Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Η επιστροφή-Vozvraschenie


Από το κανάλι της βουλής, αυτή τη φορά, η ταινία «Επιστροφή», του Ρώσου σκηνοθέτη Andrei Zvyagintsev, που πολλοί τον υποδέχθηκαν, ως τον νέο Ταρκόφσκι. Πρόκειται για μια αλληγορική δημιουργία, ικανή να χωρέσει μέσα της όλες τις πιθανές ερμηνείες, από την πλευρά του κινηματογραφικού κοινού, ενώ διατηρεί ακέραια, χάρις στην εικαστική της τελειότητα, το προνόμιο της εξαιρετικής σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης.
Δεν θέλω να μείνω στον πολιτικό συμβολισμό της μετα-υπαρκτοσοσιαλιστικής Ρωσίας, με τα παιδιά, την επόμενη γενιά, να ανδρώνεται μέσα από το τέλος του παλιού, του ξεπερασμένου, που εκφράζεται μέσα από ένα γονιό αρχικά καλών προθέσεων. Ούτε στο ψυχολογικό ιχνογράφημα της πάλης ανάμεσα στις γενιές, με τον πατέρα Κρόνο να επιδιώκει τον ευνουχισμό των γιών του, πριν πέσει ο ίδιος θύμα της ίδιας της ζωής, που ξεπετάγεται ατίθαση προς ένα καινούργιο κύκλο. Ούτε ακόμα-ακόμα και τις θρησκευτικές, βιβλικές προεκτάσεις, καθώς ο Πατέρας-Θεός σκύβει με ευμένεια προς τον ένα γιο, ωθώντας τον άλλο προς την επανάσταση, με το μαχαίρι της θυσίας να μένει στεγνό από το αίμα, εφ’ όσον σκοπός δεν είναι ο θάνατος, αλλά η επιβεβαίωση της κυριαρχίας. Πόσο μάλλον, αφού η τελευταία αυτή εκδοχή συμβαδίζει και με τις μέρες της εβδομάδας, που προηγούνται των επιμέρους κεφαλαίων της ταινίας, παραπέμποντας στις ίδιες της μέρες της Δημιουργίας.
Προτιμώ να σεβαστώ την γνώμη του ίδιου του Zvyagintsev ο οποίος στην συνέντευξή του στο «Βήμα» στον Γιάννη Ζουμπουλάκη λέει χαρακτηριστικά:
«Ο,τι ήταν να μοιρασθώ με το κοινό το μοιράστηκα παρουσιάζοντας το έργο μου…Είμαι της γνώμης ότι η "Επιστροφή" έχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από ένα έργο ώστε να θεωρηθεί ολοκληρωμένο. Δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε. Μιλώντας για την ταινία, κατά κάποιον τρόπο νιώθω ότι την υποβιβάζω. Οταν ένας σκηνοθέτης εξηγεί το έργο του, τότε είτε το κοινό την είδε τεμπέλικα είτε εκείνος δεν έκανε καλά τη δουλειά του - προτιμώ το πρώτο».
Τα δυο αδέλφια ο Αντρέι (Vladimir Garin) και ο Ιβάν (Ivan Dobronravov) μεγαλώνουν με την μητέρα και την γιαγιά τους. Ο καθένας ανάλογα με τον χαρακτήρα του έχει απλώσει το δικό του δίχτυ ασφαλείας σε σχέση με την έλλειψη του εξαφανισμένου, χωρίς όνομα, πατέρα (Konstantin Lavronenko). Ο μεγάλος περισσότερο ευέλικτος, εξωστρεφής, ο μικρότερος θυμωμένος, ατίθασος, επενδύει τον φόβο του με μια επιθετικότητα. Εκεί ξαφνικά εμφανίζεται, κάποιος, πατέρας μετά από 12 χρόνια απουσίας. Δεν μαθαίνουμε από πού έρχεται, ούτε γιατί έλλειπε τόσο καιρό. Αποκαθιστά αμέσως στην οικογένεια την πατριαρχική κυριαρχία με μόνη την παρουσία του, τον όγκο του και την συμπεριφορά του. Η μητέρα-αγκαλιά κάνει πίσω. Τα παιδιά τον αποδέχονται με αμφιβολία και ξεκινούν οι τρεις τους ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό, υποτίθεται για λίγες μέρες, για ψάρεμα. Ο πατέρας αρχίζει αμέσως να «διδάσκει» το αντρικό πρότυπο, χωρίς να μιλάει. Μεταδίδει αξίες σταθερού χαρακτήρα, συνέπειας, ειλικρίνειας, γενναιότητας, σκληραγωγίας για να τραβήξει τους δυο γιους προς την πλευρά του. Ταξιδεύουν αρχικά με το αυτοκίνητο και στην συνέχεια με μια βάρκα διασχίζουν την λίμνη, μέχρι ένα ακατοίκητο νησί. Τα παιδιά υποφέρουν από την βαριά παρουσία του πατέρα, διεκδικούν να αναπνεύσουν, κάτω από το υποβλητικό του εκτόπισμα. Μετά την επανάσταση και τις απαραίτητες απώλειες, τα παιδιά ταξιδεύουν πίσω, κουβαλώντας πια μέσα τους τον… πατέρα του μέλλοντος.
Τα αχανή Ρωσικά τοπία, ιδιαίτερα αυτά της λίμνης φέρνουν μαζί τους κομμάτια της ιστορίας. Οι σκιές πάνω στην βάρκα γίνονται ένα με το νερό και τον ουρανό. Ο φακός αποτυπώνει τα γεγονότα και μένει ακίνητος για δευτερόλεπτα, δίνοντας στην φωτογραφία την δυνατότητα, να αφηγηθεί από μόνη της.
Είναι από τις ταινίες, που αδικείται από την τηλεόραση, όμως έστω και έτσι, ένα μέρος της απόλαυσης καταφέρνει να αγγίξει τον θεατή.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Η άκρη του ουρανού-The edge of heaven


Η ταινία του Fatih Akin, «Η άκρη του ουρανού», με τον τουρκικό τίτλο “Yasamin Kiyisinda”, είναι μια ταινία σύγχρονη, όσο αφορά το εξαιρετικό σενάριο της και την κινηματογραφική της γραφή. Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται με την τεχνική των επιμέρους κεφαλαίων, που ανοίγουν και κλείνουν, καθώς στην πίστα των αεροδρομίων μεταφέρονται οι σωροί αυτών, που η προσωπική τους εμπλοκή στην υπόθεση, απετέλεσε τον καταλύτη για την εξέλιξή της. Ο ρυθμός διατηρείται διαρκώς σταθερός και το ενδιαφέρον κλιμακώνεται συνέχεια, καθώς ο σκηνοθέτης παίζει διαρκώς με τις συμπτώσεις, χωρίς όμως ποτέ να του ξεφύγει το μέτρο και να διολισθήσει σε εξωπραγματικές καταστάσεις.

Ο ηλικιωμένος Τούρκος μετανάστης στην Γερμανία, Ali (Tuncel Kurtiz), «σπιτώνει» την επίσης Τουρκάλα πόρνη, Yeter (Nursel Koese), για προσωπική του και αποκλειστική του χρήση. Σε στιγμή τσακωμού ανάμεσά τους η Yeter σκοτώνεται και ο γιος του δράστη Nejat (Baki Davrak), που είναι καθηγητής Γερμανικών στο πανεπιστήμιο, γεμάτος τύψεις αναζητά την κόρη της νεκρής, που πιστεύει, ότι βρίσκεται στην Τουρκία, για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές της και να αποκαταστήσει την αδικία.
Η Ayten Ozturk, κόρη της Yeter, που είναι μέλος μιας ένοπλης αριστερίστικης οργάνωσης, καταφέρνει να το σκάσει από την Τουρκία και να φτάσει στην Γερμανία ζητώντας πολιτικό άσυλο και παράλληλα ψάχνοντας την μητέρα της θεωρώντας, ότι εργάζεται σε κατάστημα παπουτσιών. Γνωρίζεται με την Lotte (Patrycia Ziolkwoska) και αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια δυνατή ερωτική σχέση. Όταν η Ayten απελαύνεται, η Lotte την ακολουθεί στην Τουρκία, όπου και χάνει την ζωή της, προσπαθώντας να βοηθήσει την φυλακισμένη φίλη της.

Οι ζωές των πρωταγωνιστών ίσως από ατυχία, αλλά και ίσως από μια προστατευτική εύνοια της τύχης, δεν έρχονται ποτέ σε επαφή. Κινούνται σε γραμμές παράλληλες, απελπιστικά κοντά, αλλά όχι τόσο, που να έρθουν κάποια στιγμή σε επαφή. Η ταινία λέει πολλά, αλλά αφήνει να εννοηθούν πολύ περισσότερα. Πέρα από το ζήτημα της μεταναστευτικής πολιτικής στις δυτικές χώρες και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία, τολμά να θίξει το ζήτημα της συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών και τα ίδια τα προβλήματα που κουβαλούν μαζί τους οι μετανάστες στις χώρες υποδοχής και που δύσκολα ξεπερνιούνται, ακόμα και από τις δεύτερες γενιές. Η πατριαρχικά δομημένη μουσουλμανική κοινότητα, που τραμπουκίζει σε βάρος της Yeter, αλλά και η χαρακτηριστική διατύπωση του Ali στην πρώτη προσέγγιση μαζί της, όταν διαπιστώνει ότι είναι και εκείνη από την Τουρκία και της λέει εκμυστηρευτικά: «Τώρα ντρέπομαι, που βρίσκομαι εδώ μαζί σου.»
Οι σχέσεις της Ayten με τις ποινικές συγκρατούμενες της, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονταν εκεί, γιατί είχαν σκοτώσει τους άντρες τους, μια υπόμνηση ενός ακήρυχτου, αδυσώπητου φυλετικού πολέμου.
Κεντρικό ρόλο στο έργο παίζει η Susanne Staub, που ερμηνεύει η εκπληκτική Hanna Schygulla, μητέρα της Lotte. Κουβαλά, χωρίς να αποκαλύπτεται ποτέ, τις μνήμες της γενιάς του Μάη του 68 και των παιδιών που στράφηκαν, από απογοήτευση, προς τις ανατολικές θρησκείες. Έχει μεγαλώσει την κόρη της με ανοιχτό μυαλό, με μια δεκτικότητα, χωρίς φόβο απέναντι στο διαφορετικό. Εξηγεί στην Ayten, πως ο δρόμος, για να ξεπεράσει η Τουρκία τα εσωτερικά της προβλήματα, περνάει από την Ευρωπαϊκή ένωση, για να εισπράξει ένα φλογερό, επαναστατικό λογύδριο ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τον καπιταλισμό. Μετά την αποφυλάκιση της τελευταίας, σπρωγμένες από τον κοινό πόνο, θα προσεγγίσουν η μια την άλλη.
Μέσα στα πλαίσια της μυθοπλασίας γίνεται μια σοβαρή και αντικειμενική καταγραφή της πραγματικότητας. Αυτό ακριβώς, μαζί με την αντικειμενική και πρωτότυπη σκηνοθετική ματιά, κάνει την ταινία ένα πραγματικό διαμάντι.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Ένα τραγούδι για τον Αργύρη


Το καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ του Stefan Haupt καταπιάνεται με την οδύσσεια ενός ανθρώπου, του Αργύρη Σφουντούρη, να τραβήξει την προσοχή του κόσμου πάνω στο έγκλημα πολέμου, που διαπράχτηκε από τους Ναζί, στο Δίστομο, ένα μικρό χωριό κοντά στους αρχαίους Δελφούς, τον Ιούνιο του 1944 και παράλληλα να απαντήσει στα προσωπικά του ερωτήματα, αυτά που τον στοιχειώνουν, όταν τετράχρονο τότε παιδάκι είδε να σφαγιάζονται μπροστά στα μάτια του, οι συγχωριανοί του μαζί με τριάντα συγγενείς του, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν ο πατέρας του και η μητέρα του.
Εκτός από την κλασσική μορφή της αφήγησης από τρίτο πρόσωπο, ο ίδιος ο 67χρονος σήμερα Αργύρης Σφουντούρης ξετυλίγει το κουβάρι της ιστορίας, ξεκινώντας από την τραγική εκείνη ημέρα και φθάνοντας ως τις μέρες μας και στις αγωνιώδεις προσπάθειές του να βιώσει, έστω και καθυστερημένα, την τελική δικαίωση. Η εξιστόρηση κατά μεγάλο μέρος γίνεται από παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες, στα χέρια ανθρώπων, που από τρομερή εύνοια της τύχης κατάφεραν να γλυτώσουν. Από προσωπικές μαρτυρίες κατοίκων του χωριού, καθώς και από τα λόγια ανθρώπων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση αυτή, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο πατέρας του οποίου είχε συλλέξει στοιχεία για το έγκλημα αυτό. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι συνεντεύξεις από τα παιδιά Γερμανών στρατιωτών, που μιλούν για τους γονείς τους, καθώς η περιγραφή που κάνουν για αυτούς και για την στάση τους συνολικά απέναντι στην οικογένειά τους, υπερτονίζει την αντίθεση και αναδεικνύει την φρίκη, στην οποία οδηγούν τον άνθρωπο οι συνθήκες πολέμου.
Ο Αργύρης Σφουντούρης από το ορφανοτροφείο, όπου βρέθηκε αρχικά, με την βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού μεταφέρθηκε στην Ελβετία. Εκεί σπούδασε στο Πολυτεχνείο και ασχολήθηκε με μεταφράσεις Ελλήνων ποιητών στα γερμανικά. Επισκέφθηκε και εργάστηκε σαν ακτιβιστής σε υποβαθμισμένες περιοχές του πλανήτη, όπως η Σομαλία και η Ινδονησία. Έλαβε μέρος μαζί με άλλους Έλληνες του εξωτερικού στον αντιδικτατορικό αγώνα. Μέσα από τις συχνές επισκέψεις του στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στο χωριό του, προσπάθησε να καταλάβει, κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί ο άνθρωπος, να διαπράξει τέτοια μαζικά αποτρόπαια εγκλήματα. «Ποια είναι η λεπτή γραμμή» όπως λέει και ίδιος «που χωρίζει το καλό από το κακό». Με απώτερο στόχο του, βέβαια, να μην διαπραχθούν στο μέλλον ποτέ ξανά τέτοιες θηριωδίες.
Το ντοκιμαντέρ χάρις στην αμεσότητα των πρωταγωνιστών του, ανθρώπων που σε τρυφερή ηλικία βίωσαν τον απερίγραπτο πόνο, κυλάει ισορροπημένα χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Οι γέφυρες, που περιγράφουν το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, έρχονται να ενώσουν τα κομμάτια της προσωπικής αφήγησης και να αναδείξουν τον, ως επί το πλείστον μοναχικό, αγώνα του Αργύρη Σφουντούρη, να φέρει στην επικαιρότητα και να ευαισθητοποιήσει την αδιάφορη κοινή γνώμη απέναντι σε ανάλογες καταστάσεις. Μετά από 60 ολόκληρα χρόνια, μόλις το 2004, ο πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα κατάφερε να ψελλίσει με τα σπαστά του Ελληνικά, μια επιπόλαια συγγνώμη. Δεν ήταν φυσικά αυτό το ζητούμενο. Το παιδί της φωτογραφίας με τα διάπλατα μάτια και τα σφιγμένα δαγκωμένα χείλη δεν μπορεί να κλείσει αυτό το κεφάλαιο βίας από την ζωή του, παρά τις συμβουλές των ψυχολόγων. Τουλάχιστον όχι, όσο στο όνομα στρατιωτικών χειρισμών και στρατηγικών συνεχίζονται, να διαπράττονται τέτοια εγκλήματα.

Το trailer του ντοκιμαντέρ υπάρχει εδώ

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Das Weisse Band-Η λευκή κορδέλα


Πόσο καλύτερα θα μπορούσε να αποδοθεί αυτή η παιδική «ανταρσία» απέναντι στην επίπλαστη κοινωνική ομαλότητα, παρά με την ασπρόμαυρη εικόνα. Το κάδρο λευκό, κατάλευκο παίρνει το χρώμα του, όχι από την ζωντάνια και την ζεστασιά του ήλιου, αλλά από το παγωμένο χιόνι, τις απέραντες εκτάσεις με τα στάχια και της ψηλές θημωνιές. Ανάμεσά τους οι άνθρωποι μαύρες και γκρίζες φιγούρες γυρνούν, σαν χαμένοι, αδυνατούν να αρθρώσουν λόγο, σιωπηλοί απέναντι στην εξουσία του φεουδάρχη, υποταγμένοι στα ρηχά κηρύγματα της εκκλησίας και στην επιστημονική αυθεντία της ιατρικής τέχνης, πανέτοιμοι για την κρεατομηχανή του Α’ παγκόσμιου, που βρίσκεται προ των πυλών.
Στο μικρό χωριό τα παιδία δεν παίζουν. Δεν είναι σκανταλιές αυτές οι χοντροκομμένες πράξεις. Είναι η οργή που ξεχειλίζει, για όλα αυτά που βλέπουν γύρω τους, για όσα αισθάνονται ότι τους αφορούν και δεν μπορούν να παρέμβουν. Είναι αδύνατες γροθιές πάνω σε ένα θεόρατο ντουβάρι, που έχει στηθεί μπροστά τους για να τους φυλακίσει, να τους κλέψει την ζωή. Είναι οι επιπλοκές μιας πυογόνου αρρώστιας, που έχει καταφάει κάθε δημιουργική κοινωνική ικμάδα, στο όνομα της απαρασάλευτης συντήρησης ξεπερασμένων αξιών, κενού πλέον περιεχομένου.
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Michael Haneke βάζει τον δάσκαλο (Christian Friedel) του χωριού, να αφηγηθεί τα μια σειρά από ανεξήγητα γεγονότα, που ταράσσουν την φαινομενικά ήρεμη ζωή της μικρής κοινωνίας. Κανένας δεν μπορεί, αλλά όσο η ταινία προχωρά, αποκαλύπτεται, ότι κανείς δεν θέλει να ερμηνεύσει αυτές τις επιφανειακά ασύνδετες επιθέσεις και δολιοφθορές. Ο βαρόνος, ο πάστορας, ο γιατρός είναι αυτοί που βγαίνουν ωφελημένοι από την κοινωνική ειρήνη, όσο δεν θίγονται τα προνόμια και οι προσωπικές τους «εμπλοκές» με την υπόθεση. Ο λαός με αρχής γινομένης από τα παιδιά πρέπει, όχι απλά να μάθει να υπακούει, αλλά η συμπεριφορά αυτή να γίνει δεύτερη φύση του. Μια λευκή κορδέλα τυλιγμένη στο μπράτσο είναι αυτή, που θα επαναφέρει τον «εγκληματία» σκέψης πίσω ξανά στον «σωστό» δρόμο. Πόσο όμως ανθεκτική μπορεί να είναι μια κοινωνία, που με τέτοια μεθοδικότητα της σταλάζουν το δηλητήριο της υποκρισίας και του μίσους απέναντι στην ίδια την ζωή. Η απάντηση έρχεται με την δολοφονία του διάδοχου του Αυστριακού θρόνου στο Σεράγεβο.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

The limits of control-Στα όρια του ελέγχου


