Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Σιωπηλός γάμος-Nunta Muta


Ένα μίγμα πολλών σκηνοθετικών ματιών, που όμως ομογενοποιούνται σε κάτι απόλυτα προσωπικό. Μια ταινία κυριολεκτικά μαγική, γιατί καταφέρνει με εργαλεία γήινα, με εικόνες ρεαλιστικές, με καταγραφές ιστορικές, να παρουσιάζει το υπερκόσμιο και παραφυσικό, να προκύπτει τόσο νομοτελειακά, έτσι, που να βρίσκει την θέση του ακριβώς δίπλα, χωρίς να προκαλεί και χωρίς να ξενίζει.
Ο Ρουμανικός «Σιωπηλός γάμος» του Horatiu Malaele ξεκινά, σαν ένα φλασμπακ. Η διήγηση του δημάρχου, ενός τραγικού χωριού, σε ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που εξειδικεύεται στην καταγραφή παραφυσικών φαινομένων, των γεγονότων που συνέβησαν, το όχι και τόσο μακρινό 1953, στην νεαρή- τότε- σοσιαλιστική δημοκρατία και το αντίκτυπο που αυτά είχαν στην ζωή των κατοίκων του.
Το χωριό έχει την δική του αυτοτελή ζωή. Τους δικούς του ρυθμούς, τις δικές του ισορροπίες, την δική του πόρνη, τον δικό του «διαφορετικό», τον νάνο του. Μια κοινωνία που βρίσκεται σε αρμονική συνύπαρξη με τον περιβάλλοντα χώρο. Η νέα κομμουνιστική διακυβέρνηση δυσκολεύεται να διαχυθεί ομαλά στην ζωή των χωρικών. Αυτή η δυσαρμονία βρίσκει την απόλυτη έκφρασή της, όταν η εξουσία, με αφορμή τον θάνατο του Στάλιν, διατάσσει επταήμερο υποχρεωτικό πένθος και ουσιαστικά απαγορεύει το γαμήλιο γλέντι του Iancu και της Mara. Ο γαμπρός, η νύφη, οι συγγενείς και οι καλεσμένοι τους αποδέχονται αρχικά την άνωθεν εντολή, για να ξεσπάσουν λίγο αργότερα μέσα από μια ηφαιστειακή έκρηξη, ποτισμένη από την αδικία της καταπίεσης, σε ένα πρωτογονικό ξεφάντωμα. Τα σοβιετικά τανκς θα ισοπεδώσουν το χωριό, διότι «δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις», θα πάρουν τους άνδρες και θα αφήσουν πίσω μόνο τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Μια ολοκληρωτική καταστροφή, μιας και όπως περιγράφει ο δήμαρχος: «Οι κομμουνιστές στην θέση του χωριού φτιάξανε ένα εργοστάσιο και τώρα οι καπιταλιστές θα φτιάξουν ένα θέρετρο» συνοψίζοντας με μια μόνο πρόταση, την αέναη στάση κάθε εξουσίας, να καταπνίγει κάθε τι αυθεντικό, μέσα στον φόβο και στην τιμωρία.
Ο Horatiu Malaele πλάθει τους χαρακτήρες του και μας τους παρουσιάζει αναλυτικά. Δίπλα στο κεντρικό ζευγάρι των μελλονύμφων, που ερωτεύονται ανάμεσα στα στάχυα, γέννημα της ίδιας της γης και υπόσχεση για το μέλλον της, κινείται ένας θίασος από ανθρώπους-σύμβολα. Ο κουφός που βλέπει τα πάντα, ο πρώην γαιοκτήμονας, δικαιωματικά με τους αντιφρονούντες, ο διανοούμενος από θέση ενάντια στην χυδαιότητα της αμορφωσιάς, που βαφτίζεται πρωτοπορία, η πόρνη ενταγμένη σε ένα σύστημα ηθικής, που δεν «εκπορνεύει» την ψυχή, ο νάνος ένας κρίκος στην ανθρώπινη αλυσίδα, που απομονώνει την ανασφάλεια και δυναμώνει την κοινωνική συνοχή και άλλοι πολλοί.
Από την άλλη σκηνές, όπως αυτή του υπαίθριου κινηματογράφου, με τα καθεστωτικά «επίκαιρα» και την μελό ταινία, με τα κομματικά μέλη στην πρώτη σειρά να πρωταγωνιστούν σε αυτή την βουβή, σαν φάρσα, κωμωδία, το περιπλανώμενο τσίρκο, ριζωμένο μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, σαν προβολέας ενός κόσμου ιδεατού, η μαγεμένη κοπέλα του δάσους, σαν νύμφη και προάγγελος δεινών, καθορίζουν με τον συμβολισμό τους μια οπτική γωνία, που δεν έχει διάθεση απλώς να σταθεί στην καταγγελία της πολιτικής κατάστασης.
Λένε οι «κομμουνιστές» πως: «θέλουμε μια κοινωνία χωρίς πλούσιους και φτωχούς, που κάθε άνθρωπος θα έχει όσα χρειάζεται για να ζει με αξιοπρέπεια» και βλέπουμε ταινίες σαν και αυτήν, τον «Σιωπηλό γάμο» του Horatiu Malaele. Λένε οι «καπιταλιστές» πως: «θέλουμε μια ελεύθερη κοινωνία, που κάθε άνθρωπος θα είναι δημιουργικός και ο πλούτος θα είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας» και πως «μόνο έτσι μπορεί να αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων» και βλέπουμε ταινίες, σαν τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που περιγράφει την ίδια χρονική περίοδο, όσα συνέβαιναν στην χώρα μας, με τον δικό του τρόπο.
Συνέπεσε την επόμενη μέρα να διαβάσω στο «Βήμα της Κυριακής» την συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου, στον Αργύρη Παπαστάθη.
«Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως η βία και η εξουσία πρόδωσαν τα ωραιότερα όνειρα των επαναστατών».

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Changeling-Ανταλλαγή


Η ταινία “Changeling” του Klint Eastwood βλέπεται με μια ανάσα. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, είναι πραγματικός χρόνος κινηματογραφικής εμπειρίας. Η παρουσίαση μιας αληθινής ιστορίας, που έχει να κάνει με μια αλυσίδα δολοφονιών μικρών αγοριών, στο Λος Άντζελες, του 1928, δίνει την ευκαιρία στον σκηνοθέτη να πει πράγματα πολύ περισσότερα, από όσα θα περίμενε κάποιος από ένα αστυνομικο-δικαστικό δράμα. Από το ιδιωτικό, το περιορισμένο, το μεμονωμένο, περνάει χωρίς μεγαλοστομίες και φιοριτούρες στο δημόσιο, στο συλλογικό, σε αυτό που αφορά τελικά ολόκληρη την κοινωνία. Συνεπής με την ώριμη σκηνοθετική του αντίληψη, που μας χάρισε όλα αυτά τα τελευταία χρόνια αξιόλογες έως αριστουργηματικές ταινίες, έτσι και εδώ, η οπτική γωνία είναι εκείνη που καθοδηγεί το συναίσθημα του θεατή. Η καταδίκη ενός σάπιου, διεφθαρμένου πολιτικο-κοινωνικού συστήματος δεν είναι απλώς το ζητούμενο. Είναι το δεδομένο και γι’ αυτό δεν υπάρχει η ανάγκη να στρογγυλέψουν οι γωνίες. Οι πρωταγωνιστές είναι μονοδιάστατοι, χωρισμένοι σε δυο αντιμαχόμενες πλευρές. Κανένα έλεος από τον κινηματογραφικό φακό στον εξουσιαστικό μονόδρομο, που ακολουθούν οι θύτες. Θάρρος, καρτερικότητα, αλληλεγγύη για τα άτυχα θύματα.
Δυο μαυρόασπρα κάδρα εποχής, από κάποιο κεντρικό δρόμο- με τα πρώτα αυτοκίνητα και τα τραμ- ανοίγουν και κλείνουν την έγχρωμη 141 λεπτών ταινία. Σαν τα σκληρόδετα εξώφυλλα, που κλείνουν μέσα τους και οριοθετούν μια ιστορία από το παρελθόν, που θα διαβαστεί από κάποιους στο μέλλον. Ο σχεδόν μοναχικός αγώνας μια νεαρής μητέρας της Christine Collins (Angelina Jolie), να αποδείξει πως το μικρό παιδί, που της πάσαρε η αστυνομία στην θέση του απαχθέντος γιου της, δεν είναι το δικό της. Ο αστυνομικός διευθυντής, ο προϊστάμενος του, οι πολιτικές αρχές, έχοντας ανάγκη να «επιδείξουν» έργο, για να αντιστρέψουν την σε βάρος τους γνώμη, που έχει σχηματίσει η κοινωνία λόγω της ανικανότητας, της διαφθοράς και της εν τέλει αναποτελεσματικότητας, την πιέζουν με κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, για να κλείσει όπως-όπως η υπόθεση αυτή. Η καναλιζαρισμένη δημοσιότητα με τον Τύπο, στην υπηρεσία των διωκτικών αρχών, οι επαγγελματικές μέθοδοι ψυχολογικής πίεσης, που φθάνουν μέχρι τον χωρίς ένταλμα εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική, τα- τι πρωτοτυπία!- όπλα της εξουσίας. Από την άλλη ένα κίνημα πολιτών, υπό την καθοδήγηση του αιδεσιμότατου Gustav Briegleb (John Malkovich) χρησιμοποιεί το καινούργιο μέσο το ραδιόφωνο, σαν μια εναλλακτική πηγή πληροφόρησης και συντονισμού των ενεργειών, για να αναδείξει το μέγεθος της κρατικής τρομοκρατίας και να συμπαρασταθεί στην άτυχη μητέρα. Παράλληλα με αυτά, η, από τα χαμηλά κλιμάκια, πρωτογενής αστυνομική έρευνα κατορθώνει να διαλευκάνει την απαγωγή και να φέρει στην δικαιοσύνη τον ένοχο, ένα μανιακό ψυχοπαθή δολοφόνο.
Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ξετυλίγεται η υπόθεση είναι η συγκρατημένη αυτοπεποίθηση. Ο Clint Eastwood δείχνει σε κάποιες στιγμές, πως ξέρει να παίξει με τον ψυχολογικό τρόμο, όμως προτιμά τον ρεαλισμό ακόμα και όταν θα σοκάρει τον θεατή. Έχοντας από την αρχή μοιράσει τους ρόλους δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να υποστηρίξει το σωστό. Αυτό που μένει, σαν συμπέρασμα, κατά συνέπεια είναι μια αφηγηματική ουδετερότητα, η οποία υπερτονίζεται από την αψεγάδιαστη, λεπτομερειακή χρονική αναπαράσταση. Τα πλάνα, τα ρούχα, accessories, οι συμπεριφορές, που τόσες φορές έχουν καταγραφεί σε έργα της εποχής του Αμερικάνικου κραχ, αντανακλούν εδώ μια αυθεντικότητα και κάνουν το όλο εγχείρημα πιστευτό.