Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Καύση

Μια ταινία που προσπαθεί μέσα από την αμεσότητα των διαλόγων, να περιγράψει  την πραγματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων και ταυτόχρονα, να βγάλει στην επιφάνεια τα στοιχεία εκείνα του διανοουμενίστικου μικροαστισμού με τις έντονες τάσεις ατομισμού, καταναλωτισμού και ωχαδερφισμού, που μας οδήγησαν μέχρι αυτήν την κατάσταση. Χρησιμοποιεί κλισέ εκφράσεις, χειρονομίες, μορφασμούς, και προϋποθέτει την γνώση του background για να γίνει κατανοητή. Σε άλλο τόπο και χρόνο η ταινία αυτή θα ήταν απλώς ένα αίνιγμα. Οι ηθοποιοί, στην προσπάθεια τους να μιμηθούν τον νεοέλληνα και τις αδυναμίες του, κατασκευάζουν καρικατούρες, εξαντλούν την ερμηνευτική τους μανιέρα και χωρίς επαρκή σκηνοθετική καθοδήγηση… μένουν στο τέλος από καύσιμο. Οι πέντε «φυτευτοί» μονόλογοι των πρωταγωνιστών, αν προστέθηκαν για να επιτρέψουν στους χαρακτήρες να αυτοπεριγραφούν, αποτελούν μια κακή σκηνοθετική επιλογή. Όταν ο ηθοποιός κοιτάζει τον φακό και μιλάει, χωρίς να έχει απέναντι του έναν άλλον ηθοποιό, είναι καλό να γνωρίζουμε γιατί το κάνει.

Η αρχικά καλή ιδέα σχετικά με το δίλλημα «καύση ή ταφή», που αποτελεί και τον καταλύτη για να ανασυρθούν οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και το συνεχώς παρόν-απόν πτώμα, που έχει αρχίσει να σήπεται, αποτυγχάνουν να παρασύρουν τον θεατή στον προβληματισμό τους και … η τελική λύση με τον εξτρεμισμό να αναλαμβάνει το ξεκαθάρισμα των κακώς κείμενων, φαντάζει είτε σαν δασκαλίστικη παρότρυνση, είτε σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. 

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Χαίρε, Καίσαρ!-Hail, Caesar!

Αργεί κάπως να πάρει μπροστά, φαίνεται να διστάζει στο που θα πρέπει να ρίξει το βάρος, κινδυνεύει να καταλήξει σε ένα άθροισμα επιθεωρησιακών νούμερων δεμένων σε ένα χαλαρό σεναριακό κορμό, αθετεί τον χρυσό συγγραφικό κανόνα καθυστερώντας υπερβολικά να τελειώσει την πρώτη εισαγωγική πράξη και μεταθέτει την «πρώτη κρίσιμη στιγμή» όσο δεν πάει άλλο… όμως οι αδελφοί Ethan και Joel Coen αποδεικνύεται ότι έχουν τον έλεγχο, αυτό που στον θεατή φαντάζει ένας παρακινδυνευμένος σκηνοθετικός ακροβατισμός, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια εσκεμμένη αποδόμηση όλων των καταπιεστικών και εξουσιαστικών δομών που παίρνουν δύναμη και κύρος μέσα από την ικανότητά τους να παγιώνονται μέσα στη κοινωνία δια μέσου της προπαγάνδας, γι’ αυτό και ο τελικός στόχος είναι η ίδια η βιομηχανία του κινηματογράφου και μάλιστα στον κολοφώνα της, το Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’50.
Μια πολυεπίπεδη κοινωνική σάτιρα, με γρήγορο ρυθμό, φαντασμαγορική, αφού εκμεταλλεύεται «για ίδιον όφελος» όλα τα κινηματογραφικά ατού και κλισέ, με τα βαριετέ, τα γουέστερν, τα μιούζικαλ, τα αστικά δράματα κ.λ.π.,  δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, από την παραδοσιακή στάση του πρωταγωνιστή απέναντι στον εξομολογητή του και τον «πόλεμο» των θρησκειών, μέχρι την λογοκρισία και τον έλεγχο των μαζών από την δημοσιογραφία του θεάματος, έως και τις σοβιετικού τύπου, εν είδει σοσιαλιστικού ρεαλισμού, υπερπαραγωγές, οι σκηνοθέτες σε κάθε ατάκα κλείνουν το μάτι στον υποψιασμένο θεατή, ακόμα και για τα πιο απλά, τα καθημερινά, όπως το βάλτωμα της συζυγικής σχέσης, τα καπρίτσια των σταρ, το ατάλαντο κάποιων κινηματογραφικών αστέρων που προωθούνται εν των άνω, τις αλληλοεξαρτήσεις και τους εκβιασμούς και στο πολύ βάθος… τα αριστερά γκρουπούσκουλα να οργανώνουν την απαγωγή ενός διάσημου ηθοποιού, που υποδύεται τον Ρωμαίο αξιωματικό σε ένα θρησκευτικό δράμα εποχής.
Μεγάλη παραγωγή, εξαιρετικό κάστ, εκτός από τον Josh Brolin στον πρωταγωνιστικό ρόλο του διευθυντή παραγωγής Eddie Manix, εξ’ ίσου απολαυστικοί οι George Clooney με την στολή του εκατόνταρχου, η Tilda Swinton στον διπλό ρόλο της δημοσιογράφου και της δίδυμης αδελφής της, ο Ralph Fiennes ως «εκκεντρικός» σκηνοθέτης, η Scarlett Johansson ως κακομαθημένη πρωταγωνίστρια, ο Alden Ehrenreich ως συμπαθητικός βλάκας κάου-μπόι και άλλοι πολλοί, ερμηνεύουν χαρακτήρες δομημένους σωστά στα όρια της υπερβολής και του γελοίου.  

