Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Victoria

Μια «Γλυκιά συμμορία» … γερμανικών προδιαγραφών,  από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, η ταινία του Sebastian Schipper,  «Victoria», έρχεται να συγκινήσει και να προβληματίσει ταυτόχρονα τον θεατή, βάζοντας ζητήματα για την ποιότητα της ζωής στις σύγχρονες δυτικές μεγαλουπόλεις, με την έλλειψη προοπτικής και φιλοδοξιών, από ένα ολοένα και περισσότερο διογκούμενο κομμάτι της νεολαίας, που βιώνει την απόρριψη και την περιθωριοποίηση. Χωρίς ελπίδα βελτίωσης της καθημερινότητας, χωρίς στόχους, χωρίς ιδανικά, σε μια κοινωνία αποιδεολογικοποιημένη, θύμα των πολιτικών της μεγιστοποίησης του κέρδους, ως αυτοσκοπός, καταλήγει να δρα και να αντιδρά παρορμητικά και αυτοκαταστροφικά. Παρήγορο είναι, ότι ακόμα και μέσα σε αυτήν την δυσλειτουργική κατάσταση, αναδεικνύονται σημάδια ανθρωπιάς, συντροφικότητας, αλληλεγγύης. Το «απόλυτο κακό», το τυφλό μίσος, η παράλογη επιθετικότητα χάνει κατά κράτος τον πόλεμο.
Η νεαρή ισπανίδα Victoria (Laia Costa) που ζει στο Βερολίνο, φλερτάρει με τον Sonne (Frederick Lau) και φεύγει μαζί του και με την παρέα του, ξημερώματα, από το μπαρ όπου διασκέδαζαν. Η άγνοια της γερμανικής γλώσσας, που δεν τις επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τις μεταξύ τους συζητήσεις, η επικοινωνία με τα «σπαστά» αγγλικά, η υπερβολική εμπιστοσύνη, το αλκοόλ και τα μαλακά ναρκωτικά, δημιουργούν μια «ανεβαστική» αλλά εύθραυστη ισορροπία. Ο Boxer (Franz Rogowski), ο πιο ζόρικος από την ομάδα και με προηγούμενες μικροπαραβατικές συμπεριφορές,  για να ξεπληρώσει παλιούς λογαριασμούς, τους παρασύρει σε μια ληστεία τράπεζας. Παιδικότητα, αφέλεια, απειρία και ερασιτεχνισμός, σε συνδυασμό με ανιδιοτέλεια και άγνοια του πραγματικού κινδύνου, τους οδηγεί σε ένα ταξίδι από την γη στον παράδεισο και από εκεί κατ’ ευθείαν στην κόλαση.

Ενδιαφέρουσα η σκηνοθετική προσέγγιση, με 138 λεπτά ένα συνεχόμενο μονοπλάνο, με την κάμερα στο χέρι να ακολουθεί κατά πόδας τους ηθοποιούς, να μπλέκεται ανάμεσα τους, με κλειστά, κλειστοφοβικά, στενά κάδρα, να εντείνει την αγωνία, μαζί με την ηχητική μπάντα, τους καθημερινούς, πολλές φορές εσκεμμένα απλοϊκούς  διαλόγους, πιστούς όμως στο στιβαρό και εξονυχιστικά δουλεμένο σενάριο, ο θεατής εγκαταλείπει την αίθουσα με την αίσθηση της «γλυκιάς» απώλειας. Γιατί αυτό που χάνεται, μας αφορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: