Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

The last station- Ο τελευταίος σταθμός


Η ταινία «Ο τελευταίος σταθμός», του σκηνοθέτη Michael Hoffman, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Jay Parini,παρόλο που χρησιμοποιεί το «βαρύ» όνομα του Λέων Τολστόι, δεν καταφέρνει να ανέβει κατηγορία και θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί, σαν σαπουνόπερα. Ο επιφανειακός τρόπος προσέγγισης των καταστάσεων και των χαρακτήρων, σε συνδυασμό με τις σκηνοθετικές ευκολίες και τα καταφανώς απρόσεκτα πλάνα, ιδιαίτερα στους εξωτερικούς χώρους, κάνουν την θέασή της, ακόμα και στον θερινό κινηματογράφο (αν και φέτος στους θερινούς είδαμε και διαμάντια), μια ελαφριά δοκιμασία των νεύρων.
Ατράνταχτη απόδειξη, πως δεν αρκεί η καλή πρώτη ιδέα, η εγγύηση που παρέχει η συμμετοχή ηθοποιών με καταξιωμένη ερμηνευτική ικανότητα, ακόμα και η ίδια η πρόθεση να διηγηθεί κανείς κάτι το ενδιαφέρον, το «ζουμερό», για να βγει ένα θετικό αποτέλεσμα.
Ο υπερήλικας Λέων Τολστόι (Christopher Plummer) κάνει μια προσπάθεια, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, να ξεφύγει από τα εγκόσμια. Σχηματίζει γύρω του ένα πυρήνα αφοσιωμένων θαυμαστών του έργου του και της προσωπικότητάς του και διδάσκει ένα τρόπο ζωής ασκητικό, στραμμένο μόνο στις πνευματικές αναζητήσεις, μακριά από κάθε απόλαυση της σάρκας. Σκοπεύει μάλιστα να παραιτηθεί των συγγραφικών δικαιωμάτων του, προς όφελος του Ρώσικου λαού. Η επί πολλά χρόνια σύντροφός του, Σοφία Αντρέγιεβνα Τολστόι (Elen Mirren), δεν συμμερίζεται τις ιδεαλιστικές απόψεις του, αντίθετα, κατηγορεί τον σκληρό ηγετικό πυρήνα των οπαδών του, για ιδιοτελείς επιδιώξεις, ως προς την περιουσία τους, σε βάρος της ιδίας και της οικογένειάς τους. Στην επακόλουθη σύγκρουση συμπαρασύρεται και ο νεαρός γραμματέας του Τολστόι, ο Βαλεντίν Μπουλγκάκωφ (James MacAvoy), ένας άπειρος, καλοπροαίρετος νεαρός, με ιδανικά, που ανακαλύπτει τελικά τα κενά στην διδασκαλία του μέντορά του, όταν αυτά μεταφέρονται, σαν αποστεωμένες «προσταγές», χωρίς να αποτελούν προσωπικά βιώματα. Ο έρωτας, που θα νοιώσει για μια κοπέλα από το κοινόβιο, θα τον κάνει να αισθανθεί την διαφορά ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη. Το γνωστό μοτίβο, που θέλει τους οπαδούς να κινούνται με μεγαλύτερο ζήλο από τον ιδρυτή της κοσμοθεωρίας τους, βρίσκει εδώ την εφαρμογή του, με τους Τολστοϊκούς να ξεπερνούν σε καθαρότητα τον ίδιο τον Τολστόι.
Η ταινία σταματά στην ενδοοικογενειακή διαμάχη και αδυνατεί (μάλλον δεν θέλει) να απεικονίσει την κατάσταση στην προεπαναστατική Ρωσία, με τον κοινωνικό αναβρασμό και τις ζυμώσεις, που γεννούσαν τις ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συντροφικότητας, ιδέες που το αλτρουιστικά ευαίσθητο «ραντάρ» του συγγραφέα, είχε καταφέρει να συλλάβει.
Οι σκηνές ζηλοτυπίας, οι ηθικοί εκβιασμοί, το γυναικείο όπλο του σεξ, ακόμα και αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα-όπως μας δείχνει διαρκώς η ταινία στην εξώπορτα του πύργου των Τολστόι ήταν εγκατεστημένα (ευτυχώς όπως θα σας πω παρακάτω) τα δημοσιογραφικά συνεργεία της εποχής, για να καταγράψουν, εν είδει τέντας Ωνασείου, κάθε γαργαλιστική λεπτομέρεια-μετατρέπουν την ταινία σε ένα είδος προβολής μέσα από την κλειδαρότρυπα, κάτι εντελώς αποσπασματικό και κατά συνέπεια, άνευρο και προσβλητικό.
Τρομερά ενοχλητική η χρησιμοποίηση της αγγλικής γλώσσας σε ένα τόπο και τοπίο τόσο πολύ ηχητικά φορτισμένο. Από τον τρόπο που η ομιλία έρχεται να αποδώσει σκέψεις και συναισθήματα, δημιουργούνται και οι εντυπώσεις και βιώνονται τα νοήματα.
Παρόλο, που κάποιοι θεατές βιάστηκαν με την αναγραφή των τίτλων του τέλους, να σηκωθούν από τις άβολες καρέκλες τους, αν κάτι άξιζε, ήταν τα πραγματικά «επίκαιρα» αυτών των πρώτων κινηματογραφικών συνεργείων, που κατέγραψαν τις εικόνες της φύσης και των ανθρώπων της εποχής και που μας μετέφεραν στο πραγματικό κλίμα. Τουλάχιστον, ως προς αυτό το σημείο, είναι προς τιμήν του σκηνοθέτη, που μας επέτρεψε να σχηματίσουμε μια γνώμη, έξω από την δική του ματιά. Στα λίγα αυτά λεπτά αποζημιωθήκαμε από ένα βαρετό δίωρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: