Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Από τη γη στη σελήνη

Μια ελεύθερη απόδοση του μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας του Ιουλίου Βερν «Από τη γη στη σελήνη», από τον Άγγελο Σπάρταλη και τους συνεργάτες του.
Ένα κινούμενο σχέδιο για ενήλικες, διάρκειας 87 λεπτών, με μορφή κολάζ, συνοδευόμενο από καταπληκτικά τραγούδια, ερμηνευμένα από τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Ψαραντώνη, δουλεμένο «στο χέρι» -όπως εξήγησε πριν την προβολή ο ίδιος ο σκηνοθέτης- μιας και η χρήση του υπολογιστή στις μέρες μας δεν ακυρώνει την χειρονακτική εργασία του δημιουργού.
Πέρα από τα στοιχεία της φαντασίας του κειμένου- για την εποχή που γράφτηκε- έχει και ένα χαρακτήρα πρωτίστως αντιμιλιταριστικό, ο οποίος αναδεικνύεται στο σκίτσο με έντονο και καταλυτικό τρόπο.  Το σενάριο έχει μια αμεσότητα που ακουμπά στην σύγχρονη πραγματικότητα και ίσως αυτό να αποτελεί ένα πρόβλημα, διότι πιθανή μετάφρασή του για να προβληθεί στο εξωτερικό, θα του στερούσε πολλά σημεία ουσιαστικά για την κατανόηση του. Κάποιοι διάλογοι στα αρχαία ελληνικά και στις ντοπιολαλιές της Κρήτης ή των Επτανήσων, το «Παπόρι απ’ την Περσία» του Τσιτσάνη …ασεβώς παραλλαγμένο, όλα ενταγμένα μέσα στον αφηγηματικό ιστό, λειτουργούν μαζί του πολλαπλασιαστικά, όσο αφορά την απόλαυση του έργου.
Η ματιά του σκηνοθέτη ακυρώνει την ύπαρξη του χρόνου. Ενώ διηγείται μια ιστορία του 1869, χρησιμοποιεί ένα πλήθος αναφορών σε πρόσωπα και καταστάσεις του 20ου αιώνα. Από τον Μικρό Πρίγκιπα του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, τον Γκαουντί και  το Σταρ Τρεκ μέχρι … και τον Νόαμ Τσόμσκι. Οι χαρακτήρες του είναι σχεδιασμένοι με λεπτομέρεια, αλλά έχουν αδρά χαρακτηριστικά και πρόσθετα στοιχεία, σαν να πρόκειται για τα cyborg του 19ου αιώνα.

Μια αξιόλογη προσπάθεια, στις μέρες μας είναι δύσκολο να πρωτοτυπήσεις- είναι τόσα τα ερεθίσματα … το διαδίκτυο-  το όμορφο αποτέλεσμα έρχεται όταν κατανοείς τον κόσμο γύρω, τον αφομοιώνεις και τον εκφράζεις δημιουργικά στο πνεύμα του σήμερα.

Για ακόμα 20 μέρες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και περιμένουμε να δούμε και την «Οδύσσεια» που μας υποσχέθηκε ο σκηνοθέτης.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Midsummer Night's Tango

Μήπως… και το tango το ανακάλυψαν οι αρχαίοι Έλληνες;

Κάπως έτσι, μεταξύ σοβαρού και αστείου ο Φιλανδός σκηνοθέτης, Aki Kaurismaki, δήλωσε ότι το tango δεν είναι αργεντίνικο-ότι εξαπλώθηκε φυσικά στις φτωχογειτονιές του Buenos Aires (αυτό δεν το αρνείται)- όμως η προέλευση του είναι από την Φιλανδία... όπως άλλωστε και το waltz αν και αυτό … αρκετά χρόνια νωρίτερα.

Η καλύτερη αφορμή για την Viviane Blumenschein, για να φτιάξει ένα μουσικό ντοκιμαντέρ γεμάτο tango και να απαντήσει όπως ακριβώς πρέπει να απαντιούνται αυτές οι δηλώσεις. Ούτε με αδιαφορία, ούτε με ασχημοσύνες, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα και πάνω απ’ όλα με τέχνη.

Τρεις επαγγελματίες μουσικοί, Αργεντινοί, ξεκινούν από το πολύβουο Buenos Aires για την Φιλανδία, περιδιαβαίνουν με αυτοκίνητο την χώρα των 180.000 λιμνών και νησιών, με σκοπό να έρθουν σε επαφή με την ντόπια εκδοχή αυτού που στην πατρίδα τους θεωρείται λαϊκός χορός.  Υπέροχα τοπία, ήρεμη φύση, ο ήλιος του μεσονυχτίου, συνομιλούν με ανθρώπους, μαθαίνουν την ιδιοσυγκρασία τους, ανταλλάσουν εμπειρίες, χορεύουν, τραγουδούν και παίζουν μαζί τους μουσικές.

Τα σπαστά αγγλικά και των δυο πλευρών δεν αποτελούν πρόβλημα στην επικοινωνία. Εδώ δεν αποτελεί πρόβλημα η ίδια η φύση τους. Οι παρορμητικοί, ευέξαπτοι, φωνακλάδες Αργεντίνοι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πλησιάσουν τους ντροπαλούς, διστακτικούς, συγκρατημένους Φιλανδούς, που για αυτούς το tango αποτελεί ένα τρόπο να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, να σπάσουν το πάγο, να αγγιχτούν και να μιλήσουν μέσα από τα λόγια του τραγουδιού τις δικές τους σκέψεις.


