Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Καλοκαίρι στο Βερολίνο-Sommer vorm Balcon

Το «Καλοκαίρι στο Βερολίνο», “Sommer vorm Balcon”, του Andreas Dresen, μια ακόμη ταινία από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, μια ταινία του 2006, τότε που ακόμη χτιζότανε η «πλεονασματική» Γερμανία, στις πλάτες των δικών της εργαζόμενων.

Δυο γυναίκες, η σαραντάρα Katrin (Irika Friedrich), άνεργη, χωρισμένη και με ένα γιο σε εφηβική ηλικία και η γειτόνισσα της, η νεαρή Nike (Nadja Uhl), ζουν στην ίδια μίζερη πολυκατοικία, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του Βερολίνου και είναι κολλητές φίλες. Μοιράζονται τα προβλήματα τους και τον ελεύθερο χρόνο τους. Καταλύτης της υπόθεσης της ταινίας, ο οδηγός του φορτηγού, Ronald (Andreas Schmidt), που παρά λίγο να χτυπήσει την Katrin και γίνεται ο περιστασιακός ερωτικός σύντροφος της Nike. Παράλληλα, βλέπουμε το εργασιακό περιβάλλον της Nike,  που φροντίζει στα σπίτια τους, ηλικιωμένους ανθρώπους χωρίς συγγενείς ή με συγγενείς αδιάφορους. Την ερωτική απογοήτευση του γιου της Katrin και την προσπάθεια αποτοξίνωσης, που κάνει η ίδια, από το αλκοόλ.  Η κάμερα αποτυπώνει την καθημερινότητα τους και πίσω από αυτήν τα αδιέξοδα παράλληλων μοναχικών ζωών, ανθρώπων ανίκανων να αγαπήσουν, θυμάτων του αστικού τρόπου ζωής.

Η απρόσωπη political correct μεγαλούπολη, με τις σύγχρονες κλινικές απεξάρτησης, τα συμβουλευτικά γραφεία,  τα γραφεία ευρέσεως εργασίας, τα επιδόματα ανεργίας και την προστασία ευπαθών κοινωνικών ομάδων και από την άλλη πλευρά ο διαρρηγμένος κοινωνικός ιστός. ¨Ένα κίνημα αμφισβήτησης, που σωστά, οδήγησε στην σεξουαλική απελευθέρωση, βάζοντας «στο χρονοντούλαπο της ιστορίας» τον προτεσταντικό πουριτανισμό, απέτυχε όμως σε αρκετές περιπτώσεις να ενσωματωθεί σωστά από τα ίδια τα υποκείμενα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει τραυματικές συναισθηματικές στρεβλώσεις.

Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ταινία, οπωσδήποτε περιπτωσιολογική, με ευφάνταστο σενάριο, κάποιες πινελιές γλυκόπικρου χιούμορ και ικανοποιητικές ερμηνείες. Καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό, αυτό που είναι το ζητούμενο, η κινηματογραφική αφήγηση, η κάμερα κινείται γρήγορα, ξεσκεπάζοντας πολλές επιμέρους παθογένειες. Ίσως, στο Βερολίνο το καλοκαίρι, να είναι η μοναδική εποχή όπου μπορούν οι άνθρωποι να ανοίξουν τα παράθυρά τους, να βγουν στα μπαλκόνια και πάνω στην προσπάθεια να αναπνεύσουν βιαστικά τον αέρα και να διαθέσουν το σώμα τους για την ευχαρίστηση, φθάνουν στο σημείο ακριβώς να μην ξέρουν πώς να το κάνουν. Οι πρωταγωνίστριες αναρωτιούνται... πως είναι δυνατόν κάθε φορά ο καλύτερος άνδρας στο σεξ, να είναι ο πιο ακατάλληλος σύντροφος.    



Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Searching for Sugar Man


Το μουσικό ντοκιμαντέρ του Malik Bendjelloul, “Searching for Sugar Man”, ξεφεύγει από τα στενά όρια μιας δημοσιογραφικής δουλειάς. Τα ρεπορτάζ και οι συνεντεύξεις είναι δοσμένα με τέτοιο τρόπο που εξυπηρετούν την αφήγηση, ο ρυθμός καταιγιστικός, το σασπένς, η εικαστική φωτογραφία, οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών αυθεντικές…σαν να επρόκειτο για επαγγελματίες ηθοποιούς και στο βάθος το σάουντρακ, από την μουσική του ιδίου του Sixto Rodríguez.

Ο αμερικανός μουσικός, μεξικάνικης καταγωγής Sixto Rondríguez, μετά την ηχογράφηση δυο άλμπουμ στις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του ’70,  χάνεται από το προσκήνιο, σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε. Ένας όμως δίσκος του φθάνει στην Νότια Αφρική, στα μπαγκάζια μιας φαν του, όπου και γνωρίζει τεράστια επιτυχία, κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι, πουλάει χιλιάδες αντίτυπα και ο άγνωστος μουσικός γίνεται- εν αγνοία του- το σύμβολο του αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ. Κυκλοφορεί η φήμη ότι έχει αυτοκτονήσει. Ένας ιδιοκτήτης καταστήματος δίσκων και ένας μουσικός δημοσιογράφος προσπαθώντας να ανακαλύψουν την αλήθεια για το μουσικό τους ίνδαλμα, ξεκινούν τις έρευνες που θα τους οδηγήσουν σε μια ενδιαφέρουσα ανακάλυψη, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.


Η μουσική του, οι στίχοι του, παρομοιάστηκαν με αυτούς του Bob Dylan. Οι μουσικοί παραγωγοί που τον ανακάλυψαν, διαισθάνθηκαν ένα μεγάλο ταλέντο. Όμως, μπορεί κάποιος μουσικός με αυτό το λατινογενές επώνυμο να κατακτήσει το μουσικό στερέωμα της ροκ σκηνής; Χαρακτήρας κλειστός, εσωστρεφής, όπως φάνηκε, με παντελή άγνοια των κανόνων των δημοσίων σχέσεων, με μοναδική ικανότητα να ντύνει με ήχους και στίχους τις εικόνες της καθημερινότητας του, στις υποβαθμισμένες γειτονιές του Ντιτρόιτ, ο ίδιος ο Rodríguez θα μας ομολογήσει στο τέλος ότι, «Πατρίδα είναι εκεί που σε αποδέχονται».   

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Restoration-Αντίκες Φίντελμαν

Από το ίδρυμα «Μιχάλης Κακογίαννης» και την εβδομάδα Ισραηλινού κινηματογράφου, το διαμάντι του Yossi Madmoni, η βραβευμένη ταινία “Restoration”, «Αντίκες Φίντελμαν» ή «Καλημέρα κύριε Φίντελμαν»,  σε σενάριο του Erez Kav El.
Βγαίνοντας από την αίθουσα, αυτό που μένει είναι μια ισορροπία ανάμεσα στην σαφήνεια της σκιαγράφησης των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, στην ξεκάθαρη ματιά του σκηνοθέτη, που εξυπηρετεί την αφήγηση της ιστορίας και στην ασάφεια ορισμένων σημείων, που αφήνονται εσκεμμένα να αιωρούνται, προσκαλώντας τον θεατή να δώσει την δική του εξήγηση, ακριβώς γιατί όσο κι αν κάποια πράγματα φαίνονται σημαντικά στον ανθρώπινο μικρόκοσμο, στην αληθινή ζωή δεν είναι παρά λεπτομέρειες.
Ένα πραγματικά δύσκολο σκηνοθετικό επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο σκηνοθέτης έχει να «ξεκλειδώσει» ένα σύνολο μπερδεμένων ανθρώπινων σχέσεων, ξεκινώντας από το πιο προβεβλημένο, το χάσμα των γενεών, προχωρώντας στην σχέση των δυο συνεταίρων, που φαντάζει αυθεντική, όμως όσο προχωράει η ιστορία αποκαλύπτονται οι ρωγμές της, για να φτάσουμε μέχρι το ερωτικό τρίγωνο του γιου του αντικέρ, της συζύγου του  και του μαθητευόμενου στο κατάστημα, ενός περίεργου νέου, που προκύπτει από το πουθενά, που είναι γεμάτος μυστήρια, και που καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αφεντικού του.
Μετά τον θάνατο του Malamud (Rami Danon), ο συνεταίρος και κολλητός του φίλος Yaakov Fidelman (Sasson Gabai) προσπαθεί να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που προκύπτουν στην επιχείρηση και να συμφιλιωθεί με την ιδέα, του πόσο λίγο γνώριζε τον άνθρωπο που μέχρι πριν λίγο είχε μοιραστεί 40 χρόνια από την ζωή του και ήταν ο νονός του γιού του. Ο γιος του, ο Noah Fidelman (Nevo Kimhi), θέλει να πείσει τον πατέρα του να δώσουν το κατάστημα με τις αντίκες για αντιπαροχή, όμως ο ηλικιωμένος, που έχει μια σχέση στοργής με τα παλιά έπιπλα, αρνείται να συμφωνήσει. Τα πράγματα περιπλέκει η εμφάνιση του Anton (Henry David), που πιάνει δουλειά στο κατάστημα, σαν μαθητευόμενος, ανακαλύπτει παρατημένο μέσα στο μαγαζί ένα σπάνιο, αμύθητης αξίας πιάνο, που χρειάζεται όμως επισκευή για να μπορέσει να πουληθεί και παράλληλα ερωτεύεται την νύφη του αφεντικού του, την Eva (Sarah Adler), την γυναίκα του Noah, που βρίσκεται σε προχωρημένη εγκυμοσύνη.
Κάτω από αυτό το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, η ταινία κινείται σε περισσότερο εσωτερικά μονοπάτια. Ο Yaakov παρουσιάζεται από την αρχή της ταινίας, σαν ο κοντινότερος άνθρωπος του Malamud, όμως ο σκηνοθέτης συνεχώς ασχολείται με το να υπονομεύει την προϋπάρχουσα σχέση των δυο αυτών ανδρών. Ο χρόνος χαράζει πάνω στα αντικείμενα και στους ανθρώπους τα σημάδια του, όμως ο άνθρωπος μπορεί, αν θέλει, να αφαιρέσει αυτά τα σημάδια για να αναδείξει την κρυμμένη αξία.
Με αφορμή το πιάνο συλλεκτικής αξίας και την αυθεντικότητά του, γίνεται μια αναγωγή στην αυθεντικότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Το ίδιο το πιάνο, αν και παλιό, για να λειτουργήσει χρειάζεται έναν καινούργιο μηχανισμό, την αξία του δηλαδή, σαν αντικείμενο, θα του την δώσει ένα διαφορετικό «γενετικό υλικό» που θα «μπολιαστεί» στο εσωτερικό του. Δεν είναι δηλαδή ο χρόνος αυτός που δίνει την αξία στα αντικείμενα ή στην επαφή των ανθρώπων, αλλά η αγάπη, το μεράκι, η έννοια του ενός για τον άλλον.
Παράλληλα παρακολουθούμε μια εργατική συνοικία του Τελ Αβίβ με τα μαγαζιά και τις βιοτεχνίες της, το συνοικιακό εστιατόριο, τις ορχήστρες του δρόμου, τις παράλληλες ζωές των κοσμικών με τους ορθόδοξους εβραίους, μια σκηνή στο νεκροταφείο κατά την διάρκεια της ταφής, καθημερινές συνομιλίες που αποκαλύπτουν ανθρώπινα μυστικά και σκέψεις, μια πόλη που παλεύει ανάμεσα στην παράδοση των διαφορετικών πολιτισμών που την συνθέτουν και του σύγχρονου τρόπου ζωής.

Εκτός από την στιβαρή σκηνοθεσία, την ταινία ντύνουν μια σειρά εξαιρετικών κλασσικών μουσικών κομματιών. Ο χαρακτήρας του Yaakov Fidelman, από τον Sasson Gabai, μια ερμηνεία συγκλονιστική, με κυρίαρχο χαρακτηριστικό μια συγκρατημένη εσωτερική έκφραση, βρίσκει το αποκορύφωμά της στο βουβό κλάμα, πίσω από το παράθυρο, ενώ απ’ έξω η βροχή του δωρίζει τα δάκρυα.

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Πεθαίνοντας για την αλήθεια

Μετά το «Κλέφτης ποδηλάτων»- το αριστούργημα του Vittorio de Sica- παρακολουθήσαμε την δεύτερη, για την καινούργια σεζόν, προβολή της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης.  Πρόκειται για το ντοκιμαντέρ του Νίκου Μεγγρέλη, «Πεθαίνοντας για την αλήθεια».

Ο γνωστός δημοσιογράφος εξήγησε στο κοινό, μετά το τέλος της προβολής, ότι ο σκοπός αυτής του της προσπάθειας ήταν να αναδείξει τους κινδύνους του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, όταν οι λειτουργοί του αναγκάζονται να δουλεύουν στις εμπόλεμες ζώνες, για να μπορέσουν να ενημερώσουν την κοινή γνώμη. Όπως είπε χαρακτηριστικά, το ντοκιμαντέρ αυτό είναι μια απάντηση στο σύνθημα «Αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», που ισοπεδώνει το δημοσιογραφικό επάγγελμα.

Το ντοκιμαντέρ γυρίστηκε σε 10 χώρες και περιλαμβάνει φωτογραφίες και βίντεο που τραβήχτηκαν από μεγάλα δημοσιογραφικά πρακτορεία και ανεξάρτητους δημοσιογράφους. Ακόμα περιλαμβάνει πολλές συνεντεύξεις από δημοσιογράφους και συγγενείς δημοσιογράφων που σκοτώθηκαν ή τους απήγαγαν κατά την εξάσκηση των καθηκόντων τους. Το βάρος έπεσε κυρίως στην αντιδιαστολή ανάμεσα στην ελεγχόμενη δημοσιογραφία, που έχει σκοπό την προπαγάνδα, συνήθως της επιτιθέμενης πλευράς, οπότε στην περίπτωση αυτή διεξάγεται ανεμπόδιστα και στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία, που αρκετές φορές γίνεται θύμα εσκεμμένων επιθέσεων, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να χειραγωγηθεί.

Στο μεγαλύτερο μέρος του το ντοκιμαντέρ ασχολείται με δυο υποθέσεις. Η πρώτη, η επίθεση ενός αμερικανικού άρματος μάχης στο ξενοδοχείο Palestine, κατά την διάρκεια του δεύτερου πολέμου στον Κόλπο, που κόστισε την ζωή σε δυο ισπανούς ανταποκριτές και η δεύτερη, η απαγωγή ιταλίδας δημοσιογράφου από ισλαμιστές τρομοκράτες, η απελευθέρωση της και ο θάνατος του ανθρώπου που μεσολάβησε για να σωθεί, από τα πυρά αμερικανών στρατιωτών.


Οπωσδήποτε πρόκειται για μια αξιέπαινη προσπάθεια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, όμως το ντοκιμαντέρ αυτό χαρακτηρίζεται από μονοδιάστατες απόψεις. Πολλές φορές έχει γίνει λόγος για την ηθική του πολέμου, αλλά κάθε φορά αυτό αποδεικνύεται ότι είναι κενό γράμμα. Στους σύγχρονους πολέμους η κάμερα αποτελεί ένα από τα πιο σύγχρονα όπλα με παγκόσμιο βεληνεκές. Θα ήταν αφελές να πιστεύει κάποιος, ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές δεν θα προσπαθούσαν να ελέγξουν προς όφελος τους αυτό το υπερσύγχρονο όπλο. Σίγουρα δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για τους αποτρόπαιους θανάτους των δημοσιογράφων της πρώτης γραμμής, όπως επίσης και για τους πολύ περισσότερους θανάτους του άμαχου πληθυσμού. Η στρατιωτική ορολογία ήδη κατασκεύασε την έκφραση «παράπλευρες απώλειες», για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την φρικαλεότητα του πολέμου. Ο καταγγελτικός λόγος θα ήταν περισσότερο αξιόπιστος, αν συνοδευόταν από περισσότερο πραγματισμό. Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις δεν μπόρεσε να αποφύγει να απευθυνθεί στο θυμικό του θεατή, όπως για παράδειγμα, όταν παρουσιάζει τον Τζώρτζ Μπους να προειδοποιεί με κυνικό τρόπο ότι για την δική τους ασφάλεια οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να εγκαταλείψουν τις εμπόλεμες ζώνες, ή όταν κινηματογραφεί συνεντεύξεις συγγενών να αναφέρονται στο πως έμαθαν, πως ειδοποιήθηκαν για τον χαμό των δικών τους ανθρώπων. Οι δημοσιογράφοι γνωρίζουν πολύ καλά τον κίνδυνο που διατρέχει η ζωή τους και είναι πραγματικοί ήρωες, όταν αποφασίζουν να διακινδυνεύσουν για να μπορέσουν να ενημερώσουν με αντικειμενικό τρόπο την κοινή γνώμη. Πέθαναν-πεθαίνουν για την αλήθεια, όμως θα προτιμούσαν να είχαν πεθάνει και για την αντικειμενικότητα, για μια περισσότερο νηφάλια, για μια περισσότερο σφαιρική κάλυψη των συνθηκών του θανάτου τους.  

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

La colmena

Από το Ινστιτούτο Θερβάντες, η πρώτη από μια σειρά κινηματογραφικών Δευτέρων, η αξιοπρόσεκτη ταινία του Mario Camus, “La colmena”, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Camilo José Cela. Γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του.

«Η κυψέλη» δεν είναι τίποτα άλλο, πέρα από ένας αχνός αντικατοπτρισμός,, από μια ταπεινή σκιά της καθημερινότητας, της σκληρής, διασκεδαστικής επώδυνης πραγματικότητας, δεν φιλοδοξεί να είναι τίποτα άλλο, εκτός από ένα κομμάτι ζωής που αφηγείται χωρίς υπαινιγμούς, χωρίς να παραπλανεί, χωρίς υπερβολικές τραγωδίες, χωρίς στοργή, όπως κυλάει η ζωή, ακριβώς όπως κυλάει η ζωή. Το θέλουμε δεν το θέλουμε. Η ζωή είναι αυτό που ζει-μέσα σε μας ή έξω μας- εμείς δεν είμαστε τίποτα άλλο, εκτός από το όχημά της, το έκδοχο της όπως λένε οι φαρμακοποιοί…

Γυρισμένη το 1982, καταπιάνεται με την ζωή μιας ομάδας ανθρώπων, που ζουν στην Μαδρίτη το 1942, την περίοδο που ακολουθεί την νίκη του Φράνκο και την εγκαθίδρυση του φασισμού στην Ισπανία. Λίγο αργότερα, το 1984, θα γυρίσει την ταινία Los santos inocentes, που ασχολείται με την ίδια περίοδο, αλλά στην ισπανική επαρχία.
Πρόκειται για μια τοιχογραφία της εποχής. Λίγο κουραστική στα πρώτα λεπτά, μέχρι ο θεατής να κατανοήσει το πλήθος των προσώπων, καθώς παρελαύνει ένα πλήθος ηθοποιών,  αλλά στην συνέχεια ο σκηνοθέτης αφήνει τα πλάνα να μιλήσουν μόνα τους. Μια κοινωνία διαιρεμένη σε νικητές και νικημένους. Ένας φόβος διάχυτος ένα μίγμα κούρασης απογοήτευσης, παραίτησης. Στους δρόμους συσσίτια, αστυνομικοί και χαφιέδες. Άνθρωποι, που προσπαθούν να κρατήσουν την αξιοπρέπεια τους μέσα σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας και βουβής τρομοκρατίας, Μια καινούργια τάξη παράλληλα αρχίζει να εμφανίζεται, εκμεταλλευόμενη την ανυπαρξία ιδανικών και αντίστασης. Ο ατομισμός, η καπατσοσύνη, το ρουσφέτι, η μαύρη αγορά.
Κάτω από το βλέμμα της Χιτλερικής ιδιοκτήτριας του καφέ La delicia συγκεντρώνονται για να περάσουν τις ώρες τους και να μιλήσουν διάφοροι άνθρωποι, που περιστρέφονται γύρω από ένα πυρήνα ποιητών. Παράλληλα, στα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας παρατηρούμε τους ενοίκους, εικόνες καθημερινότητας, που όμως παραπέμπουν στην μεγαλύτερη, στην πολιτική εικόνα της πόλης. Ένα νυχτερινό πλάνο από την είσοδο ενός σταθμού του μετρό. Προβολή εικόνων από τα μαυρόασπρα  «Επίκαιρα» της εποχής με την φασιστική προπαγάνδα. Η αστυνομία συλλαμβάνει, μόνο για να τους τρομοκρατήσει, δυο ομοφυλόφιλους και ένα ποιητή. Περνάνε την νύχτα στο κρατητήριο. Τους αφήνουν ελεύθερους. Έξω από την πόρτα του τμήματος οι φρουροί τους παρατηρούν να φεύγουν σκυμμένοι, φοβισμένοι. Είναι δυο αδελφές και ένας ποιητής. Ο ποιητής φιλοξενείται σε ένα μπορντέλο. Το βράδυ κοιμάται με μια πόρνη. Δεν κάνουν έρωτα. Φαντασιώνονται ότι είναι αληθινό ζευγάρι. Η κοπέλα που αγαπά τον φθισικό, εκπορνεύεται για να τον σώσει. Ο λούστρος στο μπαρ πουλάει και χύμα τσιγάρα.
Αυτές και πολλές ακόμα  ιστορίες που κυλούν παράλληλα, καθώς ο φακός παρακολουθεί τις καταστάσεις, τις αφήνει, και επανέρχεται για να τις ξαναπιάσει από εκεί που τις άφησε. Φωτογραφία με ζεστά χρώματα, κάδρα εξαιρετικά φροντισμένα και ερμηνείες συγκλονιστικές ιδιαίτερα του Rafael Alonso στον ρόλο του Julián Suárez του ομοφυλόφιλου φωτογράφου.


Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Verdades verdaderas-La vida de Estela-Πραγματικές αλήθειες-Η ζωή της Εστέλα

Αργεντινή: 30 χρόνια δημοκρατίας. Μια εκδήλωση της πρεσβείας της Αργεντινής στην Αθήνα και του Ινστιτούτου Θερβάντες, που περιλαμβάνει μια σειρά ταινιών με θέμα την τελευταία δικτατορία, που ταλάνισε την χώρα και την οδήγησε στην χρεοκοπία μερικά χρόνια αργότερα.

Ο Nicolás Gil Lavendra, κινηματογραφεί το αντιδικτατορικό δράμα με θέμα την ζωή της προέδρου των γιαγιάδων της πλατείας του Μαΐου, τα ταραγμένα εκείνα χρόνια από το 1976 έως το 1983, οπότε και αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στην χώρα, αλλά και μετά, στον αγώνα για την ανεύρεση των εκατοντάδων μωρών που απήγαγε η Χούντα, από της φυλακισμένες και εκτελεσμένες μητέρες τους. Στον ρόλο της Estela Carloto, η πολύ καλή ηθοποιός Susú Pecoraro.

Παρά του ότι πρόκειται για μια στρατευμένη πολιτική ταινία, με ξεκάθαρη αντιδικτατορική ματιά, στερείται επικού και μελοδραματικού χαρακτήρα. Παραμένει σταθερά στην περιγραφή γεγονότων, σκιαγραφεί την τρομοκρατία, τον διάχυτο φόβο και την βουβή απελπισία του λαού, απέναντι στα εγκλήματα των στρατιωτικών και των συνεργατών τους. Περιγράφει το ξεκίνημα της οργάνωσης «γιαγιάδες της πλατείας του Μαΐου», ένα παράδειγμα θαρραλέας παθητικής αντίστασης, φαινομενικά απολίτικο, που στην συνέχεια, με την επιμονή και την ανιδιοτελή προσφορά των γυναικών, που συμμετείχαν, κατόρθωσε να αναδείξει τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων και να συμβάλλει στην τιμωρία των ενόχων.

Η ταινία εξελίσσεται με την μορφή του φλας-μπακ. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και ενώ συνεχίζονται οι έρευνες και οι μαρτυρίες και στήνεται σταδιακά το αρχείο της οργάνωσης για τον εντοπισμό των χαμένων μωρών, η Estela, θυμάται το παρελθόν, γυρίζει πίσω στα χρόνια της δικτατορίας, αλλά και ακόμα πιο πίσω, στα χρόνια της αθωότητας,  όταν η Laura (Inés Efron), η δολοφονημένη κόρη της, ήταν μικρό κοριτσάκι. Η αρχικά αδιάφορη στάση της απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις, και η σταδιακή προσχώρηση της και το ενδιαφέρον της για τα κοινά, ιδιαίτερα, όταν μαθαίνει ότι η κόρη της στην φυλακή έφερε στον κόσμο ένα παιδί, το οποίο εξαφανίστηκε μαζί με την μητέρα του. Η επίδραση των γεγονότων στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και ιδιαίτερα στον σύζυγό της τον Guido (Alejandro Awava) που βιώνει τις καταστάσεις με ένα στωικό, βουβό πόνο.


Η ταινία γυρίστηκε το 2011 και ίσως δεν μαθαίνουμε από αυτήν κάτι το οποίο ήδη δεν το γνωρίζουμε, όμως, όπως έχει αποδειχθεί, η συλλογική μνήμη των ανθρώπων είναι αδύναμη και σε δύσκολες περιόδους είναι χρήσιμο να βλέπουμε ταινίες, φαινομενικά απλοϊκές, που τοποθετούν τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Από την μια μεριά ο λαός και από την άλλη μια ψεύδο-πατριωτική κάστα στρατιωτικών, που καταλύει την δημοκρατία και εγκληματεί σε βάρος του.    

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Gloria

Πρόκειται για μια ταινία, με σαφή έλλειψη προσανατολισμού. Ενώ έχει να πει κάποια πράγματα, αποτυγχάνει σε όλα τα επίπεδα, γίνεται φλύαρη και ειδικά μετά το δεύτερο μέρος προβλέψιμη και βαρετή. Η σκηνοθετική της γραμμή πατάει επάνω σε κινηματογραφικά κλισέ, που δεν είναι όμως καλά ενσωματωμένα στην υπόθεση. Η άτριχη, λιπόσαρκη γάτα, το παγώνι με την ανοιγμένη ουρά και άλλοι- υποτίθεται- συμβολισμοί, με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται, προδίδουν την πρόθεση του σκηνοθέτη.
Η Gloria (Paulina Garcia), διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής της και ζει εδώ και 10 χρόνια χωρισμένη. Προσπαθεί, να μην το βάλει κάτω, αλλά κάνει κινήσεις σπασμωδικές, που στο τέλος γυρίζουν μπούμερανγκ εναντίον της. Στην προσπάθεια της να ισορροπήσει την ζωή της, βρίσκοντας μια σταθερή ερωτική σχέση, γνωρίζει σε μια λέσχη φιλίας τον Rodolfo (Sergio Hernandez), έναν εξηνταπεντάχρονο –που είναι χωρισμένος και αυτός, πρόσφατα- ο οποίος όμως δεν έχει την διάθεση και δεν μπορεί να απαλλαγεί από την προηγούμενη ζωή του.
Η μοναξιά, η ανάγκη του να αγαπάς και να αγαπιέσαι, το γάντζωμα επάνω σε μια σεξουαλικότητα που σταδιακά φθίνει, το βλέμμα της αποδοχής, που η πρωταγωνίστρια ζητά απεγνωσμένα από τους άλλους, την μετατρέπουν στο εύκολο θύμα.

Ο σκηνοθέτης Sebastian Lelio από την μια «κλείνει το μάτι» στις «ερωτεύσιμες» πενηνταπεντάρες, που προσπαθούν να αυτονομηθούν, μετά το κλείσιμο του οικογενειακού τους κύκλου, από την άλλη όμως το πρότυπο «Gloria», που εισαγάγει, εμπεριέχει μέσα του τον κίνδυνο μιας καρικατούρας ανθρώπου.  Σαφώς και όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην αγάπη, υπάρχει όμως μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην διεκδίκηση και στην αυθεντικότητα της συμπεριφοράς.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

The best offer-Το τέλειο χτύπημα

Giuseppe Tornatore, ο μάγος της κινηματογραφικής αφήγησης, ακόμα και σε αυτό το ψυχολογικό θρίλερ… παραμένει τρυφερός. Πίσω από τον φθασμένο, διάσημο, πάμπλουτο και εκκεντρικό εκτιμητή, δημοπράτη και συλλέκτη έργων τέχνης, κρύβεται ένα συναισθηματικά ευάλωτο παιδί, που έχει ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Μια ιστορία προδοσίας, μια προσεκτικά στημένη πλεκτάνη , ένας κόσμος που περιστρέφεται γύρω από τις αγοραπωλησίες των έργων τέχνης. Άνθρωποι «ειδικοί», που με τις γνώσεις τους κατευθύνουν τις τιμές, ένα είδος «οίκων αξιολόγησης», που με τις κρίσεις τους προκαλούν τις αυτοεκλπηρούμενες προφητείες.
Δεν πρόκειται για μια μάχη ανάμεσα στο αυθεντικό και στο πλαστό. Για τον Virgil Oldman (Geoffrey Rush), πάντοτε, η ματαιοδοξία ενός αντιγραφέα τον ωθεί να αφήσει το προσωπικό του σημάδι, επάνω ακόμα και στην πιο τέλεια απομίμηση. Σε αυτήν ακριβώς την «αχίλλειο πτέρνα», που τον οδήγησε στην δόξα, θα ψάξει να βρει την δική του γυναίκα-δόλωμα, την στιγμή της τέλειας παρακμής και της ήττας του.
Τα γρανάζια μιας μηχανής, που «μαθαίνουν» να λειτουργούν καλύτερα, όσο περισσότερο χρόνο παραμένουν προσαρμοσμένα το ένα με το άλλο—μια συμβίωση που μοιάζει με δημοπρασία- ο σύζυγος που ποτέ δεν ξέρει, αν έχει κάνει την καλύτερη προσφορά - και ένα πλήθος ακόμα εύστοχες αναγωγές, που «ντύνουν» αυτήν την ταινία με στοιχεία πέρα από το σασπένς και το μυστήριο.
Πέρα από κάποιες σεναριακά τραβηγμένες καταστάσεις- πλήρως όμως ενσωματωμένες στην εξέλιξη της υπόθεσης- παρακολουθούμε ένα πλήθος ανατροπών και πισωγυρισμάτων, μέχρι το τελευταίο εικοσάλεπτο περίπου, όπου επέρχεται και η τελική ρήξη με τις, μέχρι εκείνου του σημείου, παγιωμένες συμβάσεις. Πολύ καλός ρυθμός, εξαιρετικά πλάνα, καθόλου βαρετά, αν σκεφθούμε ότι επανέρχεται συνέχεια στους ίδιους χώρους, μια εκπληκτική ερμηνεία από τον Geoffrey Rush και μια υπνωτιστική, επιβλητική μουσική από τον μαιτρ Ennio Morricone.

Αν η τέχνη, η κάθε μορφή τέχνης, είναι μια μορφή σταθεράς μέσα στο χάος και στο απρόβλεπτο της ανθρώπινης ύπαρξης, ο Virgil Oldman, έχοντας χάσει την επαφή  με την δική του πραγματικότητα, περιστρέφεται διαρκώς δεμένος με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά, εγγεγραμμένος  πάνω στον κύκλο που περιστρέφεται σε άπειρα επίπεδα, σαν ένα είδος ανθρώπου του Βιτρούβιου.

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Η πηγή των παρθένων-Jungfrukallan

Βασισμένη πάνω σε μια μπαλάντα του 14ου αιώνα η ταινία, «Η πηγή των παρθένων», (Jungfrukällan) του Ingmar Bergman, κινηματογραφημένη με την μορφή μιας αρχαίας τραγωδίας, φέρνει στο προσκήνιο την αιώνια διαπάλη ανάμεσα στην ανθρώπινη λογική και στην αντίληψη της θρησκευτικότητας.
Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο, με λιτά, απέριττα κάδρα, προσεγγίζει το θέμα με νηφαλιότητα, οι απαντήσεις που δίνει είναι καθαρά κινηματογραφικές, καλλιτεχνικές, δεν αναλίσκεται σε φιλοσοφικές αναζητήσεις και αρκείται σε νύξεις κοινωνικού προβληματισμού.

Στην ταινία συνυπάρχουν ο Χριστιανισμός και ο Παγανισμός, ο πρώτος αφορά εξυπηρετεί και υπηρετείται από την άρχουσα τάξη, ενώ ο δεύτερος αποτελεί «καταφύγιο» για την έκφραση των ανεπεξέργαστων δεισιδαιμονικών ενστίχτων της λαϊκής τάξης και των ανθρώπων του περιθωρίου.

Για τον άνθρωπο με υψηλό status συναισθηματικής εγρήγορσης, το δίπτυχο αμαρτία-τιμωρία, δεν καθυστερεί, εκδηλώνεται αστραπιαία. Μοναδικό προνόμιο, να μπορεί να απευθύνεται, να συνδιαλέγεται με τον Θεό του, να επιχειρηματολογεί μαζί του, σαν ίσος προς ίσον. Σε μια μεγαλειώδη σκηνή, βιβλικών διαστάσεων, ο πατέρας (Max von Sydow), δίπλα στο σώμα της βιασμένης και δολοφονημένης κόρης του, δεν προσεύχεται, ούτε ικετεύει το θείο. Ο Bergman στήνει μια σκηνή ενός καθαρά πνευματικού debate και λύνει το δράμα με ένα αρκετά προβλέψιμο, αλλά καθαρτικό τρόπο. 

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Miracolo a Milano-Θαύμα στο ΜΙλάνο

Ένα νέο-ρεαλιστικό παραμύθι, ένας ύμνος στην απλότητα, στην θετική διάθεση, στην αγάπη. Ο Toto (Franscesco Golisano), είναι ο κήρυκας της καλοσύνης, φορέας της αλλαγής, η ήρεμη δύναμη που πηγάζει από μια εσωτερικότητα ανέγγιχτη από τους ψυχρούς υπολογισμούς, τα ατομικά μικροσυμφέροντα και τις κοινωνικές αδικίες. Είναι ο κινηματογραφικός εκπρόσωπος της non violent resistance, της παθητικής αντίστασης ενάντια σε αυτό που απειλεί να χαλάσει το περιβάλλον, να διαφθείρει τις ανθρώπινες σχέσεις και συνειδήσεις, να εγκαθιδρύσει κοινωνίες εξουσιαστών-εξουσιαζόμενων. Ο Toto, ζει μέσα σε αυτόν τον κόσμο, δεν τον εξιδανικεύει, δεν χαϊδεύει τα αυτιά των απελπισμένων φτωχό- πρόδρομων που αποτελούν τον δικό του λαό, γιατί είναι σάρκα από την δική τους σάρκα

Ο Vittorio de Sica κινηματογραφεί τα ανθρώπινα απομεινάρια, που άφησε πίσω της στην
μεταπολεμική Ιταλία, η εξουσιολάγνα, μπουκωμένη στόμφο, φασιστική υστερία. Τα περίχωρα του Μιλάνο, καταυλισμοί αστέγων, άνθρωποι χωρίς παρελθόν και μέλλον. Ένα πλήθος κομπάρσων καθοδηγημένων με εξαιρετική μαεστρία, ασπρόμαυρη φωτογραφία γεμάτη λυρισμό και μια σκηνοθεσία γεμάτη συμβολισμούς, από την αρχή της ταινίας- από την γέννηση του πρωταγωνιστή μέσα στα λάχανα έως το ταξίδι στον ουρανό, με τις ιπτάμενες σκούπες.


Ο νέο-ρεαλισμός του Vittorio de Sica δεν φοβάται τα θαύματα. Και γίνονται πολλά σε αυτήν του την ταινία. Γιατί τα θαύματα βρίσκονται εδώ και το μόνο που χρειάζεται, είναι τα μάτια για να μπορέσει κάποιος να τα δει και την καρδιά για να μπορέσει να τα ερμηνεύσει. Διαφορετικά, υπάρχουν δίπλα του, τον ακουμπάνε και εκείνος συνεχίζει δυστυχισμένος μέσα στην κατάσταση της πνευματικής του νωθρότητας, να τα ψάχνει απεγνωσμένα. Μεγαλειώδης η σκηνή, κατά την οποία ο μαύρος του καταυλισμού ζητά από τον Τοτό να τον μεταμορφώσει σε λευκό, για να μπορέσει να τον αγαπήσει η λευκή γειτονοπούλα του, για να ανακαλύψει αμέσως μετά, ότι εκείνη έχει ήδη μεταμορφωθεί σε μαύρη, για χάρη του.




Εδώ με ελληνικούς υπότιτλους


Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Ascenseur pour l' échafaud


Η ταινία του Louis Malle, “Ascenseur pour l’ échafaud” (Ασανσέρ για δολοφόνους), είναι ένα πάντρεμα film noir και μουσικής jazz.  O Miles Davis, που υπογράφει το soundtrack, ακολουθεί με την λυπητερή, λυγμική του τρομπέτα, τους πρωταγωνιστές, στα παιγνίδια που τους παίζει η μοίρα.

Ατμοσφαιρική, ασπρόμαυρη ταινία με καταπληκτικά νυχτερινά πλάνα του Παρισιού. Η κάμερα εστιάζει πολύ συχνά πάνω στο αμακιγιάριστο, λευκό πρόσωπο της Jeanne Moreau, μιας και είναι το πρόσωπο κλειδί, που από εκεί αρχίζει να ξεδιπλώνεται το γαϊτανάκι των γεγονότων και των συμπτώσεων, που οδηγούν στα εγκλήματα. Οι χαρακτήρες βρίσκονται στερεά τοποθετημένοι στην κοινωνική ιεραρχία, χωρίς παρεκκλίσεις και έτσι η σκηνοθεσία έχει όλο τον χρόνο και τον τρόπο, να παίξει στις λεπτομέρειες. Πλούσιος επιχειρηματίας, η νέα γυναίκα του που τον απατά με υπάλληλό του- πρώην παραστρατιωτικό, η απλή κοπέλα που δουλεύει στο απέναντι ανθοπωλείο με τον φίλο της- άτομο μικροπαραβατικό, οι σπορτίφ ανέμελοι Γερμανοί τουρίστες- τυχαία θύματα, οι αστυνομικοί που αναλαμβάνουν να ξεδιαλύνουν το μυστήριο και φυσικά, ο κοινωνικός περίγυρος, γειωμένος στην πραγματικότητα, αμέτοχος στο πάθος των πρωταγωνιστών και καταναλωτής πρωτοσέλιδων εφημερίδων.

Πολύ ευχάριστη ταινία, ειδικά στο πρώτο μέρος, όπου και χτίζεται η υπόθεση. Στο δεύτερο μέρος, επειδή ο θεατής γνωρίζει και έχει γίνει συμμέτοχος του μυστηρίου, η υποχώρηση της έκπληξης αντικαθίσταται από την σκηνοθετική δεξιοτεχνία και την στυλιζαρισμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία.




Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Superclásico

Το “Superclásico” (Μπουένος Άιρες σ’ αγαπώ), του δανού σκηνοθέτη Ole Christian Madsen, είναι μια συμπαθητική ταινία, με καλό ρυθμό, έξυπνες κωμικές καταστάσεις-αν και καταπιάνεται με το βαρύ θέμα ενός διαζυγίου-αλλά πάνω απ’ όλα, αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει, είναι ότι η διήγηση της είναι καθαρά κινηματογραφική. Ο φακός, παράλληλα με την ιστορία, διηγείται την ζωή της ίδιας της μεγαλούπολης, χωρίς η ματιά του σκηνοθέτη να έχει τουριστική διάθεση. Το ποδόσφαιρο με τις εντάσεις και τις εκρήξεις που δημιουργεί στον κόσμο, το tango, η κουλτούρα της ερωτικής κίνησης στα μπαράκια,  στα γωνιακά σταυροδρόμια, το παραδοσιακό asado, το κρέας στα κάρβουνα, το yerba mate και η ιεροτελεστία του, συνθέτουν μια εικόνα σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτήν της βόρειας Ευρώπης.

Ο Christian (Anders W. Berthelsen), γευσιγνώστης κρασιού και ιδιοκτήτης μιας κάβας στην Κοπεγχάγη, που είναι έτοιμη να χρεοκοπήσει, ταξιδεύει με τον 16χρονο γιο του Oscar (Jamie Morton) στο Μπουένος Άιρες, για να πείσει την σύζυγό του Anna (Paprika Steen), η οποία τον έχει παρατήσει, να γυρίσει ξανά κοντά του. Η Anna είναι ατζέντισα του διάσημου ποδοσφαιριστή της Boca, Juan Díaz (Sebastián Estevanez) και είναι έτοιμη να παντρευτεί μαζί του και να του κάνει την μεγάλη μεταγραφή, σε μεγάλο σύλλογο της Βραζιλίας.
Ο Christian, που τόσο απεχθάνεται την ζέστη της πόλης, το ποδόσφαιρο και το Αργεντίνικο κρασί, είναι υποχρεωμένος να τα ανεχθεί όλα αυτά και μαζί με αυτά και τον γκόμενο της γυναίκας του, ένα εξωστρεφή νεαρό, με έντονες καθολικές θρησκευτικές καταβολές, που είναι ο goleador της ομάδας του. Με πολλά σκαμπανεβάσματα ανάμεσα στην political correct στάση και στην «κατινιά», μαθαίνει να ζει, εγκλιματίζεται, θυμάται τα νιάτα του σαν πορτιέρο στο χάντμπωλ, αγαπά το κρασί της Μεντόζα, όταν ανακαλύπτει την «ψυχή» του και τον «διδάσκει» την ουσία της μποέμικης ζωής και το tango η εβδομηντάρα υπηρέτρια στην έπαυλη που ζει η πρώην συμβία του. Ο γιος του,  ο Oscar, ένας νεαρός κάπως ιδιαίτερος, με ανεπτυγμένη διαίσθηση,  γνωρίζει τον έρωτα, αλλά και τον συντηρητικό μικροαστισμό της αργεντίνικης μεσαίας τάξης. Πολύ καλή η έμπνευση με το όραμα του νεαρού, που βλέπει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου δυο κατσαρίδες να χορεύουν tango.


Η μουσική επένδυση με γνωστά κομμάτια του Gardel, κάτω από τον αθηναϊκό ουρανό, αφήνει στο τέλος μια ευχάριστη διάθεση. 

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

4o Φεστιβάλ Ισπανικού κινηματογράφου-Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και την 4η εβδομάδα Ισπανικού κινηματογράφου στην Αθήνα, μισός αιώνας κωμωδίας.

Carlos Saura, "Mamá cumple cien años" (Η μαμά κλείνει τα εκατό). Είναι πραγματικά εκπληκτικό, το πόσο καλά και μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, ο σκηνοθέτης κατορθώνει να περιγράψει με εξονυχιστικές λεπτομέρειες το σύνολο των χαρακτήρων του έργου-και δεν είναι λίγοι. Μπερδεύει με αριστοτεχνικό τρόπο το ρεαλιστικό με το μαγικό. Κινείται με χαρακτηριστική άνεση μέσα στους χώρους του παλιού αρχοντικού και στους κήπους του.

Τα παιδιά, τα εγγόνια και η παλιά γκουβερνάντα με τον σύζυγό της, μαζεύονται στην  εξοχική έπαυλη, για να γιορτάσουν τα εκατοστά γενέθλια της γηραιάς κυρίας. Βγαίνουν στην επιφάνεια παλιές οικογενειακές πληγές και δημιουργούνται καινούργιες αφού από την φύση του ο άνθρωπος ρέπει προς...την αμαρτία.






Ángel de la Cruz, "Los muertos van de prisa" (Οι πεθαμένοι ). Εδώ ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η φύση της αυτόνομης περιοχής της Γαλλικίας, καθώς η ταινία αυτή στερείται επαρκούς σεναρίου και οι ηθοποιοί αποδεικνύονται κατά πολύ κατώτεροι των περιστάσεων, με εξαίρεση τον απολαυστικό Ernesto Chao στον πολύ μικρό ρόλο του Cinfuentes, του αστυνομικού διευθυντή του χωριού.

 Ένα φορτηγό ρυμουλκό, που το οδηγεί μια αφρατούλα νταλικιέρισα, σφηνώνει σε μια στενή γέφυρα, που ενώνει το ψαράδικο χωριό με το νεκροταφείο του. Ένα εξέχον μέλος του χωριού δεν μπορεί να θάψει τον πατέρα του, μέχρι που αποδεικνύεται ότι ένα κρυφό μυστικό είναι η αιτία, που η ψυχή του πεθαμένου δεν μπορεί να αναπαυθεί.

                                                            


Álex de la Iglesia, "La comunidad" (Η πολυκατοικία). Μια ταινία που κινείται ανάμεσα στην μαύρη κωμωδία, το θρίλερ και την σάτιρα. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο, πιο είναι το στυλ που επιθυμεί ο σκηνοθέτης για την ταινία του. Ανεξάρτητα αν πρόκειται για μια συνειδητή αμφιταλάντευση ή για αναποφασιστικότητα, το αποτέλεσμα είναι πάρα πολύ καλό. Η Carmen Maura στον ρόλο της υπαλλήλου του μεσιτικού γραφείου απολαυστική.

Ένας πεθαμένος ένοικος μιας πολυκατοικίας έχει κρύψει στο διαμέρισμά του ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Η υπάλληλος του μεσιτικού γραφείου, που αναλαμβάνει να το παρουσιάζει στους υποψήφιους ενοικιαστές, το ανακαλύπτει και οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας προσπαθούν να της το αποσπάσουν, για να το μοιραστούν μεταξύ τους.

Μια κωμωδία splater από την οποία δεν λείπει ούτε ο ιππότης Τζεντάι


                                                                 

Pablo Berger, "Terremolinos 73". Περισσότερο από μια κωμωδία, αυτή η ταινία του Pablo Berger, έχει να κάνει με τις κωμικές καταστάσεις, που προκύπτουν από την ίδια την απόγνωση. Πολύ καλός ρυθμός, εκπληκτικές ερμηνείες από τους Javier Cámara και Candela Peña.

Ο Alfredo, που δουλεύει πλασιέ για εγκυκλοπαίδειες και η γυναίκα του Carmen, που δουλεύει σε στούντιο αισθητικής, τα φέρνουν δύσκολα βόλτα, μέχρι που ο προϊστάμενος του Alfredo τους προτείνει να γυρίσουν στο σπίτι τους ερωτικές ταινίες, υποτίθεται εκπαιδευτικού περιεχομένου, για την αγορά της Δανίας. Το ζευγάρι θα ξεπεράσει τις ηθικές αναστολές του, όμως η επιθυμία της Carmen να γίνει μητέρα, σε συνδυασμό με την αζωοσπερμία του Alfredo, θα περιπλέξει τα πράγματα.

Ο κόσμος του κινηματογράφου από τα μέσα, συνεχείς αναφορές σε ταινίες σταθμούς της έβδομης τέχνης, μια ταινία λιτή και τρυφερή ακόμα και στις σκηνές του υποτιθέμενου πορνό. Το γέλιο μπουκώνει στο στόμα και βγαίνει σαν θυμός.



                                                           

Daniel Sánchez Arévalo, “Primos” (Ξαδέλφια) Μια ταινία του 2011 πολύ φλύαρη, επιπόλαιη, εξυπνακίστικη, προβλέψιμη και το χειρότερο απ’ όλα με μια τάση διδακτισμού ανυπόφορη.

Αφορά την ιστορία τριών ξαδελφιών, που γυρίζουν στο χωριό τους, μετά την ακύρωση του γάμου ενός από αυτούς. Θα μπορούσε να ήταν μια συνηθισμένη εφηβική ταινία, αν δεν έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να την «ανεβάσει» με σπασμωδικές σκηνοθετικές και σεναριακές εφευρέσεις, που όμως καταλήγουν στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Ο ένας ξάδελφος μετά την χυλόπιτα που τρώει στην εκκλησία, όταν η μέλλουσα σύζυγος τον παρατάει σύξυλο, βρίσκει στο χωριό τον εφηβικό του έρωτα, με ένα παιδί 9 ετών… να τον περιμένει ακόμα.
Ο δεύτερος ξάδελφος επανασυνδέεται με τον αλκοολικό παλιό του φίλο, του οποίου η κόρη δουλεύει στο μπαρ του χωριού, χωρίς να μας το ξεκαθαρίζει αν είναι η δεν είναι πόρνη. Την ερωτεύεται και σώζει αυτήν και τον πατέρα της.
Ο τρίτος ξάδελφος, τραυματίας και ήρωας πολέμου, παλεύει να απογαλακτιστεί από την νοσοκόμα φιλενάδα του και «δένει» με τον γιο της πρώην γκόμενας του πρώτου ξαδέλφου.
 Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν……

                                                         

                                                            

 Álvaro Begines, “Por qué se frotan las patitas” (Γιατί τρίβουν τα ποδαράκια τους). Μια συμπαθητική, μουσική κωμωδία, που μας γυρνάει στους δρόμους της Βαρκελώνης. Πολύ καλός ρυθμός, μια εκδοχή μετα-φλαμένκο με το τραγούδι και τον χορό να λύνουν αδιέξοδα, ίσως τα αδιέξοδα που η ίδια η ζωή δεν μπορεί να λύσει.

Την ίδια μέρα εγκαταλείπουν το σπίτι οι τρεις γυναίκες της ζωής του Luis, η μητέρα του (που τα έχει φτιάξει κρυφά με τον πεθερό του), η γυναίκα του (κάνει την οικογενειακή επανάσταση της) και η κόρη του (αυτό ήταν το μόνο αναμενόμενο, μιας και την παρουσιάζει σαν ατίθασο νιάτο). Προσλαμβάνει ένα ντετέκτιβ τον Manolete  (η τρομερά κωμική φιγούρα του Manuel Morón) για να τις βρει. Όλα περιπλέκονται, καθώς η γιαγιά πιάνει φιλίες με τους καταληψίες νεαρούς φίλους της εγγονής της, η γυναίκα του Luis αποσύρεται σε μοναστήρι βουδιστών, ενώ ο δαιμόνιος ντετέκτιβ ζει το ειδύλλιο της ζωής του με την γεροντοκόρη γειτόνισσα. … Μέχρι και ανορεξικό σκυλί διαθέτει η ταινία.

                                                           


Manuel Gómez Pereira, “El amor perjudica seriamente la salud”, (Ο έρωτας βλάπτει σοβαρά την υγεία). Μια ευφάνταστη κωμωδία με πανέξυπνα σκηνοθετικά κόλπα, καλό ρυθμό, και εκπληκτικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Καταπιάνεται με το θέμα της ερωτικής επιθυμίας, της σεξουαλικής έλξης, πέρα από κανόνες, κοινωνικές καταβολές και χαρακτήρα των ανθρώπων.

Η Diana Balaguer (Ana Belén), σαν ώριμη κυρία και Penelope Cruz, σαν νεαρή και ο Santiago García (Junjo Puigcorpé), σαν πενηντάρης και Gabino Diego, σαν νεαρός, δεν έχουν τίποτα άλλο κοινό, εκτός από μια σωματική έλξη, που τους οδηγεί να συνευρίσκονται στα πιο απίθανα μέρη, ενώ ο καθένας έχει την παράλληλη συζυγική του ζωή. Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο έρωτας, έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμα και όταν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είναι συμβιβασμένοι.



                                                        



Luis García Berlanga, “El verdugo” (Ο δήμιος). Ασπρόμαυρη ταινία
του 1963, που εκτός από το θέμα που πραγματεύεται- την κοινωνική διάκριση που υφίστανται συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες και οι κοινωνικός τους περίγυρος, στην περίπτωση αυτή, ο επαγγελματίας δήμιος και ο υπάλληλος του γραφείου τελετών- αποτελεί και μια ηθογραφική αναπαράσταση της Ισπανίας την περίοδο που γυρίστηκε. Με πολύ λεπτές αποχρώσεις σκιαγραφείται το βαρύ αποτύπωμα της δικτατορίας του Φράνκο. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή, όμως είναι διάχυτος ο φόβος στις λέξεις τους, στις κινήσεις τους, στον τρόπο που σκέφτονται. Ένας αποπνικτικός επαρχιωτισμός, συντηρητισμός σκεπάζει κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής.


Ο José Luis Rodrígez (Nino Manfredi) πρώην νεκροθάφτης και νυν κρατικός δήμιος, στην θέση του συνταξιούχου πεθερού, του Amadeo (José Isbert), πρέπει να ξεπεράσει τις ηθικές αναστολές του και να μάθει να σκοτώνει, όταν του το ζητά η δικαιοσύνη, αν θέλει να βρει τα χρήματα για το διαμέρισμα που στεγάζει την οικογένειά του. Όλο το ζήτημα είναι να κάνει την αρχή. Στην πρώτη φορά διαλύονται, οι όποιες αναστολές. Ένα ψυχογράφημα των ανθρώπων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στην αρχή της ανέλιξης τους, που οδήγησε στην δημιουργία της μεσαίας τάξης.

                                                         

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Μέρα γιορτής

Στην αυλή του συλλόγου Ελλήνων αρχαιολόγων προβάλλονται ταινίες αφιερωμένες στο ποδήλατο.


Η μηχανή του τρακτέρ, που κουβαλάει στην καρότσα της τα παιγνίδια για το καρουσέλ του λούνα –παρκ, για την γιορτή της επόμενης μέρας στο χωριό της Γαλλικής επαρχίας, όταν μπαίνει στον κεντρικό δρόμο του χωριού, πρέπει να κινηθεί αργά, πίσω από τις χήνες, που καταλαμβάνουν με τις φωνές τους το οδόστρωμα.

Η "Μέρα γιορτής" είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jacque Tati. Ο κόσμος του  είναι μια μίξη ανατροπής, λεπτής ειρωνείας, κριτικής του καθωσπρεπισμού, χιούμορ και νοσταλγίας. Γυρισμένη στο 1947 και με ένα στυλ που παραπέμπει σε βωβό κινηματογράφο, δεν σταματά στα κωμικά περιστατικά, αλλά αποτελεί μια ηθογραφία της εποχής. Η γιαγιά με την καμπούρα το μάτι, που τα βλέπει όλα, αλλά βλέπει και πίσω από τα πράγματα, ο καφετζής, οι εργάτες του χωριού, ο υπάλληλος του λούνα παρκ με την χαμηλοβλεπούσα ομορφονιά, τα σκανταλιάρικα παιδιά με τα αθώα πειράγματά τους. Ένας κόσμος που διαπλέκεται σε αστείες καταστάσεις, που κινείται με χορευτικές φιγούρες, που διώχνει τις μύγες με κινήσεις τροχονόμου.  

Αν και είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στηριγμένη πάνω στον χαρακτήρα του ταχυδρόμου, που υποδύεται ο ίδιος ο Jacque Tati με την αθώα πληθωρικότητά του, έχει και ένα δεύτερο πρωταγωνιστή. Το ποδήλατο της υπηρεσίας, ένα ποδήλατο με προσωπικότητα όπως αποδεικνύεται, εκτός των άλλων και από το συνεχές κτύπημα του κουδουνιού του. Όταν την μέρα του πανηγυριού, στο χωριό, σε μια τέντα που προβάλλει τα επίκαιρα της εποχής, το κοινό πληροφορείται ότι τα Αμερικανικά ταχυδρομεία χρησιμοποιούν για την παράδοση των γραμμάτων τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα της τεχνολογίας, ελικόπτερα, ταχυδρόμους ειδικά εκπαιδευμένους, που εκτελούν αποστολές με αυτοθυσία για την εξυπηρέτηση των πολιτών, ο φτωχός Φρανσουά, ο ταχυδρόμος, γίνεται ο περίγελος όλων. Αντί να το βάλει κάτω, αποφασίζει να δείξει τι αξίζει και μέσα από μια ακολουθία ξεκαρδιστικών επεισοδίων καταφέρνει να κερδίσει την συμπάθεια των συμπολιτών του. Μια φιγούρα αεικίνητη, ευκίνητη, δραστήρια, που όμως τα αποτελέσματα των πράξεων της είναι δυσανάλογα με αυτήν την ικανότητα που εκφράζει. Ο Francois του Jacque Tati δεν είναι απλώς ο συμπαθητικός, καλοσυνάτος γκαφατζής.  Ίσως να αποτελεί τον προπομπό του Monsier Hulot, του μετέπειτα ήρωα του, που ζει ταυτόχρονα μέσα και έξω από τις καταστάσεις.



Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Τρωάδες

Η κινηματογραφική ταινία «Τρωάδες» του Μιχάλη Κακογιάννη, που προβλήθηκε χθες στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είναι μια ακαδημαϊκή μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου του Ευριπίδη.
Ο σκηνοθέτης, πέρα από την εξαιρετική καθοδήγηση των ηθοποιών- ένα σύνολο από «ιερά τέρατα» του κινηματογράφου, Katharine Hepburn, Vanessa Redgrave, Genevieve Bujold, Ειρήνη Παπά, Patrick Magee, Brian Blessed και την διεύθυνση του χορού, ενός συμπαγούς, ευμετάβλητου συναισθηματικά σώματος, ανάμεσα στον θρήνο και την οργή, από τις γυναίκες της Τροίας- αφήνει τον λόγο του Ευριπίδη να φτάσει ανέπαφος μέχρι τον θεατή.
Η ταινία ξεκινάει ακριβώς την στιγμή της πτώσης της Τροίας και πριν ακόμα έχει κατακαθίσει η σκόνη από τα ερείπια της πόλης. Ο φακός ακολουθεί της γυναίκες στον θρήνο τους και η εικόνα «παγώνει» κάθε φορά που ο αφηγητής προσθέτει ένα από τα δεινά που τις περιμένουν. Ο λόγος έπειτα είναι αποκλειστικά δοσμένος σε αυτές. Σκηνές στην πλειοψηφία τους γυρισμένες στην ύπαιθρο, εκτός από την σύλληψη της Κασσάνδρας μέσα στον ναό, εκμεταλλεύεται το άνυδρο, λευκά φωτισμένο από τον ήλιο τοπίο, για να καταδείξει το τέλος της ιδιωτικής ζωής από τους ηττημένους.

Οι νικητές, αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις, είναι αόρατοι και μπροστά στον φακό διαδραματίζονται μόνο οι εντολές τους. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με την διαχείριση της ήττας από τους χαμένους της κάθε εποχής. Ο Κακογιάννης με όχημα την αγγλική γλώσσα και την υποβλητική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, «ταξιδεύει» τον αντιμιλιταριστικό λόγο του Ευριπίδη σε όλη την οικουμένη.

ΤΡΩΑΔΕΣ (Μέρος 1ον) από apmaster
ΤΡΩΑΔΕΣ (Μέρος 2ον) από apmaster

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Matador


H María Cardenal (Assumpta Sema), απλώνει στο πάτωμα μπροστά στο αναμμένο τζάκι την μπέρτα του ταυρομάχου και κάνουν έρωτα με τον Diego Montez (Nacho Martínez). Την στιγμή του οργασμού βυθίζει το χτενάκι των μαλλιών της στον αυχένα του συντρόφου της και αυτοκτονεί πυροβολώντας μέσα στο στόμα της.




Με όχημα και με την μορφή ενός ψυχολογικού θρίλερ, ο Pedro Almodóvar κάνει σεξουαλική κατήχηση στης γης τους κολασμένους. Καταπιεσμένα σεξουαλικά ένστιχτα από θρησκευτικά διατάγματα, και  κοινωνικές προκαταλήψεις, άνθρωποι με ενοχές, με προβλήματα, ανίκανοι να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο Almodóvar στην ταινία “Matador” εκμεταλλεύεται την παράδοση της χώρας του και με πυρήνα τις ταυρομαχίες, κάνει συνεχείς παραλληλισμούς ανάμεσα στο βάρβαρο αυτό αιματηρό παιχνίδι, που συναρπάζει τα πλήθη και στην ερωτική πράξη. Η αρχέγονη ζωική ορμή, έτσι όπως εμφανίζεται ανεπεξέργαστη από την λογική, που οδηγεί από την μια μεριά στον θάνατο και από την άλλη, με τον οργασμό, στην απώλεια της συνειδητότητας και στην εξαφάνιση του εγωϊκού στοιχείου.
Ο  Ángel (Antonio Banderas), φοιτητής της γεωπονικής, είναι ένας μαθητευόμενος ταυρομάχος, που λιποθυμά στην θέα του αίματος. Καθόλου οξύμωρο, αν σκεφτεί κανείς, ότι η «ταυρομαχική» του αντίληψη αρχίζει και σταματά ακριβώς στην σκέψη του δασκάλου του, του Diego Montez, καθώς η ύπαρξή του αποτελεί δική του προέκταση, των επιθυμιών και των πράξεων του μέντορά του.
Στην ερωτική πράξη δεν χωράνε συναισθηματισμοί. Για να μην «σκοτώσεις» τον σύντροφό σου πρέπει πρώτα να απαλλαγείς από τα βαρίδια του καθωσπρεπισμού, αλλά και για να μην «σκοτωθείς», πρέπει την κατάλληλη στιγμή να μην διστάσεις.
Κι όλα αυτά μέσα από εκπληκτικούς διαλόγους, αριστοτεχνική χρήση του σασπένς και ερωτικές σκηνές που παραπέμπουν σε εικαστικούς πίνακες. Η φύση και γενικά τα φυσικά φαινόμενα συμπαραστέκονται στα δρώμενα, σαν ένα είδος μαγικού ρεαλισμού, ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Το αστυνομικό μέρος της ταινίας στέκεται αυτούσιο και αν και είναι μεγάλο σε έκταση, δεν «θαμπώνει» το κύριο θέμα της. Μουσικά κομμάτια αριστουργήματα συνοδεύουν τον Matador σε κάθε βήμα του. Ένας Almodóvar, αυθεντικός, που έχει να πει κάτι, δεν τραβά από τα μαλλιά για να φτιάξει μια ταινία και γι’ αυτό απολαυστικός.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Μηδαμινές αποστάσεις-Postřižiny


Με ένα μικρό αριστούργημα έκλεισε για φέτος τις προβολές της η Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης.




Η ταινία «Μηδαμινές αποστάσεις» (Cutting it short), του Τσέχου σκηνοθέτη Jiri Menzel, βασισμένη στο μυθιστόρημα, Postriziny
 του Bohumil Habral, περιγράφει την ζωή ενός νέου ζευγαριού σε ένα μικρό παραποτάμιο χωριό της Τσεχοσλοβακίας, λίγο μετά το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου.


Ένας παλιός κόσμος έχει καταρρεύσει μαζί με τα ερείπια της Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας και αχνά αρχίζει να εμφανίζεται κάτι καινούργιο. Η Maryska (Magda Masaryova),μια πανέμορφη γυναίκα γεμάτη ρομαντισμό αλλά και δυναμισμό, μια νεράιδα του καλού, μαγεύει τον περίγυρό της. Ο άνδρας της Francin (Jiri Schmitzer) είναι ο διαχειριστής ενός δυναμικά ανερχόμενου ζυθοποιείου, ένας συγκρατημένος νεαρός που προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στα αυστηρά μέλη του διοικητικού συμβούλιου της επιχείρησης και στον αυθορμητισμό και στην ζωντάνια της γυναίκας του. Όλα αναστατώνονται, όταν καταφθάνει για να ζήσει μερικές μέρες μαζί τους ο αδελφός του ο Pepin (Jaromir Hanzlik), ένας τύπος παρορμητικός, φωνακλάς, με παντελή έλλειψη διακριτικότητας, που μαζί με την Maryska «επιβάλουν» στο περιβάλλον τους τον δικό τους εξωστρεφή τρόπο ζωής.


Φωτογραφία σπάνιας εικαστικής ομορφιάς, λεπτό χιούμορ και ένα πάντρεμα κινηματογραφικής τεχνικής, που παραπέμπει στον βωβό κινηματογράφο και στις ταινίες του Ζακ Τατί, κάτι λίγο από παραμύθι- όσο αφορά παραπομπές σε συμβολισμούς- και μια διάθεση καλωσορίσματος του καινούργιου, που πρόκειται να γεννηθεί. Μέσα στην κοιλιά της πρωταγωνίστριας έχει ήδη συλληφθεί ο μελλοντικός συγγραφέας του βιβλίου. Τα… εμβρυϊκά χρόνια της αθωότητας

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Infancia Clandestina-Με λένε Ερνέστο


Ένας πρώιμος εφηβικός έρωτας μέσα στα μαύρα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή, είναι το θέμα της ταινίας “Infancia Cladestina”, του Benjamin Avila. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα- όπως από την αρχή μας πληροφορεί -και με πολλές φωτογραφίες από την παιδική ηλικία του σκηνοθέτη- που «πέφτουν» μαζί με τους τίτλους του τέλους- μας μεταφέρει στο κλίμα της δεκαετίας του ’70. Γεγονότα, που έχουν χαραχτεί στην μνήμη του,  εικόνες τόσο έντονες- που πηγάζουν από το υποσυνείδητο του- και που σε καθοριστικές στιγμές της αφήγησης «σφυροκοπούν» την μεγάλη οθόνη με καρέ κόμικς, τύπου περιοδικού «Μάσκα», που σημάδεψε την εφηβεία και πολλών συνομηλίκων του- και λίγο πιο παλιών- και στην χώρα μας. Οι φωνές των παραστρατιωτικών και της μυστικής αστυνομίας, όταν επιτίθενται, οι πυροβολισμοί τους, γίνονται πάνω στο πανί, όπως και στο φτηνό χαρτί των παλιών περιοδικών, που φιλοξενούσε αυτά τα σκίτσα, ένας κώδικας επικοινωνίας ανάμεσα σε μυημένους, όπως για παράδειγμα η κλειστή τεθλασμένη γραμμή πάνω στο μαύρο φόντο, ο ήχος του όπλου που αφαιρεί ζωές αγαπημένων.

Ο δωδεκάχρονος Juan (Teo Gutiérrez Moreno), όταν επιστρέφει στην Αργεντινή λαθραία με τους γονείς του, από την Κούβα, αναγκάζεται να κυκλοφορεί με ψεύτικη ταυτότητα και με το όνομα Ernesto. Οι γονείς του, μέλη της αριστερής οργάνωσης των Περονιστών  Montoneros, αναλαμβάνουν αντιστασιακή δράση καλυμμένοι πίσω από μια επιχείρηση, που πουλούσε φιστίκια με σοκολάτα και που ανήκε στον θείο Beto (Ernesto Alterio).  Ο Juan αισθάνεται διαφορετικός από τα άλλα παιδιά. Οι δικές του παραστάσεις μεγαλώνοντας μέσα σε ένα σπίτι σε κατάσταση παρανομίας, με τους γονείς του να παίρνουν μέρος σε αντικαθεστωτικές δράσεις, έρχεται σε σύγκρουση με τον έξω κόσμο, τον κόσμο του σχολείου και της γειτονιάς. Όταν ερωτεύεται την συμμαθήτριά του την María (Violeta Palukas), αυτή η σύγκρουση σε συνδυασμό με την διάλυση της οργάνωσης των γονιών του, θα ανατρέψει για πάντα την παιδική του ματιά και θα τον οδηγήσει σε μια πρόωρη ωριμότητα.

Η ταινία παρά την σαφή αντιδικτατορική της στάση, δεν παραλείπει, να θέσει με σαφή τρόπο ζητήματα, που αφορούν την οργάνωση,  την στάση και τις διαφορετικές αντιλήψεις και πρακτικές ανάμεσα στα μέλη των ακτιβιστικών οργανώσεων. O Juan γίνεται μάρτυρας μιας έντονης αντιπαράθεσης, ανάμεσα στον πατέρα του και τον θείο του, όσο αφορά την πειθαρχία των μελών μιας παράνομης οργάνωσης.  Παραμερίζουμε την ευχαρίστηση; Παραιτούμαστε από κάθε απόλαυση, όσο διαρκεί ο ένοπλος αγώνας  τοποθετώντας την ευτυχία στο απώτερο μέλλον ή η πάλη για την αλλαγή της κοινωνίας γίνεται παράλληλα με την προσωπική συναισθηματική ολοκλήρωση; Και πάλι, σε μια άλλη συζήτηση ανάμεσα στους γονείς του και στην γιαγιά του, που ο μικρός πρωταγωνιστής ήταν παρών, μπαίνει το ζήτημα, του μέχρι ποιο σημείο ένας άνθρωπος μπορεί να αναλάβει τον κίνδυνο, για τον εαυτό του και για τους αγαπημένους του,  να παλέψει για τα ιδανικά του, απέναντι σε έναν αντίπαλο πάνοπλο και ανελέητο.

Σε δεύτερα και τρίτα επίπεδα βλέπουμε μια κοινωνία υποταγμένη στον φόβο. Η εκπαίδευση στην υπηρεσία του καθεστώτος, η πατριδοκαπηλία, η έπαρση της στρατιωτικής σημαίας της Αργεντινής με τον ήλιο, αυτής που τελικά επικράτησε.  Παρακολουθούμε όμως και εικόνες καθημερινότητας. Τα εφηβικά πάρτι, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, το δέος του αγγίγματος των σωμάτων στον πρώτο χορό. Η τελετουργία της λήψης μάτε, του τσαγιού που πίνουν στην Αργεντινή και που κατέχει μαζί με το κρέας στα κάρβουνα, το asado, ένα μέρος της κουλτούρας τους.

Ο Juan είχε την τύχη και  την ατυχία να είναι μέλος μιας οικογένειας ανθρώπων δοσμένων ολοκληρωτικά σε ένα σκοπό στην ζωή τους. Τύχη, γιατί από νωρίς εκτέθηκε και γαλουχήθηκε με τις ιδέες της Αριστεράς, γιατί μπόρεσε να ονειρευτεί μαζί με τους δικούς του ένα κόσμο διαφορετικό και ατυχία, γιατί είδε αυτόν τον κόσμο να γκρεμίζεται και γιατί ήταν κι αυτός μέσα στα ερείπιά του. Η τύχη της μικρής του αδελφής, που τόσο επιμελημένα αποσιωπάται στην ταινία,  είναι  η πιο εύγλωττη διαμαρτυρία για το έγκλημα της υιοθεσίας των μωρών των εκτελεσμένων αντιστασιακών, που τόσο πολύ απασχόλησε την κοινωνία της Αργεντινής, αρκετά χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Πρόκειται για αμιγώς πολιτικό κινηματογράφο, ίσως όχι με την στιβαρότητα και την ιδεολογική ταυτότητα άλλων ταινιών, όμως η ευαισθησία του και η αισιοδοξία που αποπνέει, παρά την σε πρώτο πλάνο οικογενειακή τραγωδία, αφήνουν στον θεατή μια γλυκιά αίσθηση πολιτικής υπεροχής των ιδεών που πρεσβεύει.

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Blancanieves-Χιονάτη

Από τις φολκλορικές ιστορίες  των αδελφών Grimm του 19ου αιώνα, στην Ανδαλουσία της τρίτης δεκαετίας του 20ου και από εκεί μέχρι τις μέρες μας, ένα γοητευτικό γαϊτανάκι συμβολισμών, ένα παραμύθι που μεταφέρει αξίες διαχρονικές, ντυμένες στο άσπρο και το μαύρο του "σύγχρονου", δηλαδή, του ηθελημένα  βωβού κινηματογράφου, κάτω από την λυτρωτική μουσική του φλαμένκο. 
Η Blancanieves Carmen (Sofía Oria, ως κορίτσι και Macarena Garcia, ως γυναίκα), η Χιονάτη του Pablo Berger, κόρη μιας χορεύτριας του φλαμένκο της Carmen de Triana (Inma Cuesta) και ενός ταυρομάχου του Antonio Villalta (Daniel Jiménez Cacho), γέννημα θρέμμα της φτωχής λαϊκής τάξης, έρχεται σε σύγκρουση με την διαφθορά και την υποκρισία των αστών. Συνεχείς αναφορές στον Federico García Lorca και σε κάποια σημεία στον Luís Buñuel, Ένας ανελέητος βομβαρδισμός ανατρεπτικής, πρωτότυπης φωτογραφίας, με την κάμερα να τρυπώνει στα πιο απίθανα σημεία, για να αποτυπώσει την σχέση ανθρώπου-τοπίου. Το ζωώδες, το αυθεντικό, το αμόλυντο, έρχεται σε σύγκρουση με την αλαζονεία του δήθεν. Εδώ, η Χιονάτη δεν είναι η αθώα παιδούλα με την λευκή επιδερμίδα και τα εβένινα μαλλιά, ούτε οι νάνοι είναι τα ερμαφρόδιτα εργατόπαιδα του Ντίσνευ. Το κάρο με τα άλογα που μεταφέρει το μπουλούκι των θεατρίνων-ταυρομάχων είναι ο μπερντές των απόκληρων, που επάνω του αντανακλά η σαπίλα του κατεστημένου. Βασιλόπουλο, μπορεί να γίνει όποιος ή όποια έχει να ξοδέψει λίγες δεκάρες στην παράσταση του δρόμου, γιατί σε μια εμπορευματοποιημένη κοινωνία όλα αγοράζονται, εκτός από την αγάπη. Το προνόμιο να αγαπήσει το έχει μονάχα το άτομο με ειδικές ανάγκες ο πιο ταπεινός από τους νάνους ταυρομάχους και την τιμωρία της κακιάς μητριάς, της Encarna (Maribel Verdu), δεν θα την δούμε ποτέ, παρά μόνο σαν μια φευγαλέα σκιά, με τα κέρατα του ταύρου πάνω στον τοίχο των υπογείων της αρένας. Η Blancanieves αμφισβητεί τον μύθο του αρρενωπού torero και ταυτόχρονα σπάει τα δεσμά που την δένουν με την πατριαρχική κοινωνία. Την ώρα που ο πατέρας της, καθισμένος στην αναπηρική πολυθρόνα, της διαβάζει την Κοκκινοσκουφίτσα-συντρόφισσα στα ψυχαναλυτικά φροϋδικά ντιβάνια-  εκείνη έχει ήδη κάνει το άλμα από τις σελίδες του παραμυθιού, μέχρι την αιωνιότητα, μέσα από τις διασκευές και τους σχολιασμούς, που το ανθρώπινο πνεύμα επιφυλάσσει σε κάθε τι αυθεντικό, που έχει τις ρίζες του στην πρωταρχική ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ιδιαίτερη αναφορά στην μουσική του Alfonso Vilallonga,και στην εκκωφαντική, αν και βωβή, ερμηνεία της Maribel Verdu