Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

1945


Μια πεντακάθαρη, σινεφίλ ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένας αυτοδύναμος αφηγηματικός κορμός, που πλαισιώνεται από ημιτελείς, διαλόγους, αποσιωπητικά, εκφράσεις αγωνίας, μορφασμούς άλλοτε φόβου, άλλοτε τύψεων, μια δραματική, στα όρια του θρίλερ, συνεχώς κορυφούμενη αγωνία, να εντείνεται, καθώς το κανάλι της ηχητικής μπάντας- με τα βήματα των πετάλων του αλόγου στον επαρχιακό δρόμο- διαπερνάει όλα τα πλάνα, σαν μια κλωστή που δένει μεταξύ τους τις ζωές αυτών που έφυγαν για τα κρεματόρια, θύματα του Ολοκαυτώματος- του πιο αποτρόπαιου εγκλήματος στην ιστορία της ανθρωπότητας - και αυτών που όχι μόνο δεν έκαναν τίποτα για να το εμποδίσουν, αλλά πλούτισαν και προόδευσαν κοινωνικά, είτε προδίδοντας, είτε αδιαφορώντας για την μοίρα των γειτόνων τους.
Μια ταινία που έχει την τόλμη να ανοίξει ντουλάπες με ξεχασμένους σκελετούς, να ταρακουνήσει εφησυχασμένες συνειδήσεις, να μιλήσει για το ηθικό πλεονέκτημα των νικημένων, για ένα ηθικό πλεονέκτημα, που όσο κι αν θέλουν να το λερώσουν οι ιδεολογικοί απόγονοι των δημίων, υπάρχει και ακτινοβολεί.
Μια νεκρική πομπή, οι μαυροντυμένοι ασκεναζίμ, πατέρας και γιος, με τις παραδοσιακές ενδυμασίες των ανατολικο-ευρωπαίων εβραίων, ακολουθούν το κάρο που κουβαλάει τα… απομεινάρια των αγαπημένων τους. Μια συμβολική ταφή μέσα στο χώμα για πράγματα πολύτιμα, ιερά όπως οι αναμνήσεις τους, που αν πεταχτούν στα σκουπίδια θα είναι ιεροσυλία. Ένα χωριό, τους παρακολουθεί πίσω από μάντρες, γερμένα πορτόφυλλα, μισόκλειστες κουρτίνες. Ενοχές που σφάζουν, αλλά και υποκρισία. Τύψεις αλλά και κυνισμός. Έχθρα, ο αντισημιτισμός του προσωπικού συμφέροντος. Ένας λαός που περνάει από την ναζιστική κατοχή σε αυτήν των σοβιετικών, ανήμπορος να αντιδράσει, να απελευθερωθεί από προκαταλήψεις, καταδικασμένος να αναπαράγει το έγκλημα εις το διηνεκές.
Ο Ferenc Török , χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά, υπογράφει ένα λιτό και όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, ένα κλειστοφοβικό δράμα υπαίθρου, μια ιστορία κοινή για όσους λαούς δεν είχαν την δύναμη και το θάρρος, να δουν και να μάθουν από την ιστορία τους.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Οι Δικοί μου Άνθρωποι-Tesnota / Closeness


