Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ο κήπος του Γιάλομ-Yalom's cure

Ένα αξιοπρεπές, όμως άνευρο και επιφανειακό- παρά τον πλούτο και το βάθος των εννοιών που παρουσιάζει, αλλά δεν επεξεργάζεται- ντοκιμαντέρ για την ζωή και τις σκέψεις του διάσημου ψυχοθεραπευτή, συγγραφέα και καθηγητή ψυχιατρικής Irvin Yalom.
Ένας συγγραφέας και μάλιστα με την ειδίκευση του Irvin Yalom, θέλοντας και μη, μέσα από το συγγραφικό του έργο αφήνει στον αναγνώστη πολλά στοιχεία αυτοαναφορικά, όμως μια κινηματογραφική παρουσίαση-κακά τα ψέματα- έχει μεγαλύτερη ικανότητα διείσδυσης και μπορεί να αγγίξει μεγαλύτερο κοινό.
Με ένα σενάριο πυκνογραμμένο, με το μεγαλύτερο μέρος του να αφορά ένα είδος συνέντευξης-μονολόγου, η σκηνοθέτης Sabine Gisiger προσπαθεί να προσεγγίσει την φιλοσοφική θεώρηση του υποκειμένου της και το κάνει με τον ίδιο εκλαϊκευμένο τρόπο, που ακολουθεί και ο Irvin Yalom στο δικό του έργο.
Η σχέση του με τους γονείς του (Εβραίοι μετανάστες από την Πολωνία), έτσι όπως εκείνος την περιγράφει,  η γνωριμία του με την σύζυγό του Marilyn, ο γάμος του και η οικογένεια που δημιούργησε, τα παιδιά του και τα εγγόνια του (εδώ ο θεατής βλέπει τους συγγενείς του να μιλούν γι’ αυτόν) η ακαδημαϊκή του καριέρα, οι σχέσεις με τους ασθενείς του (αλλά πάντα από την δική του σκοπιά) αναδεικνύουν αυτό που φτάνει ως εμάς, τους αναγνώστες του, ένα άτομο σκεπτόμενο, ένας επιστήμονας που μέσα από τις μελέτες του καταλήγει να απαντάει πρώτα στις δικές του μεταφυσικές ανησυχίες και μετά σε αυτές, αυτών που τον εμπιστεύονται.
Πάρα πολλές οικογενειακές φωτογραφίες και βίντεο που απεικονίζουν τον κόσμο στον οποίο μεγάλωσε και λειτούργησε, καταστάσεις που τον επηρέασαν, βάζουν το κοινωνικό πλαίσιο της προσωπικότητάς του.

Με εμβόλιμα πλάνα που τον δείχνουν σε εξωεπιστημονικές δραστηριότητες, να μαγειρεύει, να κάνει ποδήλατο, να κάνει καταδύσεις- το αγαπημένο του χόμπυ- αλλά και άλλα περισσότερο αφηρημένα- όπως τα κύματα της θάλασσας να σκάνε επάνω στα βράχια ή μια ομάδα ανθρώπων σε μια ανοιχτή έκταση να παίζουν Frisbee- ενώ με voice over ακούγεται η δική του φωνή ή κάποιου άλλου συνεντευξιαζόμενου να προσπαθούν να εκφράσουν τον πυρήνα της κοσμοθεωρίας του. Στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι αγχώνονται και αγωνιούν σχεδόν για τα ίδια πράγματα. Στο φόντο, οι γκρίζες σκιές των ουρανοξυστών του τόπου που μεγάλωσε  και ένα βαρύ φορτηγό καράβι γεμάτο θολές ιδέες, οι αναπάντητες ερωτήσεις του ανθρώπινου είδους, να διασχίζει μια γαλάζια θάλασσα που λαμπυρίζει στις ακτίνες του ήλιου. Ίσως το μόνο αληθινό για να πιαστούμε σε αυτήν την εσωτερική αναζήτηση που μας προτείνει.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

From what is before-Mula sa kung ano ang noon

Ένα κοντσέρτο στην βροχή, η επική- και όχι μόνο λόγω διάρκειας -ταινία του Lav Diaz, “From what is before” (Απ’ ότι ήταν πριν)( Mula sa kung ano ang noon), ξεκινάει με ένα larghissimo,  ένα πολύ πολύ αργό πρώτο μέρος, όπου ο θεατής κατατοπίζεται για το περιβάλλον και τους χαρακτήρες, ακολουθεί ένα σχετικά γρήγορο δεύτερο μέρος που περιλαμβάνει, ότι τέλος πάντων μπορεί να θεωρηθεί ως δράση για μια τέτοιου είδους ταινία και τελειώνει με ένα andante moderato, εκεί όπου οι πολιτικές εξελίξεις, το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο αφήνουν τα ίχνη τους στους κατοίκους του απομονωμένου χωριού, που είναι χαμένο κάπου στο δάσος και στην λάσπη της Φιλιππινέζικης  επαρχίας.
Μια μουσική εισαγωγή για μια ταινία 338 λεπτών, όπου δεν υπάρχει soundtrack έξω από τον ήχο της βροχής, των κεραυνών, του αέρα, των ζώων και των πουλιών, τα βήματα των ανθρώπων πάνω στους νερόλακκους και στην λάσπη, τις άναρθρες κραυγές της διανοητικά ανάπηρης Joselina, τις βιαστικές, τρομαγμένες  κουβέντες των υπολοίπων, τα λόγια του παπά και τις διαταγές του επικεφαλής του στρατιωτικού αποσπάσματος, που έρχεται μαζί με τους παραστρατιωτικούς να εφαρμόσει τον στρατιωτικό νόμο, που επέβαλε στην χώρα ο Φερδινάνδο Μάρκος το 1972.
Μικρές καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες ενταγμένες στο συνολικό κλίμα της εποχής. Μια σειρά από παράξενα γεγονότα διαταράσσουν την ζωή των χωρικών, που είναι ένας διαρκής αγώνας για την επιβίωση, μέσα σε  αντίξοες καιρικές συνθήκες. Μια ασταθής ισορροπία ανάμεσα στις παλιές θρησκευτικές λατρευτικές δοξασίες και στον εγκαθιδρυμένο χριστιανισμό, μια έρπουσα τρομοκρατία που κρατά μυαλά και στόματα σφραγισμένα.
Ο Lav Diaz επί πεντέμισι ώρες δεν βάζει την κάμερα ποτέ δεύτερη φορά στο ίδιο σημείο. Με εκατοντάδες διαφορετικά πλάνα ακολουθεί τους πρωταγωνιστές σε όλες τους τις δραστηριότητες, αλλά κάθε φορά από διαφορετική οπτική γωνία.   Δυνατή ασπρόμαυρη φωτογραφία, κάθε εικόνα είναι χτισμένη με απίστευτη λεπτομέρεια. Δεν υπάρχουν καθόλου κοντινά πλάνα. Οι χαρακτήρες ανήκουν αποκλειστικά στο περιβάλλον που βρίσκονται, δεν ενδιαφέρουν τα ατομικά χαρακτηριστικά τους. Μακρινά πλάνα, όπου οι άνθρωποι εμφανίζονται, πλησιάζουν και χάνονται χωρίς να φαίνεται  με λεπτομέρειες το πρόσωπο. Μεσαία πλάνα όταν κουβεντιάζουν, δουλεύουν ξεκουράζονται, περισσότερο ενδιαφέρει το πλαίσιο. Οι κορμοί των δένδρων, οι καλαμιές, οι βράχοι, ο αφρός των κυμάτων δομικά στοιχεία των τέλειων φωτογραφικών κάδρων.
Το πώς είναι φτιαγμένα τα σπίτια, η εργασία στην ύπαιθρο, η εκκλησία, τα φαγητά, οι συζητήσεις, οι δεισιδαιμονίες,  το μοιρολόι της μάνας,  θα μπορούσαν να είναι για τον δυτικό θεατή μια ευκαιρία εξοικείωσης με μια μακρινή κουλτούρα, όμως είναι τόσο υποβλητική η εικόνα και τόσο τραγικά τα γεγονότα που περιγράφονται,  που κάθε τέτοια σκέψη πέφτει στο κενό.

Όταν ένας δημιουργός έχει να αναπτύξει ένα ενδιαφέρον θέμα που χρειάζεται τον χρόνο του, η μεγάλη διάρκεια δεν αποτελεί κανένα πρόβλημα. Η ταινία βλέπεται ξεκούραστα με δυο δεκάλεπτα διαλείμματα. Ένα ακόμα αριστούργημα από το 8ο φεστιβάλ πρωτοποριακού κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Ουίσκι με βότκα-Whisky mit Vodka

