Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Τα Κόκκινα Παπούτσια-The Red Shoes


Όταν η ζωή δανείζεται από το παραμύθι, φτιάχνει τις δικές της ιστορίες και μας τις γυρνάει πίσω, ξανά, σαν παραμύθι. Η ανασκευασμένη ταινία των Michael Powell και Emeric Pressburger, του 1948, «Τα κόκκινα παπούτσια», βασισμένη πάνω στο παραμύθι του Hans Christian Andersen, ένας συνδυασμός μελοδράματος, μουσικής, χορού και φαντασίας μπαίνει στα παρασκήνια, πίσω από τους προβολείς, εκεί που οι άνθρωποι του θεάματος μοχθούν, ζηλεύουν, ονειρεύονται και κάποιες φορές για κακή τους τύχη…ερωτεύονται.
Ο Boris Lermontov (Anton Walbrook), θεατρικός επιχειρηματίας, γνωρίζει τόσο καλά την δουλειά του, να στήνει παραστάσεις μπαλέτου, που γίνεται τόσο αλαζόνας, ώστε να πιστεύει, πως μπορεί να ρυθμίζει την ζωή των συνεργατών του. Τα δυο πουλέν του, ο μαέστρος και συνθέτης Julian Craster (Marius Goring) και η πρίμα μπαλαρίνα Victoria Page (Moira Shearer) αγαπιούνται. Η πόρτα του θιάσου κλείνει και για τους δυο, μέχρι που έρχεται η στιγμή, για την όμορφη γυναίκα, να διαλέξει σε ποια αγάπη θα χαρίσει την ζωή της. Στον χορό ή στον σύντροφό της. Τα κόκκινα παπούτσια του χορού, που φέρουν και φέρονται από τα πόδια της πρωταγωνίστριας, γίνονται σύμβολο ενός εσωτερικού αγώνα, μιας απελπισμένης αντίστασης στις αξεπέραστες συμβάσεις του καλλιτεχνικού στερεώματος. Ένα ιδιότυπο τρίγωνο ανθρώπων, όχι ερωτικό, αλλά με έντονα διεκδικητικά στοιχεία, αποκαλύπτει με ευκρίνεια τις πτυχές των χαρακτήρων. Σενάριο δουλεμένο εξαιρετικά, από το οποίο ανθολογώ την, με έπαρση, ατάκα του Lermontov, η οποία επιδεικνύει ψήγματα ελεγχόμενης μετριοφροσύνης : «Και ο καλύτερος μάγος δεν μπορεί να βγάλει λαγό απ’ το καπέλο, αν δεν υπάρχει λαγός κάτω απ’ το καπέλο», όταν αναφέρεται στην ανακάλυψη της χρυσοφόρας μπαλαρίνας του.
Σκηνοθεσία αριστουργηματική, με τον φακό να τρυπώνει διαρκώς ανάμεσα από ανθρώπους, πόρτες, κουρτίνες, σκηνικά. Ρυθμός έντονος, που μεταδίδει αγωνία, καθώς παίζει με τον χρόνο, οι αποφάσεις παίρνονται μέσα σε λεπτά στο βαγόνι του τραίνου, που ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Σκηνές με έντονο συμβολισμό, όπως τα δυο άλογα ζεμένα δίπλα-δίπλα στην άμαξα, που μεταφέρει το ζευγάρι στο πρώτο ραντεβού τους. Εικόνες όλο χλιδή από το Μόντε Κάρλο και φυσικά η παράσταση των «κόκκινων παπουτσιών», που οποιαδήποτε περιγραφή είναι καταδικασμένη να την αδικήσει. Το σμίξιμο της τέχνης με την φαντασία, ένας ζωγραφικός πίνακας, που παρασύρει καλλιτέχνες και κοινό σε ένα μαγευτικό ταξίδι.


Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Toy Story 3


Συμπαθητική ταινία κινουμένων σχεδίων για μικρούς και μεγάλους. Σενάριο προβλέψιμο, υπερβολικά συγκινητικοφανές και με πολλά κλισέ, αλλά σκηνοθεσία και ποιότητα σχεδίου εκπληκτικά και σε άψογη συνεργασία. Δίνεται η εντύπωση, ότι η Pixar, ενώ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει την σύγχρονη πραγματικότητα, όταν αποφασίζει να το κάνει, έχει την γνώση και την τεχνολογία, για να το κάνει με τρόπο άρτιο και πειστικό.
Είναι εντυπωσιακή η ικανότητα και αυτής της ταινίας, να ενσωματώνει και να αποδομεί αμερικάνικα στερεότυπα, εντάσσοντάς τα μέσα στους διαλόγους. Ένας επιφανειακός αυτοσαρκασμός, χωρίς καμιά διάθεση αυτοκριτικής, που καταφέρνει να περάσει υπόγεια συντηρητικές θέσεις, χωρίς να προκαλεί. Το λογύδριο από το στρατιωτάκι-λοχία, όταν εγκαταλείπει το σπίτι του Andy και τα υπόλοιπα παιχνίδια, «ήταν τιμή μου να υπηρετήσω μαζί σας…» ή οι κοτίστικες συμπεριφορές της Barbie, που ξεφτιλίζουν κάθε έννοια φεμινισμού, προεξοφλούν μια έστω και βιασμένη συγκατάνευση, από την πλευρά του θεατή.
Όλο το σκεπτικό της ταινίας βασίζεται στην παιδική παραδοχή, ότι ο κόσμος των παιχνιδιών ζωντανεύει μέσα από την φαντασία τους. Με αυτό το δεδομένο, παράλληλα με τον δικό μας κόσμο, ζει και κινείται ένας πραγματικός κόσμος που αποτελείται από παιχνίδια, με ελάχιστα «παράθυρα» επικοινωνίας, όσα είναι απαραίτητα για την εξέλιξη της υπόθεσης. Για χάρη πάλι του παραμυθιού, ο παράγοντας χρόνος, που αμβλύνει την σύνδεση του παιδιού με το παιδικό του παιχνίδι, έχει μηδενιστεί, με αποτέλεσμα μια μελοδραματική ατμόσφαιρα, που η διαχείρισή της αυξομειώνεται μέσα από το στοιχείο της δράσης και της περιπέτειας.
Όταν ο Andy ενηλικιώνεται, τα παιδικά του παιχνίδια, αν δεν θέλουν να καταλήξουν στα σκουπίδια, πρέπει να βρουν κάποιο άλλο παιδάκι, για να του χαρίσουν την παρέα τους. Αυτό δεν είναι τόσο απλό, γιατί ανάμεσα στους δυο κόσμους δεν υπάρχει φωνητική επικοινωνία. Τα παιχνίδια θα βρεθούν στα χέρια παιδιών-τεράτων ενός παιδικού σταθμού και υπό τις απειλές και την εξουσία ενός σατράπη λούτρινο-αρκούδου. Χωρίς την στοργή ενός συγκεκριμένου ιδιοκτήτη πάσχουν συναισθηματικά (ναι! Ακριβώς αυτό συμβαίνει) και οργανώνουν την δραπέτευσή τους.
Το καλό και το κακό βαλμένα στα κουτάκια τους, με συνταγές ψυχοθεραπείας political correct, μιας και μας παρουσιάζεται προς αποκατάσταση της τάξης και το ψυχοπαθολογικό παρελθόν του άτυχου αρκούδου, παρατημένου από την πρώην ιδιοκτήτριά του. Σκηνές με την αδρεναλίνη στα ύψη, μέσα στην αλυσίδα διαχείρισης των απορριμμάτων, από τις σιαγόνες συμπίεσης μετάλλων μέχρι τις υψικαμίνους και περιγραφές ηρωικών πράξεων, αλληλεγγύης, ανθρωπιάς, λανθάνουσας ερωτικής έλξης, αλλά και αφασικού χιούμορ, όπως αυτό με το χαμένο μάτι της γυναίκας-πατάτας.
Θεωρώ την ταινία επιτυχημένη για έναν ακόμα λόγο. Βγαίνοντας από την αίθουσα αναρωτήθηκα, στιγμιαία, που να βρίσκονται άραγε μετά από τόσα χρόνια οι ορεινές μου μεραρχίες.

