Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Ο Αστακός-The Lobster

Εξαιρετικής αισθητικής, καλογυρισμένο, το πολυεπίπεδο αλληγορικό θρίλερ, «Ο Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου  μας μεταφέρει σε ένα οργουελικό μέλλον, όπου η καθεστωτική αντίληψη απαιτεί από τους υπηκόους να ζουν σε ζευγάρια- και μάλιστα ανεξαρτήτως φύλου ετερόφυλα ή ομόφυλα, μιας και το καθεστώς παρουσιάζει φιλελεύθερο προφίλ- να διάγουν βίο αρμονικό, χωρίς συγκρούσεις μεταξύ τους. Για τον σκοπό αυτό έχει δημιουργηθεί και κέντρο αποκατάστασης προσωπικοτήτων με χαρακτήρα ξενοδοχείου για όσους αισθάνονται την ανάγκη του μοναχικού βίου και επιβάλλεται να απεξαρτηθούν από αυτό. Όσοι αποτύχουν να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις, μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα,  δεν αξίζει να θεωρούνται μέλη της ανθρώπινης φυλής και μετατρέπονται σε ζώα. Παράλληλα κάποιοι φανατικοί «μοναχικοί»- το ίδιο ζηλωτές όπως και οι αντίπαλοί τους και όπως διαπιστώνουμε στο δεύτερο  μέρος της ταινίας -έχουν πάρει τα δάση και ξεκινούν ένα ιδιότυπο αντάρτικο, ενάντια στην δια της πειθούς, σε πρώτη φάση και δια της ράβδου σε δεύτερο χρόνο, επιβολή, της εκ των άνωθεν ορμώμενης κοσμοαντίληψης.
Ο σκηνοθέτης φαντασιώνεται ένα ολοκληρωμένο σύμπαν που πατάει επάνω στην πραγματικότητα, τραβώντας στα άκρα τις ανθρώπινες συμπεριφορές και το υπηρετεί με συνέπεια μέχρι το τέλος χωρίς να προκαλεί ρήγματα αναληθοφάνειας στην πλευρά του θεατή. Πατάει επάνω στα γερά θεμέλια του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού και είναι, σαν να παρακολουθούμε ένα «ξεχείλωμα» του χωροχρόνου, έτσι ώστε μέσα στην προέκταση του, να χωράει όλη η κριτική των εξουσιαστικών σχέσεων, είτε αυτή αφορά κράτος-πολίτες, είτε αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Όμορφα κάδρα, ιδιαίτερη φωτογραφία, ειδικά τα πλάνα του δεύτερου μέρος που κυριαρχεί η ζωή του ήρωα στο δάσος μαζί με τους μοναχικούς, γρήγορο μοντάζ με εναλλαγές και λειτουργικό soundtrack που εντείνει την ένταση και την αγωνία.

Μια ταινία υψηλών προδιαγραφών, με διεθνές cast, που δικαιολογεί απόλυτα την επιτυχία και τα βραβεία της.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Νοτιάς

Αρκούν μερικά ευρηματικά πλάνα, όπως αυτό το κοντινό, πάνω στα πόδια με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια, της μητέρας του πρωταγωνιστή και επίδοξου σκηνοθέτη, να πατάει επάνω στον χάρτη της Λατινικής Αμερικής, που είναι απλωμένος στο πάτωμα, για να αποζημιώσουν τον θεατή από τα «πιο βαθιά χασμουρητά» που- κατά Σαββόπουλο - οδηγήθηκε μια ολόκληρη γενιά από αυτές που επιχειρεί να ζωντανέψει στην ταινία του ο Τάσος Μπουλμέτης;
Ζήλεψε άραγε, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης της Πολίτικης Κουζίνας, την δόξα της Ζωζώς Σαπουντζάκη, του Φώτη Μεταξόπουλου και της Νάντια Φοντάνα, για να φτιάξει μια ταινία εμπορική-με την κακή έννοια- απευθυνόμενος σε ένα στοχευμένο κοινό, μέσες άκρες αυτό των καλοβαλμένων 55-65ντάρηδων των βορείων και των νοτίων προαστίων που θα γεμίσουν τις αθηναϊκές αίθουσες αλά μπρατσέτα με τις συμβίες τους, για να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τις παλιές καλές μέρες;
Γιατί χάρισε όλες τις μυθοπλαστικές ιδέες του- που είναι πραγματικά αξιόλογες, αλλά έμειναν ανολοκλήρωτες- στον Σταύρο (Γιάννης Νιάρρος)- σκόρπιες εικόνες που παντρεύουν την πραγματικότητα με την computerized ελληνική ιστορία και προϊστορία;
Πολλή ομιλία, πολύ μπλα-μπλα, σε βάρος της κινηματογραφικής αφήγησης, που για να είμαστε ειλικρινείς, αμβλύνεται με το ευφάνταστο τρικ  της πρόγνωσης του καιρού με τους Νοτιάδες, τις κατά τόπους βροχές και καταιγίδες, που λειτουργούν σαν το υγρό, σαλιωμένο δάχτυλο που γυρίζει τις σελίδες του βιβλίου των αναμνήσεων του ήρωα.
Αξιόλογη, προσεγμένη παραγωγή- αν και δεν χρειάστηκε φυσικά να αναπαραστήσει μάχες με άλογα τον 18ο αιώνα- για το βεστιάριο θα αρκούσε μια βόλτα στις γκαρνταρόμπες μερικών φίλων. Η μουσική, μια από τα ίδια, στάθηκε στο γνωστό μελωδικό μοτίβο της νοσταλγικής αναπόλησης και οι ερμηνείες εκτός εξαιρέσεων επιφανειακές και ρηχές.
Βασικό ελάττωμα της ταινίας είναι η έλλειψη ταυτότητας. Δεν ξεκαθαρίζει ούτε για μια στιγμή- εκτός κι αν είναι εσκεμμένο, αλλά πάντως δεν φτάνει στον θεατή- αν πρόκειται για μια αναδρομή στο παρελθόν, αν πρόκειται για μια κριτική προσέγγιση των κακοχωνεμένων- από την αριστερών τάσεων νεολαία- πολιτιστικών προτύπων, αν πρόκειται για μια ανάδειξη των θαμμένων ονείρων, των ματαιώσεων, που βούλιαξαν στον μικροαστικό τρόπο ζωής. Κι από την άλλη δεν σατιρίζεις τις, επί παντός επιστητού, αυθόρμητες ψηφοφορίες "επί της διαδικασίας" τόσα πολλά χρόνια μετά, την στιγμή που ο ίδιοι οι πρωταγωνιστές της αληθινής ζωής είχαν την διαύγεια να κορόιδευουν τέτοιες καταστάσεις τον καιρό που τις βίωναν, κάνοντας πλάκα και διεξάγοντας ψηφοφορίες... για το αν το αυγό θα πρέπει να το βράσουμε σφιχτό ή μελάτο μέσα στα πλαίσια της λαϊκής ή της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Απότομο κλείσιμο, βιαστικό, δεν νομίζω να ενδιέφερε κανέναν η πορεία των δυο παλιών φιλενάδων του σκηνοθέτη, θα μπορούσε να είχε μείνει στο πλάνο του νεκροταφείου μπροστά στην φωτογραφία. Άλλωστε στα θετικά της ταινίας πρέπει να πιστώσουμε τους όμορφους διαλόγους γενικά και ιδιαίτερα ότι είχε να κάνει με τους ευρυγώνιους και τους τηλεφακούς και την σύνδεση τους με την ηλικιακή ματιά και την ωριμότητα του φωτογράφου. Επίσης το έξυπνο, λεπτό χιούμορ που διαπερνάει ολόκληρη την ταινία.

Όταν ένας σκηνοθέτης με μια ταινία του έχει αγγίξει την κορυφή - όπως είναι η περίπτωση του Τάσου Μπουλμέτη με την «Πολίτικη κουζίνα» - υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της σύγκρισης με κάθε επόμενη προσπάθεια. Είναι λογικό και αναπόφευκτο. Το χειρότερο είναι να μένει κανείς ακίνητος για να το αποφύγει και ευτυχώς ακόμα και αν το αποτέλεσμα δεν είναι το προσδοκώμενο, καλωσορίζουμε αυτήν την συμπαθητική ταινία. 

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Ο Ηλίθιος-Durak

«Ο Ηλίθιος» (Durak), του Yuri Bykov, είναι ο ιδεαλιστής, ο αλτρουιστής, ο άνθρωπος που κυριεύεται από αρχές και αξίες, που είναι ικανός να τραβήξει τα πράγματα μέχρι τα άκρα, να θυσιάσει τα πάντα, προκειμένου να βοηθήσει τους πλησίον του, χωρίς κανένα ιδιοτελές κίνητρο, μόνο και μόνο γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, γιατί αυτή είναι η φύση του. Καταφέρνει να κάνει άνω κάτω τους πάντες, από τους λούμπεν φτωχοδιάβολους της ετοιμόρροπης πολυκατοικίας, για την διάσωση των οποίων αγωνίζεται, μέχρι την κορυφή του πολιτικού προσωπικού της πόλης και την ίδια την δήμαρχο. Κι όμως, από το στόμα του δεν θα ακούσουμε καμιά βαθυστόχαστη κουβέντα, κάποιο διαχρονικό απόφθεγμα, από αυτά που συνηθίζουμε να κουβεντιάζουμε, όταν ανάψουν τα φώτα στο τέλος της προβολής. Το πρώτο τέτοιο τσιτάτο θα το ακούσουμε από τον πατέρα του, άτομο της ίδιας στόφας από την οποία προέκυψε ο γιος, αλλά πεσμένος πια, παραιτημένος και στο περιθώριο της κοινωνίας. «Έζησα εξήντα χρόνια και δεν έχω κανένα φίλο ούτε και εχθρό γιατί είμαι ηλίθιος». Από την αρχή, λοιπόν, παίρνουμε τον ορισμό του «ηλίθιου» του ανθρώπου που δεν μπορεί να ελιχθεί, να πάρει θέση αμέσως και έτσι καταδικάζεται να ζήσει στην μετριότητα. Κι αργότερα, από τα επίσημα χείλη αυτών που διαφεντεύουν τις ζωές των άλλων, έρχεται το γεμάτο κυνισμό «δεν υπάρχει αρκετός πλούτος για όλον τον κόσμο, αν τον μοιράσεις... θα είμαστε όλοι ίσοι στην φτώχεια». Ο Dima Nikitin (Artyom Bystrov) είναι καταδικασμένος να χάσει, γιατί δεν μπορεί να ελέγξει τίποτα, από την στιγμή που η συμπεριφορά του δεν είναι αποτέλεσμα ώριμης προγραμματικής σκέψης, αλλά απόρροια της ιδιοσυγκρασίας του.
Η διεφθαρμένη πολιτική ελίτ, τα  αλληλοδιαπλεκόμενα και αλληλοεξαρτώμενα γρανάζια της εξουσίας, άτομα φιλόδοξα, κυνικά, χωρίς ηθικούς φραγμούς και όρια, γεμάτα πάθη, με μόνο κοινό ορίζοντα τον υπέρμετρο πλουτισμό και την εξουσιολαγνία, κλυδωνίζονται προς στιγμή, όταν ένας από τους «απ’ έξω» εισβάλλει στον μπετοναρισμένο κόσμο τους. Στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου, εγωιστές, ευθυνόφοβοι, τρομαγμένοι. Το σύστημα όμως έχει τις δικλείδες ασφαλείας του. Ξέρει να «χωνεύει» τέτοιες ηρωικές εξάρσεις και να καταστέλλει τους ενοχλητικούς ταραχοποιούς στέλνοντας τους πίσω, να τους εξοντώσει ο όχλος η άμορφη, χωρίς παιδεία, συντηρητική μάζα, στο όνομα της οποίας υποτίθεται ότι παλεύουν.
Ένα πολιτικό σχόλιο μέσα στο λασπωμένο βρώμικο χιόνι, για τις ρωγμές, κυριολεκτικές και μεταφορικές, που ορθώνονται στον κοινωνικό ιστό, σαν συνέπεια της κομμουνιστικής κληρονομιάς στην σημερινή καπιταλιστική Ρωσία των μαφιόζων και των ολιγαρχών και παράλληλα μια κριτική για το χαμένο όνειρο, της δημιουργίας κοινωνιών σύγχρονων, με θεσμούς δημοκρατικούς και διαφανείς και με ελέγχους  που να διαπερνάνε οριζόντια όλες τις δομές και τα επίπεδα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, πράγμα που φυσικά αποτελεί ζητούμενο και για τον «δικό μας» παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό του χρηματοπιστωτικού τζόγου.

Μεστό προσεγμένο σενάριο, ιδιοφυής διαχείριση των σιωπών, στιβαρή σκηνοθεσία με αφήγηση λιτή και περιεκτική- με αρκετά στοιχεία θρίλερ, καθώς ο πρωταγωνιστής κινείται μέσα στο από στιγμή σε στιγμή έτοιμο να καταρρεύσει κτήριο - περιγράφει γεγονότα που διαδραματίζονται μέσα σε λίγες νυχτερινές ώρες.