Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Copie Conforme-Γνήσιο Αντίγραφο


Λιγάκι έξω από τα νερά του ο Abbas Kiarostami στην ταινία “Copie Conforme” θα χρειαστεί περίπου το μισό πρώτο μέρος, ίσως κα μέχρι το διάλλειμα, για να μπορέσει να «πάρει μπροστά» και να αναδείξει το πραγματικά αξιόλογο θέμα που έχει στο μυαλό του από την αρχή. Θα πελαγοδρομήσει ανάμεσα σε ανούσιους μονολόγους, για την αξία της αυθεντικότητας των έργων τέχνης, θα κινηθεί ανάμεσα τους επιλέγοντας κλειστά πλάνα πάνω σε αντικείμενα και πρόσωπα, θα παίξει το παιχνίδι της ερωτικής πρόκλησης, που γεννιέται στο μυαλό της ηρωίδας του και αφού κάνει ένα μεγάλο κύκλο και μια ημερήσια εκδρομή, κάπου στην Τοσκάνη, θα καταλήξει να «ενσαρκώσει» την αρχική του ιδέα, πλάθοντας ένα ομοίωμα ενός ζευγαριού χαμένου στην μονοτονία της καθημερινότητας, τόσο ...virtual, που θα το ζήλευαν πολλά αληθινά.
Ο άγγλος συγγραφέας (William Shimell) που επισκέπτεται την Φλωρεντία για να προωθήσει το βιβλίο του είναι αλήθεια ότι αργεί ανταποκριθεί στο παιχνίδι ρόλων, που τον προσκαλεί να παίξει η καινούργια του γνωριμία, η ιδιοκτήτρια οίκου αντίγραφων έργων τέχνης (Julliete Binoche). Ίσως γιατί φοβάται, ότι σε αυτό το παιχνίδι κινδυνεύει να αποκαλυφθεί και να ακυρωθεί, ότι με επιχειρήματα υποστηρίζει στο βιβλίο του. Αρκούν μονάχα μερικές στιγμές, για να δημιουργηθεί μια σχέση χτισμένη πάνω στην βάση αρσενικού-θηλυκού, που στηρίζεται σε υλικά όπως ο λόγος, η συναίνεση και η προηγούμενες ανάλογες εμπειρίες, που κουβαλούν οι δυο τους. Επειδή όμως κάθε φορά για να υπάρξει κάτι, είτε αυθεντικό είτε αντίγραφο, πρέπει να υπάρχει ο θεατής για να του δώσει ζωή με το βλέμμα του, όλα σταματούν στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Όταν παύουν να πέφτουν επάνω τους τα μάτια του κόσμου, όπως όταν κλείνουν οι πόρτες των μουσείων και με την έξοδο του κοινού οι πίνακες και τα γλυπτά «εξαφανίζονται».
Λίγο ενοχλητικό, που οι διάλογοι εναλλάσσονται ανάμεσα στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα ιταλικά.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

También la lluvia-Ακόμα η βροχή


Η ισπανίδα σκηνοθέτης Icíar Bollain, πάνω στο σενάριο του γνωστού για την συνεργασία του με τον Ken Loach σεναριογράφου Paul Laverty, φτιάχνει μια ταινία πολιτική, υψηλών προσδοκιών, που όμως χάνονται κατά την διάρκεια της, μιας και για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφασίζει να στρέψει τον κινηματογραφικό της φακό, από το «συνολικό» στο «προσωπικό». Φυσικά στα θετικά της προσπάθειας είναι, ότι η ταινία, χρησιμοποιώντας την τεχνική της παράλληλης αφήγησης, προλαβαίνει να αφήσει ένα ξεκάθαρο πολιτικό αποτύπωμα. Μια παράλληλη αφήγηση, που δεν έχει να κάνει με χωροχρονικές αποστάσεις, όπως έχουμε συνηθίσει να συμβαίνει κατά κόρον στις κινηματογραφικές προβολές, αλλά μια ταυτόχρονη εξιστόρηση γεγονότων που συμβαίνουν σε πρώτο επίπεδο, με αυτά που πραγματεύεται το γύρισμα μιας ταινίας, με θέμα την κατάκτηση της Νέας Γης, από τους ισπανούς κατακτητές στις αρχές του 16ου αιώνα.
Ο Sebastian (Gael García Bernal) συγκλονίζεται, όταν διαβάζει από ιστορικές πηγές για την στάση που κρατά ένας καθολικός ιερέας, που βρίσκεται μαζί με τον στρατό του Χριστόφορου Κολόμβου στην κατάκτηση της Βολιβίας, απέναντι στην βία που ασκούν οι στρατιώτες στους ιθαγενείς. Μαζί με τον παραγωγό Costa (Luis Tosar), τους ηθοποιούς και ολόκληρο το κινηματογραφικό συνεργείο φτάνουν στους φυσικούς χώρους της περιοχής Cochambaba, για να βρει κομπάρσους από τους κατοίκους και να ξεκινήσει τα γυρίσματα. Ο πιο σημαντικός κομπάρσος o βολιβιανός Hatuey(Juán Carlos Aduriri), που κατά το σενάριο θα αντισταθεί στην λεηλασία του φυσικού πλούτου της χώρας του, αλλά και στον εξευτελισμό της φυλής του από τους conquistadores, είναι και ο φυσικός ηγέτης ενός αγώνα που διεξάγεται από τον ντόπιο πληθυσμό, ενάντια σε μια αμερικάνικη πολυεθνική που έχει σκοπό να «επενδύσει» στην εκμετάλλευση του νερού της περιοχής, καταδικάζοντας τους κατοίκους σε μεγαλύτερη φτώχεια. Στα βίαια επεισόδια που θα ξεσπάσουν ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής του καθεστώτος και στους διαδηλωτές, θα δούμε να ενώνεται το χαμένο νήμα μιας διαρκούς ταξικής πάλης.
Ο μανδύας, ο φερετζές της εποχής των ισπανικών κατακτήσεων, που άκουγε στο όνομα εκπολιτισμός και εκχριστιανισμός των άγριων ιθαγενών, κρύβοντας το αποκρουστικό πρόσωπο της λεηλασίας του χρυσού και του φυσικού πλούτου της Αμερικανικής ηπείρου, έχει στις μέρες μας αλλάξει μορφή. Κάτω από τις κούφιες λέξεις «ανάπτυξη» ή «ορθολογική» διαχείριση, μια ομάδα άπληστων τεχνοκρατών σε συνεργασία με μια μερίδα διεφθαρμένων πολιτικών, εφορμά για να ληστέψει τον δημόσιο πλούτο. Η βία το ίδιο απεχθής περιγράφεται στην ταινία με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο. Το διακύβευμα στις μέρες μας πολύ μεγαλύτερο, μιας και έχουν τελειώσει οι εφεδρείες του παγκόσμιου οικοσυστήματος.
Η Icíar Bollain θέλει να πάει λίγο παρακάτω την υπόθεση και εκεί ακριβώς τα χαλάει, γιατί η ματιά της χαρακτηρίζεται από μια ευκολία και μια φανερή επιδερμικότητα. Κεντράρει πάνω στα μέλη του κινηματογραφικού συνεργείου για να εκμαιεύσει τις ατομικές αντιδράσεις απέναντι σε αυτές τις καταστάσεις. Ο φόβος για την προσωπική ασφάλεια απέναντι στην βία των ισχυρών, το ίδιο το αποτέλεσμα της παραγωγής της ταινίας που κινδυνεύει να ματαιωθεί, ο ωχαδελφισμός του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στον «τριτοκοσμικό» Βολιβιανό, αλλά και κάποια στιγμή η προσωπική υπέρβαση, που οδηγεί σε αξιέπαινες, αλλά δυστυχώς ατομικές λύσεις.
Στα παραπάνω ακόμα κι αν προσθέσουμε κάποιες σκηνοθετικές αδυναμίες, κυρίως όσο αφορά την ροή της ταινίας και την σκιαγράφηση των χαρακτήρων, έχουμε ένα αποτέλεσμα αξιοπρόσεκτο και ενδιαφέρον, που υποβοηθείται σημαντικά από την μουσική του Alberto Iglesias.