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

L`Atalante



89 λεπτά μαγευτικής κινηματογραφικής παρακολούθησης. Ένα βύθισμα στο Παρίσι του 1934. Μια ιστορία, που σπάει την μονοτονία της καθημερινότητας και γίνεται η αφορμή και εμείς οι θεατές, να πλεύσουμε το ποτάμι, να συναναστραφούμε τους ανθρώπους, να «δέσουμε» μαζί με την παλιά φορτηγίδα στα εμπορικά ντόκα, που ακολουθούν τον Σηκουάνα στην διαδρομή του.
Η αποκαταστημένη ταινία του Jean Vigo, “L’ Atalante”, η μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, που έφυγε από την ζωή μόλις στα 29 του χρόνια, λειτουργεί, σαν ένας καθρέφτης συναισθημάτων. Οι πρωταγωνιστές δεν μιλούν για τον εαυτό τους. Οι στιγμές από την ζωή τους, το περιβάλλον, το χρώμα που παίρνει ο ουρανός και η θάλασσα στην μαυρόασπρη κόπια, τα ρούχα που φορούν οι ίδιοι και οι συμπρωταγωνιστές τους στην ζωή, ο τρόπος που γελούν, μουτρώνουν, θυμώνουν και σμίγουν, πλάθουν τον χαρακτήρα τους. Με εργαλεία, πότε το χιούμορ, πότε τον ρομαντισμό, πότε τον λυρισμό, πότε το σασπένς και την αγωνία, ακόμα και με σκηνές υπερκόσμιες, που ξεπερνούν τον διάχυτο ρεαλισμό, η αφήγηση ξεδιπλώνεται ακυμάτιστη, σαν τα παρόχθια νερά.
Η φορτηγίδα «Αταλάντη» ανέγγιχτη από τις προσωπικές ιστορίες των επιβατών της, σαν την μυθική ηρωίδα της Αργοναυτικής εκστρατείας, κουβαλά μέσα της τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Των ανθρώπων κάθε εποχής, που βλέπουν την ζωή να γλιστράει από τα χέρια τους, που απλώνουν να πιάσουν, να γευτούν, να ρουφήξουν το καινούργιο, πριν κλείσουν μέσα στο αμπάρι τα ενθύμια μιας ζωής που πέρασε.
Η Juliette (Dita Parlo) με τα νυφικά ρούχα κατευθείαν από την εκκλησία ακολουθεί τον αγαπημένο της καπετάνιο Jean (Jean Daste) στην εμπορική μαούνα του ποταμού. Παρέα με τον ιδιόρρυθμο γέρο ναύτη Jules (Michel Simon), τον μούτσο και ένα τσούρμο γάτες θέλει να ξεφύγει από την τετριμμένη και άνοστη ζωή του χωριού. Η πόλη, το Παρίσι φαντάζει στα μάτια της, η γη της επαγγελίας. Μια αναποδιά θα την κρατήσει μακριά και το πρώτο συζυγικό καυγαδάκι, που θα ξεσπάσει, θα την αφήσει μόνη στον ξένο τόπο. Ο ερωτικός πόνος, η άναρθρη κραυγή των νεόνυμφων, θα οδηγήσει τα βήματα του Jules, να ανακαλύψει και να φέρει πίσω την όμορφη γυναίκα.
Με σκηνές απαράμιλλης σκηνοθετικής ευφυΐας, χωρίς επιτήδευση, όπως το ψάξιμο μέσα στην ομίχλη στην αποβάθρα, η βιτρίνα με τις κούκλες- καθώς στην προθήκη καθρεφτίζονται οι φιγούρες των περαστικών του δρόμου- το σύρσιμο πάνω στον δίσκο βινυλίου του δάκτυλου του ναύτη και η αναπάντεχη μουσική που ακούγεται, μέχρι να αντιληφθούμε, ότι ο μικρός μούτσος παίζει το ακορντεόν, η βουτιά του καπετάνιου στο ποτάμι, για να αντικρύσει μέσα στο νερό την μορφή της αγαπημένης του και άλλες πολλές, κάνουν την ταινία “L’ Atalante” ένα σταθμό στην ιστορία του πρόδρομου, ομιλούντα κινηματογράφου.

Αν και πρόκειται για μια καθαρά κινηματογραφική εμπειρία, η ταινία βρίσκεται στο youtube σε 8 μέρη, ξεκινώντας από εδώ.



Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Ακαδημία Πλάτωνος


Μια προσπάθεια ηθογραφικής προσέγγισης της νέας ελληνικής πραγματικότητας, με κεντρικό άξονα τις ρατσιστικές αντιλήψεις μιας παρέας συνανθρώπων μας, απέναντι στους μετανάστες και πιο ειδικά στους Αλβανούς। Ο σκηνοθέτης Φίλιππος Τσίτος, στην ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος», επιχειρεί να σχεδιάσει το περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται μισαλλόδοξες απόψεις. Με όχημα αποκλειστικά την δύναμη της εικόνας, χωρίς καθόλου λεκτικούς επεξηγηματικούς προσδιορισμούς, ψάχνει την γενεσιουργό αιτία, πίσω από το ανόητο σύνθημα «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ…». Πολλές σκηνές έχουν να κάνουν με μια σειρά από φαινομενικά άσχετα με το θέμα γεγονότα, όπως ο πρόσφατος χωρισμός του ήρωα, του Σταύρου (Αντώνης Καφετζόπουλος) με την συμβία του, με την παρακολούθηση του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδα-Αλβανία και τις αντιδράσεις των οπαδών, με την επίσκεψη στον γιατρό δημόσιου νοσοκομείου για την άρρωστη μητέρα και άλλα πολλά. Κομμάτια, που αποκρυπτογραφούν το συναισθηματικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο φουντώνουν οι ιδέες, που βλέπουν το "διαφορετικό", σαν απειλή.
Σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε παρακμή οικονομική, πολιτισμική και περιβαλλοντική, σε μια κοινωνία που κυριαρχούν η διαφθορά, τα σκάνδαλα, ο μηδενισμός και η ατομική ανέλιξη, οι άνθρωποι, που για οποιοδήποτε λόγο θα βρεθούν στο περιθώριο ή αισθάνονται ότι είναι στο περιθώριο, είναι επιρρεπείς στο να πέσουν στην παγίδα ενός λαϊκίστικου εθνικισμού. Όλα αυτά καταγράφονται με σαφήνεια και επάρκεια.
Το μυθιστορηματικό εύρημα, ας το πούμε έτσι, της ταινίας είναι, ότι θέλει τον ελληναρά Σταύρο, να είναι και ο ίδιος αλβανικής καταγωγής, μιας και η γριούλα- πια- μητέρα του είχε πριν πολλά χρόνια έρθει στην Ελλάδα από την Αλβανία, αφήνοντας όμως εκεί τον μεγαλύτερο γιο της, που ήταν πολύ άρρωστος για να ταξιδέψει. Η γνωριμία με τον Αλβανό αδελφό, τον Μαρενγκλεν (Αναστάσης Κόζντινε) (από το Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν), που κατά μοιραία σύμπτωση εργάζεται στην γειτονιά του, είναι για τον πρωταγωνιστή μια βόμβα στα θεμέλια της ψυχοσωματικής και της εθνικής του συγκρότησης.
Η επιλογή του σκηνοθέτη, να χρησιμοποιήσει αυτήν την τραβηγμένη από τα μαλλιά ιστορία, σαν το κινηματογραφικό χαλί της υπόθεσης, ουσιαστικά τραβά αυτό το χαλί, από την κατά τα άλλα αξιέπαινη προσπάθειά του. Η άποψη, ότι το σαθρά στηριγμένο ιδεολόγημα της φυλετικής ανωτερότητας, μπορεί να ανατραπεί, όταν ο άνθρωπος έρθει αντιμέτωπος με μια προσωπική δοκιμασία, είναι ένα επιχείρημα, της ακριβώς απέναντι πλευράς. Στο επίπεδο, όχι του «επιστημονικού» ρατσισμού, αλλά του ρατσισμού που στηρίζεται στην άγνοια και στην ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει στην πλειοψηφία, δηλαδή, να είναι στην μόδα, κάθε ανατροπή έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Έτσι, το υπεραισιόδοξο φινάλε φαντάζει μετέωρο και προβληματικό.
Η ταινία κερδίζει σε αφάνταστο βαθμό, χάρις την εξαιρετική εσωτερική ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου. Χωρίς το παραμικρό ίχνος κίνησης στους μυς του πρόσωπου του, μεταφέρει στα κοντινά πλάνα, μια αίσθηση ματαιότητας, που θυμίζει αρχαία τραγωδία.