Ο Andreas Dresen δεν είναι άγνωστος στο πιστό κοινό της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης- που ξεκίνησε και φέτος τις προβολές, εμπλουτισμένες μάλιστα και με μουσική πριν την ταινία-αφού πέρσι είχαμε απολαύσει το «Καλοκαίρι στο Βερολίνο», μια σύγχρονη ταινία προβληματισμού πάνω στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων μέσα στις απρόσωπες μεγαλουπόλεις.
Το “Whisky mit Wodka” (Ουίσκι με Βότκα) κινείται σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια, διατηρεί όμως και αυτό την άρτια κινηματογραφική αφήγηση, όπως και το προηγούμενο. Χωρίς να είναι κωμωδία, διακωμωδεί τον κόσμο του κινηματογράφου μέσα από τον κινηματογράφο.
Όσοι έχουν ασχοληθεί, έστω και ελάχιστα με την παραγωγή ταινιών, θα γνωρίζουν ότι πολλές φορές τα backstage video και οι φωτογραφίες μπορούν να δώσουν ένα αποτέλεσμα, που αν όχι να ξεπερνά, τουλάχιστον να μπορεί να σταθεί ισότιμα με το τελικό αποτέλεσμα, την  ίδια την ταινία, ακριβώς γιατί διατηρεί τον αυθορμητισμό του ανεπεξέργαστου. Πόσο μάλλον εδώ, που έχουμε να κάνουμε με ένα επεξεργασμένο-ανεπεξέργαστο.
Η κινηματογραφική κάμερα κινηματογραφεί τον εαυτό της, να κινηματογραφεί μια ταινία του 1920, με τον τίτλο «Τάνγκο για τρεις», όπου ο  πρωταγωνιστής, ο βετεράνος  ηθοποιός Otto Kullberg (Henry Hübchen) έχει δεσμό με την μάνα, που υποδύεται η ηθοποιός Bettina Mall (Corinna Harfouch) και την κόρη της, που υποδύεται η ηθοποιός Heike Marten (Valery Tscheplanowa), ταυτόχρονα. Στο γύρισμα μιας σκηνής, ο Otto, καταρρέει από το μεθύσι και η παραγωγή αποφασίζει να προσλάβει ένα νέο ηθοποιό, τον Arno Runge (Markus Hering) για τον ίδιο ρόλο,  για να γυρίσει και δεύτερη φορά τις  ίδιες σκηνές, σε περίπτωση που το «αστέρι» δεν καταφέρει να ολοκληρώσει το έργο.
Πάνω σε αυτό το μυθιστορηματικό χαλί παρακολουθούμε την ζωή κατά την διάρκεια των γυρισμάτων στον κινηματογραφικό «καταυλισμό». Ο σκηνοθέτης της ταινίας που γυρίζεται, o Martin Telleck (Sylvester Groth), έχει δεσμό με την Bettina, την ηθοποιό που υποδύεται την μητέρα, η οποία με της σειρά της είχε δεσμό (και συνεχίζει να έχει περιστασιακά) με τον Otto, στον οποίο την πέφτει κάθε θηλυκό που τον πλησιάζει σε ακτίνα χιλιομέτρου. Ο Arno, ο αντικαταστάτης ηθοποιός, την πέφτει στην Bettina, στην κινηματογραφική της κόρη, την Heike,  και την βοηθό σκηνοθέτη, ενώ η βοηθός σκηνοθέτη την πέφτει στον κάμεραμαν, που όμως είναι ερωτευμένος με την Heike. Για να μην μακρηγορούμε κάτι, σαν το «Που βαδίζουμε κύριοι;» του Λουκιανού Κηλαηδόνη.
Η ταινία κυλάει, σαν ένα “bras de fer” ανάμεσα στον ηλικιωμένο και στον νέο ηθοποιό, μέχρι την τελευταία κρίσιμη στιγμή, όπου γίνεται ανακωχή πάνω από δυο μπουκάλια δυνατών αλκοολούχων ποτών. Ο Arno με καταγωγή από την πρώην Ανατολική Γερμανία επιλέγει να μεθύσει με ουίσκι, ενώ ο καταξιωμένος Otto (ίνδαλμα των δυτικών blockbusters) το κάνει με βότκα.
Ίσως ένα ασχολίαστο κλείσιμο του ματιού με πολιτικές προεκτάσεις, από τον Andreas Dresen, σε μια ταινία που δεν διεκδικεί φυσικά δάφνες πρωτοτυπίας, όμως χάρη στον πολύ καλό ρυθμό της και στην ικανοποιητική ανάπτυξη των χαρακτήρων της, κερδίζει τον θεατή.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές η συνέντευξη τύπου του σκηνοθέτη Martin Telleck και του Otto Kullberg στους δημοσιογράφους και πως αυτοί ξεφεύγουν από τις σκληρές και δύσκολες ερωτήσεις τους, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον "θαυμαστό" κόσμο της showbiz. Λίγο βαρετό το υπέροχο, αλλά χιλιοπαιγμένο tango Por una cabeza” το soundtrack της υπό κατασκευή ταινίας. 

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Ida

Η ταινία “Ida”, (2013) του Pawel Pawlikowski, έρχεται σε μια δύσκολη στιγμή, με την άνοδο του ακροδεξιού εξτρεμισμού να  απασχολεί το σύνολο της Ευρώπης, καθώς η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει και το πολιτικό σύστημα- με την φύσει ανικανότητα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και την διαφθορά της σοσιαλδημοκρατίας- να μην μπορεί να προβάλλει αξιόπιστη αντίσταση.
Η ταινία πραγματεύεται ένα θέμα ταμπού,  το οποίο απωθήθηκε από όλες τις κοινωνίες που επέζησαν της ναζιστικής κατοχής, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, κατά ένα μέρος, στην Τελική Λύση, στο πρόγραμμα βιομηχανικής εξόντωσης των- κατά τους ναζί –«κατώτερων» φυλετικά ανθρώπων.
Στην Πολωνία των αρχών της δεκαετίας του ’60, μια αλκοολική δικαστής, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, ο φόβος και το τρόμος των αντικαθεστωτικών, με το ψευδώνυμο «η κόκκινη Wanda» (Agata Kulesza),  πληροφορεί την δεκαοκτάχρονη δόκιμη μοναχή και ανιψιά της, Anna (Agata  Trzebuchowska), την οποία βλέπει για πρώτη φορά, ότι το πραγματικό της όνομα είναι Ida, ότι είναι εβραία και ότι είναι κόρη της αδικοχαμένης αδελφής της.
Οι δυο γυναίκες, με αυτούς τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες, κινούνται παράλληλα στην ομιχλώδη Πολωνική επαρχία, γυρνώντας στο παρελθόν, μέσα από τις σκόρπιες αποκαλύψεις ένοχα κρυμμένων μυστικών, για να έρθουν αντιμέτωπες με μια πραγματικότητα, που θα αλλάξει και για τις δυο, τον τρόπο θέασης του κόσμου. Δυο ανθρώπινα ερείπια, που επέζησαν της φρίκης και συνεχίζουν να ζουν σε μια κοινωνία αποκλεισμένη, γεμάτη αδιέξοδα, με την ελπίδα της «Αλληλεγγύης» να αργεί ακόμα να χαράξει. Η καθεμιά έχει βρει το δικό της υποκατάστατο, το δικό της ψυχολογικό δεκανίκι.  Κινούνται παράλληλα στην εφαπτομένη γραμμή του παρόντος, η μια με ένα εφιαλτικό παρελθόν και ένα ανύπαρκτο μέλλον και η άλλη έχοντας απλώς επιβιώσει, να βλέπει το μέλλον να φαντάζει μπροστά της, σαν εφιάλτης.
Η ασπρόμαυρη, πεντακάθαρη, σχεδόν τετράγωνη, λεπτομερής φωτογραφία, αποτυπώνει το κλίμα της εποχής, σενάριο σύντομο και περιεκτικό, η αφήγηση γίνεται αποκλειστικά με σκηνοθετικά περάσματα.  Μεγαλειώδεις κινηματογραφικές στιγμές, με την κάμερα να «ανατέμνει» την μοναστηριακή ζωή, μέσα σε ελάχιστα πλάνα,  την «έξοδο» της θείας- της εκπληκτικής Agata Kulesza-  από το παράθυρο,  τις σκηνές στο λόμπυ του παρακμιακού ξενοδοχείου, σήμα κατατεθέν της- «σοσιαλιστικής» κοπής- μιζέριας.

Ώριμος, σύγχρονος, πολιτικός, Πολωνικός κινηματογράφος με άποψη. 

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Kosmos

Kosmos” του Reha Erdem, από την εβδομάδα Τουρκικού κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.



Ένα μαγικό ταξίδι στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής με καταλύτη έναν ξένο που καταφτάνει απρόσκλητος, μια χειμωνιάτικη ημέρα σε ένα μεθοριακό χωρίο της Τουρκικής επικράτειας. Ένας απεσταλμένος του Θεού; Ένας άγγελος;  Ένας θαυματουργός; Τίποτα από αυτά,  παρά μόνο ένας άνθρωπος που καταφέρνει να βλέπει τα ανθρώπινα, από μια διαφορετική γωνία και γι’ αυτό είναι διαφορετικός από τους άλλους. Διαφορετικός. Ούτε καλύτερος, ούτε χειρότερος.
Μια σκηνοθετική εικαστική πανδαισία, μια φωτογραφία εφάμιλλη ζωγραφικών πινάκων, πλαισιωμένη με αποσπάσματα από τον Εκκλησιαστή και το Άσμα Ασμάτων, τα μόνα λόγια που ο Battal (Kosmos) (Sermet Yesil) χρησιμοποιεί για να απαντάει στις ερωτήσεις των χωριανών.

Ο πόλεμος μαίνεται στις παρυφές του χωριού. Ήχοι από κανόνια και οβίδες. Οι κάτοικοι απορροφημένοι στον δικό τους κόσμο, στις αντιπαραθέσεις τους, στην ασημαντότητα τους. Ο ξένος που έρχεται, στην αρχή θα τους δώσει ελπίδα, θα καταφέρει να γιάνει τις αρρώστιες τους, όμως θα φύγει κυνηγημένος, όπως ακριβώς έφτασε, γιατί δεν μπορεί να το κάνει με τους δικούς τους όρους.
Ένα αλληγορικό, φιλοσοφικό δοκίμιο επάνω στα βαρίδια που κρατάνε γαντζωμένο τον άνθρωπο επάνω στη γη. Βαρίδια, που χωρίς αυτά θα ήταν αδύνατη η ζωή έτσι όπως την γνωρίζουμε, αλλά που φυσικά έχουν το ακριβό τους τίμημα. Την απομάκρυνση από τον Εδεμικό κόσμο.

Πλάνα που θυμίζουν Andrei Tarkovsky, Béla Tarr και Θόδωρο Αγγελόπουλο, με την υπογραφή του σκηνοθέτη όμως πάντα παρούσα. Η μουσική επιβλητική και ιδιαίτερα το μινιμαλιστικό «Stumble  Then  Rise  On  Some  Awkward  Morning» από την μπάντα «A Silver Mt. Zion».

Ένα διαμάντι της έβδομης τέχνης. 

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Relatos Salvajes-Ιστορίες για αγρίους

Ο Pedro Almodóvar είναι ένας αμφιλεγόμενος σκηνοθέτης. Σε πολλούς αρέσει το στυλ του, σε άλλους φαντάζει υπερεκτιμημένος. Προσωπικά οι τελευταίες του ταινίες δεν μου άρεσαν και πολύ, αλλά κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι έχει δημιουργήσει την δική του σχολή και ότι το επώνυμό του έχει γίνει επίθετο.
Μια λοιπόν αλμοδοβαρική ταινία- και όχι μόνο γιατί είναι ο παραγωγός  της- είναι το “Relatos salvajes” «Άγριες Ιστορίες» και όχι «Ιστορίες για αγρίους», του Damián Szifrón. Εδώ ο αργεντινός σκηνοθέτης- γνωστός στην χώρα του από την τηλεοπτική σειρά “Los simuladores”, που αναγκάστηκε να διακόψει για οικονομικούς λόγους- ακολουθεί κατά γράμμα την παράδοση του Λατινοαμερικάνικου μικροδιηγήματος, με μια συρραφή έξι ταινιών μικρού μήκους, φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους ,που όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Σε όλες κυριαρχεί η εκδίκηση και η αντεκδίκηση, όταν η πίεση είναι τόσο μεγάλη, που η ανθρώπινη συμπεριφορά ξεφεύγει από τα κοινωνικά επιτρεπτά όρια. Αν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε για όρια, αφού το ανθρώπινο είδος πολλές φορές έχει αποδείξει ότι ξέρει… να σπάει όλα τα ρεκόρ.
Πανέξυπνες ιστορίες, σεναριακά δομημένες άψογα, ηθελημένα προφανώς αφήνει τους κεντρικούς χαρακτήρες ανολοκλήρωτους, αφού το ενδιαφέρον βρίσκεται στην μέχρι τέλους αποδόμησή τους.

Η σκηνοθεσία ευρηματική, με συνεχόμενα σασπένς (π.χ. στο “Pasternak”) και ελεγχόμενο μαύρο χιούμορ διάσπαρτο σε όλη την διάρκεια και ιδιαίτερα στο “Hasta que la muerte nos separe” (Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος). Αυτό και το “Bombita” -στο οποίο βλέπουμε τον εξαιρετικό για άλλη μια φορά Ricardo Darín -είναι και τα αρτιότερα από σκηνοθετική άποψη. Στο “La propuesta” (Η πρόταση) έχουμε ένα ψυχολογικό σκληρό πόκερ για γερά νεύρα, ενώ στο “Las ratas” (Οι αρουραίοι) τον ρόλο του εκδικητή αναλαμβάνει, όχι ο παθών… αλλά ο «συνήθως ύποπτος». Τέλος, στο πιο βίαιο,  πιο ανατρεπτικό, αλλά και πιο «αλμοδοβαρικό»  από όλα, στο “El más fuerte” (Ο πιο δυνατός), ο Damián Szifrón καταφέρνει να βγάλει «πολύ ζουμί» από μια υποτυπώδη ιστορία.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Το όνειρο της πεταλούδας (Kelebeğin Rüyası)-Με τα μάτια της ψυχής (Gözümün Nûru)

Από την εβδομάδα Τουρκικού Κινηματογράφου στην Αθήνα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

«Το όνειρο της πεταλούδας» ''Kelebeğin Rüyası'', μια ταινία του Yılmaz Erdoğan . Πρόκειται για μια ηθογραφία εποχής. Σε ένα τουρκικό χωριό της δεκαετίας του 1940, δυο νέοι ποιητές παλεύουν για να θεραπευτούν από την ανίατη, εκείνα τα χρόνια, φυματίωση, για να κερδίσουν την καρδιά μιας όμορφης κοπέλας και για να δουν δημοσιευμένη την ποίηση τους. Θα μπορούσε να ήταν μια καλή τηλεταινία. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του σκηνοθέτη, η ταινία δεν μπορεί να αποφύγει το μελό (οι γείτονες μας έχουν μεγάλη παράδοση σε αυτό) και σε αρκετά σημεία πλατιάζει. Μας αποζημιώνουν οι όμορφοι ερωτικοί στίχοι,  η πολύ καλή φωτογραφία και η πέρα από την ιστορία  καταγραφή της πραγματικότητας, όπως για παράδειγμα, τα τάγματα εργασίας στα ορυχεία, ο συντηρητικός επαρχιωτισμός, η εθνικιστική επιβολή των Κεμαλικών προτύπων σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής.










«Με τα μάτια της ψυχής» (Gözümün Nûru) μια ταινία των Hakki Curtulus και Melik Saraçoğlu, που μοιάζει πολύ με ντοκιμαντέρ και που όπως βλέπουμε στα credits, πρόκειται για οικογενειακή υπόθεση, αρκετοί συντελεστές είναι μέλη της οικογένειας Saraçoğlu  .

Εξαιρετικά ενδιαφέρον σενάριο η ταινία περιγράφει την ζωή του Melik (Melik Saraçoğlu) στις σαράντα εφιαλτικές μέρες που πέρασε μπρούμυτα στο κρεβάτι του και στον καναπέ του σπιτιού του, κατά την ανάρρωση μετά την εγχείρηση που έκανε για αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.
Πανέμορφη σκηνοθεσία, γεμάτη άπειρα πολύ κοντινά πλάνα, «αναγκάζει» τον θεατή να δει τον κόσμο όπως ακριβώς προσπαθούσε να τον δει ο πρωταγωνιστής… και δεν μπορούσε. Αρκετές δόσεις πικρού χιούμορ (οι φίλες και οι συγγένισσες που επισκέπτονται τον άρρωστο, τα ξεματιάσματα παράλληλα με την επίσημη ιατρική θεραπεία). Έντονο φωτεινό κλειστοφοβικό περιβάλλον που καθηλώνει. Μεγάλη η συμμετοχή του ήχου στην αφήγηση της ιστορίας, ακούγεται σκληρός και έντονος, καθώς προσπαθεί να αντικαταστήσει την προβληματική όραση του Melik.

Μια Τουρκία που μέσα στις παραδόσεις της  (τουλάχιστον στην Κωνσταντινούπολη, όπου κάνει αναφορά η ταινία) έχει ενσωματώσει τον σύγχρονο δυτικό τρόπο ζωής.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Το παιδί με την κουρδιστή καρδιά-Jack et la mécanique du coeur

«Το παιδί με την κουρδιστή καρδιά» (Jack et la mécanique du coeur), των  Stéphane Berla, Mathias Malzieu, είναι μια ταινία κινουμένων σχεδίων που προσπαθεί να προσεγγίσει το παιδικό και το ενήλικο κοινό, το καθένα για διαφορετικούς λόγους.
Μια παγωμένη μέρα στο Εδιμβούργο, στα τέλη του 19ου αιώνα, γεννιέται ένα μωρό με την καρδιά του παγωμένη. Μια μάγισσα αντικαθιστά την καρδιά του με ένα ρολόι κούκο, του χαρίζει την ζωή, υπό την προϋπόθεση ότι μεγαλώνοντας δεν θα ερωτευθεί. Το παιδί στο σχολείο βιώνει τον εκφοβισμό και την βία από ένα μεγαλύτερο συμμαθητή του, εξ’ αιτίας της διαφορετικότητας του και αργότερα, ως έφηβος, ερωτεύεται μια περιπλανώμενη μουσικό με προβλήματα όρασης, με την οποία επίσης είναι ερωτευμένος ο συμμαθητής του αυτός. Αψηφά την απαγόρευση της μάγισσας και ακολουθεί την αγαπημένη του ως την Ανδαλουσία, όπου αυτή δουλεύει σε ένα τσίρκο, ως τραγουδίστρια φλαμένκο. Ο αντίζηλος φτάνει και αυτός. Ο νεαρός χάνει την μάχη, αλλά κερδίζει έρωτα της αγαπημένης του. Με την καρδιά του έτοιμη να σπάσει, επιστρέφει στο Εδιμβούργο, όπου αποφασίζει σπάσει  και τον φαύλο κύκλο «έρωτας- απαγόρευση» που τον κρατάει δέσμιο σε μια ζωή χωρίς συγκινήσεις, διαλέγοντας… την νιρβάνα της ανυπαρξίας από τον πόνο της αγάπης.

Παράλληλα με αυτήν την απλοϊκή ιστορία, η ταινία κάνει συνεχείς αναφορές στον κινηματογράφο, στην μουσική και στην λογοτεχνία. Από τους αδελφούς Limiére και τον βωβό κινηματογράφο έως το The Artist, από τον Tom Waits και τον Nick Cave μέχρι τον Don Quijote de la Mancha του Miguel de Cervantes Saavedra, ο θεατής καλείται να κάνει συνεχώς τις συναρτήσεις εικόνας και ήχων με τις προηγούμενες εμπειρίες του.
Καταπληκτικά σχέδια που θυμίζουν Tim Burton, αλλά όχι τόσο «θανατερά», πολύ καλή μουσική και τραγούδια από το ροκ συγκρότημα Dionysos, σε κάποια σημεία η ταινία θυμίζει μιούζικαλ.


Ο έρωτας είναι πάντοτε επικίνδυνος ακόμα και για… τον καρδιακό μυ που έχει την ικανότητα να συστέλλεται, να διαστέλλεται και να μεταβάλλει την χωρητικότητα του όγκου του, πόσο μάλλον για ένα κουρδιστό επιτοίχιο ρολόι, που αντιδρά μονάχα δείχνοντας τις ώρες με το χτύπημα του κούκου.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Η ζωή είναι ωραία με τα μάτια κλειστά-Vivir es fácil con los ojos cerrados.

Ένας δάσκαλος που διαβάζει κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, ένα ποίημα, για να καθαριστεί από τις βρωμιές της μέρας που πέρασε. Ένας δάσκαλος, που απαγγέλει Αντόνιο Ματσάδο στα παιδιά, για πράγματα που αφορούν την καθημερινότητά τους, γιατί η ποίηση είναι καθημερινότητα. Ένας δάσκαλος, που λέει στα παιδιά ότι η Ισπανία ζει μέσα στον φόβο, αλλά αυτά δεν πρέπει να ζούνε μέσα στον φόβο.
Δεν είναι κανένας σούπερ ήρωας. Δεν αλλάζει τον κόσμο. Αντιστέκεται παθητικά για ότι θεωρεί σπουδαίο. Διεκδικεί, το να μπορεί να ονομάζεται άνθρωπος, ακόμα και όταν τον χτυπούν. Ακόμα και όταν τον χτυπούν, έχει το ηθικό ανάστημα να βγαίνει νικητής.
Ένα road movie  με ένα σαραβαλάκι στην Ισπανική χερσόνησο από την Μαδρίτη ως την Αλμερία. Μια γλυκόπικρη αναπαράσταση της  δεκαετίας του 60. Μια κοινωνία που στενάζει κάτω από την φασιστική μπότα, αλλά δεν μπορεί να αντιδράσει συλλογικά. Η σκηνοθεσία του David Trueba καταγράφει αφήνοντας ασχολίαστο το πέπλο τρομοκρατίας, που έχει σκεπάσει ολόκληρη την χώρα. Ασχολίαστο, γιατί έτσι βγαίνει περισσότερο στην επιφάνεια. Διατρέχει κάθε σπιθαμή γης, γεμίζει όλα τα πλάνα. Επισκιάζει και κάποιες φορές κινείται παράλληλα με την ιστορία του Antonio (Javier Cámara), του δασκάλου των αγγλικών, που θέλει να διδάξει τους μαθητές του τα λόγια από τους στίχους του John Lenon.
Ο Antonio, μαθαίνει ότι ο John Lennon βρίσκεται στην Αλμερία για τις ανάγκες του γυρίσματος μια ταινίας και ξεκινάει  να τον συναντήσει, για να του ζητήσει να του λύσει τις απορίες του, σχετικά με τους στίχους κάποιων τραγουδιών του. Στον δρόμο, παίρνει μαζί του με οτοστόπ δυο ανθρώπους. Οι συνοδοί του σε αυτό το ταξίδι είναι δυο φυγάδες από τον κόσμο των υποταγμένων. Ένας έφηβος, που το σκάει από το σπίτι του και μια νεαρή κοπέλα με ένα «ένοχο» μυστικό. Η καμπίνα του παλιού αυτοκινήτου γίνεται ένα εργαστήρι αισιοδοξίας. Το μαιευτήριο μέσα από το οποίο θα γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος. Η στάση ζωής του δασκάλου, ο τρόπος που βλέπει και αντιδρά στα γεγονότα, η συνέπεια του, με ότι θεωρεί σημαντικό, παρασύρει τον κόσμο της υποκρισίας και της τρομοκρατίας που τον περιβάλλει. Κάνει μαθήματα ζωής με την ίδια την ζωή του.

Ίσως είναι ορατές κάποιες αδυναμίες στο σενάριο ή και κάποια προσπάθεια να πει περισσότερα πράγματα από όσα «χωράνε», που κάνουν την ταινία να διασπάται, όμως αυτά δεν είναι αρκετά για να εμποδίσουν την διαπεραστικότητα της και τον βαθμό που προσεγγίζει τον θεατή. Μαζί με την κορυφαία ερμηνεία του Javier Cámara, ξεχωρίζουμε τον καταπληκτικό Ramón Fontseré στον ρόλο του παροπλισμένου ναυτικού, ιδιοκτήτη της λυόμενης καντίνας-εστιατορίου.

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Θεέ μου, τι σου κάναμε;

Η αλήθεια είναι ότι χάρηκα πολύ, που οι θεατές γελούσαν σε όλη την διάρκεια της ταινίας «Θεέ μου, τι σου κάναμε;» ("Qu'est-ce qu'on a fait au Bon Dieu?"), στην κατάμεστη αυλή του θερινού κινηματογράφου. Ο Philippe de Chauveron, έφτιαξε μια κωμωδία εμπορική, ακριβώς για να «πιάσει» τον παλμό του συντηρητικού μεσοαστού, ο οποίος «βγαίνει από τα ρούχα του» και μόνο στην υποψία ότι μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει για ρατσιστή, όμως δεν έχει κανένα πρόβλημα να γελάσει με τα άπειρα ρατσιστικά στερεότυπα, που ο σκηνοθέτης τον «φλομώνει» σωρηδόν, ενώ υποτίθεται ότι η «γραμμή» της ταινίας είναι «προοδευτική». Χάρηκα ακριβώς, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο πέφτουν οι μάσκες, ο ρατσισμός είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει, αν πρώτα δεν τον σκοτώσουμε μέσα μας.
Όσοι λοιπόν χαχανίσαμε (σε κάποιες σκηνές ομολογώ, ότι χαμογέλασα με κάποιες ατάκες), ας αναρωτηθούμε πότε και γιατί το κάναμε; Ήταν η αντίδραση στην "κακοτυχία" του ζευγαριού των μεσήλικων Γάλλων αστών να τους φέρουν οι κόρες τους για γαμπρούς, άνδρες χωρίς πατενταρισμένο «γαλλικό αίμα»; Ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν;  Η σάτιρα για την συμπεριφορά του καθολικού ιερέα και μέσω αυτής η γελοιοποίηση όλης της καθολικής θρησκείας;  Η γελοιοποίηση και η αποστροφή από την κουλτούρα και την τέχνη γενικότερα (πάγια τακτική των ναζί όλων των εποχών) στο πρόσωπο της μιας κόρης που ήταν ζωγράφος; Η επιφανειακή παρουσίαση των πολιτισμικών παραδόσεων διαφόρων μειονοτήτων με τρόπο απροβλημάτιστο και αποσπασματικό, που περισσότερο μπερδεύει και αποπροσανατολίζει, παρά ενσωματώνει την διαφορετικότητα;
Η συμμετοχή των υποκειμένων που είναι θύματα αυτής της φυλετικής προκατάληψης, στο στερεότυπο που αποδίδεται στην φυλή τους, δεν αποτελεί με κανένα τρόπο απάλειψη αυτού του φαινομένου. Γιατί πρέπει να γελάσω, όταν ο Εβραίος πλασιέ αποδέχεται τον χαρακτηρισμό, ότι οι Εβραίοι ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης ή όταν ο μουσουλμάνος δικαστής αναγνωρίζει, ότι οι μουσουλμάνοι είναι τρομοκράτες και οι δυο μαζί κατηγορούν τον Κινέζο τραπεζίτη ότι είναι «μικροτσούτσουνος»;

Η ταινία έχει ένα παιδαριώδες σενάριο, έχει από την αρχή πάρει την απόφαση να είναι «αντιρατσιστική», κάνει τα πάντα για να αποδείξει το αντίθετο και στο τέλος με μια γελοία στροφή «καταφέρνει» να καταλήξει σε ένα happy end- παρωδία.
Δεν μου κάνει καμιά εντύπωση που το κόμμα της Λεπέν ήρθε πρώτο σε ψήφους στις ευρωεκλογές του 2014, όταν την ίδια χρονιά γυρίζεται μια τέτοια ταινία.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Σε λάθος χρόνο-Locke

Το,  «Σε λάθος χρόνο»  (Locke), την ταινία που σκηνοθετεί και υπογράφει το σενάριο της ο Steven Knight, αν δεν επρόκειτο για τον πρωταγωνιστή Ivan Locke (Tom Hardy), που επί μιάμιση ώρα κινηματογραφείται καθισμένος, «κλειδωμένος», εγκλωβισμένος στο πολυτελές πιλοτήριο μιας BMV, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρίσει κανείς «ραδιοφωνικό κινηματογράφο». Τόσο τέλεια είναι σχεδιασμένοι και έχουν αποδοθεί οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου, με μόνη την φωνή τους να ακούγεται μέσα από το Bluetooth του εργοδηγού της μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας, που παραμονή της χύτευσης του σκυροδέματος μιας τεράστιας οικοδομικής εργασίας, αποφασίζει για προσωπικούς λόγους , για λόγους τιμής, να τινάξει στον αέρα, οικογένεια, καριέρα και οτιδήποτε στέρεο θα μπορούσε να διανοηθεί ένας μέσος δυτικός άνθρωπος.

Μην έχουμε καμιά παρεξήγηση, δεν πρόκειται ούτε κατά διάνοια για road movie, ούτε για καμιά κλειστοφοβική ταινία γυρισμένη σε περιορισμένο σκηνικό χώρο. Το αυτοκίνητο ταξιδεύει στην εθνική οδό, νύχτα,  δεν υπάρχουν τοπία, παρά μόνο ο πρωταγωνιστής και τα διαθλασμένα φώτα των φορτηγών και των άλλων αυτοκινήτων που ταξιδεύουν δίπλα του. Αυτό που «στενεύει» δεν είναι ο κλειστός χώρος, αλλά τα εσωτερικά όρια που βάζει ο άνθρωπος, όταν προσπαθεί να αντιπαλέψει τον ίδιο του τον  εαυτό, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει ανέπαφο το δικό του αξιακό σύμπαν.  Ένας μοναχικός καβαλάρης που κουβαλάει το δικό του ασήκωτο φορτίο, δεν θέλει να το μοιραστεί με κανένα, σαν να πρόκειται για ένα αυτομαστίγωμα, απαραίτητο για να τον οδηγήσει σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί κάθαρση της οικογενειακής του τραγωδίας.

Και τα θεριά που τον περιτριγυρίζουν αυτόν τον μοναδικό οδηγό-επιβάτη είναι πολλά, αλλά το χειρότερο απ’ όλα βρίσκεται πίσω του, το βλέπει στο άδειο κάθισμα, μέσα από  το κεντρικό καθρεφτάκι του παρμπρίζ.

Πρόκειται για ένα έργο πρωτότυπο και ώριμο, τόσο ως προς την σύλληψη του, όσο ως και προς την εκτέλεση, φθάνει στην κορύφωση σταδιακά και λίγο πριν αφήσει τον θεατή, μέσα από τον μονόλογο του γιου, του Ivan, που καταγράφεται στον αυτόματο τηλεφωνητή του κινητού του πατέρα του, φτάνουμε όχι σε μια λύτρωση κατασκευασμένη για σεναριακό φινάλε, αλλά σε μια φιλοσοφική πρόταση για ένα πάγωμα του ανελέητου χρόνου, που πρέπει να βιωθεί ξανά μια δεύτερη λυτρωτική φορά.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Η σκύλα-La chienne

«Η σκύλα» (La Chienne), είναι η δεύτερη ομιλούσα ταινία του Jean Renoir και γυρίστηκε το 1931. Ένα μαυρόασπρο, μελαγχολικό φιλμ, με κάποιες πινελιές χιούμορ και αρκετές σκηνές στους δρόμους της Μονμάρτης.
Ένα αρκετά προσεγμένο και ενδιαφέρον σενάριο,  βασισμένο στο μυθιστόρημα και έπειτα θεατρικό έργο των Georges de La Fouchardiére και André Mouézy Éon, αλλά με μια σκηνοθεσία ρηχή, αναποτελεσματική στην ολοκληρωμένη περιγραφή των χαρακτήρων, που πολύ συχνά χρησιμοποιεί τις λέξεις αντί για τις εικόνες για να δηλώσει το πέρασμα του χρόνου και βρίθει ευκολιών, που κάνουν το αποτέλεσμα προβλέψιμο. Η πατίνα του χρόνου και ίσως αυτή η κοντινή χρονική απόσταση που την χωρίζει από τον βωβό, να δίνει στην ταινία μια ζωντάνια και να την κάνει ικανή να σταθεί ακόμα και στις μέρες μας.
Ο Maurice Legrand (Michel Simon), ταμίας σε μια εταιρεία και ερασιτέχνης ζωγράφος, είναι παντρεμένος με την Adéle (Magdeleine Bérubet), χήρα του Alexis Godard, που πέθανε πολεμώντας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Maurice, καταπιεσμένος από την γυναίκα του, βιώνει τα ειρωνικά σχόλια των συναδέλφων του για τον κλειστό και μονόχνοτο  χαρακτήρα του. Γνωρίζει τυχαία και ερωτεύεται την νεαρή Lulu (Janie Marése), χωρίς να γνωρίζει ότι αυτή είναι μια πεταλουδίτσα της νύχτας και ότι είναι ερωτευμένη με τον προστάτη της, τον Dedé (Georges Flamant).  O Maurice σπιτώνει την Lulu, η οποία μαζί με τον εραστή της πουλάνε τους ζωγραφικούς πίνακες του και κερδίζουν αρκετά χρήματα. Όλα έρχονται τα πάνω κάτω, όταν εμφανίζεται ο «πεθαμένος» πρώην άνδρας της Adéle, ο οποίος παρίστανε τον χαμένο ήρωα πολέμου, για να αποφύγει την μέγαιρα γυναίκα του.  Ο Maurice ανακαλύπτει την σχέση της Lulu με τον Dedé και την σκοτώνει άθελά του σε μια σκηνή ζήλειας. Από παρανόηση της θυρωρού, η αστυνομία συλλαμβάνει για τον φόνο τον Dedé.  Οι δυο πρώην σύζυγοι της Adéle, ο Maurice και ο Alexis,  γιορτάζουν σαν φιλαράκια την ελευθερία τους.

Η ταινία ξεκινάει σαν κουκλοθέατρο. Στην αυλαία εμφανίζονται κούκλες, οι οποίες κάνουν τις συστάσεις των πρωταγωνιστών του ερωτικού τριγώνου, έπειτα σηκώνεται η κουρτίνα και μεταφερόμαστε στην αίθουσα συνεστιάσεων της εταιρείας, όπου ο Maurice γίνεται δέκτης των πικρόχολων σχολίων των συναδέλφων του. Στην τελευταία σκηνή πάλι, όταν οι δυο απελευθερωμένοι σύζυγοι το γιορτάζουν, η κάμερα υποχωρεί και πίσω της κλείνει η αυλαία του κουκλοθέατρου.

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Alpha

Πρεμιέρα του 6ου ΛΕΑ Λογοτεχνία εν Αθήναις  (Ιβηροαμερικάνικο φεστιβάλ), με την ταινία του Στάθη Αθανασίου και Pedro Olalla, “Alpha

Πρόκειται για μια πειραματική ταινία, όσο αφορά την μορφή της, αλλά και όσο αφορά την παραγωγή της. Όπως εξήγησαν οι δημιουργοί της ταινίας στο κοινό, πριν από την προβολή της, αλλά και στην συζήτηση που ακολούθησε μετά, ο τρόπος χρηματοδότησης της ήταν το crowdfunding.

Σύμφωνα με τα λόγια των ίδιων των δημιουργών της, αν και η ταινία παραπέμπει στην τραγωδία «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, δεν πρόκειται για κάποια εκδοχή της ή παρουσίασής της με μια διαφορετική ματιά, αλλά για μια «αντί-Αντιγόνη».

Η Άλφα, η Αντιγόνη της ταινίας,  παραιτείται του δικαιώματος, της υποχρέωσης της να θυσιαστεί, ενεργώντας αντίθετα με τις διαταγές της εξουσίας και έτσι χάνει το προνόμιο να γίνει το σύμβολο της διαχρονικής πολιτικής ανυπακοής και κατά την γνώμη των συντελεστών της ταινίας, ταυτίζεται με την σύγχρονη μεσαία τάξη, στην περίοδο της οικονομικής κρίσης που μαστίζει ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και την χώρα μας, που κάτω από την επήρεια του φόβου, παραμένει αδρανής.

Σίγουρα, η τραγωδία του Σοφοκλή ήταν το έναυσμα για την δημιουργία αυτής της ταινίας, που φιλοδοξεί να αποτελέσει -αν ερμήνευσα σωστά τα λόγια των ομιλητών -έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αφού κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι θα προβληθεί σε χώρο θεάτρου και θα πάρει στην σκηνή, ακριβώς την θέση των ηθοποιών. Έτσι, η απόφαση να πάρει την θέση της Αντιγόνης (Σεραφίτα Γρηγοριάδου), μια γυναίκα της σύγχρονης αστικής τάξης, είναι αναφαίρετο δικαίωμα των ανθρώπων, που είχαν και την σύλληψη και την ευθύνη του όλου έργου. Μια όμως βασική παράμετρος της αρχαίας αυτής τραγωδίας, ήταν ακριβώς το γεγονός, ότι η Αντιγόνη δεν ήταν μια τυχαία γυναίκα των Θηβών, αλλά  ήταν βασιλοπούλα, η κόρη του Οιδίποδα και η αγαπημένη και η μέλλουσα σύζυγος του γιου του ίδιου του ηγεμόνα.

Η πολιτική ανυπακοή της Αντιγόνης εμπεριέχει μέσα της όλες τις ηθικές αξίες της κοινωνίας που εκπροσωπεί,  την ανιδιοτέλεια ενός ανθρώπου που πράττει έτσι χωρίς να έχει κανένα προσωπικό όφελος,  που όχι απλώς τα έχει όλα και δεν του λείπει τίποτα, αλλά ο ίδιος θα μπορούσε να εξουσιάζει τους άλλους. Η Αντιγόνη ήταν ακριβώς η πρωτοπορία της παθητικής αντίστασης ενάντια στην τυρρανία.

Κατά τα άλλα έχουμε να κάνουμε με μια ταινία κλειστοφοβική, με πολύ μεγάλη εσωτερική δύναμη, που πατάει σε μονοπάτια επιστημονικής φαντασίας, παρά την δηλωμένη πολιτική της πρόθεση. Η διήγηση βασίζεται, όχι τόσο στο σενάριο, όσο στην καταπληκτική μαυρόασπρη φωτογραφία και στην εξ ίσου υποβλητική μουσική. Το καμένο δάσος της Πάρνηθας λειτουργεί, σαν κόλαση σωμάτων και ψυχών, μέσα στην καταστροφή του, ένας τόπος τιμωρίας ή σωφρονισμού, για τους… εκτός των τειχών.

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Ο καλός στρατιώτης Σβέικ

Τελευταία προβολή για την φετινή σεζόν 2013-2014, από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, με το πρώτο μέρος της ταινίας «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ», γυρισμένο στην Τσεχοσλοβακία το 1957, από τον Karel Stelký. Μια από τις αρκετές κινηματογραφικές προσπάθειες να αποδοθεί στην μεγάλη οθόνη το κλασικό βιβλίο του Γιάροσλαβ Χάσεκ.


Πρόκειται για μια ηθογραφία της εποχής του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Η ταινία ξεκινάει με τις αντιδράσεις των ανθρώπων στην Πράγα, με την κυκλοφορία της είδησης για την δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου. Αν και ομιλών κινηματογράφος, το στυλ της σκηνοθεσίας και της ερμηνείας των ηθοποιών μοιάζει πολύ με αυτό του βωβού. Η κίνηση της κάμερας, το υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών, ίσως ένας καρικατουρίστικος χαρακτήρας στην απόδοση των καταστάσεων. Έντονες δόσεις χιούμορ, κοινωνική σάτιρα, σαρκασμός απέναντι στους πολεμοκάπηλους στρατοκράτες, στην υποκρισία της εκκλησίας και στην επίπλαστη αυθεντία της ιατρικής επιστήμης.



Δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε, αν ο πολίτης Σβέικ, που μετά θα κληθεί να υπηρετήσει την πατρίδα του ως στρατιώτης, είναι ένας απλός ελαφρόμυαλος άνθρωπος με ανικανότητα να συλλάβει το πόσο επικίνδυνο είναι να «παίζει» με την εξουσία ή πρόκειται για έναν «επικίνδυνο αναρχικό», που με μια επιτηδευμένη αφέλεια, ξεμπροστιάζει το οικοδόμημα της καθεστηκυίας τάξης.


Όταν τα σύννεφα των εθνικισμών πυκνώνουν πάλι στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι τουλάχιστον παρήγορο να βλέπεις ακόμα και σε αυτήν την «παλιομοδίτικη» ταινία, τους απλούς ανθρώπους ντυμένους στρατιώτες, να παρελαύνουν με στρατιωτικές μπάντες, φανφάρες και ταρατατζούμ στους δρόμους της Πράγας, αγνοώντας βέβαια πως στην εξέλιξη των γεγονότων, θα ήταν οι ίδιοι τα θύματα ενός από τους αιματηρότερους πολέμους στην ιστορία. Εμείς δικαιούμαστε να το αγνοούμε;

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Μπουτίκ για αυτόχειρες-Le magasin des suicides

Η ταινία κινουμένων σχεδίων,  «Μπουτίκ για αυτόχειρες», του Patrice Leconte, είναι ένα πολύχρωμο μιούζικαλ.  Προσπαθεί με μια νότα αισιοδοξίας να διαλύσει ένα σύμπαν κατάθλιψης, παραίτησης, ψυχαναγκασμού και άρνησης της ζωής , όπως ακριβώς μια σταγόνα κόκκινης μπογιάς, μπορεί να χρωματίσει το νερό ενός ολόκληρου κουβά.

Σαν ιδέα πάρα πολύ έξυπνη, ακριβώς γιατί μέσα από την υπερβολή της υπαινίσσεται, ότι τα αδιέξοδα της ζωής στις μεγαλουπόλεις  οδηγούν σε μοναξιά και σε έλλειψη επικοινωνίας, που αυτά με την σειρά τους ωθούν τους ανθρώπους στην άρνηση της ζωής, για να έρθει έπειτα η λειτουργία «των νόμων της αγοράς», που για την κάλυψη αυτής της ζήτησης… θα οδηγήσει  στην δημιουργία μιας μπουτίκ για αποφασισμένους να αυτοκτονήσουν.

Φυσικά όλα αυτά υπάρχουν μονάχα  σαν νύξεις, εμείς μέσα στο μαγαζί βλέπουμε να μπαίνουν μόνο άτομα αποφασισμένα να αυτοκτονήσουν και κανέναν δεν ενδιαφέρει- πόσο μάλλον τους ίδιους τους ιδιοκτήτες του καταστήματος-  την οικογένεια Τιβάς, το πώς και το γιατί του απονενοημένου διαβήματος των πελατών τους.

Όλα θα έρθουν τα πάνω κάτω, όταν στην οικογένεια θα γεννηθεί ένα καινούργιο μωρό, ο Alan, με ένα ελάττωμα που το κάνει ανίκανο να συνδράμει στην εξέλιξη της οικογενειακής επιχείρησης. Είναι από την φύση του χαρούμενο και αισιόδοξο.

Το σκίτσο είναι πάρα πολύ λεπτομερειακό, έχει φινέτσα και μαζί με την εξαιρετική ιδέα καταφέρνει για αρκετή ώρα να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Όμως από ένα σημείο και μετά, όταν έχουν πια εξαντληθεί όλες οι  «εφεδρείες», πιάνουμε τον εαυτό μας να παρακαλάμε τον σκηνοθέτη να αρχίζει να το «μαζεύει», για να φτάσει στο τέλος. Τουλάχιστον μένει το βάλσαμο του έρωτα, που αποτελεί και το αντίδοτο στα θανατερά αξεσουάρ του καταστήματος, κρεμάλες, ξυραφάκια, δηλητήρια, κ.λ.π. που πρώτα αγγίζει την Matilyn, την κόρη των ιδιοκτητών, που ερωτεύεται έναν πελάτη, κάτω από την καθοδήγηση του «προδότη» αισιόδοξου αδελφού της. 

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Camino

Μια ακόμη δυνατή δραματική ταινία από την Ισπανία, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, αλλά και με αρκετά στοιχεία μυθοπλασίας, από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης.
Η ταινία “Camino”, του Javier Fesser, παραγωγής 2008,  παρά το «δύσκολο» θέμα της, κατάφερε να αποσπάσει βραβεία Goya πολλών κατηγοριών, μεταξύ αυτών καλύτερης ταινίας, σεναρίου και ηθοποιών.
Ο τίτλος της ταινίας είναι το όνομα της μικρής πρωταγωνίστριας(Nerea Camacho), που διαγνώσθηκε με κακοήθη όγκο στην σπονδυλική στήλη και περιγράφει την ζωή της στους τελευταίους εφιαλτικούς μήνες και μαζί την προσπάθεια της μητέρας της(Carme Elías) και του θρησκευόμενου- στα όρια της θρησκοληψίας κύκλου της- να την αγιοποιήσουν μετά θάνατον. Το περιστατικό αυτό συνέβη το 1985 και φυσικά ο σκηνοθέτης άλλαξε το όνομα της αληθινής δεκατετράχρονης, δίνοντας στην ηρωίδα ένα όνομα που παραπέμπει στην αρρωστημένη θρησκευτικότητα μιας μερίδας της καθολικής εκκλησίας, που δραστηριοποιείται κάτω από την οργάνωση Opus Dei. Συμβολικά λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με τον «Δρόμο» τον γεμάτο δυσκολίες, πόνο και εμπόδια που… επιφυλάσσει η Θεία Χάρη, για τους περισσότερο αγνούς πιστούς και που ασυναίσθητα μας φέρνει στο μυαλό το Camino de Santiago de Compostela.
Ξεκινάει από το τέλος με την μητέρα, τους κληρικούς, τους γιατρούς και όλο το προσωπικό ενός νοσοκομείου στην Παμπλόνα, που ελέγχεται από την οργάνωση, να βρίσκονται δίπλα στο κρεβάτι της ετοιμοθάνατης, «εκβιάζοντας» τον θάνατό της και προσπαθώντας από τα ψελλίσματα της να εκμαιεύσουν, αυτό που θα προσκομίσει όφελος γι’ αυτούς, δηλαδή, κύρος και τα άμεσα οικονομικά ανταλλάγματα που αυτό συνεπάγεται. Η Camino θα τους κάνει την χάρη... μόνο που ο Jesús που ονειρεύεται ότι την φιλάει, δεν έχει καμιά σχέση με τον δικό τους Jesús.
Από εκεί και πέρα, η ταινία συνεχίζει με ένα συνεχόμενο γραμμικό flashback, που ξεκινάει 5 μήνες πριν και μόνο διακόπτεται από τους εφιάλτες της μικρής κοπέλας, από τους οποίους μαθαίνουμε όλο το οικογενειακό backround, που οδήγησε την κατάσταση μέχρι εκεί. Μια υπέρμετρα συντηρητική μητέρα, ένα πατέρα (Mariano Venancio) που σέρνεται από πίσω της, που διαφωνεί μεν, αλλά δεν έχει την δύναμη να αντισταθεί, μια μεγαλύτερη αδελφή (Manuela Vellés) που τόλμησε να ερωτευθεί και από τότε ζει σε ένα είδος θρησκευτικής φυλακής, ένα μικρότερο αδελφάκι που βρέφος ακόμα πέθανε και ο θάνατος του ερμηνεύτηκε με ανοησίες του στυλ, «ήταν το δώρο μας στον Θεό».
Η μικρή Camino παρά την αρρώστια της, θέλει να τρέξει, να χορέψει, να ερωτευτεί.  Στο πρόσωπο του συμμαθητή της βλέπει τον πρίγκιπα του παραμυθιού, όμως η οικογένεια της, της επιβάλει ένα άλλο παραμύθι, γεμάτο γλυκερά λόγια του αέρα, από τους επαγγελματίες της μεταφυσικής, που εκείνη δεν το καταλαβαίνει και που όμως, το αποδέχεται μόνο για να τους ευχαριστήσει.

Ένα θέμα που εύκολα θα μεταπηδούσε στο μελό, όμως χάρη στην στιβαρή του σκηνοθεσία, που δεν διστάζει να ενσωματώσει ακόμα και σκηνές κινουμένων σχεδίων, καταφέρνει να μπλέξει το πραγματικό με το φανταστικό ή καλύτερα να ακροβατήσει ανάμεσα χειροπιαστό και στο υπερβατικό και ταυτόχρονα, να διατηρήσει στο ακέραιο ένα λόγο καταγγελίας, απέναντι σε αυτές τις σκοτεινές εκφάνσεις της παραθρησκευτικής ζωής. Μια ουσιαστική ως προς τα θέμα ματιά και ένα σκηνοθετικά άρτιο αποτέλεσμα, που αναδεικνύει τον έρωτα, σαν την υπέρτατη δημιουργική αρχή στο Σύμπαν.

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Από τη γη στη σελήνη

Μια ελεύθερη απόδοση του μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας του Ιουλίου Βερν «Από τη γη στη σελήνη», από τον Άγγελο Σπάρταλη και τους συνεργάτες του.
Ένα κινούμενο σχέδιο για ενήλικες, διάρκειας 87 λεπτών, με μορφή κολάζ, συνοδευόμενο από καταπληκτικά τραγούδια, ερμηνευμένα από τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Ψαραντώνη, δουλεμένο «στο χέρι» -όπως εξήγησε πριν την προβολή ο ίδιος ο σκηνοθέτης- μιας και η χρήση του υπολογιστή στις μέρες μας δεν ακυρώνει την χειρονακτική εργασία του δημιουργού.
Πέρα από τα στοιχεία της φαντασίας του κειμένου- για την εποχή που γράφτηκε- έχει και ένα χαρακτήρα πρωτίστως αντιμιλιταριστικό, ο οποίος αναδεικνύεται στο σκίτσο με έντονο και καταλυτικό τρόπο.  Το σενάριο έχει μια αμεσότητα που ακουμπά στην σύγχρονη πραγματικότητα και ίσως αυτό να αποτελεί ένα πρόβλημα, διότι πιθανή μετάφρασή του για να προβληθεί στο εξωτερικό, θα του στερούσε πολλά σημεία ουσιαστικά για την κατανόηση του. Κάποιοι διάλογοι στα αρχαία ελληνικά και στις ντοπιολαλιές της Κρήτης ή των Επτανήσων, το «Παπόρι απ’ την Περσία» του Τσιτσάνη …ασεβώς παραλλαγμένο, όλα ενταγμένα μέσα στον αφηγηματικό ιστό, λειτουργούν μαζί του πολλαπλασιαστικά, όσο αφορά την απόλαυση του έργου.
Η ματιά του σκηνοθέτη ακυρώνει την ύπαρξη του χρόνου. Ενώ διηγείται μια ιστορία του 1869, χρησιμοποιεί ένα πλήθος αναφορών σε πρόσωπα και καταστάσεις του 20ου αιώνα. Από τον Μικρό Πρίγκιπα του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, τον Γκαουντί και  το Σταρ Τρεκ μέχρι … και τον Νόαμ Τσόμσκι. Οι χαρακτήρες του είναι σχεδιασμένοι με λεπτομέρεια, αλλά έχουν αδρά χαρακτηριστικά και πρόσθετα στοιχεία, σαν να πρόκειται για τα cyborg του 19ου αιώνα.

Μια αξιόλογη προσπάθεια, στις μέρες μας είναι δύσκολο να πρωτοτυπήσεις- είναι τόσα τα ερεθίσματα … το διαδίκτυο-  το όμορφο αποτέλεσμα έρχεται όταν κατανοείς τον κόσμο γύρω, τον αφομοιώνεις και τον εκφράζεις δημιουργικά στο πνεύμα του σήμερα.

Για ακόμα 20 μέρες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και περιμένουμε να δούμε και την «Οδύσσεια» που μας υποσχέθηκε ο σκηνοθέτης.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Midsummer Night's Tango

Μήπως… και το tango το ανακάλυψαν οι αρχαίοι Έλληνες;

Κάπως έτσι, μεταξύ σοβαρού και αστείου ο Φιλανδός σκηνοθέτης, Aki Kaurismaki, δήλωσε ότι το tango δεν είναι αργεντίνικο-ότι εξαπλώθηκε φυσικά στις φτωχογειτονιές του Buenos Aires (αυτό δεν το αρνείται)- όμως η προέλευση του είναι από την Φιλανδία... όπως άλλωστε και το waltz αν και αυτό … αρκετά χρόνια νωρίτερα.

Η καλύτερη αφορμή για την Viviane Blumenschein, για να φτιάξει ένα μουσικό ντοκιμαντέρ γεμάτο tango και να απαντήσει όπως ακριβώς πρέπει να απαντιούνται αυτές οι δηλώσεις. Ούτε με αδιαφορία, ούτε με ασχημοσύνες, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα και πάνω απ’ όλα με τέχνη.

Τρεις επαγγελματίες μουσικοί, Αργεντινοί, ξεκινούν από το πολύβουο Buenos Aires για την Φιλανδία, περιδιαβαίνουν με αυτοκίνητο την χώρα των 180.000 λιμνών και νησιών, με σκοπό να έρθουν σε επαφή με την ντόπια εκδοχή αυτού που στην πατρίδα τους θεωρείται λαϊκός χορός.  Υπέροχα τοπία, ήρεμη φύση, ο ήλιος του μεσονυχτίου, συνομιλούν με ανθρώπους, μαθαίνουν την ιδιοσυγκρασία τους, ανταλλάσουν εμπειρίες, χορεύουν, τραγουδούν και παίζουν μαζί τους μουσικές.

Τα σπαστά αγγλικά και των δυο πλευρών δεν αποτελούν πρόβλημα στην επικοινωνία. Εδώ δεν αποτελεί πρόβλημα η ίδια η φύση τους. Οι παρορμητικοί, ευέξαπτοι, φωνακλάδες Αργεντίνοι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πλησιάσουν τους ντροπαλούς, διστακτικούς, συγκρατημένους Φιλανδούς, που για αυτούς το tango αποτελεί ένα τρόπο να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, να σπάσουν το πάγο, να αγγιχτούν και να μιλήσουν μέσα από τα λόγια του τραγουδιού τις δικές τους σκέψεις.


Μια πανδαισία πολιτισμού, χρωμάτων, τοπίων και μουσικής από το CineDoc στον κινηματογράφο Δαναό.   

Mittsommernachtstango/A Midsummer Night's Tango/Una noche de verano from Viviane Blumenschein on Vimeo.

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Επιστροφή στην Χανσάλα-Retorno a Hansala

Θα μπορούσε να ήταν η ίδια χώρα, το κλίμα της, τα τοπία δεν έχουν μεγάλη διαφορά, αν δεν την χώριζε η θάλασσα... και οι άνθρωποι. Αυτό προσπαθεί να μας πει με τον φακό της η Chus Gutiérrez, στην ταινία του 2008, «Επιστροφή στην Χανσάλα» “Retorno a Hansala”, μια ακόμα από τις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης.


Μια ομάδα νεαρών μαροκινών προσπαθεί να διασχίσει την Μεσόγειο για να φτάσει παράνομα στην Ισπανία. Τα πτώματα τους βρίσκονται πεταμένα σε μια παραλία . Η αδελφή ενός από αυτούς, που ήδη εργάζεται νόμιμα στην χώρα, με την βοήθεια του ιδιοκτήτη ενός γραφείου τελετών προσπαθεί να επαναπατρίσει το πτώμα στην γενέθλια γη, στην Χανσάλα του Μαρόκου.


Η ταινία δεν έχει ιδιαίτερες κινηματογραφικές αρετές, εκτός από το πολύ ενδιαφέρον θέμα με το οποίο καταπιάνεται και σε κάποια σημεία την, εκπληκτικής ακρίβειας, φωτογραφία της. Εστιάζει, πάνω στις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους της Αφρικής και στους «πολιτισμένους» Ευρωπαίους. Το σενάριο της είναι «μπουκωμένο» και λείπει ο σαφής προσανατολισμός του ύφους. Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας,  το road movie και την φολκλορική αναπαράσταση της Μαροκινής ενδοχώρας.


Παρά τις σκηνοθετικές της ευκολίες και τις υποτυπώδεις ερμηνείες των ηθοποιών, τα τραγικά γεγονότα κάνουν την ταινία- δυστυχώς- επίκαιρη.


Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

The Selfish Giant-Ο εγωιστής γίγαντας

Μόνο σαν αφορμή χρησιμεύει  το παραμύθι του Oscar Wilde, για να περάσουμε από τον ρομαντισμό, στην πεζή πραγματικότητα των μετα-καπιταλιστικών μητροπόλεων της σύγχρονης εποχής. Ο κήπος του παραμυθιού είναι σήμερα μια μάντρα ανακύκλωσης μετάλλου, που κινείται στα όρια της νομιμότητας και τα δένδρα του, οι τσιμεντένιοι πυρηνικοί αντιδραστήρες και οι τεράστιοι πυλώνες μεταφοράς της «καθαρής» και «οικονομικής»  ενέργειας, που προσπαθούν να μας πείσουν ότι παράγουν. Και τα παιδιά, τίποτε άλλο παρά «μεταλλαγμένοι» ενήλικοι, υποδύονται ρόλους ξένους ως προς την φύση τους, ωθούνται στην μικρο-παραβατικότητα, εξαναγκάζονται για πενταροδεκάρες να αυξήσουν το κέρδος του μοντέρνου δράκου, που δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από ένα γρανάζι της απρόσωπης, αλλά political correct κεντρικής εξουσίας.

Πρόκειται για μια σκληρή κοινωνική, αλλά στο βάθος πολιτική ταινία. Η Clio Barnard στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας- με εξαίρεση τα τελευταία λεπτά- καταγράφει με τον φακό της την ωμή πραγματικότητα της αγγλικής υπαίθρου. Από την μια μεριά ομιχλώδεις εκτάσεις, υγρασία, άλογα να βόσκουν στο γρασίδι και από την άλλη μια επαρχιακή πόλη, όπου η «φροντίδα» του κοινωνικού κράτους φτάνει αλλοιωμένη και μόνο κατ’ επίφαση. Μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα σε κοινωνικές παροχές, επιδόματα ανεργίας, δημόσια εκπαίδευση με ποιοτικούς όρους, μονάδες υποστήριξης, αστυνομία στην υπηρεσία του πολίτη και σε ένα κοινωνικό ιστό ανίκανο να τα αφομοιώσει, που τους γυρνά την πλάτη, όχι γιατί δεν τα έχει ανάγκη, αλλά γιατί διακρίνει σε αυτά την πλαστότητα και την παγίδα της ενσωμάτωσης.

Για να φτάσουμε στο τέλος, όπου η ταινία αλλάζει υφολογικά,  παίρνει μια στροφή 180 μοιρών και κινείται σε περισσότερο φιλοσοφικά μονοπάτια, καθώς περιγράφει τον βουβό πόνο του νεαρού Arbor (Conner Chapman) και την προσπάθεια του να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του φίλου του Swifty ( Shaun Thomas). Η αντίδραση του, μια μορφή παραίτησης, καθώς αποζητά και απαιτεί με τον τρόπο του, την αποδοχή της μητέρας του νεκρού του φίλου, για να μπορέσει αυτός να συνεχίσει να υπάρχει μέσα του. Οι εικόνες του μικρού, καθισμένου έξω από το σπίτι του Swifty, τυλιγμένου με τα φτωχικά κουρέλια του, μέρα και νύχτα κάτω από την βροχή, εμπεριέχουν ένα δυνατό συμβολισμό που παραπέμπει σε σκηνές ασκητισμού, που συναντάμε μονάχα στην θρησκευτική σημειολογία. 

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Oriana

Συνέχεια προβολών από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, αυτήν την φορά με την Oriana- μια ταινία του 1985- από την Βενεζουέλα, της Fina Torres.

Η ταινία είναι ένα συνεχές flashback με πολλαπλά επίπεδα, μέχρι το πιο απομακρυσμένο που αναφέρεται στις αρχές του 20 αιώνα, σε ένα ράντσο δίπλα στην θάλασσα, κάπου σε μια ζούγκλα της μεγάλης, Λατινοαμερικάνικης χώρας.
 Η María (Daniela Silverio) περιηγείται το εγκαταλελειμμένο ράντσο της θείας της, Oriana  (Doris Wells), μετά τον θάνατό της,  με σκοπό να καταγράψει τα αντικείμενα που περιέχει πριν την πώλησή του. Ενώ εξερευνά τα δωμάτια, τις αποθήκες και τους εξωτερικούς χώρους ανασυνθέτει με την φαντασία της τα γεγονότα που έζησε, όταν είχε επισκεφθεί την θεία της πριν αρκετά χρόνια, δίνει απαντήσεις σε μισοτελειωμένες κουβέντες που είχαν ειπωθεί μεταξύ τους και ανασκευάζει την ζωή της Oriana σε διάφορα στάδια, από την αθωότητα της παιδικής της ηλικίας, τον δραματικό έρωτά της για τον μιγάδα Sergio  και το τραγικό τέλος που είχε,  μέχρι την περίοδο της ωριμότητάς της, όταν και εκείνη την είχε γνωρίσει.
Η δεσποτική φιγούρα του πατέρα αφέντη, οι ταξικές- φυλετικές, διαφορές που καθόριζαν την κοινωνική ζωή, η βικτωριανή ηθική, που έμπαινε εμπόδιο στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και συχνά οδηγούσε σε τραγωδίες ή σε χαμένες, σπαταλημένες ζωές.


Πρόκειται για μια ταινία με πολλά επιμέρους καλά στοιχεία, όπως για παράδειγμα την φωτογραφία με την εικαστική αρτιότητά της να θυμίζει ζωγραφικούς πίνακες, την εξαιρετική μουσική, την πειστική, έξοχη αναπαράσταση της εποχής και τις ερμηνείες των ηθοποιών, με κορυφαία την Mirtha Borges, στον ρόλο της Fidelia, της ιθαγενούς υπηρέτριας του αγροκτήματος. Το μοντάζ όμως είναι «άκαιρο», αργό και κουραστικό, με αποτέλεσμα ο θεατής να χρειάζεται αρκετή υπομονή για να φτάσει στην απόλαυση που φέρνει το απροσδόκητο φινάλε. Πολύ έξυπνο σκηνοθετικό εύρημα να ανοίγουν μαζί με τα ετοιμόρροπα πατζούρια του σπιτιού και τα "παράθυρα" του χρόνου.

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Nebraska




Μαυρόασπρο  road movie, μια τρυφερή ιστορία ανάμεσα σε πατέρα και γιο και ταυτόχρονα μια καλοπροαίρετη κριτική,  χωρίς «υψωμένο δάχτυλο», για τον επαρχιωτισμό που εξελίσσεται σε μικροαστική κουλτούρα, των κατοίκων των κεντρικών πολιτειών των Η.Π.Α. που ζουν απομονωμένοι γεωγραφικά, αλλά και ψυχολογικά από τις κοσμοπολίτικες μητροπόλεις της Δύσης και της Ανατολής, που κατά τα άλλα απαρτίζουν τμήματα της κοινής τους πατρίδας.

Έξυπνοι διάλογοι, υπόγειο χιούμορ, ξεφλούδισμα ανθρώπινων χαρακτήρων μέχρις εσχάτων, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που απογειώνει τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών, τοπία ημέρας συννεφιασμένα, ατελείωτες εκτάσεις γης που αφήνουν πίσω τους, καθώς κινούνται μέσα  στο τετρακύλινδρο Subaru του γιου, που οδηγεί στις ατελείωτες ευθείες των επαρχιακών εθνικών οδών.


Ο ηλικιωμένος Woody Grant (Bruce Dern) λαμβάνει ένα φάκελο από μια εταιρεία προώθησης και διαφήμισης δημητριακών για μια κλήρωση λαχνού, παραπλανάται- λόγω μιας αρχόμενης γεροντικής άνοιας-  και νομίζει ότι έχει κερδίσει ένα εκατομμύριο δολάρια. Ο γιος του David (Will Forte), αρχικά, προσπαθεί να τον μεταπείσει να ταξιδέψει ως την έδρα της εταιρείας, που απέχει 750 μίλια από την περιοχή τους, αλλά όταν βλέπει ότι αυτό είναι αδύνατο, αποφασίζει να τον συνοδέψει ως εκεί. Το ταξίδι θα φέρει τους άνδρες πιο κοντά, καθώς ο γιος έρχεται για πρώτη φορά σε ουσιαστική επαφή με τον άνθρωπο που τον μεγάλωσε, κατορθώνει να δει τον πατέρα του με τα μάτια ενός ενήλικα και όχι σαν παιδί, όπως μέχρι εκείνη την στιγμή στην ζωή του. Αυτό θα τον οδηγήσει σε μια ολοκληρωτική μεταστροφή, θα αποδεχθεί να «παίξει» το παιγνίδι του πατέρα του, ειδικά, όταν διαπιστώνει την αλλαγή της συμπεριφοράς του κοινωνικού τους περίγυρου στην περίπτωση της πιθανής μετατροπής τους στους… «πλούσιους συγγενείς».
Ο Woody Grant επέζησε από τον πόλεμο της Κορέας,  γύρισε τραυματίας, έζησε μέσα στην πλαστική ευημερία και στα τελευταία χρόνια της ζωής του ίσως και να «εκμεταλλεύεται» την εξελισσόμενη έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών για να γίνει ο «φευγάτος» τύπος που όλη του την ζωή επιθυμούσε και δοκίμαζε να γευτεί με τον εθισμό του στο αλκοόλ. Μια διαρκής σύγκρουση με την γυναίκα του, Kate (June Squibb), που έχει αποδεχθεί και ζει χωμένη μέσα στο «αμερικάνικο όνειρο»,  που βρίσκει την ευκαιρία σαν η μόνη  «φωνή της λογικής», να αντικαταστήσει την τελειωμένη της ζωή ως γυναίκα του συζύγου της με τον ηγεμονικό  ρόλο της ως …μητέρα του συζύγου της.

Σε δεύτερο επίπεδο, η Αμερική της αποξένωσης, των ανθρώπων που μένουν καρφωμένοι στους δέκτες των τηλεοράσεων, του αλκοολισμού,  των υπέρβαρων καταναλωτών junk food, του κουτσομπολιού και της υποκρισίας, των ανθρώπων  που κυνηγούν το θαύμα, γιατί δεν μπορούν, δεν υπάρχει τίποτα γύρω τους άξιο θαυμασμού.

 Από την οθόνη παρελαύνουν ένα σωρό συγγενείς, για χρόνια απομακρυσμένοι, παλιοί φίλοι και συνεργάτες, παλιές ερωμένες , βγαίνουν στη επιφάνεια μυστικά ολόκληρης ζωής, που σημάδεψαν την πορεία των πρωταγωνιστών.


Ο Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης Alexander Payne, θα μπορούσε ίσως να είχε αποφύγει τα τελευταία πέντε-δέκα λεπτά της ταινίας, μιας και ότι είχε να πει-και το είπε με συγκλονιστικά άμεσο και εξαιρετικό τρόπο-τελειώνει με το διαφημιστικό κασκετάκι του winner , στο ασπρομάλλικο κεφάλι του Woody. Όμως ας του συγχωρήσουμε αυτήν  την …αμερικανιά του.


Ευαίσθητο και νοσταλγικό του soundtrack που υπογράφει ο Mark Orton.