Παρόλο που τον ξέρουμε από παλιά, από τον καιρό που γέμιζε ο εξώστης της Έλλης στις μεταμεσονύχτιες προβολές και παρόλο που μας είναι γνωστή η ιδιόρρυθμη κινηματογραφική γραφή του- εν’ τούτοις- εμείς εκεί. Να προσπαθούμε από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας, να αποκρυπτογραφήσουμε- τι θέλει να πει ο ποιητής; Ίσως, γιατί πάντα καταφέρνει με τον τρόπο του, να κρατάει το ενδιαφέρον. Πάντα δίνει την εντύπωση, πως όπου να’ ναι, θα αρχίσει να αποκαλύπτει τα μυστικά. Και τελειώνει η ταινία και καταλαβαίνεις, πως αυτό ήταν όλο. Ίσως, γιατί αυτός ο μαγικός συνδυασμός εικόνας –μουσικής, δεν έχει ανάγκη την ιστορία, για να σε κρατήσει ακίνητο στην καρέκλα. Ο Jim Jarmusch μπορεί και σε παραμυθιάζει διαφορετικά. Τα τεντωμένα μου αυτιά έπιασαν την φοιτητριούλα, να ψιθυρίζει στην φιλενάδα της, κατά την έξοδο από την αίθουσα Ιντεάλ, στην προβολή για το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου: Έπρεπε να καταλάβω κάτι… που δεν κατάλαβα;
Ο μοναχικός άνδρας (Isaach de Bancole) αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας, για λογαριασμό κάποιων άλλων, κάποια αποστολή εκτός των ορίων του νόμου. Από την Αμερική βρίσκεται στην Ισπανία. Ο φακός τον παρακολουθεί σε όλη την πορεία του, σε προσωπικές του και μη στιγμές. Προσεκτικός, λιγομίλητος, ατσαλάκωτος, ντυμένος στην τρίχα. Λάτρης της τάξης και της μυστικοπάθειας. Έρχεται σε επαφή με διάφορους συνεργάτες. Τον βιολιστή, τον κιθαρίστα, την ξανθιά ντίβα. Παίρνει οδηγίες για την συνέχεια και δίνει αναφορές. Παραγγέλνει για τον εαυτό του διπλά εσπρέσσο σε χωριστά φλιτζάνια και καταπίνει, για να μην πέσουν στα χέρια του «αντιπάλου», χαρτάκια με κωδικοποιημένες πληροφορίες μέσα σε σπιρτόκουτα διαφορετικών χρωμάτων. Η γυμνή συνεργός (Paz de la Huerta) του προτείνει σεξ, που αρνείται εν ώρα υπηρεσίας. Φθάνει στο κρησφύγετο του Αμερικανού (Bill Murray) και εκτελεί την αποστολή του με την χορδή μιας κιθάρας.
Επαγγελματικά ξενοδοχεία, καφετερίες υπαίθριες σε πλατείες και δρόμους, που θυμίζουν Αιόλου και Ερμού κοντά στην εκκλησία της Αγ. Ειρήνης, προσωρινά καταλύματα σε σπίτια με τα έπιπλα αμπαλαρισμένα, λες και κάποιοι έφυγαν ή ετοιμάζονται να φύγουν. Ένα ελικόπτερο κάνει απειλητικούς κύκλους πάνω από το κεφάλι του. «Πως έφθασες ως εδώ;» τον ρωτάει με έκπληξη στο τέλος της ταινίας, μέσα στο σπίτι φρούριο, ο Αμερικάνος. «Χρησιμοποίησα την φαντασία μου» απαντάει ο μοναχικός άνδρας. Ότι, ακριβώς, ζητάει ο Jarmusch από τον θεατή του. Ένα βύθισμα μέσα στα τα θωρακισμένα κάγκελα του εαυτού. Εκεί που υπάρχει και ζει, γυμνός από δικαιολογίες, ο ιθύνων νους.
Όσο αφορά την μουσική σταχυολογώ από την συνέντευξη του ίδιου του σκηνοθέτη:
«Για μένα η ηλεκτρική κιθάρα είναι μια από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του 20ου αιώνα, μαζί με την κβαντική φυσική, το ανθρώπινο γονιδίωμα και πιστεύω, το μπικίνι.»