Μια πανδαισία πολιτισμού, χρωμάτων, τοπίων και μουσικής από το CineDoc στον κινηματογράφο Δαναό.   

Mittsommernachtstango/A Midsummer Night's Tango/Una noche de verano from Viviane Blumenschein on Vimeo.

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Επιστροφή στην Χανσάλα-Retorno a Hansala

Θα μπορούσε να ήταν η ίδια χώρα, το κλίμα της, τα τοπία δεν έχουν μεγάλη διαφορά, αν δεν την χώριζε η θάλασσα... και οι άνθρωποι. Αυτό προσπαθεί να μας πει με τον φακό της η Chus Gutiérrez, στην ταινία του 2008, «Επιστροφή στην Χανσάλα» “Retorno a Hansala”, μια ακόμα από τις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης.


Μια ομάδα νεαρών μαροκινών προσπαθεί να διασχίσει την Μεσόγειο για να φτάσει παράνομα στην Ισπανία. Τα πτώματα τους βρίσκονται πεταμένα σε μια παραλία . Η αδελφή ενός από αυτούς, που ήδη εργάζεται νόμιμα στην χώρα, με την βοήθεια του ιδιοκτήτη ενός γραφείου τελετών προσπαθεί να επαναπατρίσει το πτώμα στην γενέθλια γη, στην Χανσάλα του Μαρόκου.


Η ταινία δεν έχει ιδιαίτερες κινηματογραφικές αρετές, εκτός από το πολύ ενδιαφέρον θέμα με το οποίο καταπιάνεται και σε κάποια σημεία την, εκπληκτικής ακρίβειας, φωτογραφία της. Εστιάζει, πάνω στις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους της Αφρικής και στους «πολιτισμένους» Ευρωπαίους. Το σενάριο της είναι «μπουκωμένο» και λείπει ο σαφής προσανατολισμός του ύφους. Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας,  το road movie και την φολκλορική αναπαράσταση της Μαροκινής ενδοχώρας.


Παρά τις σκηνοθετικές της ευκολίες και τις υποτυπώδεις ερμηνείες των ηθοποιών, τα τραγικά γεγονότα κάνουν την ταινία- δυστυχώς- επίκαιρη.


Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

The Selfish Giant-Ο εγωιστής γίγαντας

Μόνο σαν αφορμή χρησιμεύει  το παραμύθι του Oscar Wilde, για να περάσουμε από τον ρομαντισμό, στην πεζή πραγματικότητα των μετα-καπιταλιστικών μητροπόλεων της σύγχρονης εποχής. Ο κήπος του παραμυθιού είναι σήμερα μια μάντρα ανακύκλωσης μετάλλου, που κινείται στα όρια της νομιμότητας και τα δένδρα του, οι τσιμεντένιοι πυρηνικοί αντιδραστήρες και οι τεράστιοι πυλώνες μεταφοράς της «καθαρής» και «οικονομικής»  ενέργειας, που προσπαθούν να μας πείσουν ότι παράγουν. Και τα παιδιά, τίποτε άλλο παρά «μεταλλαγμένοι» ενήλικοι, υποδύονται ρόλους ξένους ως προς την φύση τους, ωθούνται στην μικρο-παραβατικότητα, εξαναγκάζονται για πενταροδεκάρες να αυξήσουν το κέρδος του μοντέρνου δράκου, που δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από ένα γρανάζι της απρόσωπης, αλλά political correct κεντρικής εξουσίας.

Πρόκειται για μια σκληρή κοινωνική, αλλά στο βάθος πολιτική ταινία. Η Clio Barnard στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας- με εξαίρεση τα τελευταία λεπτά- καταγράφει με τον φακό της την ωμή πραγματικότητα της αγγλικής υπαίθρου. Από την μια μεριά ομιχλώδεις εκτάσεις, υγρασία, άλογα να βόσκουν στο γρασίδι και από την άλλη μια επαρχιακή πόλη, όπου η «φροντίδα» του κοινωνικού κράτους φτάνει αλλοιωμένη και μόνο κατ’ επίφαση. Μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα σε κοινωνικές παροχές, επιδόματα ανεργίας, δημόσια εκπαίδευση με ποιοτικούς όρους, μονάδες υποστήριξης, αστυνομία στην υπηρεσία του πολίτη και σε ένα κοινωνικό ιστό ανίκανο να τα αφομοιώσει, που τους γυρνά την πλάτη, όχι γιατί δεν τα έχει ανάγκη, αλλά γιατί διακρίνει σε αυτά την πλαστότητα και την παγίδα της ενσωμάτωσης.

Για να φτάσουμε στο τέλος, όπου η ταινία αλλάζει υφολογικά,  παίρνει μια στροφή 180 μοιρών και κινείται σε περισσότερο φιλοσοφικά μονοπάτια, καθώς περιγράφει τον βουβό πόνο του νεαρού Arbor (Conner Chapman) και την προσπάθεια του να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του φίλου του Swifty ( Shaun Thomas). Η αντίδραση του, μια μορφή παραίτησης, καθώς αποζητά και απαιτεί με τον τρόπο του, την αποδοχή της μητέρας του νεκρού του φίλου, για να μπορέσει αυτός να συνεχίσει να υπάρχει μέσα του. Οι εικόνες του μικρού, καθισμένου έξω από το σπίτι του Swifty, τυλιγμένου με τα φτωχικά κουρέλια του, μέρα και νύχτα κάτω από την βροχή, εμπεριέχουν ένα δυνατό συμβολισμό που παραπέμπει σε σκηνές ασκητισμού, που συναντάμε μονάχα στην θρησκευτική σημειολογία.