Μια αναρχική, ανατρεπτική ταινία υπονομεύει οτιδήποτε δήθεν, οτιδήποτε βαρύγδουπο, ακόμα και το όνομα της εταιρείας παραγωγής, “Capitol”, παραπέμπει στο κυρίαρχο πολιτικό-κοινωνικό σύστημα στα πλαίσια του οποίου ηγεμονεύει αυτό το είδος κινηματογράφου.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Ο Αστακός-The Lobster

Εξαιρετικής αισθητικής, καλογυρισμένο, το πολυεπίπεδο αλληγορικό θρίλερ, «Ο Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου  μας μεταφέρει σε ένα οργουελικό μέλλον, όπου η καθεστωτική αντίληψη απαιτεί από τους υπηκόους να ζουν σε ζευγάρια- και μάλιστα ανεξαρτήτως φύλου ετερόφυλα ή ομόφυλα, μιας και το καθεστώς παρουσιάζει φιλελεύθερο προφίλ- να διάγουν βίο αρμονικό, χωρίς συγκρούσεις μεταξύ τους. Για τον σκοπό αυτό έχει δημιουργηθεί και κέντρο αποκατάστασης προσωπικοτήτων με χαρακτήρα ξενοδοχείου για όσους αισθάνονται την ανάγκη του μοναχικού βίου και επιβάλλεται να απεξαρτηθούν από αυτό. Όσοι αποτύχουν να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις, μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα,  δεν αξίζει να θεωρούνται μέλη της ανθρώπινης φυλής και μετατρέπονται σε ζώα. Παράλληλα κάποιοι φανατικοί «μοναχικοί»- το ίδιο ζηλωτές όπως και οι αντίπαλοί τους και όπως διαπιστώνουμε στο δεύτερο  μέρος της ταινίας -έχουν πάρει τα δάση και ξεκινούν ένα ιδιότυπο αντάρτικο, ενάντια στην δια της πειθούς, σε πρώτη φάση και δια της ράβδου σε δεύτερο χρόνο, επιβολή, της εκ των άνωθεν ορμώμενης κοσμοαντίληψης.
Ο σκηνοθέτης φαντασιώνεται ένα ολοκληρωμένο σύμπαν που πατάει επάνω στην πραγματικότητα, τραβώντας στα άκρα τις ανθρώπινες συμπεριφορές και το υπηρετεί με συνέπεια μέχρι το τέλος χωρίς να προκαλεί ρήγματα αναληθοφάνειας στην πλευρά του θεατή. Πατάει επάνω στα γερά θεμέλια του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού και είναι, σαν να παρακολουθούμε ένα «ξεχείλωμα» του χωροχρόνου, έτσι ώστε μέσα στην προέκταση του, να χωράει όλη η κριτική των εξουσιαστικών σχέσεων, είτε αυτή αφορά κράτος-πολίτες, είτε αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Όμορφα κάδρα, ιδιαίτερη φωτογραφία, ειδικά τα πλάνα του δεύτερου μέρος που κυριαρχεί η ζωή του ήρωα στο δάσος μαζί με τους μοναχικούς, γρήγορο μοντάζ με εναλλαγές και λειτουργικό soundtrack που εντείνει την ένταση και την αγωνία.

