισμός που αφανίστηκε,  όταν η χριστιανική κουλτούρα επιβλήθηκε βίαια στους ιθαγενείς του Νέου Κόσμου.

Καταδικασμένος ο άνθρωπος να ζει τις συνέπειες ενός Πύργου της Βαβέλ, αποξενώνεται από την φύση αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό. Υψώνει τείχη απομόνωσης, γίνεται σκληρός, κουβαλάει μαρτυρικά ως τον θάνατο την αγωνία του, τον ανομολόγητο φόβο του.

Αν και κάπως αδέξια σκηνοθετικά και με ολοφάνερα ανεπαρκή την ερμηνεία του υποτιθέμενου πρωταγωνιστή της, του γλωσσολόγου Martín, η ταινία απογειώνεται από το άρωμα του μαγικού ρεαλισμού που την διαπνέει σε όλη της την διαδρομή. Το πάντρεμα παρελθόν-παρόν, η αποκάλυψη των μυστικών στην ώρα τους, τα φίλτρα στην φωτογραφία, η στρωτή απλή αφήγηση και πάνω απ’ όλα η δύναμη αυτής της ακατανόητης, ανύπαρκτης- επινοημένης μόνο για τις ανάγκες της ταινίας -γλώσσας, zicril,  η οποία καθώς χάνεται παρασύρει και λυτρώνει μαζί με τους ανθρώπους και τα πάθη τους.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

Θρέψε Κοράκια-Cría cuervos


Το αριστούργημα του Carlos Saura, “Cría cuervos” (Θρέψε Κοράκια), ήρθε σαν μια ανάσα δροσιάς από το κανάλι της Βουλής, κόντρα στο κύμα πυρόπληκτης διάρροιας των καναλιών και των σαπουνόπερων του Netflix, για να αποδείξει ότι δεν χρειάζεται μονάχα μια μηχανή λήψης εικόνων και άλλη μια για την λήψη των ήχων, για να γίνει «πολιτική» και «κινηματογράφος», αλλά χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο, ας το ονομάσουμε… ταλέντο.
Ένα καλοκαίρι, μέχρι να ανοίξουν ξανά τα σχολεία, φτάνει για να ωριμάσει το βλέμμα της Ana (Ana Torrent), για να μπορέσει να βάλει σε τάξη και να αντιληφθεί τι συμβαίνει γύρω της, στην οικογένειά της, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία.
Μια βαθιά αλληγορική, πολιτική ταινία, του 1976, περιγράφει, με αναφορές χαρακτήρων, την κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο. Η ξεδοντιασμένη αριστοκρατία, το ένδοξο παρελθόν, στο αναπηρικό αμαξίδιο, ο στρατός μια κλίκα προκλητικών αμόρφωτων γαλονάδων ασελγεί επάνω στην δημοκρατία, η εργατική τάξη υπομένει φοβισμένα, ενώ η «πανταχού παρούσα» θεία, μια δήθεν υπεύθυνη, δήθεν προστατευτική, καταπιεστική ανερχόμενη αστική τάξη χαριεντίζεται με τους δικτάτορες και επιβάλει κανόνες συμπεριφοράς.
Η κάμερα, στα χέρια του Carlos Saura, γίνεται μηχανή του χρόνου. Κινείται ανεπαίσθητα, σχεδόν μαγικά, τα πλάνα του σπάνε το φράγμα παρελθόν-παρόν- μέλλον, δίνουν εξηγήσεις, «μιλάνε» ένα επίπεδο επάνω από τους υπέροχους διαλόγους. Τα παιδιά μασκαρεύονται «μεγάλοι». Τα λόγια των «ενηλίκων», ένα κράμα μίσους, αυθάδειας, υποκρισίας, σκληρότητας, ταπείνωσης, φασισμού της καθημερινότητας, όπως αυτά ακούγονται από τα παιδικά χείλη, σκοτώνουν σαν όπλα κοφτερά, ανελέητα. Μια από τις κορυφαίες κινηματογραφικές σκηνές.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

La Cordillera-Ο πρόεδρος


Αφελής, γεμάτη στερεότυπα, η ταινία “La Cordillera” (Ο πρόεδρος), του Santiago Mitre, «παραπαίει» ανάμεσα στο πολιτικό θρίλερ και στην ενδοοικογενειακή δυσαρμονία που προκύπτει, όταν η ψυχολογική ανισορροπία της κόρης του προέδρου και το σκάνδαλο του γαμπρού του, γίνεται θέμα των φύλλων του κίτρινου τύπου.
Με υπερβολές, θεατρινίστικους διαλόγους, μορφασμούς και χειρονομίες, ο θεατής πληροφορείται για την ζωή πίσω από τις κουρτίνες, για την καθημερινότητα στα υψηλά κλιμάκια άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Όσα φαντάζεται και όσα … υποθέτει ότι φαντάζεται ότι συμβαίνουν ο μέσος ψηφοφόρος, προσφέρονται στο πιάτο μαζί με μια σάλτσα φροϋδικής υπνο-θεραπευτικής κακογουστιάς.
Η διαφθορά της πολιτικής τάξης, ο κυνισμός των παρατρεχάμενων … των «περί τον πρόεδρο» «ιχνογραφούνται» με προχειρότητα και απευθύνονται σε ένα κοινό ήδη προετοιμασμένο και ανθρωποφαγικό.
Ούτε η εξαίσια για άλλη μια φορά ερμηνεία του Ricardo Darín δεν μπορεί να διασώσει αυτό το βαρετό και προβλέψιμο… λατινοαμερικάνικο τηλεοπτικό reality.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

1945


Μια πεντακάθαρη, σινεφίλ ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένας αυτοδύναμος αφηγηματικός κορμός, που πλαισιώνεται από ημιτελείς, διαλόγους, αποσιωπητικά, εκφράσεις αγωνίας, μορφασμούς άλλοτε φόβου, άλλοτε τύψεων, μια δραματική, στα όρια του θρίλερ, συνεχώς κορυφούμενη αγωνία, να εντείνεται, καθώς το κανάλι της ηχητικής μπάντας- με τα βήματα των πετάλων του αλόγου στον επαρχιακό δρόμο- διαπερνάει όλα τα πλάνα, σαν μια κλωστή που δένει μεταξύ τους τις ζωές αυτών που έφυγαν για τα κρεματόρια, θύματα του Ολοκαυτώματος- του πιο αποτρόπαιου εγκλήματος στην ιστορία της ανθρωπότητας - και αυτών που όχι μόνο δεν έκαναν τίποτα για να το εμποδίσουν, αλλά πλούτισαν και προόδευσαν κοινωνικά, είτε προδίδοντας, είτε αδιαφορώντας για την μοίρα των γειτόνων τους.
Μια ταινία που έχει την τόλμη να ανοίξει ντουλάπες με ξεχασμένους σκελετούς, να ταρακουνήσει εφησυχασμένες συνειδήσεις, να μιλήσει για το ηθικό πλεονέκτημα των νικημένων, για ένα ηθικό πλεονέκτημα, που όσο κι αν θέλουν να το λερώσουν οι ιδεολογικοί απόγονοι των δημίων, υπάρχει και ακτινοβολεί.
Μια νεκρική πομπή, οι μαυροντυμένοι ασκεναζίμ, πατέρας και γιος, με τις παραδοσιακές ενδυμασίες των ανατολικο-ευρωπαίων εβραίων, ακολουθούν το κάρο που κουβαλάει τα… απομεινάρια των αγαπημένων τους. Μια συμβολική ταφή μέσα στο χώμα για πράγματα πολύτιμα, ιερά όπως οι αναμνήσεις τους, που αν πεταχτούν στα σκουπίδια θα είναι ιεροσυλία. Ένα χωριό, τους παρακολουθεί πίσω από μάντρες, γερμένα πορτόφυλλα, μισόκλειστες κουρτίνες. Ενοχές που σφάζουν, αλλά και υποκρισία. Τύψεις αλλά και κυνισμός. Έχθρα, ο αντισημιτισμός του προσωπικού συμφέροντος. Ένας λαός που περνάει από την ναζιστική κατοχή σε αυτήν των σοβιετικών, ανήμπορος να αντιδράσει, να απελευθερωθεί από προκαταλήψεις, καταδικασμένος να αναπαράγει το έγκλημα εις το διηνεκές.
Ο Ferenc Török , χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά, υπογράφει ένα λιτό και όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, ένα κλειστοφοβικό δράμα υπαίθρου, μια ιστορία κοινή για όσους λαούς δεν είχαν την δύναμη και το θάρρος, να δουν και να μάθουν από την ιστορία τους.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Οι Δικοί μου Άνθρωποι-Tesnota / Closeness


Δεν είναι εύκολη η ζωή για τους ανθρώπους που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες πουθενά στον κόσμο. Πόσο μάλλον σε χώρες που η δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα υποφέρουν. Πολύ περισσότερο όταν από επιλογή, ένα νεαρό άτομο- μέλος της μειονότητας- αποφασίζει να… βγει από το μαντρί και να γίνει η μειονότητα της μειονότητας.
1998, Βόρειος Καύκασος. Μια μικρή εβραϊκή συντηρητική κοινότητα ζει ανάμεσα σε έναν αμιγώς μουσουλμανικό πληθυσμό. Η Ilana 'Ila' Koft (Darya Zhovnar) μια δυναμική εβραιοπούλα, που εργάζεται στο συνεργείο αυτοκινήτων της οικογενειακής επιχείρησης, νιώθει αρκετά ικανή για να τραβήξει τον δικό της δρόμο μακριά από τα πατροπαράδοτα έθιμα. Νιώθει, όμως είναι πραγματικά; Με αφορμή την απαγωγή του μικρού αδελφού της και τα λύτρα που ζητάνε οι απαγωγείς για να τον απελευθερώσουν, ξετυλίγεται το κουβάρι μιας εξωτερικής σύγκρουσης με την οικογένειά της και τον κοινωνικό περίγυρο, που φαντάζει ασήμαντη μπροστά στον εσωτερικό Γολγοθά, την ύπουλη, αόρατη, υποδόρια και εξοντωτική βία που καλείται να αντιμετωπίσει από τον ίδιο της τον εαυτό.
Ο σκηνοθέτης στο τέλος παραδέχεται ότι δεν ξέρει τι απέγινε αυτή η οικογένεια που έχασε την επιχείρησή της και που αποβλήθηκε κακήν κακώς σαν ξένο σώμα. Κάποια στιγμή πέφτουν οι τίτλοι του τέλους κι ας μην τελειώνουν ποτέ αυτές οι ιστορίες.
Οι μόνες βίαιες σκηνές είναι αυτές που προβάλλονται εμβόλιμα και για αρκετή ώρα σε ένα αληθινό βίντεο όπου απεικονίζονται οι ωμότητες- θηριωδίες των τσετσένων ανταρτών και που ... καταναλώνεται αμάσητο από την ντόπια νεολαία. 
Μικρό φορμάτ, κλειστά, στενάχωρα, κλειστοφοβικά πλάνα, σκοτεινά με έντονα μπλε ηλεκτρικά χρώματα. Τοίχοι φορτωμένοι, δωμάτια πνιγμένα, ντουλάπες ογκώδεις αφήνουν ρωγμές-σχισμές για να περάσει ο φακός. Ο θεατής πρέπει να παλέψει για να δει, όχι όμως για να καταλάβει. Με αυτήν την πρωτότυπη και εκφραστικά λειτουργική σκηνοθετική προσέγγιση, ο νεαρός- πρωτοεμφανιζόμενος σε ταινία μεγάλου μήκους- Kantemir Balagov, μεταμορφώνει μια κατά τα άλλα συμβατική ιδέα σε ένα ψυχικά επικό δράμα… δωματίου.

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Μαζί ή τίποτα-Aus dem Nichts

Αρκούσε- τουλάχιστον για τον Έλληνα θεατή- η χαμηλόφωνη ατάκα του Γιάννη Οικονομίδη, στον ρόλο του χρυσαυγίτη ξενοδόχου, ως μάρτυρα υπεράσπισης, μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, για να απογειωθεί προσωρινά, η μέτρια ταινία,  «Μαζί ή τίποτα» (Aus dem Nichts), του τουρκικής καταγωγής Γερμανού Fatih Akin.

Εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα, τις δολοφονίες μεταναστών από μέλη νεοναζιστικών οργανώσεων στην Γερμανία, ο σκηνοθέτης αποφασίζει να επιλέξει την οδό του δικαστικού δράματος και της προσωπικής αφήγησης. Έτσι πέρα από την νύξη για την ύπαρξη της Ακροδεξιάς Διεθνούς, η ταινία όχι μόνο στερείται πολιτικού υπόβαθρου, αλλά αποτυγχάνει να υποδείξει την εγκληματική φύση της υποτιθέμενης Άριας «κοσμοθεωρίας».


Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός της, πράγμα καθ’ όλα σεβαστό, η σεναριακές ανακρίβειες, οι σκηνοθετικές ευκολίες και το βεβιασμένο ανεπαρκές φινάλε, αφήνουν την αίσθηση της διεκπεραίωσης. Αυτό που μένει ουσιαστικά μετέωρο, είναι ο προσωπικός αγώνας της πρωταγωνίστριας να συμφιλιωθεί με το πένθος της και να πάρει εκδίκηση. Μέσα σε ένα περιβάλλον ατσαλάκωτης πολιτικής ορθότητας, ουδέτερο στα όρια του εχθρικού, ο Fatih Akin, αποφασίζει να καταγράψει απλώς τα γεγονότα. Τι θα άλλαζε, αν το δικαστήριο απέδιδε πραγματική δικαιοσύνη στέλνοντας τους ενόχους στην φυλακή; … Θα γλυτώναμε τα κακογυρισμένα πλάνα στο Σχινιά.

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Wonder Wheel

Ακόμα κι όταν διαπράττει θεμελιώδη κινηματογραφικά λάθη-και είναι σίγουρο ότι το κάνει εσκεμμένα- το αποτέλεσμα είναι άρτιο και εντυπωσιακό. Ο πρωταγωνιστής γυρνάει και κοιτάζει την κάμερα, ενώ διηγείται την δική του ιστορία και την ιστορία στην οποία συμμετέχει. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί στήνονται απέναντι από τον φακό και κουβεντιάζουν μεταξύ τους, για να καταλάβει ο θεατής την υπόθεση. Σαν αυτές τις σαπουνόπερες, τις «φωσκολιάδες», που τα δίνουν όλα στο πιάτο, μήπως και ξεφύγει κάτι το συνταρακτικό και … χάσει η Βενετιά βελόνι. Γιατί το κάνει; Δεν φοβάται να μην πούμε ότι έχει πια γεράσει, ότι δεν πρέπει να κάνει πια ταινίες, ότι τα έχει πει όλα και καλύτερα να πάρει σύνταξη να ησυχάσουμε; Το κάνει γιατί πατάει στα πόδια του γερά. Ο κινηματογράφος του δεν ανήκει στην υψηλή κουλτούρα (ποτέ δεν ήταν άλλωστε ακόμα κι όταν τσαλαβουτούσε στα μονοπάτια της ψυχανάλυσης). Όμως ξέρει πότε θα στρίψει το τιμόνι, πότε με ένα φωτισμό, πότε με μια φωτογραφία, πότε με μια κίνηση της κάμερας, ένα στήσιμο της σκηνής, μια εμβόλιμη μουσική φράση, ένα τζαζ ταξίμι, θα δώσει την απαραίτητη σπρωξιά, θα διαβεβαιώσει, θα αποδείξει καλύτερα, ότι έχει τον πλήρη έλεγχο του σεναρίου Ακόμα και ο πιο κακοπροαίρετος θεατής, θα μείνει (έστω και χωρίς να το ομολογήσει) ικανοποιημένος.
Στον Woody Allen αρέσει να δημιουργεί ηθοποιούς που να μιλάνε, να εκφράζονται και να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως εκείνος. Όχι να λένε απλώς τα λόγια τους, αυτά που εκείνος έγραψε, αλλά να τα εκφέρουν όπως ακριβώς εκείνος, ιδιαίτερα από τότε που δεν ερμηνεύει ο ίδιος τους ρόλους που γράφει. Σε ετούτη την ταινία πρωτοτυπεί. Δημιουργεί πολλούς μικρούς Γουντιαλλενίσκους. Κάθε ένας από αυτούς αναλαμβάνει να ερμηνεύσει κομμάτια από συνολικούς χαρακτήρες προηγούμενων ταινιών του. Έτσι σε κάθε πλάνο βλέπουμε και κάποιον να συμπεριφέρεται ανάλογα. Ο Mickey ο ναυαγοσώστης (Justin Timberlake), επίδοξος θεατρικός συγγραφέας που μοστράρει, σαν παράσημο, την πνευματική του καλλιέργεια για να ρίχνει τις γκόμενες, η Ginny (Kate Winslet) αποτυχημένη ηθοποιός, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην βαλτωμένη ασφάλεια μιας τελειωμένης συζυγικής ζωής και στην ερωτική καλοκαιρινή περιπετειούλα που θα της δώσει την αίσθηση ότι ακόμα αξίζει, η κακομαθημένη και ανασφαλής πέτρα του σκανδάλου, η Carolina (Juno Temple), προγονή και ερωτική αντίζηλος της Ginny, και ένας έξτρα ρόλος, αυτός του «μπουρλοτιέρη», του κολλημένου με τον κινηματογράφο και τις ταινίες, η μελλοντική μετενσάρκωση του σκηνοθέτη, του ανθρώπου που έρχεται μέσα από την μοναξιά  και την εγκατάλειψη που βιώνει, μέσα από την απόρριψη του κατεστημένου που τον περιβάλλει, να βάλει την «αντισυστημική» φωτιά, η οποία βέβαια δεν θα κλονίσει την εξουσία, θα τον βάλει όμως στο… κέντρο του παιχνιδιού. Και ασφαλώς ο αντίποδας, ο κόντρα γουντιαλλενικός ρόλος, ο Humpty (Jim Belushi), ο χύμα αλκοολικός, φωνακλάς, γήινος, πεζός, βυθισμένος στον βούρκο, όχι από επιλογή, αλλά από άγνοια. Μια ζωώδης αγαθότητα συνδυασμένη με μια μπουνταλάδικη βιαιότητα,  εμπλέκεται ανάμεσα στο δήθεν εκλεπτυσμένο και δήθεν πνευματικά καλλιεργημένο σύμπαν των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνει.
Θα αρκούσαν τα πλάνα κάτω από την εξέδρα στην παραλία, τις βροχερές καλοκαιρινές μέρες στο Coney Island της δεκαετίας του '50 , το κρέμασμα του ακουστικού του τηλεφώνου από την Kate Winslet, το φως που φέγγει στο πρόσωπό της καθώς κρατά το μαχαίρι, η συνομιλία του Justin Timberlake με έναν φίλο του μπροστά στην σκακιέρα, η στροφή της λιμουζίνας των μαφιόζων πίσω από την Juno Temple και αρκετών ακόμα για να μείνει η ταινία χαραγμένη στην μνήμη.

Έχουμε χορτάσει από έρωτες, πάθη, διαψεύσεις, συμβατικές σχέσεις, απογοητεύσεις κ.λ.π. Εδώ μετράει … το περιτύλιγμα.