Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Ο τρίτος άνθρωπος-The third man


Πως γίνεται μια ταινία τόσο στυλιζαρισμένη, τόσο ακαδημαϊκή, τόσο αψεγάδιαστη, να είναι ταυτόχρονα τόσο εύπλαστη, λειτουργική, ζεστή και σε τελική ανάλυση τόσο «ανθρώπινη»; Πως γίνεται από την μια να βουτάει, κυριολεκτικά, μέσα σε υπάρχοντα κλισέ και ταυτόχρονα να είναι αυθεντική, καινοτόμα, ακόμα και ριζοσπαστική; Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ότι το πάντρεμα του αστυνομικού μυθιστορήματος με τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, είναι το κλειδί του γρίφου. Ο Carol Reed αφήνει το σενάριο να κυλάει στα χείλη των πρωταγωνιστών και σκηνοθετεί την δική του ιστορία. Πίσω από τα λόγια, ο φακός αυτοσχεδιάζει στα δικά του μονοπάτια. Αυτό που βλέπουμε έχει να κάνει με μικρούς και μεγάλους απατεώνες που εκμεταλλεύονται την απουσία του κράτους και των θεσμών, για να κερδοσκοπήσουν σε βάρος της κοινωνίας. Η κατεστραμμένη Βιέννη, του τέλους του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Αθήνα του 2010-2011. Μια κοινωνία διαλυμένη, με ανθρώπους φοβισμένους, χωρίς κανένα σημείο αναφοράς. Αυτό ακριβώς το διαμελισμένο και υπό αποσύνθεση πτώμα κινηματογραφεί ο Carol Reed. Μέσα από τους περίεργους φωτισμούς, που σχίζουν σαν μαχαιριές το σκοτάδι, μέσα από τις τεράστιες σκιές πάνω στα επιβλητικά κτίρια που κρύβουν τον ορίζοντα, μέσα από την αντανάκλαση της ασημένιας λευκότητας πάνω στα λιθόστρωτα και τα στραβά διαγώνια κάδρα, μας δίνει την δική του εκδοχή για την ιστορία. Δεν μένει πάνω στο τελετουργικό άναμμα του τσιγάρου από τον Joseph Cotten, ούτε στα θλιμμένα μάτια της ερωτευμένης Alida Vali. Δεν είναι εύκολο να ξεμπροστιάσεις τον εγκληματία, είτε αυτός είναι άνθρωπος, είτε είναι οι «αγορές», απλώς κατηγορώντας τον για τυχοδιώκτη. Τον φυλάει για το τέλος τον Orson Welles. Για το δεύτερο μισό, του δεύτερου μέρους. Όταν η γάτα θα του γλύφει τα λουστραρισμένα παπούτσια και όταν το παιδικά αυτάρεσκο πρόσωπό του θα κοιτάζει παγωμένα τον φακό, πάνω στην ρόδα του λούνα-παρκ. Και όταν φυσικά με την βοήθεια της αγάπης, της αλληλεγγύης και της «έξυπνης επιλογής συμμαχιών(!)» θα καταφέρει να τον στριμώξει μέσα στους βρώμικους υπονόμους της πόλης μακριά από το φως της μέρας.
Η ταινία αυτή δεν μπορεί να περιγραφεί. Κάθε πλάνο της αποτελεί από μόνο του την αιτία για ανάλυση σελίδων. Κάθε νότα από το τσιτάρ του Anton Karas ξεπερνάει την δύναμη της ανθρώπινης φωνής και γραφής.