Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Το τραγούδι του γκρι περιστεριού-The song of the grey pigeon


Έχουμε δει πολλές ταινίες να έχουν σαν θέμα τους την παιδική ματιά απέναντι στον πόλεμο. Αυτό όμως που κάνει την ασπρόμαυρη ταινία του Stanislav Barabas, «Το τραγούδι του γκρι περιστεριού» (Pieseň o sivom holubovi), «…να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κλασσικά αριστουργήματα του παιδικού κινηματογράφου, για την καταδίκη του πολέμου και τον ύμνο της ειρηνικής ζωής», όπως γράφει και το πρόγραμμα από τα Κυριακάτικα απογεύματα στο Φιλίπ, είναι αυτή η ιδιαίτερη σχέση με την πραγματικότητα. Αυτή η απόφαση του σκηνοθέτη να μιλήσει για όλα, μέσα από τον τρόπο που προσλαμβάνει την πραγματικότητα και δρα μια ομάδα παιδιών διαφορετικών ηλικιών, όταν βλέπουν τον όλεθρο να πλησιάζει, όταν βρίσκονται μπλεγμένοι μέσα του και όταν πια έχει τελειώσει συντρίβοντας τις ελπίδες και τα όνειρα τους. Μια ταινία πρωτοποριακή, τολμηρή στα όρια της ασέβειας ίσως, για όλους όσους μετά το τέλος του πολέμου βιάστηκαν να πάρουν το μέρος των νικητών. Όσων από πεποίθηση ή από φόβο χαιρέτησαν τις ναζιστικές ορδές, είτε σαν άτομα, είτε σαν οργανωμένες κοινωνικές συνιστώσες, όπως το σχολείο και η εκκλησία.


Η ταινία παρακολουθεί σε όλη την διάρκεια του πολέμου την ζωή κάποιων παιδιών ενός Σλοβάκικου χωριού. Πιστή στην χρονική συνέχεια, αλλά ακολουθώντας αποσπασματική αφήγηση και με συνεχείς αλληγορικές αναφορές, περιγράφει τα γεγονότα τοποθετώντας τις σκηνές, όχι ξεκάθαρα μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο, αλλά δημιουργώντας εικαστικές νησίδες μετάδοσης των πληροφοριών.
Η ανέμελη παιδική ζωή με τις σκανταλιές της και τα παιγνίδια της τελειώνει, καθώς οι Γερμανοί μπαίνουν στην Σλοβακία. Στα βουνά οι παρτιζάνοι με την βοήθεια των Σοβιετικών αντιστέκονται. Τα παιδιά συνδυάζουν τις προσωπικές τους αναφορές με την πραγματικότητα. Μέσα στα τα ερείπια, που αφήνει πίσω του ο πόλεμος, μαθαίνουν να ξεχωρίζουν την γενναιότητα, την δειλία, την αυταπάρνηση και την προδοσία.
Ο καλλιτέχνης, ο ηθοποιός που χάνει την ζωή του στην μάχη, ενώ πριν λίγο γελοιοποιούσε την καρικατούρα του Χίτλερ, η σοβιετική κατάσκοπος που βοηθά την αντάρτισσα να ξεγεννήσει σε μια απομονωμένη φάτνη στα χιονισμένα βουνά. Ο «χορός» των πιτσιρικάδων προσπαθεί να προστατέψει την ζωή που γεννιέται. Ο χώρος ανάμεσα στα στασίδια της άδειας εκκλησίας-άδειας και από τους ανθρώπους και από τον Θεό- με το λείο πάτωμα, που γίνεται η πίστα για το παιγνίδι με τα πατίνια. Και φυσικά το γκρίζο περιστέρι με την σπασμένη φτερούγα σιωπηλός μάρτυρας μιας παράλογης εποχής, γέννημα θρέμμα ενός απύθμενου μίσους, σαν κι αυτό που βλέπουμε να καλλιεργείται κάθε φορά που προετοιμάζονται τέτοιες τραγωδίες.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Μαύρος κύκνος-Black swan