Δεν είναι εύκολη η ζωή για τους ανθρώπους που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες πουθενά στον κόσμο. Πόσο μάλλον σε χώρες που η δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα υποφέρουν. Πολύ περισσότερο όταν από επιλογή, ένα νεαρό άτομο- μέλος της μειονότητας- αποφασίζει να… βγει από το μαντρί και να γίνει η μειονότητα της μειονότητας.
1998, Βόρειος Καύκασος. Μια μικρή εβραϊκή συντηρητική κοινότητα ζει ανάμεσα σε έναν αμιγώς μουσουλμανικό πληθυσμό. Η Ilana 'Ila' Koft (Darya Zhovnar) μια δυναμική εβραιοπούλα, που εργάζεται στο συνεργείο αυτοκινήτων της οικογενειακής επιχείρησης, νιώθει αρκετά ικανή για να τραβήξει τον δικό της δρόμο μακριά από τα πατροπαράδοτα έθιμα. Νιώθει, όμως είναι πραγματικά; Με αφορμή την απαγωγή του μικρού αδελφού της και τα λύτρα που ζητάνε οι απαγωγείς για να τον απελευθερώσουν, ξετυλίγεται το κουβάρι μιας εξωτερικής σύγκρουσης με την οικογένειά της και τον κοινωνικό περίγυρο, που φαντάζει ασήμαντη μπροστά στον εσωτερικό Γολγοθά, την ύπουλη, αόρατη, υποδόρια και εξοντωτική βία που καλείται να αντιμετωπίσει από τον ίδιο της τον εαυτό.
Ο σκηνοθέτης στο τέλος παραδέχεται ότι δεν ξέρει τι απέγινε αυτή η οικογένεια που έχασε την επιχείρησή της και που αποβλήθηκε κακήν κακώς σαν ξένο σώμα. Κάποια στιγμή πέφτουν οι τίτλοι του τέλους κι ας μην τελειώνουν ποτέ αυτές οι ιστορίες.
Οι μόνες βίαιες σκηνές είναι αυτές που προβάλλονται εμβόλιμα και για αρκετή ώρα σε ένα αληθινό βίντεο όπου απεικονίζονται οι ωμότητες- θηριωδίες των τσετσένων ανταρτών και που ... καταναλώνεται αμάσητο από την ντόπια νεολαία. 
Μικρό φορμάτ, κλειστά, στενάχωρα, κλειστοφοβικά πλάνα, σκοτεινά με έντονα μπλε ηλεκτρικά χρώματα. Τοίχοι φορτωμένοι, δωμάτια πνιγμένα, ντουλάπες ογκώδεις αφήνουν ρωγμές-σχισμές για να περάσει ο φακός. Ο θεατής πρέπει να παλέψει για να δει, όχι όμως για να καταλάβει. Με αυτήν την πρωτότυπη και εκφραστικά λειτουργική σκηνοθετική προσέγγιση, ο νεαρός- πρωτοεμφανιζόμενος σε ταινία μεγάλου μήκους- Kantemir Balagov, μεταμορφώνει μια κατά τα άλλα συμβατική ιδέα σε ένα ψυχικά επικό δράμα… δωματίου.

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Μαζί ή τίποτα-Aus dem Nichts

Αρκούσε- τουλάχιστον για τον Έλληνα θεατή- η χαμηλόφωνη ατάκα του Γιάννη Οικονομίδη, στον ρόλο του χρυσαυγίτη ξενοδόχου, ως μάρτυρα υπεράσπισης, μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, για να απογειωθεί προσωρινά, η μέτρια ταινία,  «Μαζί ή τίποτα» (Aus dem Nichts), του τουρκικής καταγωγής Γερμανού Fatih Akin.

Εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα, τις δολοφονίες μεταναστών από μέλη νεοναζιστικών οργανώσεων στην Γερμανία, ο σκηνοθέτης αποφασίζει να επιλέξει την οδό του δικαστικού δράματος και της προσωπικής αφήγησης. Έτσι πέρα από την νύξη για την ύπαρξη της Ακροδεξιάς Διεθνούς, η ταινία όχι μόνο στερείται πολιτικού υπόβαθρου, αλλά αποτυγχάνει να υποδείξει την εγκληματική φύση της υποτιθέμενης Άριας «κοσμοθεωρίας».


Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός της, πράγμα καθ’ όλα σεβαστό, η σεναριακές ανακρίβειες, οι σκηνοθετικές ευκολίες και το βεβιασμένο ανεπαρκές φινάλε, αφήνουν την αίσθηση της διεκπεραίωσης. Αυτό που μένει ουσιαστικά μετέωρο, είναι ο προσωπικός αγώνας της πρωταγωνίστριας να συμφιλιωθεί με το πένθος της και να πάρει εκδίκηση. Μέσα σε ένα περιβάλλον ατσαλάκωτης πολιτικής ορθότητας, ουδέτερο στα όρια του εχθρικού, ο Fatih Akin, αποφασίζει να καταγράψει απλώς τα γεγονότα. Τι θα άλλαζε, αν το δικαστήριο απέδιδε πραγματική δικαιοσύνη στέλνοντας τους ενόχους στην φυλακή; … Θα γλυτώναμε τα κακογυρισμένα πλάνα στο Σχινιά.

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Wonder Wheel

Ακόμα κι όταν διαπράττει θεμελιώδη κινηματογραφικά λάθη-και είναι σίγουρο ότι το κάνει εσκεμμένα- το αποτέλεσμα είναι άρτιο και εντυπωσιακό. Ο πρωταγωνιστής γυρνάει και κοιτάζει την κάμερα, ενώ διηγείται την δική του ιστορία και την ιστορία στην οποία συμμετέχει. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί στήνονται απέναντι από τον φακό και κουβεντιάζουν μεταξύ τους, για να καταλάβει ο θεατής την υπόθεση. Σαν αυτές τις σαπουνόπερες, τις «φωσκολιάδες», που τα δίνουν όλα στο πιάτο, μήπως και ξεφύγει κάτι το συνταρακτικό και … χάσει η Βενετιά βελόνι. Γιατί το κάνει; Δεν φοβάται να μην πούμε ότι έχει πια γεράσει, ότι δεν πρέπει να κάνει πια ταινίες, ότι τα έχει πει όλα και καλύτερα να πάρει σύνταξη να ησυχάσουμε; Το κάνει γιατί πατάει στα πόδια του γερά. Ο κινηματογράφος του δεν ανήκει στην υψηλή κουλτούρα (ποτέ δεν ήταν άλλωστε ακόμα κι όταν τσαλαβουτούσε στα μονοπάτια της ψυχανάλυσης). Όμως ξέρει πότε θα στρίψει το τιμόνι, πότε με ένα φωτισμό, πότε με μια φωτογραφία, πότε με μια κίνηση της κάμερας, ένα στήσιμο της σκηνής, μια εμβόλιμη μουσική φράση, ένα τζαζ ταξίμι, θα δώσει την απαραίτητη σπρωξιά, θα διαβεβαιώσει, θα αποδείξει καλύτερα, ότι έχει τον πλήρη έλεγχο του σεναρίου Ακόμα και ο πιο κακοπροαίρετος θεατής, θα μείνει (έστω και χωρίς να το ομολογήσει) ικανοποιημένος.
Στον Woody Allen αρέσει να δημιουργεί ηθοποιούς που να μιλάνε, να εκφράζονται και να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως εκείνος. Όχι να λένε απλώς τα λόγια τους, αυτά που εκείνος έγραψε, αλλά να τα εκφέρουν όπως ακριβώς εκείνος, ιδιαίτερα από τότε που δεν ερμηνεύει ο ίδιος τους ρόλους που γράφει. Σε ετούτη την ταινία πρωτοτυπεί. Δημιουργεί πολλούς μικρούς Γουντιαλλενίσκους. Κάθε ένας από αυτούς αναλαμβάνει να ερμηνεύσει κομμάτια από συνολικούς χαρακτήρες προηγούμενων ταινιών του. Έτσι σε κάθε πλάνο βλέπουμε και κάποιον να συμπεριφέρεται ανάλογα. Ο Mickey ο ναυαγοσώστης (Justin Timberlake), επίδοξος θεατρικός συγγραφέας που μοστράρει, σαν παράσημο, την πνευματική του καλλιέργεια για να ρίχνει τις γκόμενες, η Ginny (Kate Winslet) αποτυχημένη ηθοποιός, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην βαλτωμένη ασφάλεια μιας τελειωμένης συζυγικής ζωής και στην ερωτική καλοκαιρινή περιπετειούλα που θα της δώσει την αίσθηση ότι ακόμα αξίζει, η κακομαθημένη και ανασφαλής πέτρα του σκανδάλου, η Carolina (Juno Temple), προγονή και ερωτική αντίζηλος της Ginny, και ένας έξτρα ρόλος, αυτός του «μπουρλοτιέρη», του κολλημένου με τον κινηματογράφο και τις ταινίες, η μελλοντική μετενσάρκωση του σκηνοθέτη, του ανθρώπου που έρχεται μέσα από την μοναξιά  και την εγκατάλειψη που βιώνει, μέσα από την απόρριψη του κατεστημένου που τον περιβάλλει, να βάλει την «αντισυστημική» φωτιά, η οποία βέβαια δεν θα κλονίσει την εξουσία, θα τον βάλει όμως στο… κέντρο του παιχνιδιού. Και ασφαλώς ο αντίποδας, ο κόντρα γουντιαλλενικός ρόλος, ο Humpty (Jim Belushi), ο χύμα αλκοολικός, φωνακλάς, γήινος, πεζός, βυθισμένος στον βούρκο, όχι από επιλογή, αλλά από άγνοια. Μια ζωώδης αγαθότητα συνδυασμένη με μια μπουνταλάδικη βιαιότητα,  εμπλέκεται ανάμεσα στο δήθεν εκλεπτυσμένο και δήθεν πνευματικά καλλιεργημένο σύμπαν των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνει.
Θα αρκούσαν τα πλάνα κάτω από την εξέδρα στην παραλία, τις βροχερές καλοκαιρινές μέρες στο Coney Island της δεκαετίας του '50 , το κρέμασμα του ακουστικού του τηλεφώνου από την Kate Winslet, το φως που φέγγει στο πρόσωπό της καθώς κρατά το μαχαίρι, η συνομιλία του Justin Timberlake με έναν φίλο του μπροστά στην σκακιέρα, η στροφή της λιμουζίνας των μαφιόζων πίσω από την Juno Temple και αρκετών ακόμα για να μείνει η ταινία χαραγμένη στην μνήμη.

Έχουμε χορτάσει από έρωτες, πάθη, διαψεύσεις, συμβατικές σχέσεις, απογοητεύσεις κ.λ.π. Εδώ μετράει … το περιτύλιγμα. 

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Victoria

Μια «Γλυκιά συμμορία» … γερμανικών προδιαγραφών,  από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, η ταινία του Sebastian Schipper,  «Victoria», έρχεται να συγκινήσει και να προβληματίσει ταυτόχρονα τον θεατή, βάζοντας ζητήματα για την ποιότητα της ζωής στις σύγχρονες δυτικές μεγαλουπόλεις, με την έλλειψη προοπτικής και φιλοδοξιών, από ένα ολοένα και περισσότερο διογκούμενο κομμάτι της νεολαίας, που βιώνει την απόρριψη και την περιθωριοποίηση. Χωρίς ελπίδα βελτίωσης της καθημερινότητας, χωρίς στόχους, χωρίς ιδανικά, σε μια κοινωνία αποιδεολογικοποιημένη, θύμα των πολιτικών της μεγιστοποίησης του κέρδους, ως αυτοσκοπός, καταλήγει να δρα και να αντιδρά παρορμητικά και αυτοκαταστροφικά. Παρήγορο είναι, ότι ακόμα και μέσα σε αυτήν την δυσλειτουργική κατάσταση, αναδεικνύονται σημάδια ανθρωπιάς, συντροφικότητας, αλληλεγγύης. Το «απόλυτο κακό», το τυφλό μίσος, η παράλογη επιθετικότητα χάνει κατά κράτος τον πόλεμο.
Η νεαρή ισπανίδα Victoria (Laia Costa) που ζει στο Βερολίνο, φλερτάρει με τον Sonne (Frederick Lau) και φεύγει μαζί του και με την παρέα του, ξημερώματα, από το μπαρ όπου διασκέδαζαν. Η άγνοια της γερμανικής γλώσσας, που δεν τις επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τις μεταξύ τους συζητήσεις, η επικοινωνία με τα «σπαστά» αγγλικά, η υπερβολική εμπιστοσύνη, το αλκοόλ και τα μαλακά ναρκωτικά, δημιουργούν μια «ανεβαστική» αλλά εύθραυστη ισορροπία. Ο Boxer (Franz Rogowski), ο πιο ζόρικος από την ομάδα και με προηγούμενες μικροπαραβατικές συμπεριφορές,  για να ξεπληρώσει παλιούς λογαριασμούς, τους παρασύρει σε μια ληστεία τράπεζας. Παιδικότητα, αφέλεια, απειρία και ερασιτεχνισμός, σε συνδυασμό με ανιδιοτέλεια και άγνοια του πραγματικού κινδύνου, τους οδηγεί σε ένα ταξίδι από την γη στον παράδεισο και από εκεί κατ’ ευθείαν στην κόλαση.

Ενδιαφέρουσα η σκηνοθετική προσέγγιση, με 138 λεπτά ένα συνεχόμενο μονοπλάνο, με την κάμερα στο χέρι να ακολουθεί κατά πόδας τους ηθοποιούς, να μπλέκεται ανάμεσα τους, με κλειστά, κλειστοφοβικά, στενά κάδρα, να εντείνει την αγωνία, μαζί με την ηχητική μπάντα, τους καθημερινούς, πολλές φορές εσκεμμένα απλοϊκούς  διαλόγους, πιστούς όμως στο στιβαρό και εξονυχιστικά δουλεμένο σενάριο, ο θεατής εγκαταλείπει την αίθουσα με την αίσθηση της «γλυκιάς» απώλειας. Γιατί αυτό που χάνεται, μας αφορά.

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Μίμης ο Σιδεράς-Mimì metallurgico ferito nell'onore

Μια καταιγιστική πολιτική και πολιτισμική σάτιρα, αλλά ταυτόχρονα τρυφερή- σαν ο φακός να χαϊδεύει τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών -η ταινία «Μίμης ο Σιδεράς» (Mimì metallurgico ferito nell'onore) της Lina Wertmüller, του 1972, δίνει περιεχόμενο σε αυτό που κάποια χρόνια αργότερα, τουλάχιστον στην πατρίδα μας, θα ονομάζαμε διαπλοκή, νταβατζήδες, ύποπτες συναλλαγές ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και στην άρχουσα οικονομική ελίτ, χωρίς να παραλείπεται η συμμετοχή σε αυτό το αλισβερίσι, της δικαστικής εξουσίας και των συνδικάτων. Και φυσικά, χωρίς να χαρίζεται στην κατακερματισμένη, ανίκανη Αριστερά, η οποία όπως πάντα χάνεται στις λέξεις, κρύβοντας πίσω από το επαναστατικό-ριζοσπαστικό φρασεολόγιο ένα βαθύτατο συντηρητισμό, αποτέλεσμα άγνοιας, απλοϊκότητας και επαρχιωτισμού στην καλύτερη περίπτωση, κουτοπονηριάς και ατομικιστικού συμφεροντολογισμού  στην χειρότερη.
Παράλληλα μια εξονυχιστική μελέτη των διαπροσωπικών σχέσεων- «ευλογημένων» ή όχι με τα δεσμά του γάμου- και ανεξαρτήτως κοινωνικό-οικονομικού προφίλ, καθώς αναπαράγουν εντός τους, τις εξουσιαστικές δομές της ταξικής διαστρωμάτωσης.
Ιταλία και δεύτερο μισό του προηγούμενο αιώνα. Φτωχός νότος-βιομηχανικός βορράς. Ο Mimí (Giancarlo Giannini), έχοντας ήδη μια διαταραγμένη σχέση με την γυναίκα του, φεύγει εσωτερικός μετανάστης για το Τορίνο, αφού κατά την… μυστική ψηφοφορία στις εκλογές αψηφά τις οδηγίες της τοπικής μαφίας για να ψηφίσει τον εκλεκτό της και ρίχνει την ψήφο του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Γίνεται και στην καινούργια του δουλειά μάρτυρας της εκμετάλλευσης των εργατών από την εργοδοσία και από το συνδικάτο. Η συνείδηση του αρχίζει να… ελαστικοποιείται. Γνωρίζει και ερωτεύεται την Fiore (Mariangela Melato) και κάνει μαζί της ένα αγοράκι. Θα γυρίσουν όλοι μαζί στην Κατάνια, όπου ο ενσωματωμένος στο σύστημα εργάτης και τώρα πια εργοδηγός,  θα προσπαθήσει να ισορροπήσει από την μια μεριά την ιδεολογική-ταξική του τοποθέτηση με την… πουλημένη στα «αφεντικά» συνείδησή του, ενώ ταυτόχρονα χάνεται σε ένα δαίδαλο υποκρισίας, επαρχιώτικων αντιλήψεων, εκβιασμών, ανάγκης να υπερασπιστεί την αντρική  τιμή και την υπόληψή του, δημιουργώντας την βάση για καταστάσεις μπουρλέσκ γεμάτες με σπαρταριστές, κωμικές σκηνές.

Η σκηνοθέτης αγαπά τους ήρωες της. Δεν κρύβει όμως τις αδυναμίες τους. Τους κινηματογραφεί από μακριά, ο τηλεφακός της πιάνει τις αντιδράσεις τους, τους μορφασμούς που κάνουν, πιάνει τα λόγια τους όχι όμως την φωνή τους. Στην θέση τους ακούμε γνωστές άριες και καταλαβαίνουμε καλύτερα τις προθέσεις τους και τα βαθύτερα «θέλω» τους. Παρ’ όλη της την κριτική δεν χάνεται. Ο ταξικός εχθρός, που είναι παντού και πάντα ο ίδιος, έχει το πρόσωπο με τις τρεις κρεατοελιές στο μάγουλο… για να μην ξεχνιόμαστε. Και από την άλλη η αγάπη για την ζωή, ο έρωτας, η δικαιοσύνη, η ανθρωπιά, είναι πολύχρωμα, άνετα και μαλακά, σαν τα χειροποίητα πλεκτά με τα οποία η ρομαντική Fiore ντύνει τον κόσμο της και τους αγαπημένους της.


Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Ο υπηρέτης-The Servant

Σε σενάριο του Harold Pinter, ο αμερικανός Joseph Losey σκηνοθετεί την ταινία «Ο υπηρέτης»  (The Servant) (1963), βασισμένη στο μυθιστόρημα του Robin Maugham.
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, ελάχιστα εξωτερικά πλάνα, κυρίως βαρύ μουντό  λονδρέζικο τοπίο και δυο σκηνές μια στο εστιατόριο και μια στο μπαρ- η οποία λειτουργεί και ως καταλύτης για την αλλαγή των ρόλων στην σχέση εξουσίας ανάμεσα στον εργοδότη και στον εργαζόμενο- ολόκληρη η ταινία εκτυλίσσεται στους εσωτερικούς χώρους-δωμάτια του σπιτιού από την πρώτη στιγμή της αρχικής εγκατάστασης, όπου φυσικά είναι άδεια και απρόσωπα, έπειτα με την βαριά επίπλωση της αγγλικής αριστοκρατίας και στην συνέχεια, σαν το ίδιο το σπίτι να μεταμορφώνεται καθώς μεταλλάσσεται η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους που το κατοικούν, παρακολουθούμε την συνολική παρακμή να έχει αντίκτυπο ακόμη και στην ίδια του την λειτουργικότητα του, σαν το σπίτι να συμμετέχει κατά κάποιο τρόπο σε αυτήν την αντιστροφή των καταστάσεων.
Ο φιλόδοξος, αμοραλιστής υπηρέτης Hugo Barrett (Dirk Bogarde) φτύνει κατά πρόσωπο το ταξικό του μίσος προς την αρραβωνιαστικιά του αφεντικού του, του Tony (James Fox) και εκμεταλλευόμενος την ανασφάλεια και τις αδυναμίες του, καταφέρνει να τον ελέγξει μέσα από μια πολύπλοκη, ψυχολογικού και συναισθηματικού τύπου διαδικασία, η οποία σταδιακά αφαιρεί κυριαρχικά δικαιώματα από την μια πλευρά, για να τα αθροίσει στην άλλη. Σε ένα είδος υποβόσκουσας πάλης των τάξεων, αλλά και λανθάνουσας ερωτικής ομοφυλοφιλικής σχέσης, όπου ο θεωρητικά κοινωνικά αδύνατος παίζοντας «εκτός έδρας» εκμεταλλεύεται τις ανισορροπίες του φαινομενικά ισχυρού, αποκτά πλεονέκτημα, όμως στην συνέχεια εξ’ αιτίας της εγγενούς ανωριμότητας του καταγάγει ένα είδος πύρρειας νίκης, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να επεκτείνει και να γενικεύσει, κάνοντας τις απαραίτητες αλλά έντονα καμουφλαρισμένες κοινωνικές αναφορές.

Με κάποια στοιχεία θρίλερ, όπως το πλάνο με το κουζινομάχαιρο επάνω στον δίσκο με τα πιάτα, η αλλοιωμένη εικόνα των προσώπων καθώς αντανακλά στον καθρέφτη, ο ήχος από τα βήματα στο πάτωμα και στις σκάλες, οι σταγόνες του νερού καθώς πέφτουν επάνω στον νεροχύτη, γενικά με την ηχητική μπάντα να έχει τόσο μεγάλη σημασία, η αστοχία στο να συμπέσουν το κανάλι της εικόνας με το κανάλι του ήχου λειτουργεί αρνητικά στην παρακολούθηση της ταινίας. Είναι πραγματικά γελοίο να ακούς τον ήχο της λέξης και μετά από δευτερόλεπτα να βλέπεις στα χείλια του ηθοποιού να σχηματίζεται η προφορά της. Να φταίει ο εξοπλισμός στον θερινό κινηματογράφο;

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Η άρπα της Βιρμανίας-Biruma no tategoto

Ένα εικαστικό διαμάντι, η ασπρόμαυρη ελεγειακή  ταινία του Ιάπωνα σκηνοθέτη Kon Ichikawa, «Η άρπα της Βιρμανίας» (Biruma no tategoto), του 1956, έρχεται με την αντιπολεμική ματιά της-αλλά χωρίς ίχνος διδακτισμού ή ελιτισμού - να καταγράψει την φρίκη που άφησε πίσω του ο πόλεμος, καθώς ακολουθεί τα βήματα του ευαίσθητου στρατιώτη Mizushima (Shôji Yasui), μέσα στα σπαρμένα με νεκρούς πεδία των μαχών.
Ο Mizushima είναι βιρτουόζος της άρπας, και ο λοχαγός του χρησιμοποιεί αυτή του την ικανότητα, για να στέλνει με τις συγχορδίες του σινιάλα για την τοποθεσία του εχθρού. Παράλληλα, οι στρατιώτες τραγουδούν μαζί για να διατηρείται ψηλά το ηθικό τους. Οι Ιάπωνες αντιλαμβάνονται ότι έχουν πέσει σε ενέδρα και αρχίζουν να τραγουδούν ένα χορωδιακό κομμάτι για αντιπερισπασμό. Σε μια στιγμή καταλυτική για την ψυχοσύνθεση όλων των στρατιωτών, αλλά πολύ περισσότερο για την πασιφιστική και οικουμενική ιδιοσυγκρασία του Mizushima,  στο τραγούδι τους αυτό απαντούν οι αντίπαλοι Βρετανοί και Ινδοί στρατιώτες,  ενώνοντας τις φωνές τους.
Ο πόλεμος έχει πια τελειώσει, η Ιαπωνία παραδίδεται, όμως σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο οι στρατιώτες επιμένουν να μάχονται. Ο  Mizushima αναλαμβάνει να τους πείσει να παραδοθούν για να σώσουν τις ζωές τους, μιας και είναι ανώφελη η θυσία τους. Αποτυγχάνει, καταφέρνει όμως να σωθεί και στον δρόμο της επιστροφής για την μονάδα του- οι άντρες της οποίας κρατούνται αιχμάλωτοι- γίνεται μάρτυρας μερικών από τις πιο φρικιαστικές σκηνές που μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος. Βουνά ολόκληρα με τα άψυχα και άταφα σώματα των στρατιωτών στο έλεος των καιρικών συνθηκών και των όρνιων.
Οι συνάδελφοί του τον περιμένουν να γυρίσει. Έχουν δώσει όρκο ότι θα γυρίσουν όλοι μαζί πίσω, για να χτίσουν ξανά την ρημαγμένη τους πατρίδα. Ένας όρκος τιμής ανώτερος, καθόλου ταπεινωτικός, ικανός να εμπνεύσει τους ηττημένους μιας μάχης, συκοφαντημένος όμως ως ηττοπαθής, διαστρεβλώνεται ως άνανδρος από τους κάθε λογής στρατόκαυλους,  ανεξαρτήτως τόπου και εποχής.
Ο Mizushima θα ακολουθήσει τον δικό του δρόμο. Γίνεται βουδιστής μοναχός και αποφασίζει να μείνει σε αυτόν τον τόπο, για να θάψει τελετουργικά τα λείψανα των πεσόντων.

Λίγο αργή η αφήγηση, αλλά αποζημιώνει η εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία (χάθηκε ελαφρώς τα πρώτα λεπτά καθώς δεν είχε νυχτώσει εντελώς στον θερινό κινηματογράφο) και τα δυνατά close up στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών. Εξαιρετική η διεύθυνση των κομπάρσων, η μουσική και τα χορωδιακά τραγούδια.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Η οργή ενός υπομονετικού ανθρώπου-Tarde era la ira

