Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Η Εβίτα δεν κοιμάται πια-Eva no duerme

Μια σινεφίλ προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής, επικεντρωμένη στην προσωπικότητα της Eva Duarte de Perón, δεύτερης συζύγου του ηγέτη της χώρας Juan Perón. Χωρίς η Evita να κατείχε ποτέ επισήμως κάποια θέση ευθύνης στην κυβέρνηση, κατόρθωσε να αγγίξει τις καρδιές των απλών ανθρώπων, πρωτοστατώντας σε αλλαγές προς όφελος των γυναικών, των ινδιάνων της Παταγονίας και των βόρειο-δυτικών περιοχών, των περιθωριοποιημένων και των ταπεινών. Το αποτέλεσμα, οι εκδηλώσεις λατρείας προς το πρόσωπό της, να λάβουν την μορφή μαζικής υστερίας και ιδιαίτερα μετά τον πρόωρο χαμό της, σε ηλικία 33 ετών, να γίνει το ίνδαλμα του λαού, εμπνέοντας το αντιδικτατορικό κίνημα, μιας και ακόμα και το βαλσαμωμένο σώμα της αποτελούσε για τους δικτάτορες το κόκκινο πανί και αιτία αναταραχών και επαναστατικότητας.

Με εμβόλιμα μαυρόασπρα πλάνα αρχείων, που μεταφέρουν τον θεατή στο κλίμα της εποχής μέσα από τις μαζικές συγκεντρώσεις του λαού, αποσπάσματα από τους αντικαπιταλιστικούς λόγους της, που ήταν γεμάτοι  ταπεραμέντο, τις ταραχές και τις συγκρούσεις με την αστυνομία, ο Pablo Agüero, αν και πραγματεύεται αληθινά γεγονότα με πραγματικά ιστορικά πρόσωπα, κάνει μια ταινία μυθοπλασίας, όσο αφορά την ταρίχευση του πτώματος της Evita, την φυγάδευσή του στο εξωτερικό από την δικτατορία που ακολούθησε και τον επαναπατρισμό του, εικοσιπέντε χρόνια μετά από μια επόμενη δικτατορία.

Μια μελέτη της ταραχώδους πολιτικής ζωής στην Λατινοαμερικάνικη χώρα το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, με τις αλλεπάλληλες δικτατορίες, τις ριζοσπαστικοποιημένες επαναστατικές οργανώσεις της Αριστεράς, με νύξεις για την καταπίεση των σχετικά αποκλεισμένων ιθαγενών από το κυρίαρχο «ευρωπαϊκής κοπής» πολιτικό σύστημα, τις επεμβάσεις της εξωτερικής πολιτικής των υπερδυνάμεων, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτήν την πλούσια χώρα.

Μέσα στο εργαστήριο του ταριχευτή (Imanol Arias), στην καμιονέτα με τον συνταγματάρχη των ειδικών αποστολών (Denis Lavant) και τον ιθαγενή φαντάρο να μεταφέρουν με άκρα μυστικότητα το φέρετρο μέχρι το λιμάνι, στην γιάφκα μάλλον της αριστερής οργάνωσης Montoneros, όπου ανακρίνουν τον δικτάτορα Aramburu (Daniel Fanego), για να αποκαλύψει που βρίσκεται η σορός και στο τέλος τον δολοφονούν, μέχρι τον αξιωματικό του ναυτικού (Gael García Bernal), τον επιφορτισμένο να βρει και να γυρίσει στην χώρα την θρυλική Evita, ο σκηνοθέτης βάζει την δική του πινελιά στο πέπλο που καλύπτει αυτό το μυστήριο και ταυτόχρονα διδάσκει real politic, αναδεικνύοντας τον κυνισμό της εξουσίας, την μερική αλήθεια που κρύβουν τα λόγια των πάσης φύσεως σωτήρων του λαού, τον ψυχολογικό χειρισμό των αδυναμιών αυτού του λαού, αυτής της αγέλης, της καταδικασμένης να χειροκροτεί, να επευφημεί, και στο τέλος να υπομένει αιμοσταγή , ολοκληρωτικά καθεστώτα.


Γυρισμένο σχεδόν εξ’ ολοκλήρου σε κλειστούς χώρους, αποφεύγει να δείξει πλάνα ημέρας και όταν το κάνει, όταν η κάμερα γυρίζει κόντρα στο φως, όπως στην καρότσα του φορτηγού δημιουργεί  δυνατά εξωπραγματικά πλάνα γεμάτα βάθος. Εξαιρετικοί φωτισμοί, που τονίζουν λεπτομέρειες σκοτεινών κάδρων και δίνουν στοιχεία του χαρακτήρα, της έντασης και της ψυχολογικής πίεσης των προσώπων. Ένα φωτογραφικό ρετουσάρισμα, ανάλογο με αυτό που κάνει ο ταριχευτής του έργου, ο οποίος μας εξηγεί και μας δείχνει, πως καταφέρνει με τον κατάλληλο χειρισμό επάνω από τα φρύδια της νεκρής, να αλλάξει την φυσιογνωμία της συνοφρυωμένης χωριατοπούλας.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Κάτω από την γέφυρα-Unter den Brücken

Άλλο ένα κινηματογραφικό διαμαντάκι, από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, η ασπρόμαυρη γερμανική ταινία  «Κάτω από την γέφυρα» (Unter den Brücken) του Helmut Käutner  βασισμένη στο χειρόγραφο του  Leo de Laforgue.
Περισσότερο απ’ όλα σοκάρει ο τόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο γυρίστηκε αυτή η ταινία.  Η ναζιστική Γερμανία καταρρέει, το ηθικό των ανθρώπων βρίσκεται στο ναδίρ και όμως η κινηματογραφική παραγωγή συνεχίζεται, λες και η τέχνη βρίσκεται στον δικό της κόσμο. Η ταινία καταφέρνει να περάσει από την ναζιστική λογοκρισία, μόλις τον Μάρτιο του 1945, ούτε συζήτηση να κυκλοφορήσει σε αίθουσες εκείνη την εποχή, αυτό θα συμβεί το 1950. Σε κανένα σημείο του σεναρίου, σε κανένα πλάνο, σε κανένα σημείο της καθημερινότητας, ο θεατής δεν έρχεται σε επαφή με την περιρρέουσα πραγματικότητα. Το πρωταγωνιστικό τρίο, Carl Raddatz, Gustav Knuth και Hannelore Schroth, αλλά και το υπόλοιπο κάστ, πέρα από τις απαιτήσεις των ρόλων τους, καταφέρνουν να αποστασιοποιηθούν και αυτό που φτάνει ως εμάς δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από μια καλογυρισμένη αισθηματική παραγωγή, υψηλών τεχνικών προδιαγραφών, αν λάβουμε υπ’ όψη τα δεδομένα της εποχής.
Ο Hendrik και ο Willy είναι δυο συνεταιράκια και φίλοι, ιδιοκτήτες μιας φορτηγίδας που κάνει μεταφορές στο ποτάμι του Potsdam, την πρωτεύουσα του Βρανδεμβούργου. Τύποι μοναχικοί, εργένηδες, έτοιμοι να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Μια νύχτα επάνω σε μια γέφυρα του ποταμού εμφανίζεται η Anna κουβαλώντας τις λύπες και τα μυστικά της, αλλά και μια αχτίδα ζωής από νιάτα και ομορφιά. Θα την φιλοξενήσουν στην καμπίνα της φορτηγίδας, εκείνο το πρώτο βράδυ κι εκείνοι θα κοιμηθούν στην αποθήκη.  Την ερωτεύονται και μένει αυτή να διαλέξει, ποιός θα γίνει το ταίρι της.
Καταπληκτική φωτογραφία, αποδίδει τα μουντά συννεφιασμένα τοπία της βόρειας Ευρώπης, δυνατά κοντράστ στα νυχτερινά πλάνα. Εφευρετικές τοποθετήσεις της κάμερας, με σωστή κίνηση στα μακρινά και στα πανοραμικά. Άψογη καλλιτεχνικά η σκηνή όπου η Άννα ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά του σπιτιού της, με την κάμερα φλου, να ακολουθεί τα πόδια της. Από τα πιο δυνατά σημεία, το μοντάζ στο φλάσμπακ της Άννας όταν διηγείται στον Willy τα γεγονότα στην πλαζ, την γνωριμία της με τον ζωγράφο και την επίσκεψή της στο ατελιέ. Όταν ο Hendrik μαθαίνει στην Άννα την ζωή του ναυτικού, να αναγνωρίζει τους ήχους του πλωτού σπιτιού, τον αέρα, το κτύπημα του νερού στα ίσαλα, το τρίξιμο των κάβων. Πώς το φως αλλάζει όταν η φορτηγίδα περνάει κάτω από τις γέφυρες.

Μια ταινία χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό, όπως ανέφερε και ο εκπρόσωπος την ΚινηματογραφικήςΛέσχης Πεύκης, χωρίς καθόλου στοιχεία προπαγάνδας, αν και καθώς η φορτηγίδα πλησιάζει στο Βερολίνο, βλέπουμε στο λιμάνι της πόλης, όλα τα σημάδια μιας εύρωστης βιομηχανικής περιοχής, να σφύζει από ζωή.
Μια ιστορία καθημερινών ανθρώπων, γεμάτη με ρομαντισμό και ευαισθησία, συναισθήματα που κατά περιόδους σπανίζουν, αλλά που, ευτυχώς,  ποτέ δεν εκλείπουν. 



Το τρέηλερ της ταινίας εδώ

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει-Cesare deve morire

Ανάμεσα σε δυο έγχρωμες σκηνές, οι αδελφοί Paolo και Vittorio Taviani, «φυλακίζουν» σε ασπρόμαυρη μπομπίνα τις πρόβες ενός ερασιτεχνικού θιάσου, που αποτελείται από τρόφιμους βαρυποινίτες, στην υψηλής ασφαλείας φυλακή Ρεμπίμπια, που βρίσκεται κάπου στα περίχωρα της Ρώμης.
Τα λόγια του Σαίξπηρ, από το αριστούργημα «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει», αντηχούν μέσα στα σκοτεινά δίπλο αμπαρωμένα κελιά, στους διαδρόμους και στα κλειστά προαύλια της φυλακής. Ο χώρος μετατρέπεται σε αρχαία Ρώμη, οι φυλακισμένοι γίνονται ο λαός, ο όχλος που επευφημεί  και που καταριέται,  που καθοδηγεί αλλά και καθοδηγείται, κάτω από την μπαγκέτα λαοπλάνων τυράννων.   Μπλέκεται η καθημερινότητα  με τις προσωπικές ιστορίες των φυλακισμένων ηθοποιών, των πρωταγωνιστών  και φτάνει στο σημείο ακόμα και να ταυτίζεται ορισμένες φορές με αυτές, κάνοντας το θεατρικό έργο να «διαλύεται» μέσα στην πραγματικότητα. Οι φυλακισμένοι βάζουν στον ρόλο στοιχεία από την ζωή τους, πλάθουν χαρακτήρες ξεχωριστούς, βασανισμένους,  με βιώματα αυθεντικά, που εξουδετερώνουν την έλλειψη θεατρικής παιδείας.

Η μάχη για εξουσία και κυριαρχία, η αλαζονεία, η αγάπη για την πατρίδα, η «πατριωτική» αγάπη για την πατρίδα, η προσωπική αλήθεια που αντιστρατεύεται και σκοτώνει την αλήθεια των άλλων, η φιλία, ο θαυμασμός, η προδοσία, η υποκρισία, η ανάγκη να βρίσκεσαι πάντα από την πλευρά του ισχυρού και ο πάντα χρήσιμος ηλίθιος Βρούτος, εκεί όπου τον καλεί η ιστορία.
Ξεκίνησε σαν ένα παιχνίδι για τους φυλακισμένους και ήταν μια προσπάθεια από την πλευρά την οργανωμένης πολιτείας να εντάξει την τέχνη μέσα στο σύστημα σωφρονισμού, σαν ένα μέσο ενσωμάτωσης και ψυχολογικής υποστήριξης τους.  Για τους αδελφούς Taviani ήταν μια επιτυχής προσπάθεια να σπάσουν το φράγμα ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και στην μυθοπλασία. Η ανεπαίσθητη εναλλαγή ανάμεσα στο σενάριο και στο «σενάριο», η τόσο διαφανής αλλά ακριβής τοποθέτηση των ρόλων, οι ερμηνείες που απέσπασαν από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, τα δυνατά γεμάτα συμβολισμό αφαιρετικά πλάνα, το υποβλητικό διεισδυτικό μουσικό θέμα που διαπερνά ολόκληρη την ταινία, έρχονται όλα να συγκλίνουν επάνω στο κεντρικό μοτίβο της τέχνης που απελευθερώνει. Της τέχνης, που κάνει τον άνθρωπο να βιώνει επάνω του αβάσταχτο το βάρος του εγκλεισμού, συμπυκνωμένο όλο στην φράση του Κάσιου, που ερμήνευσε ο ισοβίτης Cosimo Rega, κοιτάζοντας κατάματα τον φακό.

 «Από τότε που ανακάλυψα την Τέχνη, αυτό το κελί έχει γίνει πραγματικά μια φυλακή...» 

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Καύση

Μια ταινία που προσπαθεί μέσα από την αμεσότητα των διαλόγων, να περιγράψει  την πραγματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων και ταυτόχρονα, να βγάλει στην επιφάνεια τα στοιχεία εκείνα του διανοουμενίστικου μικροαστισμού με τις έντονες τάσεις ατομισμού, καταναλωτισμού και ωχαδερφισμού, που μας οδήγησαν μέχρι αυτήν την κατάσταση. Χρησιμοποιεί κλισέ εκφράσεις, χειρονομίες, μορφασμούς, και προϋποθέτει την γνώση του background για να γίνει κατανοητή. Σε άλλο τόπο και χρόνο η ταινία αυτή θα ήταν απλώς ένα αίνιγμα. Οι ηθοποιοί, στην προσπάθεια τους να μιμηθούν τον νεοέλληνα και τις αδυναμίες του, κατασκευάζουν καρικατούρες, εξαντλούν την ερμηνευτική τους μανιέρα και χωρίς επαρκή σκηνοθετική καθοδήγηση… μένουν στο τέλος από καύσιμο. Οι πέντε «φυτευτοί» μονόλογοι των πρωταγωνιστών, αν προστέθηκαν για να επιτρέψουν στους χαρακτήρες να αυτοπεριγραφούν, αποτελούν μια κακή σκηνοθετική επιλογή. Όταν ο ηθοποιός κοιτάζει τον φακό και μιλάει, χωρίς να έχει απέναντι του έναν άλλον ηθοποιό, είναι καλό να γνωρίζουμε γιατί το κάνει.

Η αρχικά καλή ιδέα σχετικά με το δίλλημα «καύση ή ταφή», που αποτελεί και τον καταλύτη για να ανασυρθούν οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και το συνεχώς παρόν-απόν πτώμα, που έχει αρχίσει να σήπεται, αποτυγχάνουν να παρασύρουν τον θεατή στον προβληματισμό τους και … η τελική λύση με τον εξτρεμισμό να αναλαμβάνει το ξεκαθάρισμα των κακώς κείμενων, φαντάζει είτε σαν δασκαλίστικη παρότρυνση, είτε σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.