Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Φεστιβάλ Κουβανικού Κινηματογράφου (1)


Από τις προβολές του Σαββάτου 28 Ιουλίου, στα πλαίσια του φεστιβάλ κουβανικού κινηματογράφου, στον κινηματογράφο Τριανόν και υπό την αιγίδα της κουβανικής πρεσβείας.

«Η Aleida Guevara θυμάται τον πατέρα της», του Carlos Alberta García. Ένα μισάωρο ντοκυμαντέρ, όπου η κόρη του Che ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις της από τον πατέρα της και μοιράζεται φωτογραφίες και στιγμιότυπα. Μια καθόλου ιστορική ή πολιτική καταγραφή, αλλά περισσότερο μια κατάθεση συναισθημάτων. Ουσιαστικά, η Aleida δεν θυμάται, άλλωστε ήταν μόνο 5 χρονών όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας της. Ανιχνεύει τα αποτυπώματα που άφησε πίσω του, προσπαθεί να ανασυνθέσει στοιχεία από την προσωπικότητά του, από τις κουβέντες που άκουγε από τους γύρω της καθώς μεγάλωνε. Μαρτυρίες φιλτραρισμένες από την υποκειμενικότητα, αλλά και από την τοποθέτηση της στο πλευρό του «θείου Φιδέλ».



Στο “¡Viva Cuba!”, o Juan Carlos Cremata Malberti κινηματογραφεί ένα road movie με ήρωες ένα αγόρι και ένα κορίτσι, τα πρώτα χρόνια μετά την επικράτηση της κουβανικής επανάστασης. Τα δυο γειτονόπουλα βιώνουν το μεταβατικό στάδιο με ένα ξεχωριστό τρόπο. Μεγαλωμένα μέσα σε οικογένειες με διαφορετικές πολιτικές καταβολές, το σκάνε από τα σπίτια τους με προορισμό το ακρωτήρι Μαϊσί, όπου εργάζεται ως φαροφύλακας ο πατέρας της μικρής, για να του ζητήσουν να μην συναινέσει στην φυγή της από την χώρα, καθώς η μητέρα της με τον πατριό της σκοπεύουν να φύγουν εξόριστοι, παίρνοντας μαζί τους και το κορίτσι.
Ο κόσμος των ενηλίκων μέσα από τα μάτια των παιδιών μπορεί να είναι την ίδια στιγμή άγριος και τρυφερός, σοβαρός και αστείος, αλλά πάντα δημιουργικός και απρόοπτος σαν παραμύθι, που όλα γίνονται, όπως για παράδειγμα να βρίσκεσαι ξαπλωμένος στην αμμουδερή παραλία και να ζωγραφίζεις με χρυσόσκονη με το δάκτυλό σου στον νυχτερινό ουρανό αστέρια και κομήτες.



Το “El Benny” του Jorge Luis Sanchez μας διηγείται αποσπάσματα από την ζωή του διάσημου κουβανού αυτοδίδακτου τραγουδιστή Benny Moré (Bartlomé Maximiliano Moré Gutiérrez). Και εδώ, μέσα από αυτή την γεμάτη μουσική ταινία διακρίνουμε πτυχές από την πραγματική ζωή της Κούβας. Η αγροτική οικογένεια στην οποία μεγάλωσε και που διατηρούσε  στοιχεία της ανιμιστικής κουλτούρας των αφρικανών σκλάβων, τα δύσκολα νεανικά του χρόνια και η μετέπειτα καθιέρωσή του, το ταξίδι του στο Μεξικό, ο μποέμικος χαρακτήρας του μέχρι τον πρόωρο θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, εξ’ αιτίας του αλκοολισμού του. Ένας μύθος των son montuno, mambo, guaracha και bolero ενσαρκώνεται στο πανί από τον εκπληκτικό Renny Arozarena. Μια δροσιά στην  αθηναϊκή νύχτα, που μπορεί να μην μας σήκωσε από τα καθίσματα του «χωρίς στέγη» και όχι θερινού κινηματογράφου, αλλά τουλάχιστον έντυσε με νότες και χορό αυτό το καυτό καλοκαιρινό απόβραδο.


   



Ο μαραθώνιος έκλεισε με την ταινία "Nosotros la música" του Rogello Paris.

Συνεχίζεται

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Medianeras-Μεσοτοιχίες


Μια σύγχρονη ταινία από την Αργεντινή, που προσφέρει απλόχερα αρκετά και σοβαρά σημεία προβληματισμού πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και πως αυτές καθορίζονται από το οικιστικό περιβάλλον. Εκτός από το «είμαστε.. αυτό που τρώμε», ο Gustavo Taretto προτείνει το, «είμαστε…εκεί που ζούμε.  Προσπαθεί να συνδέσει το "γενικό" με το "μερικό", για να δημιουργήσει μια στέρεη  σεναριακή βάση, αλλά ο τρόπος που το κάνει είναι αποσπασματικός. Χρησιμοποιεί πλάνα πάνω στα οποία πέφτουν οι μονόλογοι του αφηγητή, με αποτέλεσμα τουλάχιστον μέχρι το διάλειμμα, να πλατιάζει., καθώς η ταινία αργεί... να «πάρει μπροστά». Κάνει ενδιαφέρουσα ανάλυση των κεντρικών ηρώων και "παίζει" με την μέθοδο της οπτικοποίησης των στοιχείων του χαρακτήρα τους. Όλη την ταινία την διαπερνά ένα ίχνος παραμυθιού, μόνο που ο σκηνοθέτης δεν έχει αποφασίσει από πριν την δοσολογία του και έτσι ο θεατής βρίσκεται εκτεθειμένος, όντας υποχρεωμένος να αποφασίζει εκείνος κάθε φορά για την οπτική γωνία των συμβάντων. Επίσης, υπάρχουν κάποιες επαναλαμβανόμενες σκηνές, που δεν προσφέρουν κάτι στην εξέλιξη της υπόθεσης, εκτός από την πραγματικά αξιόλογη μουσική επένδυση τους.

Η ταινία μας περιγράφει την ζωή του Martin (Javier Drolas) και της Mariana (Pilar Lopez de Ayala) λίγες μέρες πριν την συνάντησή τους. Δυο άνθρωποι μοναχικοί με πολλά κοινά σημεία και αναφορές, που θα ήταν καταδικασμένοι ποτέ να μην έρθουν σε επαφή, αν ο σκηνοθέτης δεν κρατούσε στο χέρι του το μαγικό ραβδί του σεναρίου και δεν είχε σπουδάσει εξονυχιστικά το προφίλ των ηρώων του…Woody Allen. Η απρόσωπη μεγαλούπολη του Buenos Aires με την άναρχη δόμηση, το πολύ τσιμέντο και το μποτιλιάρισμα, δεν κρύβει μονάχα τον ορίζοντα, αλλά απαγορεύει στους «ροβινσώνες της γκαρσονιέρας» να ακουμπήσουν τα βλέμματά τους. Μέχρι που όλο το σύμπαν συνωμοτεί για ένα απρόσμενο, στυλιζαρισμένο happy end. 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Taxi driver


Η ψηφιακή επεξεργασία της  ταινίας του Martin Scorsece, “Taxi driver”, μπορεί να έδρασε και λίγο σαν κίνητρο για μια καινούργια προβολή σε θερινό κινηματογράφο. Όμως γρήγορα η αίσθηση της τεχνολογικής αρτιότητας εξανεμίστηκε από την ίδια την ταινία. Η λέξη «διαχρονικότητα» φαντάζει υπερβολικά λίγη, για να περιγράψει μια ταινία που κυκλοφόρησε το 1976, αλλά μοιάζει να περιγράφει με απίστευτες λεπτομέρειες την δική μας πραγματικότητα, τόσα χρόνια αργότερα.

Έχουν γραφτεί και θα γραφτούν πολλά για την γέννηση της φασιστικής νοοτροπίας σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Η προσωπική ή η συλλογική «ήττα», σαν γενεσιουργός αιτία πάνω σε ένα υπόστρωμα συντηρητισμού και άγνοιας ή αποσπασματικής παιδείας. Όμως εδώ, στον «Ταξιτζή», ο Travis Bickle (Robert De Niro) ο βετεράνος πεζοναύτης του Βιετνάμ γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο, πως «θέλει να καθαρίσει την Νέα Υόρκη από την βρωμιά» και γι’ αυτό, για αυτόν τον προσωπικό τον «ιερό» του στόχο γυμνάζεται, οπλίζεται και εκτελεί. Διαλέγει ακριβώς τα λόγια που ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά του κάθε πολίτη, κάθε ηλικίας και εποχής.

Στα νυχτερινά πλάνα καθώς η Νέα Υόρκη στροβιλίζεται πίσω από τα τζάμια του ταξί, σαν ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι, βλέπουμε ξεκάθαρα την απόρριψη που βιώνουν της γης οι κολασμένοι. Μόνο που ο πρωταγωνιστής τη βλέπει διαθλασμένη και γι’ αυτό την ερμηνεύει λανθασμένα. Βλέπουμε ποιος είναι αυτός που οπλίζει το χέρι με σιδηρολοστούς, μαχαίρια, πιστόλια και καλάσνικοφ. Να το πούμε καπιταλισμό, θεοποίηση του κέρδους, κοινωνική ανισότητα, συσσώρευση του πλούτου στους λίγους, εκμετάλλευση των αδυνάτων και της φύσης; Όπως και να το πούμε αυτό το χέρι που νομίζει ότι χτυπάει το σύστημα, είναι το ίδιο το μακρύ χέρι του συστήματος.



Σε πρώτο επίπεδο η ταινία μιλάει για την βία που ασκεί ο πόλεμος στα σώματα και στις ψυχές των στρατιωτών και για βία κατά των γυναικών. Για την βία είτε με την στυγνή «ακατέργαστη» μορφή της, σαν και αυτή που βιώνει η 12χρονη πόρνη Iris (Jodie Foster), είτε αυτήν που κρύβεται κάτω από τον μανδύα του καθωσπρεπισμού, που θέλει την γυναίκα στολίδι στου πλευρό του αφέντη, όπως στην περίπτωση της αιθέριας Betsy (Cybil Shepherd).