Κατώτερο των προσδοκιών το σκηνοθετικό ντεμπούτο του πολύ καλού ηθοποιού Raúl Arévalo, στην ταινία «Η οργή ενός υπομονετικού ανθρώπου» (Tarde era la ira). Δυσκολεύεται να αποφασίσει ο θεατής, αν πρόκειται για  θρίλερ,  γουέστερν, απλώς μια ιστορία εκδίκησης ή μήπως μια ταινία με κοινωνικό  πρόσημο, που βγάζει στην επιφάνεια τις υποβόσκουσες ταξικές αντιθέσεις στην σύγχρονη Ισπανία, αποκλειστικά και μόνο γιατί ο σκηνοθέτης δεν έχει μια σαφή οπτική γωνία, αμφιταλαντεύεται, παρασύρεται από την κάμερα, «φορτώνει πλάνα» που δεν συνεισφέρουν στην αφήγηση και τέλος παραδίδει μεν μια ταινία που βλέπεται χαλαρά και ευχάριστα, χωρίς όμως να κάνει την… ευχάριστη έκπληξη.
Ο ευκατάστατος Jose (Antonio de la Torre) γνωρίζει ερωτικά την Ana (Ruth Díaz), αδελφή ενός φίλου του και ιδιοκτήτη μιας παρακμιακής καφετέριας σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Μαδρίτης. Περιμένει (και μαζί μ’ αυτόν και ο θεατής(!)) την αποφυλάκιση του Curro (Luis Callejo), συζύγου και πατέρα του παιδιού της Ana, γιατί ο Jose έχει κάτι στο μυαλό του, κάτι τον βασανίζει… δεν είναι τυχαίες οι επισκέψεις του στο νοσοκομείο, όπου στέκεται στο προσκεφάλι, του εδώ και οκτώ χρόνια διασωληνομένου πατέρα του, ούτε οι φωτογραφίες και τα βίντεο, της εδώ και οκτώ χρόνια πεθαμένης γυναίκας του.
Πολλές φορές έχουμε μιλήσει για φλύαρα σενάρια, σ’ αυτήν την ταινία κυριαρχούν τα φλύαρα πλάνα, μέχρι που μαθαίνουμε και … πως γίνονται τα παιδιά, για να μην μας μείνει καμιά αμφιβολία, τίνος πατέρα είναι το παιδί της Ana. Ειδικά, όταν ο σκηνοθέτης αποφασίζει ότι έχει έρθει η ώρα να αποκαλύψει τα βαθύτερα κίνητρα του πρωταγωνιστή του… πραγματικά δεν κρατιέται.

Στην αρχή της ταινίας, με την κάμερα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, παρακολουθούμε μια από τις πιο κακογυρισμένες προσπάθειες διαφυγής από τα περιπολικά της αστυνομίας, που οδηγούν στην σύγκρουση, στο ντεραπάρισμα και στην σύλληψη του δράστη. Πλάνα φοβισμένα, κλειστά, που αποπνέουν διαδικαστικό χαρακτήρα.

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Kóblic-Ο πιλότος

Ο πολωνικής καταγωγής αργεντινός Tomas Kóblic (Ricardo Darín) είναι  αξιωματικός της Στρατιωτικής Αεροπορίας. Συμμετείχε ως πιλότος στις πτήσεις θανάτου, όταν η στρατιωτική δικτατορία στην χώρα του ξεφορτωνότανε τους πολιτικούς κρατούμενους πετώντας τους στην θάλασσα. Βασανίζεται από τύψεις και βρίσκει καταφύγιο σε ένα απομονωμένο χωριό, όπου προσπαθεί να επιβιώσει άγνωστος μεταξύ αγνώστων.
Με αυτό το γεγονός ως υπόβαθρο και χωρίς καμιά άλλη πολιτική νύξη η ταινία εξελίσσεται σαν ένα αστυνομικό-αισθηματικό δράμα με στοιχεία γουέστερν. Η Αργεντίνικη πάμπα σε όλη της την μεγαλοπρέπεια. Ατελείωτα εκτάρια σόγιας, gauchos, ένα ελαφρύ άρωμα φολκλόρ, αλλά και παθογένειες που θυμίζουν ευρωπαϊκό νότο, διεφθαρμένοι δημόσιοι λειτουργοί, ευνοιοκρατία, κατάχρηση εξουσίας από τον τοπικό αστυνομικό, υποκρισία, μισόλογα, μια αρρωστημένη περιρρέουσα επαρχιακή ατμόσφαιρα.
Στρωτή κινηματογραφική αφήγηση, που όμως δεν αποφασίζει να ξεφύγει από το δίπτυχο καλός-κακός, αρκετά φλας μπακ σε slow motion, ενδιαφέρουσες γωνίες λήψης στα κοντινά πλάνα και όμορφα μακρινά ιδιαίτερα από ψηλά.

Ο Sebastián Borensztein παρόλο που δεν τολμά να ξεφύγει από τις κινηματογραφικές συμβάσεις υπογράφει μια αξιοπρεπή ταινία που βλέπεται ευχάριστα και εκτός από τον εξαιρετικό Ricardo Darín, αποσπά μια ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία από τον Oscar Martínez στον ρόλο του αστυνομικού Velarde. Η Inma Cuesta στον ρόλο τηςNancy, ολίγον «χλιαρή» ως κακοποιημένη γυναίκα και πέτρα του σκανδάλου, πολύ μακριά από την «Νύφη» στον «Ματωμένο Γάμο» της Paula Ortiz.