Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Σε λάθος χρόνο-Locke

Το,  «Σε λάθος χρόνο»  (Locke), την ταινία που σκηνοθετεί και υπογράφει το σενάριο της ο Steven Knight, αν δεν επρόκειτο για τον πρωταγωνιστή Ivan Locke (Tom Hardy), που επί μιάμιση ώρα κινηματογραφείται καθισμένος, «κλειδωμένος», εγκλωβισμένος στο πολυτελές πιλοτήριο μιας BMV, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρίσει κανείς «ραδιοφωνικό κινηματογράφο». Τόσο τέλεια είναι σχεδιασμένοι και έχουν αποδοθεί οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου, με μόνη την φωνή τους να ακούγεται μέσα από το Bluetooth του εργοδηγού της μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας, που παραμονή της χύτευσης του σκυροδέματος μιας τεράστιας οικοδομικής εργασίας, αποφασίζει για προσωπικούς λόγους , για λόγους τιμής, να τινάξει στον αέρα, οικογένεια, καριέρα και οτιδήποτε στέρεο θα μπορούσε να διανοηθεί ένας μέσος δυτικός άνθρωπος.

Μην έχουμε καμιά παρεξήγηση, δεν πρόκειται ούτε κατά διάνοια για road movie, ούτε για καμιά κλειστοφοβική ταινία γυρισμένη σε περιορισμένο σκηνικό χώρο. Το αυτοκίνητο ταξιδεύει στην εθνική οδό, νύχτα,  δεν υπάρχουν τοπία, παρά μόνο ο πρωταγωνιστής και τα διαθλασμένα φώτα των φορτηγών και των άλλων αυτοκινήτων που ταξιδεύουν δίπλα του. Αυτό που «στενεύει» δεν είναι ο κλειστός χώρος, αλλά τα εσωτερικά όρια που βάζει ο άνθρωπος, όταν προσπαθεί να αντιπαλέψει τον ίδιο του τον  εαυτό, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει ανέπαφο το δικό του αξιακό σύμπαν.  Ένας μοναχικός καβαλάρης που κουβαλάει το δικό του ασήκωτο φορτίο, δεν θέλει να το μοιραστεί με κανένα, σαν να πρόκειται για ένα αυτομαστίγωμα, απαραίτητο για να τον οδηγήσει σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί κάθαρση της οικογενειακής του τραγωδίας.

Και τα θεριά που τον περιτριγυρίζουν αυτόν τον μοναδικό οδηγό-επιβάτη είναι πολλά, αλλά το χειρότερο απ’ όλα βρίσκεται πίσω του, το βλέπει στο άδειο κάθισμα, μέσα από  το κεντρικό καθρεφτάκι του παρμπρίζ.

Πρόκειται για ένα έργο πρωτότυπο και ώριμο, τόσο ως προς την σύλληψη του, όσο ως και προς την εκτέλεση, φθάνει στην κορύφωση σταδιακά και λίγο πριν αφήσει τον θεατή, μέσα από τον μονόλογο του γιου, του Ivan, που καταγράφεται στον αυτόματο τηλεφωνητή του κινητού του πατέρα του, φτάνουμε όχι σε μια λύτρωση κατασκευασμένη για σεναριακό φινάλε, αλλά σε μια φιλοσοφική πρόταση για ένα πάγωμα του ανελέητου χρόνου, που πρέπει να βιωθεί ξανά μια δεύτερη λυτρωτική φορά.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Η σκύλα-La chienne

«Η σκύλα» (La Chienne), είναι η δεύτερη ομιλούσα ταινία του Jean Renoir και γυρίστηκε το 1931. Ένα μαυρόασπρο, μελαγχολικό φιλμ, με κάποιες πινελιές χιούμορ και αρκετές σκηνές στους δρόμους της Μονμάρτης.
Ένα αρκετά προσεγμένο και ενδιαφέρον σενάριο,  βασισμένο στο μυθιστόρημα και έπειτα θεατρικό έργο των Georges de La Fouchardiére και André Mouézy Éon, αλλά με μια σκηνοθεσία ρηχή, αναποτελεσματική στην ολοκληρωμένη περιγραφή των χαρακτήρων, που πολύ συχνά χρησιμοποιεί τις λέξεις αντί για τις εικόνες για να δηλώσει το πέρασμα του χρόνου και βρίθει ευκολιών, που κάνουν το αποτέλεσμα προβλέψιμο. Η πατίνα του χρόνου και ίσως αυτή η κοντινή χρονική απόσταση που την χωρίζει από τον βωβό, να δίνει στην ταινία μια ζωντάνια και να την κάνει ικανή να σταθεί ακόμα και στις μέρες μας.
Ο Maurice Legrand (Michel Simon), ταμίας σε μια εταιρεία και ερασιτέχνης ζωγράφος, είναι παντρεμένος με την Adéle (Magdeleine Bérubet), χήρα του Alexis Godard, που πέθανε πολεμώντας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Maurice, καταπιεσμένος από την γυναίκα του, βιώνει τα ειρωνικά σχόλια των συναδέλφων του για τον κλειστό και μονόχνοτο  χαρακτήρα του. Γνωρίζει τυχαία και ερωτεύεται την νεαρή Lulu (Janie Marése), χωρίς να γνωρίζει ότι αυτή είναι μια πεταλουδίτσα της νύχτας και ότι είναι ερωτευμένη με τον προστάτη της, τον Dedé (Georges Flamant).  O Maurice σπιτώνει την Lulu, η οποία μαζί με τον εραστή της πουλάνε τους ζωγραφικούς πίνακες του και κερδίζουν αρκετά χρήματα. Όλα έρχονται τα πάνω κάτω, όταν εμφανίζεται ο «πεθαμένος» πρώην άνδρας της Adéle, ο οποίος παρίστανε τον χαμένο ήρωα πολέμου, για να αποφύγει την μέγαιρα γυναίκα του.  Ο Maurice ανακαλύπτει την σχέση της Lulu με τον Dedé και την σκοτώνει άθελά του σε μια σκηνή ζήλειας. Από παρανόηση της θυρωρού, η αστυνομία συλλαμβάνει για τον φόνο τον Dedé.  Οι δυο πρώην σύζυγοι της Adéle, ο Maurice και ο Alexis,  γιορτάζουν σαν φιλαράκια την ελευθερία τους.

Η ταινία ξεκινάει σαν κουκλοθέατρο. Στην αυλαία εμφανίζονται κούκλες, οι οποίες κάνουν τις συστάσεις των πρωταγωνιστών του ερωτικού τριγώνου, έπειτα σηκώνεται η κουρτίνα και μεταφερόμαστε στην αίθουσα συνεστιάσεων της εταιρείας, όπου ο Maurice γίνεται δέκτης των πικρόχολων σχολίων των συναδέλφων του. Στην τελευταία σκηνή πάλι, όταν οι δυο απελευθερωμένοι σύζυγοι το γιορτάζουν, η κάμερα υποχωρεί και πίσω της κλείνει η αυλαία του κουκλοθέατρου.