Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Las 13 rosas-Τα 13 τριαντάφυλλα


Συνέχεια στο μίνι αφιέρωμα στον Ισπανικό εμφύλιο στις προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης. Μετά τα αριστουργήματα «Η γλώσσα της πεταλούδας», του José Luís Cuerda και «ΟΝότος», του Victor Erice,  της προηγούμενης σεζόν και το «Μαύρο ψωμί», του Agustí Villaronga, ήρθε η σειρά της ταινίας «Τα 13 τριαντάφυλλα» (Las 13 rosas) του Emilio Martínez Lázaro. Όπως και οι προηγούμενες, έτσι και αυτή η ταινία δεν αναφέρονται στον Ισπανικό εμφύλιο, σαν ιστορικό γεγονός, αλλά κάνοντας αναφορά σε αυτόν, ξεδιπλώνουν την δραματουργική τους διάσταση.
Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, που αναφέρονται στην παρακολούθηση, στην σύλληψη, στην ανάκριση, στον εγκλεισμό στην φυλακή και τελικά στην εκτέλεση μιας ομάδας νεαρών γυναικών, μελών της σοσιαλιστικής νεολαίας. Ένα μέρος του σεναρίου αποτελείται από πηγές, όπως τα γράμματα που αντάλλασαν οι φυλακισμένες με τους συγγενείς τους.
Αν και σκηνοθετικά η ταινία δεν διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες, έχοντας χαρακτήρα καθαρά αφηγηματικό, η ιστορική της αξία είναι σημαντική, μιας και μεταφέρει τον θεατή στην ταραγμένη δεκαετία του ’40.  Παρατηρούμε μια Μαδρίτη να έχει καταπληκτικές αναλογίες με το «Ρώμη ανοχύρωτη πόλη», του Roberto Rossellini, αλλά χωρίς να την διαπερνά η δύναμη του ιταλικού νεορεαλισμού.
 Μετά την επικράτηση των φασιστών του Φράνκο, η ηγεσία των δημοκρατικών, των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών και όσοι από αυτούς μπορούν, εγκαταλείπουν την Μαδρίτη. Μια ομάδα μελών της σοσιαλιστικής νεολαίας, ιδεολόγοι αγωνιστές για την κοινωνική δικαιοσύνη, βιώνουν την τρομοκρατία των φαλαγγιτών. Οι ίδιοι και οι οικογένειες τους γίνονται θύματα ενός άνευ προηγουμένου βίαιου εκφασισμού της κοινωνίας. Με όχημα την καραμέλα του «πατριωτισμού» την βία και τον φόβο της βίας, η κοινωνία υποτάσσεται να συμμετάσχει ενεργά στο πλευρό των νικητών του εμφύλιου. Ένας διάχυτος επιβαλλόμενος μιλιταριστικός τρόπος ζωής διαπερνά όλα τα επίπεδα της κοινωνικής οργάνωσης. Η δολοφονία από αριστερούς εξτρεμιστές ενός αξιωματούχου των φασιστών, της κόρης του και του οδηγού του, σε ενέδρα, θα τους οδηγήσει, σαν μια μορφή αντίποινων, στο στρατιωτικό δικαστήριο και από εκεί στο εκτελεστικό απόσπασμα 43 άνδρες και 13 γυναίκες.
Ο σκηνοθέτης χάνεται κάπου ανάμεσα στο συλλογικό και στο ατομικό. Η παράλληλη διήγηση των ιστοριών, των 13 πρωταγωνιστριών και ο τρόπος με τον οποίο κάθε μια συμμετέχει, ενεργεί, δρα και αντιδρά, με τον προσωπικό της μικρόκοσμο αλλά και το περιβάλλον της, αφήνει τεράστια κενά στην διαχείριση της υπόθεσης, που τονίζονται ακόμη περισσότερο από την αφελή σε αρκετές περιπτώσεις απόδοση των ηθοποιών. Αν και καταπιάνεται με πολλές πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού άλλωστε κάθε μια από τα 13 "τριαντάφυλλα" κινείται σε ιδιαίτερο επίπεδο συμπεριφοράς αυτό που λείπει είναι ένας ενιαίος "οδικός" χάρτης αφηγηματικής τεχνικής. Υπάρχουν ευτυχώς πολλές δυνατές εικόνες στην φωτογραφία του José Luís Alcaine, που πετυχαίνουν να κρατήσουν την ταινία σε ικανοποιητικά επίπεδα.
Αν κάτι μένει από αυτήν την ταινία για τον θεατή του 21ου αιώνα είναι, ότι ο φασισμός δεν πολεμιέται με βία- που άλλωστε αποτελεί προνομιακό του πεδίο- αλλά με την εξάλειψη των αιτιών που δημιουργούν την εμφάνιση αυτού του νοσηρού φαινομένου και την απονομιμοποίηση του στις συνειδήσεις των ανθρώπων.  

Ξεχωρίζει για την δύναμη της και την λειτουργικότητά της η μουσική του Roque Baños

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Görünmeyen-Unseen-Αθέατες


Όπως μας εξήγησε ο σκηνοθέτης Ali Ozgenturk, λίγο πριν ξεκινήσει η προβολή της ταινίας στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος- στα πλαίσια του 25ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού κινηματογράφου -είχε αρχίσει να γράφει το σενάριο από το 1972. Περιγράφει πραγματικά περιστατικά από την ζωή του παππού του, κάπου στα βάθη της ανατολικής Τουρκίας,, λίγο πριν ξεκινήσει στην Ευρώπη ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.
Η ταινία είναι ένα συνεχές μπρος-πίσω. Σύγχρονη πραγματικότητα- ζωηρό έγχρωμο φίλμ. Γεγονότα του παρελθόντος- ασπρόμαυρο ελαφρώς πατιναρισμένο.
Ο αντίκτυπος του παρελθόντος φθάνει να επηρεάζει την ζωή δυο νέων ανθρώπων του Recep (Hakan Eratik) και της Ebru (Sezen Aray). Αν και είναι πολύ ερωτευμένοι δεν μπορούν να ζήσουν μαζί, γιατί τις οικογένειες τους τις στοιχειώνει ένα παλιό κρυμμένο μυστικό.
Το 1936, ο διάσημος Ούγγρος μουσικοσυνθέτης Bela Bartok φεύγει από την Ουγγαρία, για να ξεφύγει από τους Ναζί και φθάνει στην Τουρκία, όπου σκοπεύει να ηχογραφήσει μουσική και τραγούδια από λαϊκούς οργανοπαίχτες και τραγουδιστές στα τα απομακρυσμένα χωριά της Ανατολίας. Ο παππούς του Recep, o Ekrem Kiras (Muhammet Uzener), έχει σπουδάσει μουσική σε ωδείο στην Κωνσταντινούπολη και σε αντίθεση με το στρατοκρατικό καθεστώς του Κεμάλ έχει χαρακτήρα κοσμοπολίτη. Συνοδεύει τον Bela Bartok (Udo Kier) στην περιοδεία του, όμως μαζί τους ακολουθούν άνθρωποι του καθεστώτος με πολιτικά, που υποπτεύονται τους μουσικούς για αντεθνική δράση. Ο αρχηγός των αστυνομικών, ο Erol Soikan(Gurgen Oz), είναι και αυτός μουσικός. Σε όλη την διαδρομή αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος, ανάμεσα στην οικουμενικότητα και την παγκοσμιότητα της μουσικής έκφρασης και στον επαρχιωτισμό της εθνικιστικής κυβέρνησης των προϊσταμένων του. Η απόφασή του θα επηρεάσει το μέλλον του ζευγαριού.
Πρόκειται για μια άνιση ταινία. Η ιστορία των δυο νέων δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις σύγχρονες τουρκικές σαπουνόπερες της τηλεόρασης. Η ερμηνεία των ηθοποιών επιεικώς απαράδεκτη. Όμως το κομμάτι που αναφέρεται στο παρελθόν εκτός από την στιβαρή αφήγηση, την ωραία φωτογραφία και γενικά μια αψεγάδιαστη αισθητική, περιλαμβάνει και μια εξαιρετική επιλογή μουσικών κομματιών και τραγουδιών, ενταγμένων απόλυτα στον φυσικό τους χώρο. 

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Pa negre-Μαύρο ψωμί


Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Emili Teixidor είναι τη ταινία του Agustí Villaronga, “Pa negre”, που σημαίνει στην καταλανική γλώσσα «Μαύρο ψωμί». Ένα εικαστικό κινηματογραφικό διαμάντι που προβλήθηκε από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, στο δημοτικό θέατρο της πόλης.
Πρόκειται για μια ταινία δραματική, που αναφέρεται ιστορικά στα χρόνια αμέσως μετά την επικράτηση των φασιστών, φαλαγγιτών του Φράνκο και στην βίαιη κρατική καταστολή που ακολούθησε, σε βάρος των δημοκρατικών. Όμως αυτό είναι μονάχα το μοτίβο πάνω στο οποίο το μυθιστόρημα, αλλά και η ταινία ξεδιπλώνουν την πλοκή τους. Μια πλοκή που παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια του μικρού Andreu (Francesc Colomer), σαν μια μορφή διήγησης με στοιχεία μυστηρίου και φαντασίας σε αναλογίες ιδανικές. Ο τρόπος προσέγγισης των πραγμάτων, ενώ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την οπτική γωνία του σκηνοθέτη, εστιάζει πάνω στις ανθρώπινες αδυναμίες. Η πολιτική διένεξη απλώς υποθάλπει, χωρίς να κατευθύνει τις πράξεις των πρωταγωνιστών. Τα μυστικά που αποκαλύπτονται στον σωστό χρόνο,  οι συμβολισμοί με τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και τα «ζωγραφικά» πλάνα, απογειώνουν την προβολή και αναδεικνύουν ισάξια όλα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με νικητές και ηττημένους, όπως συνήθως συμβαίνει μετά από έναν εμφύλιο πόλεμο. Τα χρόνια της αθωότητας, που αφήνει πίσω του ο Andreu, ο μικρός γιος του συμπαθούντος τους αριστερούς Farriol (Roger Casamajor) και της Florencia (Nora Navas), έχουν να κάνουν με τα μυστικά και τα ψέματα που η μικρή κοινωνία κρύβει σαν σκελετούς μέσα σε παλιά σεντούκια. O Andreu μεγαλώνει εμφορούμενος με τις ιδέες της  Αριστεράς, μαθαίνει να περπατάει με το κεφάλι ψηλά, να καταφρονεί τους προσκυνημένους, να σέβεται την ελευθερία, να ονειρεύεται ένα μέλλον δίκαιο, μέχρι που ανακαλύπτει ότι η βασική διάκριση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς εκμηδενίζεται μπροστά στις προκαταλήψεις και στον βαθιά ριζωμένο συντηρητισμό που διαπερνάει τον κοινωνικό ιστό οριζόντια. Το χρήμα μπορεί να αγοράσει τις συνειδήσεις που πουλιούνται. 
Η μικρή του φίλη η Nuria (Marina Comas) μια «μάγισσα» που τον μυεί στον κόσμο των ενηλίκων, ο αιθέριος φθισικός που ποθεί να πετάξει σαν πουλί με τα φτερά των αγγέλων, ο αλκοολικός δάσκαλος θύτης και θύμα μαζί, η θεία Enriqueta που αρνείται να παντρευτεί τον πλούσιο γείτονα και διατηρεί παράνομη σχέση με έναν φαλαγγίτη και πολλοί ακόμα χαρακτήρες δουλεμένοι με τρόπο αριστοτεχνικό μα πάνω από όλους Pitorliua κρυμμένος ψηλά στην σπηλιά να στοιχειώνει σαν φάντασμα, περισσότερο από όσο στοίχειωνε με την «διαφορετική» ζωή του, όσο ζούσε.
Για τον Villaronga δεν υπάρχουν γενναίοι και δειλοί. Μια ανάσα πάνω στο παγωμένο τζάμι αρκεί για να θολώσει το παρελθόν και να το καταδικάσει στην λήθη.    

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Summer book-Tatil Kitabi


Η ταινία “Summer book” (Tatil Kitabi), του Τούρκου σκηνοθέτη Seyfi Teoman, προβάλλεται από το 25ο πανόραμα ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Πρόκειται για μια ταινία με ενδιαφέρον θέμα, όμορφα πλάνα, όπου ακόμα και οι σκηνοθετικές ευκολίες δείχνουν καλοδουλεμένες και αφομοιωμένες από τον δημιουργό τους. Καταγράφει με σαφήνεια και επιτυχία την ζωή σε ένα χωριό της σύγχρονης τουρκικής επαρχίας, τον τρόπο που είναι δομημένη η πραγματικότητα, το σχολείο, η ζωή των παιδιών μέσα και έξω από αυτό, τα σπίτια, οι ιδιωτικοί χώροι, η αγορά, τα μαγαζιά, οι ανάγκες και οι φιλοδοξίες των απλών ανθρώπων. Εκεί που αποτυγχάνει, είναι ότι αφήνει «κρεμασμένη» την ιστορία του και ανολοκλήρωτους τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών.
Την πρώτη μέρα που γυρίζουν τα παιδιά στο σχολείο, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, ο δάσκαλος τους ζητά να γράψουν μια έκθεση με τίτλο: «Πότε μαθαίνει κανείς περισσότερο, όταν μελετά ή όταν ταξιδεύει;» Ο μικρός Ali (Tayfun Gunai), που του έκλεψαν το βιβλίο της καλοκαιρινής μελέτης αμέσως μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς, φυσικά, δεν μπόρεσε να διαβάσει καθόλου, όμως οι δυσάρεστες οικογενειακές καταστάσεις που βίωσε στις διακοπές του, φαίνεται να τον ωρίμασαν υπερβολικά.
Δεν μπορώ να εξηγήσω, αν το σενάριο ήταν το πρόσχημα, για να γυριστεί αυτή η ταινία ή μπήκε αποκλειστικά, γιατί μια ταινία δεν μπορεί να γυριστεί χωρίς σενάριο ή τουλάχιστον έτσι πιστεύει ο σκηνοθέτης. Η σκηνοθετική γραμμή είναι αργή, ο φακός στέκεται αρκετές φορές ακίνητος, παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές να περπατούν, να οδηγούν, κεντράρει σε σπίτια, καταστήματα και ξαφνικά «κατά ριπές» ακούμε τα πάντα από τους ηθοποιούς που κάθονται γύρω από ένα τραπέζι, στο καθιστικό, στο καφενείο κ.λ.π. και από τους διαλόγους τους παίρνουμε σωρηδόν όλες τις πληροφορίες, που ο σκηνοθέτης πιστεύει, ότι αφορούν τους θεατές.
Ο πατέρας Mustafa (Osman Inan) είναι εργατικός και αυστηρός, η μητέρα Guler (Ayten Tokun) υποψιάζεται ότι την απατά και παίρνει το μέρος των γιων της, ο μεγάλος γιος Veysel (Harun Ozuag), που σπουδάζει για να γίνει αξιωματικός του στρατού θέλει να αλλάξει σταδιοδρομία, αλλά ο πατέρας του δεν θέλει, για να μην πληρώσει την αποζημίωση στην σχολή, ο θείος Hasan (Taner Birsel)- αδελφός του πατέρα- είχε έναν άτυχο γάμο στην πόλη και επίσης ατύχησε στην επαγγελματική του πορεία και γύρισε στο οικογενειακό χασάπικο, τον μικρό Ali ο μπαμπάς του τον έβαλε να πουλάει τσίχλες, για να καταλάβει πως βγαίνει το χρήμα και να «τριφτεί» στην αληθινή ζωή. Ο πατέρας παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο, ψάχνουν να βρουν κάποια χρήματα που είχε κρύψει μέσα στο αυτοκίνητο και δοκιμάζεται η συνοχή της οικογένειας …και δοκιμάζονται λίγο και τα νεύρα τα δικά μας. Θα μπορούσε να ήταν μια πολύ καλή ταινία αν …δεν αδικούσε τον εαυτό της.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Αντιφασιστικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου


Από το φεστιβάλ αντιφασιστικού κινηματογράφου στον κινηματογράφο Τιτάνια, προβάλλονται πολλές ταινίες με ένα κοινό περιεχόμενο, την φρίκη που σκόρπισε- κυρίως στην Ευρώπη- η ναζιστική και φασιστική λαίλαπα, αλλά και με ένα κοινό σκοπό. Η μνήμη αυτών των γεγονότων να μην αφήσει ποτέ ξανά στο μέλλον την ανθρωπότητα να ξαναζήσει τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις.

Του Roberto Rossellini, η ταινία «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη», γυρισμένη το 1945. Ο σκηνοθέτης δεν χρειάζεται  καθόλου σκηνικά για να γυρίσει τις εξωτερικές λήψεις. Ολόκληρη η πόλη ένας σωρός από ερείπια, οικοδομικά και ανθρώπινα. Ο πόλεμος που μόλις έχει τελειώσει έχει αφήσει πίσω του έτοιμο το κινηματογραφικό υλικό για την ταινία. Ένα μαυρόασπρο αριστούργημα, λιτό και περιεκτικό, που παράλληλα με την ιστορία που διηγείται, απεικονίζει στα δεύτερα και στα τρίτα πλάνα του, εν είδει ακατέργαστου ντοκιμαντέρ, την κόλαση του πολέμου που προηγήθηκε. Μαγική ασπρόμαυρη, νεορεαλιστική φωτογραφία, κάδρα από ανθρώπινα ράκη ενός λαού που πίστεψε στον κιτς βερμπαλισμό ενός ανεκδιήγητου δημαγωγού, για να βιώσει έπειτα την ταπείνωση και να πληρώσει με το αίμα του τις υπερφίαλες φασιστικές φαντασιώσεις του.
Ο ηγέτης της αριστερής αντιστασιακής οργάνωσης, Giorgio Manfredi (Marcelo Paglieri), κρύβεται στο σπίτι  της Pina (Anna Magnani), αρραβωνιαστικιάς ενός φίλου του, για να γλυτώσει την σύλληψη από τους Ναζί και τους Ιταλούς φασίστες συνεργάτες τους. Η πρώην ερωμένη του θα τον καταδώσει και θα συλληφθεί μαζί με τον φίλο του και τον ιερέα Don Pietro Pellegrini (Aldo Fabrizi), που είχε προσπαθήσει να τον σώσει οργανώνοντας την φυγή του στο βουνό. Οι Ναζί περικυκλώνουν το τετράγωνο και εισβάλλουν στην πολυκατοικία βγάζοντας έξω τους κατοίκους. Σε μια μεγαλειώδη σκηνή, σταθμό στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, η Anna Magnani λουσμένη από ένα λευκό φως, που συγκρατεί την σκόνη της ανοχύρωτης πόλης, τρέχει πίσω από το καμιόνι που κουβαλάει τον αγαπημένο της και πέφτει κάτω νεκρή από τις σφαίρες των Γερμανών στρατιωτών.


«Ο Αληθινός φασισμός», του Mikhail Romm, είναι ένα σοβιετικό ντοκιμαντέρ του 1965, που περιγράφει την άνοδο, τα εγκλήματα και την πτώση του Ναζισμού. Είναι μια συρραφή από φιλμ και φωτογραφίες, που κατασχέθηκαν από τον σοβιετικό στρατό, όταν κατέλαβε το Βερολίνο το 1945. Φωτογραφίες και φιλμ από την υπηρεσία προπαγάνδας των Ναζί, αλλά και υλικό ερασιτεχνικό, που βρέθηκε σε απλούς στρατιώτες ή πολίτες. Επιχειρεί μια προσέγγιση στην ναζιστική ιδεολογία, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να αποκτήσει την λαϊκή νομιμοποίηση, για να προχωρήσει στα εγκλήματα τα οποία διέπραξε. Αυτό το εκρηκτικό μίγμα ανερμάτιστου εθνικισμού, δηλαδή πατριδοκαπηλίας και μισαλλοδοξίας, στα θεμέλια μιας κοινωνίας που μαστίζεται από την οικονομική κρίση, την ανέχεια και την ανεργία. Η κατασκευή του εθνικού μύθου περί «ανώτερης φυλής», οι προσεκτικά σχεδιασμένες και άψογα εκτελεσμένες παρελάσεις, οι σημαιοστολισμοί και οι βαρύγδουπες στρατιωτικές τυμπανοκρουσίες, για την ανύψωση του φρονήματος και η υπόδειξη ενός εχθρού διακριτού και εύκολα προσβάσιμου, καταγράφονται με μεθοδικότητα και σαφήνεια, χρησιμοποιώντας ακριβώς τα εργαλεία, που οι ίδιοι οι Ναζί χρησιμοποίησαν για την δική τους αναρρίχηση στην εξουσία. Η επιτυχία αυτού του ντοκιμαντέρ έγκειται ακριβώς σε αυτήν την λεπτομέρεια. Μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία καταδεικνύει το σάπιο εθνικό αφήγημα, που κατόρθωσε να μπολιαστεί με τρόπο συστηματικό στο μυαλό της Γερμανικής μεσαίας τάξης.   Οι εικόνες που βλέπουμε είναι τόσο ισχυρές, που σε πολλά σημεία η αφήγηση καταντά απολύτως περιττή. Άλλωστε, είναι ολοφάνερη (και αναμενόμενη αν αναλογιστούμε την χρονιά δημιουργίας του ντοκιμαντέρ αυτού) μιας διάχυτης σοβιετικής προπαγάνδας. Το μοντάζ εστιάζει κυρίως στην προσωπικότητα του Χίτλερ και των συνεργατών του, επιλέγοντας να επικεντρωθεί στις λεπτομέρειες που διαρρέουν από την προσεκτική παρατήρηση του αρχειακού υλικού.   

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Ο έρωτας στο Ζέλαρι (Zelary)


Σε πείσμα όλων, κόντρα στην μιζέρια και την κατάθλιψη, ξεκίνησαν και φέτος οι προβολές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης.
Η πρώτη ταινία από την Τσεχοσλοβακία, του σκηνοθέτη Ondrej Trojan. «Ο έρωτας στο Ζέλαρι» (Zelary), πρόκειται για μια επική, λυρική ταινία, που αναφέρεται στην Τσεχική αντίσταση εναντίον των Ναζί. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, παρακολουθούμε την καθημερινότητα σε ένα μικρό ορεινό χωριό, σχεδόν αποκλεισμένο από την υπόλοιπη χώρα.
Παρά τις καλές προθέσεις, έχουμε να κάνουμε με μια απελπιστικά μονοδιάστατη και απλοϊκή προσέγγιση του όλου θέματος. Το σενάριο παιδαριώδες και η σκηνοθεσία βαρετή και προβλέψιμη. Η κατάσταση σώζεται από την φωτογραφία, η οποία σε κάποιες στιγμές σηκώνει το βάρος ολόκληρης της ταινίας. Οι χαρακτήρες, διανεμημένοι στα πλαίσια του «καλός-κακός», μένουν ανολοκλήρωτοι και η πρωταγωνίστρια, Ana Geislerova, αποτυγχάνει να σηκώσει το βάρος μιας ταινίας, που θα μπορούσε να είχε γυριστεί μονάχα για εκείνη.
Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να καταπιαστεί με πολλά ζητήματα. Δεν μένει μονάχα στην σκληρή πολεμική πραγματικότητα, αλλά επιχειρεί προσεγγίσεις ανάμεσα στις σχέσεις των δυο φύλων, στις σχέσεις ανάμεσα στους απλοϊκούς χωρικούς σε αντιδιαστολή με τους «πρωτευουσιάνους», κάνει νύξεις για ζητήματα κοινωνικά, διαπαιδαγώγησης, μιλά για τον αλκοολισμό, ενώ δεν χάνει την ευκαιρία να παρουσιάσει με τρόπο φολκλορικό την φύση και την κουλτούρα των χωριών της κεντρικής Ευρώπης, βάζοντας- στο «ξεκάρφωτο»- της γυναίκες του χωριού να τραγουδούν ένα πολυφωνικό τραγούδι.
Ίσως, κάτω από το πρίσμα μιας ντοκιμαντερίστικης ματιάς η ταινία να απέδιδε καλύτερα, όμως η διάρκεια της- γύρω στις δυο μισή ώρες- αποδείχθηκε εξοντωτικά κουραστική. Ενώ με την είσοδο του Σοβιετικού στρατού και την απελευθέρωση, η ταινία θα έπρεπε να είχε τελειώσει- δυστυχώς για εμάς- έπρεπε να ζήσουμε για αρκετή ώρα τις βιαιότητες των στρατιωτών και του λοχαγού τους, που ήταν ένας σωσίας του Στάλιν.
Όσο αφορά την υπόθεση, η νοσοκόμα Eliska φυγαδεύεται στο Zelari, ένα απομονωμένο χωριό, για να αποφύγει την σύλληψή της από τους Ναζί. Την συνοδεύει ο Josa (Gyorgy Cserhalmi) ένας ξυλοκόπος, του οποίου την ζωή είχε σώσει προσφέροντας του αίμα στο χειρουργείο. Στο χωριό υποχρεώνεται να παντρευτεί με τον Josa, προκειμένου να μην κινήσει υποψίες, όμως στην συνέχεια «καταφέρνει» να τον αγαπήσει, εκτιμώντας την «ακεραιότητα» του χαρακτήρα του και την «καθαρότητα» του βλέμματός του. Αν και πρωτευουσιάνα και καλομαθημένη κατορθώνει να ενσωματωθεί (να μάθει δηλαδή να μαγειρεύει και να πλένει) στην μικρή απομονωμένη κοινωνία και να δημιουργήσει γύρω της ένα κύκλο αγαπημένων προσώπων. Απωθεί τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις ενός γείτονα, ενώ με τις ιατρικές γνώσεις της κατορθώνει να γίνει το δεύτερο χέρι της μαμής του χωριού και να αποκτήσει κύρος και σεβασμό από τους χωρικούς. Κάποιους ρόλους στην ταινία παίζουν ο παπάς και ο δάσκαλος του χωριού, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο.
Η ταινία κρατά γενικώς πολύ σωστές θέσεις απέναντι σε όλα τα ζητήματα και κινείται σε μια προοδευτική γραμμή. Δεν αρκεί όμως αυτό για μια ταινία γυρισμένη το 2003.
Παρακαλώ, να μην ακούσω ξανά κανένα να πει κακιά κουβέντα για «την δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά». 

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Amour


Ένα πράγμα είναι σίγουρο. Κανείς δεν μπορεί να βγει από την αίθουσα ακριβώς  ο ίδιος με αυτόν που μπήκε. «Ωχ Παναγιά μου…!», «Είχα διαβάσει για αυτήν την ταινία, αλλά δεν το φανταζόμουν τόσο…!», «Τα περάσαμε και εμείς με την μητέρα μου αυτά…», μερικές από τις αντιδράσεις των θεατών, όταν άναψαν τα φώτα.

Τι ακριβώς κινηματογράφησε ο ταλαντούχος σκηνοθέτης Michael Haneke; Από μια πρώτη ματιά ένα οικογενειακό δράμα, με πινελιές κλειστοφοβικού θρίλερ, με πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Γάλλων μεσοαστών,  ευκατάστατων και καλλιεργημένων, που η ζωή του πλήττεται ανεπανόρθωτα, όταν η γυναίκα παθαίνει το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο και ύστερα από λίγο καιρό ένα δεύτερο, πολύ σοβαρότερο. Οι πραγματικά συγκλονιστικές ερμηνείες του Jean Luis Trintignant και της Emanuelle Riva θα μπορούσαν να κρατήσουν την ταινία σε πολύ ψηλά επίπεδα, ακόμα και αν το θέμα της σταματούσε ακριβώς εδώ.

Όμως ο Haneke με αφορμή το γεγονός της αρρώστιας αποφασίζει να κάνει μια μελέτη πάνω στην «εισβολή». Στην παραβίαση του εσωτερικού χώρου, του ατομικού και του οικογενειακού. Η αγάπη, η μακρόχρονη συμβίωση του ζευγαριού δημιουργεί ένα κάστρο φαινομενικά αδιαπέραστο από τους ανθρώπους και τις καταστάσεις. Η ταινία αρχίζει με την είσοδο της αστυνομίας και της πυροσβεστικής στο διαμέρισμα, ουσιαστικά, την προτελευταία πράξη του δράματος. Ο χρόνος γυρίζει πίσω και παρακολουθούμε ένα πλήθος παραβιάσεων, αρχής γενομένης με μια προσπάθεια διάρρηξης του διαμερίσματος που την ακολουθεί  η έναρξη της αρρώστιας. Ο θυρωρός, η γυναίκα του θυρωρού, η κόρη του ζευγαριού, ο γαμπρός τους, ένας παλιός μαθητής της γυναίκας που την επισκέπτεται, οι γυναίκες που προσλαμβάνουν για βοήθεια στο σπίτι, μέχρι και τα περιστέρια που εισβάλουν απρόσκλητα από τον φωταγωγό. Η διατάραξη της συζυγικής αρμονίας, ο βιασμός της αξιοπρέπειας, που γίνεται όχι απαραίτητα με κακή πρόθεση από τον περίγυρο, σπρώχνει τον άνδρα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σφραγίσει κυριολεκτικά και μεταφορικά τον προσωπικό του χώρο, το σπίτι του, την σχέση του και την κοινή τους ζωή.

Πολύ ενδιαφέρουσα και λειτουργική η τεχνική του σκηνοθέτη, να αφήνει ατελείωτα τα πλάνα. Μοιάζει, σαν να βάζει αποσιωπητικά στο τέλος κάθε σκηνής, πριν ανοίξει το παράθυρο για την επόμενη. Αφήνει να περάσουν στον θεατή πολύ περισσότερα από όσα θα άφηναν σελίδες σεναρίου.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Un cuento chino



Αφού η μετάφραση στα ελληνικά του τίτλου της αργεντίνικης ταινίας του Sebastián Borenszstein, Un cuento chino”, επρόκειτο να κατακρεουργήσει με το «Η αγελάδα που έπεσε από τον ουρανό» ολόκληρη την ταινία, καλύτερα θα ήταν να διάλεγαν ένα περισσότερο πρωτότυπο και πιασιάρικο υπότιτλο, όπως για παράδειγμα «Όταν ο ουρανός βρέχει αγελάδες» κ.λ.π.
Τέλος πάντων, δεν ήταν μόνο αυτό το πρόβλημα αυτής της ταινίας. Η σύλληψη του θέματος, η ιδέα μιας προκαθορισμένης μοίρας που επικρέμεται πάνω από την κεφαλή του ανθρώπου και τα διαφορετικά μονοπάτια που υπάρχουν ανάλογα με την φιλοσοφία, την στάση ζωής, αλλά και τον χαρακτήρα του, για να διαχειριστεί αυτό το πεπρωμένο, είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα. Εκεί που πάσχει σοβαρά είναι στην διαχείριση αυτής της σύλληψης. Ίσως, αν δεν υπήρχε ο Roberto (Ricardo Darin), να μιλούσαμε για μια μέτρια ταινία.
Η άβυσσος που χωρίζει τους δυο πρωταγωνιστές, τον Roberto και τον κινέζο Jun (Ignacio Juang), δεν έχει να κάνει με την ανικανότητα τους να επικοινωνήσουν, γιατί δεν έχουν κοινή γλώσσα. Ο αργεντινός απαντά στα κτυπήματα της ζωής αναπτύσσοντας μια persona ιδιότροπη, ιδιόρρυθμη, γεμάτη ψυχαναγκασμούς, ενώ ο δεύτερος απαντά με την φυγή, με τον εκπατρισμό του. Ο ένας, έχει τον προσωπικό του Θεό, που είναι δίκαιος και αυστηρός και που τον «ελέγχει αποτελεσματικά», βάζοντας στον εαυτό του αυτοπεριοριστικούς όρους, ενώ ο άλλος αφήνεται- διαλύοντας στον εγωισμό- του να παρασυρθεί, σαν μια βάρκα χωρίς πηδάλιο στο αδηφάγο κύμα της ζωής στην μεγαλούπολη.
Εκτός από τις σκηνές της αρχής και του τέλους, σε όλη την διάρκεια της ταινίας ο ουρανός δεν βρέχει αγελάδες. Ο ρυθμός είναι ανάλαφρος, με αρκετό χιούμορ και περιγραφή της καθημερινότητας. Ο σκηνοθέτης χτίζει με επιμέλεια έναν πύργο της Βαβέλ, ανάμεσα στους δυο κατατρεγμένους και μέσα σε λίγα λεπτά καλεί το παιδί που κάνει το delivery στο κινέζικο εστιατόριο του Buenos Aires, για να τον «γκρεμίσει» στα εξ’ ων συνετέθη. Όμως, όταν το πηγαίνεις το πράγμα μέχρι εκεί, είναι κρίμα για ένα ψωρο-happy end, να ακυρώνεις όλα τα προηγούμενα. 

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

El Alma de México-Amanecer en Mesoamérica



Από το Ινστιτούτο Cervantes και με την συνεργασία της πρεσβείας του Μεξικό στην Αθήνα, προβλήθηκε το πρώτο μέρος της σειράς “El alma de México” (Η ψυχή του Μεξικό), με τίτλο “Amanecer en Mesoamérica” (Ξημέρωμα στην Μέση Αμερική).
Ο σκηνοθέτης Hector Tajonar, με την συνεργασία πολλών επιστημόνων, ιστορικών, αρχαιολόγων κ.λ.π. και με αφηγητή τον πολυβραβευμένο Μεξικανό συγγραφέα Carlos Fuentes, με αυτό το ντοκιμαντέρ, επιχειρεί να μυήσει τον θεατή στον πολιτισμό που δημιουργήθηκε σε αυτήν την χώρα, από τα προϊστορικά χρόνια, την κατάκτηση από τους Ισπανούς και μέχρι τις μέρες μας.
Πρόκειται για ένα φιλμ στατικό, γεμάτο πληροφορίες και φωτογραφίες γλυπτών-αγαλμάτων, που θυμίζει κατά πολύ μια περιήγηση σε ένα αρχαιολογικό μουσείο με ξεναγό τον Carlos Fuentes. Στο πρώτο μέρος, που είναι αποκλειστικά προσανατολισμένο στους προϊστορικούς λαούς, γίνεται εκτενής αναφορά στους Olmecas, έναν από τους λαούς που προηγήθηκαν των Mayas. Μέσα από τις ανασκαφές πολλών αρχαιολογικών ευρημάτων και ιδιαίτερα των τεράστιων υπερφυσικών «κεφαλών», που αποκαλύφθηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας και ελλείψει φυσικά γραπτών ντοκουμέντων, οι επιστήμονες ανασυνθέτουν τα στοιχεία ενός πολιτισμού που απλώθηκε από την παραλιακή ζώνη μέχρι τα υψίπεδα του εσωτερικού της Αμερικανικής ηπείρου. Στοιχεία για την οργάνωση της κοινωνίας, τις θρησκευτικές δοξασίες και τις φιλοσοφικές θεωρήσεις τους, όπως η αναφορά στην δυϊστική αντίληψη για τον κόσμο, για παράδειγμα «Γέννηση-Θάνατος», «Φως-Σκοτάδι» κ.λ.π. ξετυλίγονται κατά την προβολή του ντοκιμαντέρ, που διαρκεί περίπου μια ώρα.



Την επόμενη Δευτέρα 17/9/2012 θα προβληθούν το δεύτερο μέρος “Paisaje de Pirámides” (Τοπίο με πυραμίδες) και το τρίτο μέρος “Herencia viviente” (Ζωντανή κληρονομιά).  

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Rashomon


Αποκλεισμένοι από την καταρρακτώδη βροχή, τρεις άνθρωποι, μέσα στην Πύλη ενός κατεστραμμένου ναού, περιγράφουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεπράχθη ένα έγκλημα. Ο ξυλοκόπος, αυτόπτης μάρτυς του εγκλήματος παρουσιάζει δυο εκδοχές, την πρώτη την φοβισμένη και στο τέλος μια περισσότερο ρεαλιστική, ο ίδιος ο βιαστής και φονιάς καταθέτει στην αστυνομία την εκδοχή του μετά την σύλληψη, ο ιερέας στον οποίο εξομολογήθηκε η γυναίκα το θύμα του βιασμού και… φυσικά το πνεύμα του άνδρα της γυναίκας, που δολοφονήθηκε, μέσω ενός μέντιουμ.

Μια μεγαλειώδης στιγμή στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η ανθρώπινη ψυχή μέσα σε μια κιβωτό του Νώε σκάβει μέχρι τα πιο άδυτα διαμερίσματα της ύπαρξης, για να αναδείξει την οικουμενικότητα της υπόστασής της.

Μια πολυεπίπεδη, φιλοσοφική, ψυχαναλυτική πραγματεία πάνω στην σχέση του ανθρώπου με ό,τι τον περιβάλλει, με φόντο τις αδυναμίες του. Ένας λυτρωτικός κατακλυσμός, που θα βοηθήσει να προβληθεί, θα ξεπλύνει και θα «γεννήσει» μια καινούργια κατάλευκη συνειδητότητα.

Για την ταινία σταθμό του Akira Kurosawa, κανείς δεν είναι αρμοδιότερος να μιλήσει, εκτός από τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Αντιγράφω λοιπόν από το βιβλίο του «Κάτι σαν αυτοβιογραφία», από τις εκδόσεις «Αιγόκερώς», σελίδα 262:



«Οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να είναι τίμιοι με τον εαυτό τους σε ό,τι αφορά τον εαυτό τους. Αδυνατούν όταν μιλούν για τον εαυτό τους, να μην τον εξωραΐζουν. Το σενάριο λοιπόν που έχετε στα χέρια σας, τέτοιους ανθρώπους απεικονίζει- αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τα ψέματα που τους κάνουν να νιώθουν ότι είναι καλύτεροι απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Φτάνει μάλιστα στο σενάριο μέχρι του σημείου να δείχνει τούτη την αμαρτωλή ανάγκη, που είναι η κολακευτική ψευδολογία, πως υπάρχει και πέρα από τον τάφο-ακόμη και αυτός που πεθαίνει δεν μπορεί να αποφύγει τα ψέματα όταν απευθύνεται στους ζωντανούς με την βοήθεια του μέντιουμ. Ο εγωισμός είναι μια αμαρτία που ο άνθρωπος την κουβαλάει μαζί του από γεννησιμιού του, γι’ αυτό είναι και η πιο δύσκολη να αποβάλουμε. Η ταινία μου θα είναι σαν μια παράξενη εικόνα σε ρολό παπύρου, που θα ξετυλίγεται και θα επιδεικνύεται από το εγώ των χαρακτήρων της. Μου λέτε ότι δεν μπορείτε καθόλου να καταλάβετε τι λέει το σενάριο, μα αυτό συμβαίνει διότι η ίδια η ανθρώπινη ψυχή δύσκολα κατανοείται. Αν συγκεντρώσετε την προσοχή σας στο θέμα αυτό, δηλαδή, στο ότι είναι αδύνατο να κατανοήσουμε αληθινά την ανθρώπινη ψυχολογία, και διαβάσετε το σενάριο ακόμη μια φορά, πιστεύω ότι θα συλλάβετε αμέσως το νόημά του».



Συγκλονιστική πρωτοποριακή ασπρόμαυρη φωτογραφία κόντρα στον ήλιο. Μουσική καθηλωτική ειδικά στο μπολερό που συνοδεύει την αφήγηση της γυναίκας.  








Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Chiκamatsu Monogatari-Σταυρωμένοι εραστές


Η ασπρόμαυρη, ιαπωνική ταινία του 1954, «Σταυρωμένοι εραστές» (Chiκamatsu Monogatari), του Kenji Mizoguchi, από μια πρώτη ματιά κεντρίζει το ενδιαφέρον του δυτικού θεατή, γιατί εκτός από την πλοκή της, μας παρουσιάζει ένα πλήθος στοιχεία ενός πολιτισμού τελείως διαφορετικού από τον δικό μας. Επειδή, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είναι γυρισμένη σε εσωτερικούς χώρους, έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον τρόπο που είναι δομημένη η καθημερινότητα, καθώς και το περιβάλλον που την φιλοξενεί, το εργαστήριο, το αρχοντικό σπίτι το σπίτι του χωριού κ.λ.π. Ο τρόπος που κάθονται οι άνθρωποι στο πάτωμα με τα γόνατα, η υπόκλιση ως επίδειξη σεβασμού, τα παραβάν με τα ριζόχαρτα που χωρίζουν τα δωμάτια του σπιτιού, τα χαμηλά τραπεζάκια, η έλλειψη κρεβατιών και άλλα πολλά.

Η υπόθεση είναι μια απλή δραματική ιστορία με κοινωνικές προεκτάσεις. Η απόδοση έχει ένα χαρακτήρα υπερβολικό, όχι όσο αφορά το παίξιμο των ηθοποιών, αλλά σε κάποια σημεία το σενάριο είναι τραβηγμένο. Επίσης η διαχείριση του χρόνου είναι κάπως προβληματική, με αποτέλεσμα η σύνδεση των πλάνων να προκαλεί πολλές φορές το ξάφνιασμα του θεατή.

Στην φεουδαρχική Ιαπωνία του 17ου αιώνα, η νεαρή Osan (Kyoko Kagawa), γόνος ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας, παντρεύεται τον κατά τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της Ishun (Eitaro Shindo), έναν πλούσιο τυπογράφο που έχει διασυνδέσεις με την πολιτική ηγεσία της περιοχής του Κιότο. Ο αρχιμάστορας στο τυπογραφείο, ο Mohei (Kazuo Hasegawa), είναι κρυφά ερωτευμένος με την γυναίκα του αφεντικού του, χωρίς φυσικά να έχει εκδηλωθεί, αφού ζουν σε μια κοινωνία συντηρητική, γεμάτη υποκρισία και ψεύτικο καθωσπρεπισμό, που τιμωρεί τους μοιχούς με σταύρωση. Φυσικά ο Ishun έχει το ελεύθερο να διασκεδάζει με διάφορες «πεταλουδίτσες» και να προσπαθεί να «σπιτώσει» την νεαρή υπηρέτριά του. Η Osan έχει για πολλοστή φορά ανάγκη από χρήματα, για να σώσει τον αδελφό της, ο άνδρας της αρνείται να βοηθήσει και ο Mohei, στην προσπάθεια του να την βοηθήσει, κλέβει από τον εργοδότη του, αλλά γίνεται αντιληπτός και το σκάει. Η Osan τον ακολουθεί. Για να μην γίνει σκάνδαλο, που θα του κοστίσει πολύ στις πολιτικές του γνωριμίες, ο Ishun, ζητά να του φέρουν πίσω την γυναίκα του, αν και ξέρει ότι με τον νόμο είναι υποχρεωμένος να καταγγείλει την μοιχεία. Ξεκινά ένα παιχνίδι μηχανορραφιών από τα πανταχού παρόντα «τρωκτικά», αυτά που σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της οικουμένης αποτελούν τον «εθνικό κορμό», που πατώντας πάνω σε νόμους ξένους ως προς την ανθρώπινη φύση, εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις για το δικό τους όφελος.

Είναι χαρακτηριστική η σκηνή που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο υπηρετικό προσωπικό, όταν μαθεύεται ότι η «κυρία» του σπιτιού, το έσκασε με τον υπάλληλο του άντρα της. Οι διάλογοι τους εμπεριέχουν τα σπέρματα της αμφισβήτησης αυτού το σάπιου, καταπιεστικού, φαλλοκρατικού συστήματος. Μέσα σε αυτήν την μαυρίλα του συντηρητισμού, αρχίζει να φαίνεται αχνά ποιο θα ήταν το υποκείμενο της μελλοντικής ανατροπής. Φυσικά, στην Ιαπωνία δεν έγιναν ποτέ έτσι τα πράγματα.

Αξίζει επίσης να σταθούμε στις λίγες εξωτερικές σκηνές και ειδικά αυτές με την βάρκα στην λίμνη για την καταπληκτική φωτογραφία και για τον λυρισμό που εκπέμπουν   

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Film d' amore y d' anarquia


Μια ταινία του 1973 στην ασφυκτικά γεμάτη αυλή του Συλλόγου των Ελλήνων Αρχαιολόγων. Το “Film d´amore y d´ anarquia”, της Lina Wertmüller, είναι μια στρατευμένη, πολιτική, αντιφασιστική ταινία και ταυτόχρονα μια τραγωδία με όλα τα χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η αγάπη απελευθερώνει ακόμα και όταν οδηγεί στον αφανισμό. Μπορεί η κοινωνία να αντιπαλέψει τον φασισμό παίζοντας στο δικό του γήπεδο; Η βία, το προνομιακό συστατικό λειτουργίας όλων των φασιστικών κομμάτων, έρχεται για να φιμώσει κάθε αντίθετη φωνή, πατώντας επάνω στην βουβή συγκατάθεση του τρομοκρατημένου λαού. Μια αυτό-εκπληρούμενη προφητεία που οδηγεί ολόκληρη την κοινωνία στην καταστροφή. Το μήνυμα της Lina Wertmuller δεν είναι επίκαιρο, όσο και αν οι καταστάσεις που βλέπουμε να διαδραματίζονται δίπλα μας συνηγορούν για το αντίθετο,  είναι διαχρονικό.

Προσθήκη λεζάντας
Η Salome (Mariangela Melato), πόρνη,  που δουλεύει σε οίκο ανοχής στην Ρώμη, της δεκαετίας του ’30,  παρουσιάζει ως εξάδελφό της και φιλοξενεί,  ένα φιλήσυχο μελαγχολικό αγρότη, τον Τonino (Antonio Soffiantini), ο οποίος έχει σχέσεις με Ιταλούς αναρχικούς. Σχεδιάζουν να δολοφονήσουν τον Μουσολίνι. Ανάμεσα στον Tonino και στην Tripolina (Lina Polino), μια νεαρή πόρνη, αναπτύσσεται ένας δυνατός ερωτικός δεσμός. Η Tripolina, για να προστατεύσει τον αγαπημένο της έρχεται σε σύγκρουση αρχικά  με την Salome και μετά με τον Tonino, γιατί μπορεί να διακρίνει, όχι μόνο την ματαιότητα της επιχείρησης, αλλά και το ασφυκτικό αγκάλιασμα της συλλογικής ιστορικής διαδρομής ενός λαού, επάνω στις ζωές των απλών ανθρώπων.

Η Lina Wertmüller κινηματογραφεί με εξαιρετική λεπτομέρεια την αντίθεση ανάμεσα στο αυθεντικά λαϊκό και την ψευδολαϊκή κακογουστιά και έπαρση του φασιστικού κινήματος. Οι εσωτερικές λήψεις, μέσα στο μπορντέλλο και ειδικά στους κοινόχρηστους χώρους, τα ζουμ πάνω στα πρόσωπα των πελατών και των εταίρων, εξηγούν περισσότερα και από σελίδες ολόκληρων αναλύσεων. Η ερωτική έλξη, η ανάγκη να αγαπηθείς γι’ αυτό που είσαι, οδηγεί το φασίστα αξιωματούχο, τον  Spatoletti (Eros Pangi), να ζητήσει από την Salome να συνευρεθούν, έστω και μια φορά, χωρίς αμοιβή. Όμως μόνο σε μια απελευθερωμένη κοινωνία μπορεί να απελευθερωθεί και ο έρωτας. Ή όταν δημιουργηθούν στιγμιαίες νησίδες ελευθερίας.
Έντονο αφήνει, σε όλη την ταινία, το ίχνος της η μουσική και τα τραγούδια του Nino Rota, πότε προσποιητά εύθυμη στα πλαίσια του "ανεβαστικού" τόνου και της ξενοιασιάς των οίκων ανοχής και πότε λυγμική, να ψάχνει απεγνωσμένα...


Διαβάζουμε από τον Enrico Malatesta:

«Θέλουμε την ελευθερία, θέλουμε οι άνδρες και οι γυναίκες να μπορούν να αγαπηθούν και να ενωθούν ελεύθερα, χωρίς άλλο κίνητρο, παρά μόνο την αγάπη, χωρίς βία ηθική, νομική ή φυσική.

Αλλά η ελευθερία, ενώ είναι η μοναδική λύση που μπορούμε και πρέπει να προσφέρουμε, δεν λύνει ριζικά το πρόβλημα, δεδομένου ότι η αγάπη για μπορεί να ικανοποιεί, χρειάζεται και οι δυο ελευθερίες να συνυπάρχουν, και συχνά δεν συνυπάρχουν αμοιβαία, και δεδομένου επίσης ότι η ελευθερία του να κάνεις αυτό που θέλεις, είναι μια φράση κενού περιεχομένου, όταν πραγματικά δεν γνωρίζεις τι είναι αυτό που θέλεις.

Είναι πολύ εύκολο να πει κανείς: «Όταν ένας άνδρας και μια γυναίκα αγαπιόνται, ενώνονται και όταν παύουν να αγαπιούνται χωρίζουν». Αλλά θα χρειαζότανε για να μπορεί αυτή η αρχή να μετατραπεί σε κανόνα γενικό, που θα σιγουρεύει την ευτυχία, να υπήρχε η επιθυμία για αγάπη και για χωρισμό και για τους δυο ταυτόχρονα. Και αν κάποιος αγαπά, αλλά δεν τον αγαπούν; Και αν κάποιος την ίδια στιγμή αγαπά διάφορα άτομα και αυτή η μίξη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή;

«Είμαι άσχημος» μας έλεγε μια φορά ένας φίλος, «τι θα κάνω αν κανείς δε θέλει να με αγαπήσει;» Η ερώτηση προκαλεί γέλιο, αλλά ταυτόχρονα μας αποκαλύπτει αληθινές τραγωδίες.

Ένας άλλος στενοχωρημένος από το ίδιο πρόβλημα μας έλεγε: « Πραγματικά, όταν δεν βρίσκω την αγάπη, την αγοράζω, ακόμα και αν χρειάζεται να κάνω οικονομία στο ψωμί. Τι θα έκανα αν οι γυναίκες δεν εκδιδόντουσαν; Η ερώτηση είναι φοβερή, αλλά δείχνει την επιθυμία, που υποχρεώνει τους ανθρώπους να εκπορνεύονται, αλλά είναι επίσης τρομερό…τρομερά ανθρώπινο.

Μερικοί θα ισχυριζόντουσαν, ότι το φάρμακο θα μπορούσε να βρεθεί στην ριζική εγκατάλειψη της οικογένειας, στην εγκατάλειψη της σταθερής σεξουαλικής σχέσης, υποβιβάζοντας την αγάπη σε μια πράξη φυσική, ή τουλάχιστον υποβιβάζοντας την σε ένα συναίσθημα παρόμοιο με αυτό της φιλίας, που αναγνωρίζει την ποικιλία, την διαφορετικότητα και την ταυτόχρονη έκφραση συναισθημάτων.

Και τα παιδιά; Θα ανήκουν σε όλους;

Μπορεί να διαλυθεί η οικογένεια; Θα μπορούσε να επιθυμεί κανείς αυτό;

Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να παρατηρήσουμε, αναλογιζόμενοι το καθεστώς της καταπίεσης και του ψεύδους, που υπήρχε και υπάρχει ακόμη μέσα στην οικογένεια, ότι εκεί μέσα βρισκόταν και συνεχίζεται να βρίσκεται ο μεγαλύτερος παράγοντας εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επομένως μέσα στην οικογένεια βρίσκεται ο κανονικός άνδρας, που θυσιάζει τον άνδρα, χωρίς άλλη αποζημίωση πέρα από την αγάπη της συντρόφου του και των παιδιών.

Αλλά θα μπορούσαν να μας πουν, ότι όταν εκλείψουν τα συμφέροντα, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν σαν αδέλφια και θα αγαπιόντουσαν αμοιβαία.

Φυσικά και δεν θα μισούνταν, φυσικά και το συναίσθημα της συμπάθειας και της αλληλεγγύης θα αναπτυσσόταν πολύ και το συνολικό συμφέρον των ανθρώπων θα μετατρεπόταν σε σπουδαίο παράγοντα στην συμπεριφορά του καθενός.

Αλλά αυτό δεν θα ήταν αγάπη. Το να αγαπάς όλο τον κόσμο μοιάζει με το να μην αγαπάς κανένα.»


Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Φεστιβάλ Κουβανικού Κινηματογράφου (2)


Τελευταία μέρα η Τετάρτη 1/8/2012, για το φεστιβάλ κουβανικού κινηματογράφου στο Τριανόν και μαζί με την κλασσική πια “Buena vista social club” του Wim Wenders και το ιστορικό «Πλάγια Χιρόν θάνατος στον εισβολέα» του Manuel Herera, μας κράτησαν συντροφιά, κάτω από το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι του Αυγούστου, δυο ακόμα μικρά διαμαντάκια.



Las doce sillas” (Οι δώδεκα καρέκλες) του Tomás Gutiérrez Alea μια καλοστημένη κωμωδία, που ακροβατεί ανάμεσα στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και στην εκλεπτυσμένη, στα όρια της αόρατης, αντικαθεστωτικής καταγγελίας. Πολύ καλός ρυθμός, εξαιρετικές ερμηνείες και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία πραγματικά αποκαλυπτική των προθέσεων του σκηνοθέτη, από τον Ramón Suárez. Η υπόθεση απλή, προσφέρει απλόχερα πολλές λαβές για κριτική τόσο «επαναστατική» όσο και «αντεπαναστατική». Ο γαμπρός μιας εύπορης κυρίας, που κρύβει την περιουσία της μέσα στην ταπετσαρία δώδεκα καρεκλών, για να μην την βρει και την εθνικοποιήσει το νέο καθεστώς, μαζί με τον πρώην υπηρέτη του και έναν παπά, ψάχνουν να τις εντοπίσουν. Ένας αγώνας ταχύτητας με φόντο τις μικρές, προσωπικές, ανθρώπινες αδυναμίες, κόντρα στην ροή της ιστορίας ενός ολόκληρου λαού.



 Το “Suite Habana” του Fernando Pérez, όπως ακριβώς λέει και ο τίτλος του, αν ήταν μουσικό έργο, θα μπορούσε να είχε την πληρότητα και την ενορχήστρωση μιας σουίτας. Μια ταινία χωρίς σενάριο, αλλά και χωρίς τα χαρακτηριστικά του ντοκιμαντέρ. Δεν υπάρχει πλοκή, δεν υπάρχει αφήγηση, δεν υπάρχει λόγος. Υπάρχουν εικόνες αλληλοδιαπλεκόμενες, υπάρχει μουσική, και υπάρχει διάχυτος ανθρώπινος πόνος, συναισθήματα διάψευσης και παρακμής. Ο φακός μπαίνει στις ζωές πραγματικών οικογενειών και μεμονωμένων ανθρώπων, άσχετων μεταξύ τους. Το μόνο που ξέρουμε γι’ αυτούς είναι το όνομά τους, η ηλικία τους και με τι ασχολούνται. Οι ζωές των πρωταγωνιστών, όλων ερασιτεχνών ηθοποιών, δεν συναντιούνται ποτέ. Βλέπουμε την καθημερινότητα τους και από την φευγαλέα συνάντηση του βλέμματός τους με τον φακό, ερμηνεύουμε τα συναισθήματά τους. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, όπως φαίνονται, όταν σκάνε επάνω τους τα κύματα του ωκεανού, που βρέχουν τα τσιμεντένια κράσπεδα της παραλιακής Αβάνας, εικόνας σήμα κατατεθέν του νησιού της Καραϊβικής.

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Φεστιβάλ Κουβανικού Κινηματογράφου (1)


Από τις προβολές του Σαββάτου 28 Ιουλίου, στα πλαίσια του φεστιβάλ κουβανικού κινηματογράφου, στον κινηματογράφο Τριανόν και υπό την αιγίδα της κουβανικής πρεσβείας.

«Η Aleida Guevara θυμάται τον πατέρα της», του Carlos Alberta García. Ένα μισάωρο ντοκυμαντέρ, όπου η κόρη του Che ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις της από τον πατέρα της και μοιράζεται φωτογραφίες και στιγμιότυπα. Μια καθόλου ιστορική ή πολιτική καταγραφή, αλλά περισσότερο μια κατάθεση συναισθημάτων. Ουσιαστικά, η Aleida δεν θυμάται, άλλωστε ήταν μόνο 5 χρονών όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας της. Ανιχνεύει τα αποτυπώματα που άφησε πίσω του, προσπαθεί να ανασυνθέσει στοιχεία από την προσωπικότητά του, από τις κουβέντες που άκουγε από τους γύρω της καθώς μεγάλωνε. Μαρτυρίες φιλτραρισμένες από την υποκειμενικότητα, αλλά και από την τοποθέτηση της στο πλευρό του «θείου Φιδέλ».



Στο “¡Viva Cuba!”, o Juan Carlos Cremata Malberti κινηματογραφεί ένα road movie με ήρωες ένα αγόρι και ένα κορίτσι, τα πρώτα χρόνια μετά την επικράτηση της κουβανικής επανάστασης. Τα δυο γειτονόπουλα βιώνουν το μεταβατικό στάδιο με ένα ξεχωριστό τρόπο. Μεγαλωμένα μέσα σε οικογένειες με διαφορετικές πολιτικές καταβολές, το σκάνε από τα σπίτια τους με προορισμό το ακρωτήρι Μαϊσί, όπου εργάζεται ως φαροφύλακας ο πατέρας της μικρής, για να του ζητήσουν να μην συναινέσει στην φυγή της από την χώρα, καθώς η μητέρα της με τον πατριό της σκοπεύουν να φύγουν εξόριστοι, παίρνοντας μαζί τους και το κορίτσι.
Ο κόσμος των ενηλίκων μέσα από τα μάτια των παιδιών μπορεί να είναι την ίδια στιγμή άγριος και τρυφερός, σοβαρός και αστείος, αλλά πάντα δημιουργικός και απρόοπτος σαν παραμύθι, που όλα γίνονται, όπως για παράδειγμα να βρίσκεσαι ξαπλωμένος στην αμμουδερή παραλία και να ζωγραφίζεις με χρυσόσκονη με το δάκτυλό σου στον νυχτερινό ουρανό αστέρια και κομήτες.



Το “El Benny” του Jorge Luis Sanchez μας διηγείται αποσπάσματα από την ζωή του διάσημου κουβανού αυτοδίδακτου τραγουδιστή Benny Moré (Bartlomé Maximiliano Moré Gutiérrez). Και εδώ, μέσα από αυτή την γεμάτη μουσική ταινία διακρίνουμε πτυχές από την πραγματική ζωή της Κούβας. Η αγροτική οικογένεια στην οποία μεγάλωσε και που διατηρούσε  στοιχεία της ανιμιστικής κουλτούρας των αφρικανών σκλάβων, τα δύσκολα νεανικά του χρόνια και η μετέπειτα καθιέρωσή του, το ταξίδι του στο Μεξικό, ο μποέμικος χαρακτήρας του μέχρι τον πρόωρο θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, εξ’ αιτίας του αλκοολισμού του. Ένας μύθος των son montuno, mambo, guaracha και bolero ενσαρκώνεται στο πανί από τον εκπληκτικό Renny Arozarena. Μια δροσιά στην  αθηναϊκή νύχτα, που μπορεί να μην μας σήκωσε από τα καθίσματα του «χωρίς στέγη» και όχι θερινού κινηματογράφου, αλλά τουλάχιστον έντυσε με νότες και χορό αυτό το καυτό καλοκαιρινό απόβραδο.


   



Ο μαραθώνιος έκλεισε με την ταινία "Nosotros la música" του Rogello Paris.

Συνεχίζεται

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Medianeras-Μεσοτοιχίες


Μια σύγχρονη ταινία από την Αργεντινή, που προσφέρει απλόχερα αρκετά και σοβαρά σημεία προβληματισμού πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και πως αυτές καθορίζονται από το οικιστικό περιβάλλον. Εκτός από το «είμαστε.. αυτό που τρώμε», ο Gustavo Taretto προτείνει το, «είμαστε…εκεί που ζούμε.  Προσπαθεί να συνδέσει το "γενικό" με το "μερικό", για να δημιουργήσει μια στέρεη  σεναριακή βάση, αλλά ο τρόπος που το κάνει είναι αποσπασματικός. Χρησιμοποιεί πλάνα πάνω στα οποία πέφτουν οι μονόλογοι του αφηγητή, με αποτέλεσμα τουλάχιστον μέχρι το διάλειμμα, να πλατιάζει., καθώς η ταινία αργεί... να «πάρει μπροστά». Κάνει ενδιαφέρουσα ανάλυση των κεντρικών ηρώων και "παίζει" με την μέθοδο της οπτικοποίησης των στοιχείων του χαρακτήρα τους. Όλη την ταινία την διαπερνά ένα ίχνος παραμυθιού, μόνο που ο σκηνοθέτης δεν έχει αποφασίσει από πριν την δοσολογία του και έτσι ο θεατής βρίσκεται εκτεθειμένος, όντας υποχρεωμένος να αποφασίζει εκείνος κάθε φορά για την οπτική γωνία των συμβάντων. Επίσης, υπάρχουν κάποιες επαναλαμβανόμενες σκηνές, που δεν προσφέρουν κάτι στην εξέλιξη της υπόθεσης, εκτός από την πραγματικά αξιόλογη μουσική επένδυση τους.

Η ταινία μας περιγράφει την ζωή του Martin (Javier Drolas) και της Mariana (Pilar Lopez de Ayala) λίγες μέρες πριν την συνάντησή τους. Δυο άνθρωποι μοναχικοί με πολλά κοινά σημεία και αναφορές, που θα ήταν καταδικασμένοι ποτέ να μην έρθουν σε επαφή, αν ο σκηνοθέτης δεν κρατούσε στο χέρι του το μαγικό ραβδί του σεναρίου και δεν είχε σπουδάσει εξονυχιστικά το προφίλ των ηρώων του…Woody Allen. Η απρόσωπη μεγαλούπολη του Buenos Aires με την άναρχη δόμηση, το πολύ τσιμέντο και το μποτιλιάρισμα, δεν κρύβει μονάχα τον ορίζοντα, αλλά απαγορεύει στους «ροβινσώνες της γκαρσονιέρας» να ακουμπήσουν τα βλέμματά τους. Μέχρι που όλο το σύμπαν συνωμοτεί για ένα απρόσμενο, στυλιζαρισμένο happy end. 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Taxi driver


Η ψηφιακή επεξεργασία της  ταινίας του Martin Scorsece, “Taxi driver”, μπορεί να έδρασε και λίγο σαν κίνητρο για μια καινούργια προβολή σε θερινό κινηματογράφο. Όμως γρήγορα η αίσθηση της τεχνολογικής αρτιότητας εξανεμίστηκε από την ίδια την ταινία. Η λέξη «διαχρονικότητα» φαντάζει υπερβολικά λίγη, για να περιγράψει μια ταινία που κυκλοφόρησε το 1976, αλλά μοιάζει να περιγράφει με απίστευτες λεπτομέρειες την δική μας πραγματικότητα, τόσα χρόνια αργότερα.

Έχουν γραφτεί και θα γραφτούν πολλά για την γέννηση της φασιστικής νοοτροπίας σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Η προσωπική ή η συλλογική «ήττα», σαν γενεσιουργός αιτία πάνω σε ένα υπόστρωμα συντηρητισμού και άγνοιας ή αποσπασματικής παιδείας. Όμως εδώ, στον «Ταξιτζή», ο Travis Bickle (Robert De Niro) ο βετεράνος πεζοναύτης του Βιετνάμ γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο, πως «θέλει να καθαρίσει την Νέα Υόρκη από την βρωμιά» και γι’ αυτό, για αυτόν τον προσωπικό τον «ιερό» του στόχο γυμνάζεται, οπλίζεται και εκτελεί. Διαλέγει ακριβώς τα λόγια που ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά του κάθε πολίτη, κάθε ηλικίας και εποχής.

Στα νυχτερινά πλάνα καθώς η Νέα Υόρκη στροβιλίζεται πίσω από τα τζάμια του ταξί, σαν ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι, βλέπουμε ξεκάθαρα την απόρριψη που βιώνουν της γης οι κολασμένοι. Μόνο που ο πρωταγωνιστής τη βλέπει διαθλασμένη και γι’ αυτό την ερμηνεύει λανθασμένα. Βλέπουμε ποιος είναι αυτός που οπλίζει το χέρι με σιδηρολοστούς, μαχαίρια, πιστόλια και καλάσνικοφ. Να το πούμε καπιταλισμό, θεοποίηση του κέρδους, κοινωνική ανισότητα, συσσώρευση του πλούτου στους λίγους, εκμετάλλευση των αδυνάτων και της φύσης; Όπως και να το πούμε αυτό το χέρι που νομίζει ότι χτυπάει το σύστημα, είναι το ίδιο το μακρύ χέρι του συστήματος.



Σε πρώτο επίπεδο η ταινία μιλάει για την βία που ασκεί ο πόλεμος στα σώματα και στις ψυχές των στρατιωτών και για βία κατά των γυναικών. Για την βία είτε με την στυγνή «ακατέργαστη» μορφή της, σαν και αυτή που βιώνει η 12χρονη πόρνη Iris (Jodie Foster), είτε αυτήν που κρύβεται κάτω από τον μανδύα του καθωσπρεπισμού, που θέλει την γυναίκα στολίδι στου πλευρό του αφέντη, όπως στην περίπτωση της αιθέριας Betsy (Cybil Shepherd).