Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Προσκύνημα στη Λούρδη-Lourdes


Τι είναι ακριβώς θαύμα; Είναι η παρέκκλιση και η καταστρατήγηση των φυσικών νόμων, από την μεριά του Θεού, για χάρη ενός ανθρώπου, μιας ομάδας ανθρώπων ή και ενός ολόκληρου λαού; Είναι αυτό που χρειάζεται η θρησκευτική πίστη, για να τονωθεί ή είναι το αποτέλεσμα της ίδιας της θρησκευτικής πίστης;
Η Αυστριακή σκηνοθέτης Jessica Hausner με την ταινία της “Lourdes” (Προσκύνημα στην Λούρδη) δεν επιχειρεί να δώσει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Καταγράφει απλώς την στάση μιας ομάδας ανθρώπων, πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μιας ομάδας ανθρώπων, που αποτελούμενη από άτομα με διαφορετική αφετηριακή βάση, τολμούν να προσεγγίσουν το «Θείον», το καθένα από αυτά με τον προσωπικό του τρόπο, με την δική του, την ιδιαίτερη αντίληψη για την ζωή.
Όλα διαδραματίζονται κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού-προσκυνήματος στο μοναστήρι της Λούρδης. Μέσα στα πλαίσια του θρησκευτικού τουρισμού, οι άνθρωποι με σωματικά κυρίως προβλήματα, οι συνοδοί τους και το προσωπικό της εταιρείας που διοργανώνει την εκδρομή, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της σκηνοθέτιδας, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί ο εγωιστικός τρόπος με τον οποίο γίνεται το πλησίασμα σε κάποια Υπέρτατη Δύναμη. Σε μια πρώτη και λανθασμένη, κατά την γνώμη μου, ανάγνωση ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με την εκκλησιαστική υποκρισία. Η Jessica Hausner ξεμπερδεύει εύκολα και γρήγορα από αυτό, τοποθετώντας στο ίδιο πλάνο το άγαλμα της Παναγίας και το μαγαζάκι που πουλάει τα σουβενίρ. Το θέμα δεν είναι η βιομηχανία που έχει στηθεί πάνω στον πόνο, στην αγωνία και στην ελπίδα, αλλά μια περισσότερο ανθρωποκεντρική θεώρηση. Το θέμα δεν είναι τι ζητά η πίστη από τους πιστούς, αλλά τι ζητούν οι πιστοί από την πίστη. Η σκηνοθετική άποψη ξεπερνά κατά πολύ την σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογισμό και στην υπέρβαση. Η ίδια η Θεϊκή Δύναμη δοκιμάζεται μπροστά στην ανθρώπινη αμφιβολία. Ο Θεός έχει την τάση να κρύβεται και ο άνθρωπος έχει την τάση να προσπαθεί να τον βγάλει στην επιφάνεια. Τα λογίδρια, που παπαγαλίζουν οι αδελφές του ελέους και ο ιερέας του γκρουπ, για να απαντήσουν στα ερωτήματα, μοιάζουν βγαλμένα μέσα από συρτάρια. Απονευρωμένες κουβέντες, στοχευμένες στην περιφέρεια, αφήνοντας ανέπαφο τον πυρήνα. Τα πλάνα επικεντρώνουν επάνω στα βλέμματα και στις κινήσεις. Ανεπαίσθητοι μορφασμοί, επιτηδευμένες στροφές του κεφαλιού, συμπεριφορές, που «κλειδώνει» επάνω τους ο φακός, όπως όταν κάποιος αισθάνεται ασφαλής μέσα στον μικρόκοσμό του. Σαν το δάχτυλο, που βάζει στην μύτη ο οδηγός του αυτοκινήτου, νομίζοντας πως είναι μόνος του. Και ανάμεσα σε όλα αυτά η ζωή που σιγοβράζει από κάτω. Ο έρωτας, η σωματική έλξη, ο κινητήριος μοχλός του σύμπαντος, η ακατανίκητη δύναμη που ψάχνει να βρει μια χαραμάδα ανάμεσα από την αρρώστια, για να ξεπεταχτεί, σαν ατίθασο αγριολούλουδο.
Με τα μάτια καρφωμένα πάνω στην Christine (Sylvie Testud), την τετραπληγική ηρωϊδα και τον επαγγελματικά άψογα οργανωμένο περίγυρό της, βυθιζόμαστε για δυο περίπου ώρες σε ένα κόσμο τυπολατρείας. Πετυχαίνουμε να βρεθούμε στην θέση μιας τρίτης εξωτερικής ματιάς, ικανής να αποκαλύψει τις στρεβλώσεις που αναπτύσσονται, όταν η προσωπική συμμετοχή στα δρώμενα αλλοιώνει το οπτικό πεδίο.

2 σχόλια:

kioy είπε...

Ωραία παρουσίαση...
Σημαντική ταινία, με λιτή κινηματογραφική γραφή που εκλείπει.
Φιλοσοφικό Δοκίμιο πάνω στο θαύμα: η φιλοσοφία θέτει ερωτήματα, δε δίνει απαντήσεις, όπως καίρια υπογραμμίζεις.

Μια ταινία πραγματικός ψυχογραφικός οχετός, και θυσαυροφυλάκειο μαζί. Το χρονικό ενός θαύματος εσωκλείεται μέσα σε ένα ομιχλώδη νεφέλωμα, και οι ανθρώπινοι δορυφόροι, ετεροβαμμένοι, διαγράφουν αλλότριες τροχιές, σιωπηλές ή κραυγαλέες, γύρω του...

Καληνύχτα!

synephilidikos είπε...

Ευχαριστώ πολύ.
Γράφω, όπως ακριβώς την ένοιωσα. Μια ταινία χαμηλών τόνων. Πρόκειται, για πολύ δύσκολο θέμα, αν κάποιος αποφασίσει... να αποφύγει τα στεγανά. Η άκριτη αποδοχή και εκμετάλλευση του θαύματος, από την μια πλευρά και η ορθολογική, σκεπτικιστική αντιμετώπιση από την άλλη, αποτελούν, κατά την γνώμη μου, τα δυο άκρα.
Εδώ η προσέγγιση εμπεριέχει την αναζήτηση, ένα προνόμιο που ανήκει στον παρατηρητή.