Μια ταινία υψηλών προδιαγραφών, με διεθνές cast, που δικαιολογεί απόλυτα την επιτυχία και τα βραβεία της.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Νοτιάς

Αρκούν μερικά ευρηματικά πλάνα, όπως αυτό το κοντινό, πάνω στα πόδια με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια, της μητέρας του πρωταγωνιστή και επίδοξου σκηνοθέτη, να πατάει επάνω στον χάρτη της Λατινικής Αμερικής, που είναι απλωμένος στο πάτωμα, για να αποζημιώσουν τον θεατή από τα «πιο βαθιά χασμουρητά» που- κατά Σαββόπουλο - οδηγήθηκε μια ολόκληρη γενιά από αυτές που επιχειρεί να ζωντανέψει στην ταινία του ο Τάσος Μπουλμέτης;
Ζήλεψε άραγε, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης της Πολίτικης Κουζίνας, την δόξα της Ζωζώς Σαπουντζάκη, του Φώτη Μεταξόπουλου και της Νάντια Φοντάνα, για να φτιάξει μια ταινία εμπορική-με την κακή έννοια- απευθυνόμενος σε ένα στοχευμένο κοινό, μέσες άκρες αυτό των καλοβαλμένων 55-65ντάρηδων των βορείων και των νοτίων προαστίων που θα γεμίσουν τις αθηναϊκές αίθουσες αλά μπρατσέτα με τις συμβίες τους, για να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τις παλιές καλές μέρες;
Γιατί χάρισε όλες τις μυθοπλαστικές ιδέες του- που είναι πραγματικά αξιόλογες, αλλά έμειναν ανολοκλήρωτες- στον Σταύρο (Γιάννης Νιάρρος)- σκόρπιες εικόνες που παντρεύουν την πραγματικότητα με την computerized ελληνική ιστορία και προϊστορία;
Πολλή ομιλία, πολύ μπλα-μπλα, σε βάρος της κινηματογραφικής αφήγησης, που για να είμαστε ειλικρινείς, αμβλύνεται με το ευφάνταστο τρικ  της πρόγνωσης του καιρού με τους Νοτιάδες, τις κατά τόπους βροχές και καταιγίδες, που λειτουργούν σαν το υγρό, σαλιωμένο δάχτυλο που γυρίζει τις σελίδες του βιβλίου των αναμνήσεων του ήρωα.
Αξιόλογη, προσεγμένη παραγωγή- αν και δεν χρειάστηκε φυσικά να αναπαραστήσει μάχες με άλογα τον 18ο αιώνα- για το βεστιάριο θα αρκούσε μια βόλτα στις γκαρνταρόμπες μερικών φίλων. Η μουσική, μια από τα ίδια, στάθηκε στο γνωστό μελωδικό μοτίβο της νοσταλγικής αναπόλησης και οι ερμηνείες εκτός εξαιρέσεων επιφανειακές και ρηχές.
Βασικό ελάττωμα της ταινίας είναι η έλλειψη ταυτότητας. Δεν ξεκαθαρίζει ούτε για μια στιγμή- εκτός κι αν είναι εσκεμμένο, αλλά πάντως δεν φτάνει στον θεατή- αν πρόκειται για μια αναδρομή στο παρελθόν, αν πρόκειται για μια κριτική προσέγγιση των κακοχωνεμένων- από την αριστερών τάσεων νεολαία- πολιτιστικών προτύπων, αν πρόκειται για μια ανάδειξη των θαμμένων ονείρων, των ματαιώσεων, που βούλιαξαν στον μικροαστικό τρόπο ζωής. Κι από την άλλη δεν σατιρίζεις τις, επί παντός επιστητού, αυθόρμητες ψηφοφορίες "επί της διαδικασίας" τόσα πολλά χρόνια μετά, την στιγμή που ο ίδιοι οι πρωταγωνιστές της αληθινής ζωής είχαν την διαύγεια να κορόιδευουν τέτοιες καταστάσεις τον καιρό που τις βίωναν, κάνοντας πλάκα και διεξάγοντας ψηφοφορίες... για το αν το αυγό θα πρέπει να το βράσουμε σφιχτό ή μελάτο μέσα στα πλαίσια της λαϊκής ή της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Απότομο κλείσιμο, βιαστικό, δεν νομίζω να ενδιέφερε κανέναν η πορεία των δυο παλιών φιλενάδων του σκηνοθέτη, θα μπορούσε να είχε μείνει στο πλάνο του νεκροταφείου μπροστά στην φωτογραφία. Άλλωστε στα θετικά της ταινίας πρέπει να πιστώσουμε τους όμορφους διαλόγους γενικά και ιδιαίτερα ότι είχε να κάνει με τους ευρυγώνιους και τους τηλεφακούς και την σύνδεση τους με την ηλικιακή ματιά και την ωριμότητα του φωτογράφου. Επίσης το έξυπνο, λεπτό χιούμορ που διαπερνάει ολόκληρη την ταινία.

