Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Νοτιάς

Αρκούν μερικά ευρηματικά πλάνα, όπως αυτό το κοντινό, πάνω στα πόδια με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια, της μητέρας του πρωταγωνιστή και επίδοξου σκηνοθέτη, να πατάει επάνω στον χάρτη της Λατινικής Αμερικής, που είναι απλωμένος στο πάτωμα, για να αποζημιώσουν τον θεατή από τα «πιο βαθιά χασμουρητά» που- κατά Σαββόπουλο - οδηγήθηκε μια ολόκληρη γενιά από αυτές που επιχειρεί να ζωντανέψει στην ταινία του ο Τάσος Μπουλμέτης;
Ζήλεψε άραγε, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης της Πολίτικης Κουζίνας, την δόξα της Ζωζώς Σαπουντζάκη, του Φώτη Μεταξόπουλου και της Νάντια Φοντάνα, για να φτιάξει μια ταινία εμπορική-με την κακή έννοια- απευθυνόμενος σε ένα στοχευμένο κοινό, μέσες άκρες αυτό των καλοβαλμένων 55-65ντάρηδων των βορείων και των νοτίων προαστίων που θα γεμίσουν τις αθηναϊκές αίθουσες αλά μπρατσέτα με τις συμβίες τους, για να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τις παλιές καλές μέρες;
Γιατί χάρισε όλες τις μυθοπλαστικές ιδέες του- που είναι πραγματικά αξιόλογες, αλλά έμειναν ανολοκλήρωτες- στον Σταύρο (Γιάννης Νιάρρος)- σκόρπιες εικόνες που παντρεύουν την πραγματικότητα με την computerized ελληνική ιστορία και προϊστορία;
Πολλή ομιλία, πολύ μπλα-μπλα, σε βάρος της κινηματογραφικής αφήγησης, που για να είμαστε ειλικρινείς, αμβλύνεται με το ευφάνταστο τρικ  της πρόγνωσης του καιρού με τους Νοτιάδες, τις κατά τόπους βροχές και καταιγίδες, που λειτουργούν σαν το υγρό, σαλιωμένο δάχτυλο που γυρίζει τις σελίδες του βιβλίου των αναμνήσεων του ήρωα.
Αξιόλογη, προσεγμένη παραγωγή- αν και δεν χρειάστηκε φυσικά να αναπαραστήσει μάχες με άλογα τον 18ο αιώνα- για το βεστιάριο θα αρκούσε μια βόλτα στις γκαρνταρόμπες μερικών φίλων. Η μουσική, μια από τα ίδια, στάθηκε στο γνωστό μελωδικό μοτίβο της νοσταλγικής αναπόλησης και οι ερμηνείες εκτός εξαιρέσεων επιφανειακές και ρηχές.
Βασικό ελάττωμα της ταινίας είναι η έλλειψη ταυτότητας. Δεν ξεκαθαρίζει ούτε για μια στιγμή- εκτός κι αν είναι εσκεμμένο, αλλά πάντως δεν φτάνει στον θεατή- αν πρόκειται για μια αναδρομή στο παρελθόν, αν πρόκειται για μια κριτική προσέγγιση των κακοχωνεμένων- από την αριστερών τάσεων νεολαία- πολιτιστικών προτύπων, αν πρόκειται για μια ανάδειξη των θαμμένων ονείρων, των ματαιώσεων, που βούλιαξαν στον μικροαστικό τρόπο ζωής. Κι από την άλλη δεν σατιρίζεις τις, επί παντός επιστητού, αυθόρμητες ψηφοφορίες "επί της διαδικασίας" τόσα πολλά χρόνια μετά, την στιγμή που ο ίδιοι οι πρωταγωνιστές της αληθινής ζωής είχαν την διαύγεια να κορόιδευουν τέτοιες καταστάσεις τον καιρό που τις βίωναν, κάνοντας πλάκα και διεξάγοντας ψηφοφορίες... για το αν το αυγό θα πρέπει να το βράσουμε σφιχτό ή μελάτο μέσα στα πλαίσια της λαϊκής ή της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Απότομο κλείσιμο, βιαστικό, δεν νομίζω να ενδιέφερε κανέναν η πορεία των δυο παλιών φιλενάδων του σκηνοθέτη, θα μπορούσε να είχε μείνει στο πλάνο του νεκροταφείου μπροστά στην φωτογραφία. Άλλωστε στα θετικά της ταινίας πρέπει να πιστώσουμε τους όμορφους διαλόγους γενικά και ιδιαίτερα ότι είχε να κάνει με τους ευρυγώνιους και τους τηλεφακούς και την σύνδεση τους με την ηλικιακή ματιά και την ωριμότητα του φωτογράφου. Επίσης το έξυπνο, λεπτό χιούμορ που διαπερνάει ολόκληρη την ταινία.

Όταν ένας σκηνοθέτης με μια ταινία του έχει αγγίξει την κορυφή - όπως είναι η περίπτωση του Τάσου Μπουλμέτη με την «Πολίτικη κουζίνα» - υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της σύγκρισης με κάθε επόμενη προσπάθεια. Είναι λογικό και αναπόφευκτο. Το χειρότερο είναι να μένει κανείς ακίνητος για να το αποφύγει και ευτυχώς ακόμα και αν το αποτέλεσμα δεν είναι το προσδοκώμενο, καλωσορίζουμε αυτήν την συμπαθητική ταινία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: