Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Avatar


Οι γήινοι έχουν μετατρέψει τον πλανήτη Πανδώρα σε ένα πειραματικό εργαστήριο. Έχουν εγκαταστήσει επάνω του μια επιστημονική και στρατιωτική αποικία και μελετούν την ανόργανη και την οργανική του ύλη. Παράλληλα, θέλουν να εξορύξουν το πολύτιμο μέταλλο, που βρίσκεται άφθονο επάνω του, αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει να διώξουν τους κατοίκους από την περιοχή και να αντιμετωπίσουν ένα πολιτισμό πρωτόγονο τεχνολογικά, αλλά δεμένο με το περιβάλλον, με μια σχέση αδιατάρακτης οικολογικής ισορροπίας.
Το πώς θα γίνει αυτό, αποτελεί το θέμα της επικής ταινίας του James Cameron. Μιας ταινίας, που καταφέρνει για παραπάνω από δυόμιση ώρες να σε κρατήσει καθηλωμένο στο κάθισμα, με τα 3D γυαλιά να σε μεταφέρουν ακριβώς εκεί που εξελίσσεται η δράση, έτσι που αν απλώσεις το χέρι σου, αισθάνεσαι ότι μπορείς σχεδόν να αγγίξεις τους αιωρούμενους σπόρους, από το δένδρο της ζωής, αυτόν τον οργανισμό, που με τα τρισεκατομμύρια συνάψεις και νευρικές απολήξεις, είναι υπεύθυνος για την ροή της ενέργειας, ανάμεσα στον πλανήτη και στα όντα του.
Αν κάποιος αρχίσει να μιλά για την διαφορά θεώρησης της πραγματικότητας από τους δυο πολιτισμούς, τον γήινο και τον εξωγήινο, θα χάσει τελείως το νόημα της ταινίας. Αν αποφασίσει να μιλήσει για τον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών, από την μια μεριά ενός πατριαρχικού, επιθετικού, εξαπλωτικού, αποξενωμένου από την φύση συστήματος και από την άλλη ενός συστήματος βασισμένου στην ατομική ελευθερία, που κάθε του μέλος λειτουργεί, σαν ένας κρίκος στην αλυσίδα, που συνδέει ολόκληρο το οικοσύστημα, πάλι θα αδικήσει τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο για τις προθέσεις του και τις επιδιώξεις του. Ακόμα και αν ξεφύγουμε τελείως από το επίπεδο το συλλογικό και ακουμπήσουμε το προσωπικό, τις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα των διαφορετικών φυλών, ο τρόπος που αυτά προσεγγίζουν, ερωτεύονται και πεθαίνουν, ακόμα και τότε, αν θελήσουμε να κάνουμε συνειρμούς με την δική μας πραγματικότητα, με αναφορές σε φυλετική υπεροχή ή σε αποδοχή ανάμεσα μας του ξένου, του διαφορετικού, ακόμα και τότε, θα έχουμε μετατρέψει το χαλί, σε ολόκληρη την οικοσκευή.
Ο James Cameron παντρεύει την επιστημονική φαντασία με το παραμύθι. Ένας γάμος ανάμεσα στο χειροπιαστό και σε αυτό, που σίγουρα υπάρχει, αλλά πρέπει να ψάξεις, για να το βρεις βαθιά μέσα σου. Και τα γεννήματα αυτής της ένωσης, παιδιά άξιων γονιών, η περιπέτεια, η ποίηση και η μαγεία. Έτσι όπως βυθιζόμαστε, μαζί με το avatar του ανάπηρου πεζοναύτη Jake Sully (Sam Worthington), μέσα στην αφιλόξενη ζούγκλα του πλανήτη, γινόμαστε μάρτυρες πρωτόγνωρων εικόνων, χρωμάτων και ήχων. Από το σιδερένιο, το αλεξίσφαιρο, το γραφειοκρατικό της γήινης αποστολής, στο ρευστό, αυθεντικό, σοκαριστικά άγριο, ευγενικό μέσα στην πολυπλοκότητά του, περιβάλλον της Πανδώρας. Η μάχη που θα ξεσπάσει, η μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, συστατικό των ταινιών αυτού του είδους, έρχεται να διώξει την ενοχή, ακόμα και του πιο αυστηρού σινεφίλ, κατά την γνώμη μου. Δεν τίθεται εδώ θέμα παραδοχής. Ξέρω, τι ακριβώς έχω έρθει να δω και θα το διασκεδάσω. Καμιά έκπτωση αξιών, για χάρη του εύκολου, του προβλέψιμου, του αφελούς. Μια ολοκληρωτική παράδοση στην υπόθεση.
Τίποτα δεν θα ήταν κατορθωτό, χωρίς την σύγχρονη τεχνολογία. Μόνο με τα ειδικά εφφέ, με τα οποία είναι εξοπλισμένος ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα, ήταν δυνατή η δημιουργία αυτής της πανδαισίας. Ενός κόσμου τόσο διαφορετικού και ταυτόχρονα τόσο ίδιου με αυτόν που βιώνουμε.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Whatever Works-Κι αν σου κάτσει;


Ας ξεκινήσουμε όπως ακριβώς και ο Woody Allen. Κινηματογράφος και αληθινή ζωή είναι ένα και το αυτό. Δεν με βλέπετε μόνο εσείς, σας βλέπω και εγώ, μοιάζει να μας ψιθυρίζει, άρα ευκαιρία για αυτοσαρκασμό. Το ξέρουμε εμείς οι θεατές, το ξέρει και ο πρωταγωνιστής, το λέει και στους άλλους ηθοποιούς, αλλά δεν τον πιστεύει κανένας. Τους βάζει στο τραπεζάκι-έξω του καφενείου, για τις συνηθισμένες του αμπελοφιλοσοφίες-από πού ερχόμαστε και προς τα που πηγαίνουμε-και ξαφνικά ρίχνει στα πόδια του, μπροστά στα σκαλιά του περιποιημένου φτωχικού του, ένα ζουμπουρλούδικο μωρό ετών 21, έκθετο, απελπισμένο, στα όρια της απόγνωσης.
Ο Boris Yelllnikoff (Larry David) λίγο παραπάνω από μεσήλικας, με δυο απόπειρες αυτοκτονίας στο ενεργητικό του, κουτσός, φαλακρός, μισάνθρωπος, αλλά και διάνοια στην φυσική, παρ’ ολίγον νομπελίστας, δεν θέλει πολύ… αλλά στο τέλος πείθεται να παντρευτεί την μικρή ανόητη, αλλά με τις υπόλοιπες χάρες στον υπερθετικό βαθμό, Melodie St Ann Celestine (Evan Rachel Wood). Γύρω από το κεντρικό αυτό πρωταγωνιστικό δίδυμο μπαινοβγαίνουν-παρελαύνουν στην σκηνή, όπως οι φιγούρες του Καραγκιόζη, αφήνουν το στίγμα τους και καταθέτουν τα εσώψυχά τους, ένα σωρό χαρακτήρες, οι φίλοι του Boris, η μητέρα και ο πατέρας της Melodie, σύγχρονοι Νεουορκέζοι, άνθρωποι της σόου-μπιζ, της τέχνης και του πνεύματος.
Το καλύτερο σκηνικό να μας πει ο σκηνοθέτης όλα όσα έχει μέσα στο μυαλό του. Μέσα από ζουμερούς διαλόγους ακτινογραφούνται «οι Αμερικές» του 21ου αιώνα. Προσεκτικά, με έναν απλό νυχοκόπτη, για να μην ανοίξει βαθιές πληγές, περιγράφει την συντηρητική Αμερική της Sara Palin, που είναι κατά των αμβλώσεων, υπέρ της οπλοφορίας, εθνικιστική και μισαλλόδοξη, γεμάτη υποκρισία και πουριτανισμό. Από την άλλη η κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη απομυθοποιείται και αυτή μέσα από τις υπερβολές της και τις νευρώσεις της. Πράγματα λίγο πολύ γνωστά, που βρίσκουν όμως την έκφρασή τους, μέσα στο το ίδιο το άτομο. Γιατί η ανάλυση του Woody Allen, μπορεί να αφορά την κοινωνία, αναδεικνύει όμως τις στρεβλώσεις της μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό. Και βέβαια το σχετικό πασάλειμμα περί τύχης, περί στιγμών, που καθορίζουν την ζωή του ανθρώπου και πόσο ευάλωτος είναι στην μοίρα του, είτε για το καλό, είτε για το κακό. Και μια διαρκής ολοφάνερη επιθυμία να τα κλείσει όλα μέσα σε κουτάκια, να τα τακτοποιήσει, να μην αφήσει κανένα παραπονεμένο. Αφού την σκέφτηκα την μικρή κακία μου, θα την πω. Έχει γεράσει ο άνθρωπος και θέλει να τα βλέπει όλα στρογγυλά.
Η ταινία βλέπεται ευχάριστα. Όταν κατά το τελευταίο μισάωρο αρχίζει κάπως, να κουράζει με τις επαναλήψεις της, καταφέρνει με μαγικό τρόπο να ανανεώσει το ενδιαφέρον, βάζοντας καινούργια «υλικά» στην συνταγή της.
Πάντως έχει καταντήσει πια πρόβλημα, η εμμονή του σκηνοθέτη να δημιουργεί ομοιώματά του στην υποκριτική τέχνη των ηθοποιών του. Εδώ, δεν μιλάμε απλά για καθοδήγηση. Μιλάμε για κανονικό καπέλωμα. Ειδικά όμως σε αυτήν εδώ την ταινία τους εγκαταλείπει οριστικά στην τύχη τους. Δε κλείνει απλώς το μάτι του. Καταφέρνει να βρίσκεται εξ’ ολοκλήρου ο ίδιος πίσω από το πανί. Τα λόγια που μιλάνε, οι εκφράσεις στο πρόσωπο τους, οι κινήσεις τους είναι ακριβώς οι δικές του. Ο φουκαράς ο Larry David, δεν φθάνει που τον φόρτωσε, για τις ανάγκες της ταινίας βέβαια, με όλα τα κακά της μοίρας του, τον υποχρέωσε κιόλας, όταν ο ρόλος του απαιτεί να ακούει τον συνομιλητή του, να μετράει από μέσα του, για να μην χάσει την επόμενη ατάκα του και να κάθεται, σαν το ξυλάγγουρο. Ευτυχώς η Evan Rachel Wood δεν έχει πρόβλημα. Όπως και να καθήσει ευχαριστημένοι είμαστε…

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

The Wrestler-Ο παλαιστής


Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει πολλές ταινίες που αποδομούν το Αμερικάνικο όνειρο. Περιγράφουν την ζωή πίσω από τις βιτρίνες, ρίχνουν κριτικές ματιές και βάζουν τον φακό να τρυπώσει μέσα στα τροχόσπιτα και στις άδειες από δολάρια τσέπες των πολιτών της υπερδύναμης. Παρά την βόλτα στα συνηθισμένα ντεκόρ και με την έκθεση Αμερικάνικων σημαιών σε δεύτερα και τρίτα πλάνα, όπου ακριβώς δεν θα περίμενε ο θεατής να τις δει, η ταινία του Darren Aronofski, “The Wrestler”, δεν είναι μια από αυτές. Διαρκώς παρούσες, αλλά ταυτόχρονα και φευγαλέες αναφορές στις συνθήκες, που παράγουν τις σύγχρονες κρεατομηχανές σωμάτων και ψυχών.

Ακόμα και στα γεράματα ο βετεράνος παλαιστής του κατς, Randy Robinson (Mickey Rourke), βρίσκεται πάνω στα ριγκ. Με αναβολικά, σολάριουμ και βαφές μαλλιών στην πλούσια ξανθιά του χαίτη, προσπαθεί να διατηρήσει τον μύθο που δημιούργησε στην δεκαετία του 80. Ότι έχει απομείνει σε αυτόν, η αναγνωρισιμότητα του ανάμεσα στους φίλους του βάρβαρου αυτού σπορ, τα κουκλάκια με το ομοίωμά του και ο χαρακτήρας του στα σενάρια των παιγνιδομηχανών, να παλεύει με τον βασικό του αντίπαλο, τον Αγιατολάχ. Ο Κριός, όπως είναι το παρατσούκλι του Randy, καταρέει. Μετά την εγχείρηση στην καρδιά του δεν έχει πουθενά να πιαστεί. Είναι ανίκανος να φτιάξει σχέσεις ουσίας με τους ανθρώπους γύρω του. Χωμένος ολόκληρη την ζωή του στον χώρο της ελεύθερης πάλης, με τα στοιχεία της show business να κυριαρχούν, έχει χάσει την ικανότητα προσέγγισης με τους άλλους. Κάπου έχει μια κόρη, την Stephanie (Evan Rachel Wood), που έχει να την δει, δεν ξέρω πόσα, χρόνια. Την πλησιάζει, τρώει χιλόπιτα. Κάπου υπάρχει ένα φλερτ με μια κοπέλα, την Cassidy (Marisa Tomei), που κάνει στριπτήζ σε ένα μπαρ. Αυτή... το κάνει για το παιδί της. Του δείχνει λίγο ενδιαφέρον και χάνεται κι αυτό. Ο Randy τυλίγει σαλάμια και τυριά στο σούπερ-μάρκετ. Μετακινεί το τεράστιο σώμα του, πίσω από τα ψυγεία και νοιώθει απελπιστικά μόνος του. Θα τελειώσει την ζωή του, εκεί που την έζησε όλα του τα χρόνια. Σε μια μάχη χωρίς επιστροφή με τον βασικό του αντίπαλο. Τον εαυτό του.

Το σενάριο αφελές και προβλέψιμο. Η σκηνοθεσία το υπηρετεί σχολαστικά, χωρίς λάθη, αλλά με τρόπο ευθύγραμμο, χωρίς διακυμάνσεις. Οι σκηνές βίας πάνω στο ριγκ, η εκκωφαντική, μπιτάτη μουσική, που ξεσηκώνει τους εθισμένους στο αίμα, αρρωστημένους θεατές, είναι τα βασικά εργαλεία, για την σκιαγράφηση του ήρωα.

Το δάκρυ του Mickey Rourke, όταν συνειδητοποιεί την μοναξιά του, διασώζει όλη την υποκριτική τεχνική του. Ο άνθρωπος, που σε όλη του την ζωή ταυτίστηκε με την εικόνα του, κάνει την ύστατη προσπάθεια, να αλλάξει ρότα. Επί 109 λεπτά γινόμαστε μάρτυρες ενός πόλεμου, που διεξάγεται στα παρασκήνια. Είναι ειλικρινής ο Randy με τους συνανθρώπους του; Είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του; Το σώμα του, ο τρόπος της ζωής του, έρχονται, σαν εμπόδιο, να του στερήσουν την τελευταία του ευκαιρία.
Ολόκληρη η ζωή του "Κριού" μια, χωρίς όρια, ανατρεπτικότητα. Τι πιο όμορφο για τους τίτλους του τέλους από την ροκ μπαλάντα του Bruce Spingsteen

Η ταινία παρακολουθείται με ενδιαφέρον και ευχάριστα, αλλά μέχρι εκεί.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

The Fountain-Η πηγή της ζωής


Γεμάτη συμβολισμούς, που στηρίζονται σε αρχαίες θρησκευτικές δοξασίες, είναι η ταινία του Darren Aponofski, “The fountain”. Μια ταινία που ενσωματώνει μέσα στην ίδια την δομή της, τις ίδιες φιλοσοφικές θεωρήσεις, που επεξεργάζεται. Ο χρόνος δεν είναι μια ευθεία γραμμή πάνω στην οποία το άτομο βρίσκεται κάποια στιγμή. Δεν είναι η σκάλα ενός κτηρίου, που μπορεί κανείς να ανέβει από τον χαμηλότερο προς τον ψηλότερο όροφο. Είναι το κτήριο, όπως το βλέπει απ’ έξω ο παρατηρητής, κοιτάζοντας ταυτόχρονα όλα τα πατώματα. Ο Άνθρωπος, με Α κεφαλαίο, ξεφεύγει από το φθαρτό του σώμα, πηδάει έξω από τον χρόνο και βρίσκεται ταυτόχρονα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον.
Μην έχουμε καμιά παρεξήγηση. Δεν πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ότι συμβαίνει, έχει να κάνει με την ανθρώπινη ψυχή και την λαχτάρα της να ενωθεί με την παγκόσμια συμπαντική ουσία. Η σκηνοθετική άποψη, η τεχνική ας πούμε, είναι το μέσον για να πει ο δημιουργός τα ανείπωτα. Το καταφέρνει; Μια ερώτηση, που δεν είναι εύκολο να την απαντήσει κανείς, γιατί έχει αυτό έχει πρωτίστως σχέση με το επίπεδο συνειδητοποίησης του θεατή. Εκείνο που σίγουρα καταφέρνει, είναι να φτιάξει μια ατμοσφαιρική, σπονδυλωτή ταινία με πάμπολες βιβλικές αναφορές, ένα εικαστικό χάρμα οφθαλμών.
Παρακολουθούμε ταυτόχρονα να εξελίσσονται τρεις παράλληλες ιστορίες. Στην πρώτη, ο Τόμας Κρέο, Ισπανός κονκισταδόρ, αναλαμβάνει να σώσει την βασίλισσά του Ισαβέλλα, από τον κακό ιεροεξεταστή. Ψάχνει στις χώρες της Νέας Ισπανίας, τη μαγική ουσία, που θα σώσει τον θρόνο και θα διατηρήσει την εξουσία ανέπαφη. Στην δεύτερη, ο γιατρός χειρουργός Τόμυ Κρέο ψάχνει απεγνωσμένα το ιατρικό φάρμακο, που θα σώσει την αγαπημένη του σύζυγο, Ίζι, από την αρρώστια. Στην τρίτη, ο ίδιος γιατρός μετά από εκατοντάδες χρόνια, ταξιδεύει μέσα σε μια σταγόνα, σαν κοσμικός ταξιδιώτης, ανάμεσα στους γαλαξίες, για να ανακαλύψει το δένδρο της ζωής, το Εδεμικό σύμβολο της αιωνιότητας, για να το ενσωματώσει στο "είναι" του και να φέρει πίσω το σώμα της αγαπημένης του.
Και οι τρεις ιστορίες είναι δεμένες μεταξύ τους, σαν ένα κουβάρι. Η μοναξιά του ανθρώπου, το δέος απέναντι στο άγνωστο, στο αχανές διάστημα. Από την πρωτόγονη αστρονομία των Μάγιας και τους θρύλους για τον κόσμο των νεκρών, στα νεφελώματα του ουρανού, πηγαίνουμε στα σύγχρονα τηλεσκόπια και από εκεί στα διαστημικά ταξίδια. Το ζητούμενο κάθε φορά διαφορετικό. Η ανθρώπινη επιδίωξη, για το ξεπέρασμα της φθαρτής φύσης, περνάει από πολλά στάδια. Εξελίσσεται από τις πιο πρωτόγονες, περισσότερο απτές μάχες, σε επίπεδα άυλα, εκλεπτυσμένα, διάφανα. Όσο η ανθρώπινη ψυχή πλησιάζει στον Δημιουργό της απεκδύεται πανοπλίες, ρούχα, τεχνολογικά εξαρτήματα. Πλησιάζει ξυπόλυτη, για να γευθεί από το δένδρο της Ζωής, που ταυτίζεται με το δένδρο της Γνώσης.
Στιγμή εξαιρετικής έμπνευσης η μουσική του Clint Mansell