Σε αντίθεση με τον Boris Lermontov, της ταινίας «Τα κόκκινα παπούτσια», ο θεατρικός επιχειρηματίας και στην περίπτωσή μας και χορογράφος στην ταινία του Daren Aronofski, «Μαύρος κύκνος», o Thomas Leroy (Vincent Cassel) δεν απαιτεί από την πρωταγωνίστρια του πλήρη αφοσίωση στην καλλιτεχνική της σταδιοδρομία. Εκεί που ο πρώτος την θέλει αποστειρωμένη από την πραγματικότητα και δοσμένη αποκλειστικά στην τέχνη της, ο δεύτερος χρειάζεται για τον ρόλο του μαύρου κύκνου, στην «Λίμνη των κύκνων», που ανεβάζει, μια μπαλαρίνα που να μπορεί να αποδώσει επάνω στη σκηνή τον ερωτισμό και την λαγνεία που απαιτείται. Η επιθυμία του αυτή, να «φτιάξει» ένα δεύτερο παράλληλο εαυτό για την πρίμα μπαλαρίνα του, την Nina Sayers (Natali Portman), για να την ετοιμάσει ιδανικά για την ερμηνεία του ρόλου, έρχεται σε σύγκρουση με ένα πλέγμα ψυχικών δυσλειτουργιών, κοινωνικών ανισορροπιών και ατελούς προσωπικής ιδιοσυγκρασίας της, με αποτέλεσμα την παταγώδη έκρηξη την στιγμή της διθυραμβικής κορύφωσης του δημιουργήματός του.
Η ταινία στο μεγαλύτερο μέρος της εξελίσσεται πατώντας πάνω σε χιλιοπατημένα μονοπάτια. Εικόνες από τα παρασκήνια γεμάτες από ανταγωνισμούς, βεντετισμούς και πισώπλατα μαχαιρώματα και όλα όσα κρύβονται πίσω από τα λαμπερά φώτα της σκηνής. Μια μητέρα πειθαναγκαστική απέναντι στο πουλέν της, την κόρη της, που βλέπει την καριέρα της, σαν προέκταση ανεκπλήρωτης δικής της και άλλες τέτοιες ευκολίες, που κάνουν τον θεατή να παρακαλάει ή να τελειώσει η ταινία μια ώρα αρχύτερα ή να προσεύχεται να το καταλάβει έγκαιρα ο σκηνοθέτης και να αλλάξει «γραμμή πλεύσης». Ευτυχώς ο Daren Aronofski, αν και αργά, μόλις το τελευταίο εικοσάλεπτο το αντιλαμβάνεται και σώζει την ταινία από την μετριότητα εκμεταλλευόμενος τα στοιχεία του θρίλερ, που ίσως σκοπίμως σκορπούσε από την αρχή της. Το κλειστοφοβικό περιβάλλον, οι σταγόνες του αίματος, που αργότερα γίνονται ποτάμι και οι παραισθησιογόνες ουσίες, γίνονται οι καταλύτες για την απελευθέρωση μιας σειράς τεχνασμάτων, που δημιουργούν ένα ικανοποιητικό χώρο για την εξέλιξη της ιστορίας.
Οι σκηνές του χορού, τόσο στις πρόβες, όσο και στην παράσταση, στο τέλος, αρκετά βαρετές, ενώ η μουσική του Clint Mansell, για άλλη μια φορά στέκεται πανέμορφα, ειδικά εδώ, δίπλα στην πασίγνωστη αυτή του Pyotr Ilyich Tsaikovsky.

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν


«Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» (Ivanovo Detstvo) η πρώτη ουσιαστικά ταινία που δημιούργησε ο Andrei Tarkovsky (το 1962), ένα πολεμικό δράμα που εκτυλίσσεται κατά την διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, στο Ρωσικό ανατολικό μέτωπο, καταφέρνει να πλημμυρίσει τις καρδιές των θεατών με μαγικές εικόνες. Ένας πόλεμος που κόστισε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, καθρεφτίζεται ολόκληρος μέσα στα μάτια του πρωταγωνιστή, του δωδεκάχρονου Ιβάν. Οι αντίπαλοι, οι Γερμανοί στρατιώτες, μέχρι λίγο πριν τις τελευταίες σκηνές δεν εμφανίζονται πουθενά. Αυτό που κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι το γκρίζο. Τα σύννεφα πάνω στον μουντό ουρανό της Ρωσικής υπαίθρου, οι καπνοί των βομβαρδισμένων σπιτιών που καίγονται, οι σκοτεινοί κορμοί των δένδρων που κλείνουν το τοπίο και καθηλώνουν το βλέμμα, τα καλάμια της όχθης και τα σκούρα νερά του ποταμού που αντανακλούν επάνω τους τον θάνατο και την καταστροφή. Μέσα στα φυλάκια της πρώτης γραμμής και στα χαρακώματα, ανάμεσα στα ερείπια, υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να ζουν. Που προσπαθούν να βρουν ένα στήριγμα, μια σανίδα σωτηρίας, για να την αρπάξουν, όχι για να σώσουν τις ζωές τους, αλλά για να διατηρήσουν τις μνήμες τους.


Ανάμεσα σε όνειρα που γίνονται εφιάλτες και τον επαναφέρουν στην πραγματικότητα, ο μικρός Ιβάν (Nikolay Burlyaev)- που έχει χάσει την μητέρα του, στρατολογείται από τον κόκκινο στρατό, γιατί χάρη στο μικρό του μέγεθος μπορεί με σχετική ευκολία να περνά απαρατήρητος τον ποταμό και να κατασκοπεύει το στρατόπεδο των Γερμανών- είναι αποφασισμένος να πάρει την εκδίκησή του. Όμως, η ματιά του Ταρκόφσκι δεν έχει να κάνει με ηρωικούς μπολσεβίκους και κτηνώδεις εισβολείς ναζί. Κάθε σκηνή είναι μια αναφορά στην αγωνιώδη αναζήτηση των ανθρώπων, να ανακαλύψουν την χαμένη τους αξιοπρέπεια, να σπάσουν ένα γρανάζι από τον τροχό του θανάτου, που τους παρασύρει ο όλεθρος του πολέμου. Έτσι δεν υπάρχουν πουθενά ηρωικά κατορθώματα, ούτε γενναίοι υπερασπιστές της πατρικής γης. Υπάρχουν αντίθετα εικόνες λυρισμού, που με σύμμαχο την αριστουργηματική ασπρόμαυρη φωτογραφία, μιλούν κατευθείαν στην καρδιά. Ο γεράκος ανάμεσα στα αποκαΐδια του σπιτικού του ψάχνει ένα καρφί για να κρεμάσει το κάδρο με τις αναμνήσεις της ζωής του. Ο λοχαγός Kholin (Valentin Zubkov), που ψάχνει απεγνωσμένα και εκβιαστικά τον έρωτα, στο πρόσωπο της λοχαγού του υγειονομικού, σε μια προσπάθεια να γαντζωθεί στην ζωή. Υπάρχουν ακόμα σκηνές με έντονο συμβολικό χαρακτήρα, όπως αυτή με τα άλογα στην παραλία, να τρώνε τα σκορπισμένα μήλα ή τα παιδιά στη τελική σκηνή του έργου να τρέχουν ασταμάτητα στην επιφάνεια των νερών.
Ο σκηνοθέτης σε όλη τη διάρκεια του έργου βρίσκεται σε ένα διάλογο με την ανθρωπότητα. Η ιστορία υπάρχει σαν κάδρο και μέσα της παίρνουν σάρκα και οστά τα συναισθήματα αυτών, που κάποια στιγμή του χρόνου και του χώρου, βρέθηκαν εκεί που έπρεπε.
Περισσότερα για την ταινία, που προβλήθηκε στον κινηματογράφο Φιλίπ, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.