Όταν ένας σκηνοθέτης με μια ταινία του έχει αγγίξει την κορυφή - όπως είναι η περίπτωση του Τάσου Μπουλμέτη με την «Πολίτικη κουζίνα» - υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της σύγκρισης με κάθε επόμενη προσπάθεια. Είναι λογικό και αναπόφευκτο. Το χειρότερο είναι να μένει κανείς ακίνητος για να το αποφύγει και ευτυχώς ακόμα και αν το αποτέλεσμα δεν είναι το προσδοκώμενο, καλωσορίζουμε αυτήν την συμπαθητική ταινία. 

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Ο Ηλίθιος-Durak

«Ο Ηλίθιος» (Durak), του Yuri Bykov, είναι ο ιδεαλιστής, ο αλτρουιστής, ο άνθρωπος που κυριεύεται από αρχές και αξίες, που είναι ικανός να τραβήξει τα πράγματα μέχρι τα άκρα, να θυσιάσει τα πάντα, προκειμένου να βοηθήσει τους πλησίον του, χωρίς κανένα ιδιοτελές κίνητρο, μόνο και μόνο γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, γιατί αυτή είναι η φύση του. Καταφέρνει να κάνει άνω κάτω τους πάντες, από τους λούμπεν φτωχοδιάβολους της ετοιμόρροπης πολυκατοικίας, για την διάσωση των οποίων αγωνίζεται, μέχρι την κορυφή του πολιτικού προσωπικού της πόλης και την ίδια την δήμαρχο. Κι όμως, από το στόμα του δεν θα ακούσουμε καμιά βαθυστόχαστη κουβέντα, κάποιο διαχρονικό απόφθεγμα, από αυτά που συνηθίζουμε να κουβεντιάζουμε, όταν ανάψουν τα φώτα στο τέλος της προβολής. Το πρώτο τέτοιο τσιτάτο θα το ακούσουμε από τον πατέρα του, άτομο της ίδιας στόφας από την οποία προέκυψε ο γιος, αλλά πεσμένος πια, παραιτημένος και στο περιθώριο της κοινωνίας. «Έζησα εξήντα χρόνια και δεν έχω κανένα φίλο ούτε και εχθρό γιατί είμαι ηλίθιος». Από την αρχή, λοιπόν, παίρνουμε τον ορισμό του «ηλίθιου» του ανθρώπου που δεν μπορεί να ελιχθεί, να πάρει θέση αμέσως και έτσι καταδικάζεται να ζήσει στην μετριότητα. Κι αργότερα, από τα επίσημα χείλη αυτών που διαφεντεύουν τις ζωές των άλλων, έρχεται το γεμάτο κυνισμό «δεν υπάρχει αρκετός πλούτος για όλον τον κόσμο, αν τον μοιράσεις... θα είμαστε όλοι ίσοι στην φτώχεια». Ο Dima Nikitin (Artyom Bystrov) είναι καταδικασμένος να χάσει, γιατί δεν μπορεί να ελέγξει τίποτα, από την στιγμή που η συμπεριφορά του δεν είναι αποτέλεσμα ώριμης προγραμματικής σκέψης, αλλά απόρροια της ιδιοσυγκρασίας του.
Η διεφθαρμένη πολιτική ελίτ, τα  αλληλοδιαπλεκόμενα και αλληλοεξαρτώμενα γρανάζια της εξουσίας, άτομα φιλόδοξα, κυνικά, χωρίς ηθικούς φραγμούς και όρια, γεμάτα πάθη, με μόνο κοινό ορίζοντα τον υπέρμετρο πλουτισμό και την εξουσιολαγνία, κλυδωνίζονται προς στιγμή, όταν ένας από τους «απ’ έξω» εισβάλλει στον μπετοναρισμένο κόσμο τους. Στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου, εγωιστές, ευθυνόφοβοι, τρομαγμένοι. Το σύστημα όμως έχει τις δικλείδες ασφαλείας του. Ξέρει να «χωνεύει» τέτοιες ηρωικές εξάρσεις και να καταστέλλει τους ενοχλητικούς ταραχοποιούς στέλνοντας τους πίσω, να τους εξοντώσει ο όχλος η άμορφη, χωρίς παιδεία, συντηρητική μάζα, στο όνομα της οποίας υποτίθεται ότι παλεύουν.
Ένα πολιτικό σχόλιο μέσα στο λασπωμένο βρώμικο χιόνι, για τις ρωγμές, κυριολεκτικές και μεταφορικές, που ορθώνονται στον κοινωνικό ιστό, σαν συνέπεια της κομμουνιστικής κληρονομιάς στην σημερινή καπιταλιστική Ρωσία των μαφιόζων και των ολιγαρχών και παράλληλα μια κριτική για το χαμένο όνειρο, της δημιουργίας κοινωνιών σύγχρονων, με θεσμούς δημοκρατικούς και διαφανείς και με ελέγχους  που να διαπερνάνε οριζόντια όλες τις δομές και τα επίπεδα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, πράγμα που φυσικά αποτελεί ζητούμενο και για τον «δικό μας» παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό του χρηματοπιστωτικού τζόγου.

Μεστό προσεγμένο σενάριο, ιδιοφυής διαχείριση των σιωπών, στιβαρή σκηνοθεσία με αφήγηση λιτή και περιεκτική- με αρκετά στοιχεία θρίλερ, καθώς ο πρωταγωνιστής κινείται μέσα στο από στιγμή σε στιγμή έτοιμο να καταρρεύσει κτήριο - περιγράφει γεγονότα που διαδραματίζονται μέσα σε λίγες νυχτερινές ώρες. 

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

City Lights-Τα φώτα της πόλης

Η πιο άρτια ίσως σκηνοθετικά ταινία του Charlie Chaplin,  το “City lights” (Τα φώτα της πόλης), προβλήθηκε στον κινηματογράφο Τριανόν, με τον Χρήστο Οικονομίδη στο πιάνο.
Κοινωνική κριτική, λυρισμός, ένα ατελείωτο πανηγύρι συναισθημάτων, εναλλασσόμενης διάθεσης, από το δάκρυ στο γέλιο, σε μια ταινία που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε, σαν μια συμφωνία εικόνων. Πάνω στα κύρια και ιδιοφυή θεματικά μοτίβα, από την μια μεριά  τον αγνό πλατωνικό έρωτα του άφραγκου αλητάκου για την τυφλή πωλήτρια λουλουδιών και από την άλλη, την σχέση του με τον πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία, ο οποίος πάνω στο μεθύσι του γίνεται εγκάρδιος και γαλαντόμος και όντας ξεμέθυστος αδιάφορος και εχθρικός,  χτίζεται με την ανάλυσή τους, με την επεξεργασία τους και με την προσθήκη αρκετών δευτερευόντων, αλλά εξ’ ίσου λειτουργικών, ενδιαφερόντων και κωμικών επινοήσεων, η πλοκή του έργου. Από το εισαγωγικό πλάνο, που τον βρίσκουμε να κοιμάται πάνω στο μεγαλεπήβολο άγαλμα, κατά την διάρκεια των αποκαλυπτηρίων, μπροστά στους επισήμους και στο κοινό, έως το τρελό οδήγημα στους δρόμους της πόλης και την σκηνή στον αγώνα της πάλης, ενάντια στον κατά πολύ δυνατότερο αντίπαλο, μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην γλυκύτητα, στην ανθρωπιά  και στην απλότητα, κόντρα στον καθωσπρεπισμό, στον ανερμάτιστο πλούτο, στην κάθε λογής παράλογη εξουσία.

Όπως διαβάζουμε και όπως ειπώθηκε και στην εισαγωγική ομιλία, ο Charlie Chaplin επέμεινε να γυριστεί  βωβή η ταινία, παρόλο που το 1931 είχε ήδη εισαχθεί ο ήχος στον κινηματογράφο.  Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά να κλείνει το μάτι σε ότι έχει να κάνει με την πρόσληψη από τον θεατή μονάχα της ακουστικής μπάντας και καθόλου με τους διαλόγους των ηθοποιών. Ίσως γι’ αυτό στην κορυφαία σκηνή του φινάλε, την τόσο συζητημένη, βρίσκουμε τους πρωταγωνιστές να συνομιλούν πίσω από το τζάμι της βιτρίνας.  Το τεχνητό ηχητικό εμπόδιο ανάμεσα τους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μαγική προέκταση της σχέσης του θεατή του βωβού κινηματογράφου με τον δημιουργό. Εκεί, που τα λόγια δεν φτάνουν να ακουστούν, περισσεύουν τα συναισθήματα.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ο γιος του Σαούλ-Saul fia

Από το πρώτο εξωτερικό πλάνο ημέρας, out of focus, έξω από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και κατά την άφιξη των μελλοθάνατων για τα κρεματόρια Εβραίων, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η ταινία για το Ολοκαύτωμα έχει ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Μια κινηματογραφική αφήγηση ιδιαίτερη, ίσως εκκεντρική, αποφασισμένη όμως να βάλει στην άκρη όλα τα στερεότυπα, της μέχρι σήμερα φιλμογραφίας. Κλειστά, γεμάτα, κοντινά πλάνα, ζουμαρισμένα στο πρόσωπο ή στην πλάτη του πρωταγωνιστή, ακόμα και στην κίνηση του, ακόμα και όταν ο κάμεραμαν- με την κάμερα στο χέρι - δυσκολεύεται  να τον κρατήσει μέσα στο πλάνο. Καταιγιστικό μοντάζ, απουσία soundtrack, με τα αρχεία του ήχου γεμάτα από τις κραυγές των δημίων, τα βογγητά και τα ουρλιαχτά των θυμάτων, ήχους όπλων, γαυγίσματα, μετακινήσεις αντικειμένων, να «κουμπώνουν» στην εικόνα και να αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της αποκάλυψης των κρυφών από τον φακό σημείων, με τρόπο σαφή και καταλυτικό.
Δυο παράλληλες ιστορίες, αυτή πρώτα, η γνωστή, το αποτρόπαιο έγκλημα, το πιο αποκρουστικό στην ιστορία της ανθρωπότητας, αυτή που δοκίμασε τα όρια και τις αντοχές αυτού του όντος που θέλει να ονομάζεται άνθρωπος, δοσμένη στο φόντο και με εικόνα αποσπασματική, θαμπή και φευγαλέα, σαν από μια χαραμάδα, έτσι που να πρέπει ο θεατής να παλέψει μαζί της για να την κάνει κτήμα του, να αισθανθεί την φρίκη της, καθώς περνάει γρήγορα, επαναλαμβανόμενα και βασανιστικά για τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού του. Κατανοητή αλλά βαριά. Να σε απωθεί, αλλά να μην σε αφήνει να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από επάνω της. Και η δεύτερη ιστορία, η πάλη του Saul (Géza Röhrig)- του όμηρου της ομάδας των Sonderkommando,  εκείνων των Εβραίων των επιφορτισμένων από τους ναζί, να οδηγούν στους φούρνους και να καθαρίζουν τους χώρους από τα «κομμάτια», σύμφωνα με την ορολογία του στρατοπέδου, τα πτώματα των ομοθρήσκων τους- να σώσει από το κρεματόριο, το πτώμα ενός νεαρού Εβραίου, που έμοιαζε με τον γιο του, και να το θάψει, σύμφωνα με τους κανόνες της θρησκείας του. Μια πράξη ελεγχόμενη για τον ρεαλισμό της στον χώρο και στον χρόνο, ίσως καθοδηγούμενη από την απελπισία, ίσως από μια υπερφυσική εσωτερική δύναμη, που δεν έχει βέβαια σχέση με την διάσωση της ολοκληρωτικά χαμένης ανθρωπιάς, αλλά ίσως και σαν μια πράξη συμβολικής αντίστασης, λες και αν το πτώμα επέστρεφε τελετουργικά στο χώμα, στην φύση, η νίκη ενάντια στον σκοταδισμό θα ήταν καθοριστική.

Είναι υπερβολικό να μιλήσει κανείς για αισιόδοξο τέλος, ο Ούγγρος σκηνοθέτης
László Nemes προτιμά να κλείσει με συμβολικό τρόπο αυτό το αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Σε καιρούς μαύρους, όπου τα πάντα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά, ένα καινούργιο βρέφος Μωυσής παρασύρεται από νερά του ποταμού, για να δώσει το σπρώξιμο που θα γεννήσει την ελπίδα. 

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Η επίσημη ιστορία-La historia oficial

Ξανά φέτος στις πάντα άψογα προσεγμένες επιλογές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης, με την αργεντίνικη ταινία «Μια επίσημη ιστορία» (La historia oficial), του Luis Puenzo.
Αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1983, και με νωπές ακόμα τις μνήμες της ήττας από τον πόλεμο στις Μαλβίδες (τα Φώκλαντς των εγγλέζων), ο λαός ξεσηκώνεται, γεμίζει τους δρόμους και τις πλατείες, ζητώντας την τιμωρία των πρωτεργατών της χούντας και των συνεργατών τους, αλλά και δικαιοσύνη για τους συγγενείς των αμέτρητων χαμένων αγωνιστών. Μια μαύρη σελίδα ακόμα ανοίγει, καθώς γίνεται γνωστό το πρωτοφανές σκάνδαλο των στρατιωτικών, να κλέβουν τα παιδιά που γεννιόντουσαν στις φυλακές από μητέρες κρατούμενες και να τα δίνουν για υιοθεσία σε ζευγάρια που βρισκόντουσαν κοντά στο καθεστώς. Οι γιαγιάδες, κυρίως, αυτών των χαμένων παιδιών οργανώθηκαν στο κίνημα των γυναικών της πλατείας του Μαΐου, για να απαιτήσουν την αποκατάσταση αυτού του εγκλήματος και την επιστροφή των παιδιών στις φυσικές τους οικογένειες.
Με κορμό αυτό το γεγονός, ο Luis Puenzo, με αυτήν την ταινία ακτινογραφεί την αργεντίνικη κοινωνία στα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια. Οι υπαρκτές αντιπαραθέσεις, πότε φαινομενικά συγκεκαλυμμένες και πότε να παίρνουν χαρακτήρα έντονο και ορμητικό, πότε σε χώρους μαζικούς, όπως στο χώρο της παιδείας- μιας και η πρωταγωνίστρια είναι καθηγήτρια Ιστορίας σε λύκειο του Μπουένος Άιρες- πότε στις παρέες ανάμεσα σε φίλους και  πότε σε χώρους ιδιωτικούς, στα πλαίσια της ίδιας της οικογένειας, αναδεικνύονται με σαφήνεια σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, όπου το ευρύ πολιτικά ιστορικό γεγονός σημαδεύει τις ζωές καθημερινών ανθρώπων.
Χωρίς ιδιαίτερες σκηνοθετικές αρετές, εκτός από κάποια κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, με κάπως σκοτεινή φωτογραφία, αλλά με εξαιρετικές ερμηνείες από την πλειοψηφία των ηθοποιών, και με στρωτή αφηγηματική τεχνική, που δεν αφήνει το μελοδραματικό στοιχείο να κυριαρχήσει του καταγγελτικού,  ο Puenzo, κατορθώνει μέσα από το πρόσωπο της ηρωίδας του, της Alicia (Norma Aleandro), να αποτυπώσει στον κινηματογραφικό του φακό την αργή, βασανιστική ωρίμανση της απολίτικης αστικής τάξης  και  την μετατροπή της σε βασικό μοχλό κοινωνικής αλλαγής. Οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις ανάμεσα στο ζευγάρι δεν είναι τίποτε άλλο, πέρα από τις ωδίνες γέννησης του ύστερου περονισμού, που οδήγησε ως τις μέρες μας στην  επικράτηση του κιρχνερισμού.

Εν αναμονή, λοιπόν, για τον δεύτερο γύρο των εκλογών στην Αργεντινή στο τέλος του μήνα.   

Μέχρι τότε... μην χάσετε την επόμενη Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου, στο Δημοτικό Θέατρο Πεύκης την επόμενη προβολή της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης, με την επίσης αργεντίνικη ταινία, του Nicolás Gil Lavendra, "Verdades Verdaderas" (Η ζωή της Estela), ένα αντιδικτατορικό δράμα με θέμα την ζωή της προέδρου των γυναικών της πλατείας Μαΐου, της Estela Carloto. Ενώ στο "La Historia oficial" η πρωταγωνίστρια είναι από τις "τυχερές" και "ωφελημένες", μιας και υιοθέτησε εν αγνοία της ένα από τα μωρά που η χούντα μοίραζε στους συμπαθούντες, στην περίπτωση της Estela Carloto, βλέπουμε από την ιστορία από την αντίθετη ακριβώς πλευρά.




Ολόκληρη η ταινία από εδώ

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

"Sciuscià"-Λούστρο Παπουτσιών

Δοκιμάζεται η φιλία του Pasquale (Franco Interlenghi) και του Giuseppe (Rinaldo Smodroni) των δυο μικρών παιδιών που είναι εγκλεισμένα στο αναμορφωτήριο, όμως ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας του Vittorio de Sica, "Sciuscià" (Λούστρο Παπουτσιών), είναι η ίδια η μεταπολεμική Ρώμη, αυτό το φάντασμα που κουβαλάει μέσα στην ήττα του, την ξεπεσμένη, μπουκωμένη φασιστική υπερβολή που προηγήθηκε,  και τους γκρεμισμένους ανθρώπους οι οποίοι  προσπαθούν να βρουν τον βηματισμό τους, παλεύοντας  για μια χαραμάδα, που να τους επιτρέπει ονειρευτούν.
Από τα πρώτα πλάνα, με τις σκηνές στον δρόμο, στην αγορά, στα στέκια των μικρών λούστρων, με τους Αμερικανούς στρατιώτες να κατέχουν την πολύτιμη πραμάτεια, σοκολάτες, κουβέρτες,  και στις όχθες του Τίβερη με την εργατική τάξη και τους μικροπαραβάτες, ο θεατής καταλαβαίνει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτε φτωχοδιάβολους, του στυλ Όλιβερ Τουίστ.
Το αναμορφωτήριο, μια χωματερή ανθρώπινων κουρελιών, όπου η κοινωνία ξεμπερδεύει με αυτούς που δεν μπορεί να εντάξει, οι δίκες εξπρές, οι άνθρωποι-μικροί και μεγάλοι- που δεν μπορούν να καταλάβουν το ιστορικό παιχνίδι μέσα στο οποίο είναι μπλεγμένοι. Η επιβλητική εσωτερική αυλή της φυλακής, το εντυπωσιακό κτήριο των δικαστηρίων και δίπλα οι ρακένδυτοι πρωταγωνιστές, οι κυνικοί δικηγόροι, οι δικαστές «ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε».
Τα τελευταία εξωτερικά νυχτερινά πλάνα όπου κορυφώνεται το δράμα και οι δυο φίλοι έρχονται αντιμέτωποι με την ίδια τους την μοίρα, μάρτυρες και οι δυο της στρεβλής εξουσιαστικής λογικής που τους περιβάλλει,  δίνουν την εντύπωση ότι είναι γυρισμένα σε στούντιο με την άρτια εικαστική τελειότητα τους.
Γρήγορο μοντάζ, ασπρόμαυρη νεορεαλιστική φωτογραφία, αριστοτεχνική σκηνοθετική καθοδήγηση πλήθους κομπάρσων και ερασιτεχνών ηθοποιών. Μια πολιτική ταινία γεμάτη ένταση, αγωνία και πλήθος λυρικών στοιχείων.

Το βλέμμα και η παρουσία της παιδίσκης  Nannarella (Anna Pedoni) να ακολουθεί πεζή την κλούβα που παίρνει για την φυλακή τον μικρό της φίλο, μπορεί να συγκριθεί μονάχα με την Anna Magnani στο άλλο αριστούργημα του ιταλικού νεορεαλιστικού κινηματογράφου, «Roma città aperta» (Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη), του RobertoRossellini.





Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Η Σειρήνα του Μισισιπή-La sirène du Mississipi

«Η Σειρήνα του Μισισιπή» (La sirène du Mississipi) (1969), του François Truffaut, είναι μια από τις ταινίες που θα μπορούσαν να ορίσουν τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Ένα καλοβαλμένο, σκηνοθετικά άρτιο και  με πολλές ανατροπές θρίλερ Χιτσκοκικού τύπου, με πάμπολλες καταδύσεις στην λίμνη των αναπάντητων ερωτημάτων που βασανίζουν τους ανθρώπους και την τέχνη. Τι είναι αγάπη; Τι είναι πάθος; Ποια είναι η εφαπτομένη τους; Ποιος από τους δυο εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιεί τον άλλον; Χαϊδεύει τελικά ο κινηματογραφικός φακός τον αδίστακτο «κακό» της ιστορίας;
Τι αγαπάει ο Louis Mahé (Jean-Paul Belmondo) στην Marion Vergano (Catherine Deneuve), η οποία του εμφανίστηκε, ως Julie Roussel- η κοπέλα που αρραβωνιάστηκε δια αλληλογραφίας -και όταν αυτή κατέφτασε στο εξωτικό νησί Reunión, δίπλα στην Μαδαγασκάρη,  για να τον παντρευτεί, αποδείχθηκε ότι ήταν μια πόρνη, η οποία έκλεψε όλη την περιουσία του. Το θεϊκό της κορμί; Το ότι ήταν τόσο τρωτή και ευάλωτη έχοντας ζήσει δύσκολα παιδικά χρόνια σε ιδρύματα και μη έχοντας νιώσει ποτέ την ανθρώπινη ζεστασιά; Ή μήπως ερωτεύθηκε την «περιπέτεια» και την ζωή του τυχοδιώκτη, αυτός, ένας ανέραστος ιδιοκτήτης καπνεργοστάσιου, που στην ζωή του ποτέ δεν είχε απομακρυνθεί από την βραχονησίδα του Ινδικού ωκεανού, που αποτελούσε τις υπερπόντιες κτήσεις της Γαλλικής αυτοκρατορίας;
Και η Marion Vergano; Μπορεί να τον αγαπήσει δίχως τα λεφτά του; Αγαπάει μονάχα τα λεφτά; Τον θέλει δίπλα της σαν εραστή, σαν προστάτη, σαν συνένοχο; Τον θέλει μονάχα γιατί την θέλει εκείνος απεγνωσμένα; Ξέρει να χρησιμοποιήσει την ομορφιά της για ίδιον όφελος... όπως όφειλε να ξέρει μια τέτοια καλλονή; Ξέρει τα όρια στα οποία μπορεί να φτάσει το πάθος ενός ανθρώπου ή τα δοκιμάζει μέχρι να σπάσει το σκοινί και να παρασύρει μαζί του και εκείνη;

Μια από τις ομορφότερες ερωτικές εξομολογήσεις στην ιστορία του κινηματογράφου αυτή που ο Jean-Paul Belmondo περιγράφει αυτό που βλέπει επάνω στην Catherine Deneuve... την φυλακή του και την ελευθερία του.