Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

A Torinoi Lo-Το άλογο του Τορίνο


Όσα λόγια δεν αντάλλαξαν μεταξύ τους, στα 146 λεπτά της ταινίας του Bela Tarr, “Tο άλογο του Τορίνο”, ο πατέρας και η κόρη, τα διηγήθηκε όλα ο άνεμος. Ορμητικός, παγωμένος, υποβλητικός, πανταχού παρών ακόμα κι όταν η ξύλινη πόρτα του ερειπωμένου πέτρινου σπιτιού κλείνει, καταφέρνει να εισχωρήσει εντός, ακόμα και όταν τον κλείνουν απ’ έξω, η θυμωμένη, η λυσσασμένη ανάσα του προλαβαίνει να ιστορήσει, όσα τα ασπρόμαυρα κάδρα του σκηνοθέτη δεν προλαβαίνουν να πουν. Και στην τεράστια αχανή στέπα, όπου τα μόνα πράγματα που ξεπροβάλλουν είναι το σπίτι και το υποστατικό με τον στάβλο του, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αέρινο κλειστοφοβικό περιβάλλον, μια ηχητική φυλακή απροσπέλαστη από όλες τις πλευρές.
Ο Bela Tarr έχει τον δικό του ρυθμό και τον δικό του τρόπο να αφηγείται και αυτό κάνει και σε αυτήν την ταινία. Δίνει όσο ακριβώς χρόνο χρειάζονται οι εικόνες, για να μιλήσουν μόνες τους. Με την επανάληψη των σκηνών, με τις διαφορετικές οπτικές γωνίες λήψης, ο λόγος προκύπτει μέσα από τα άψυχα αντικείμενα, το ίδιο σαφής, το ίδιο εύγλωττος, σαν να έβγαινε από τα ανθρώπινα χείλη. Ο τρόπος που φωτίζεται το δωμάτιο κάνει ένα τραπέζι, ένα σκαμνί, ένα πιάτο, ένα ποτήρι, να παίρνουν μια διαφορετική πρωτόγνωρη αξία.
Ένα άλογο χτυπημένο από το αφεντικό του. Ένας πατέρας και μια κόρη χτυπημένοι από την ζωή. Ένας άνθρωπος που έρχεται να δανειστεί ένα ποτό και μιλά για πράγματα που αφορούν τρίτους και έμμεσα και αυτούς τους ίδιους. Μια παρέα τσιγγάνων εμφανίζονται από το πουθενά και φεύγουν διωγμένοι κακήν κακώς. Ένα πηγάδι που ξαφνικά στερεύει το νερό του. Μια αποτυχημένη απόπειρα διαφυγής. Και ανάμεσα σε όλα αυτά η καθημερινότητα ντύνει και γδύνει τις ζωές τους. Δυο ποτήρια ποτό για πρωινό, μια πατάτα για μεσημεριανό. Κάθε μέρα ίδια όλα και απαράλλαχτα. Μπροστά και πίσω από το παράθυρο η ίδια θανατερή ακινησία. Έξη μέρες, όσο κρατάει μια δημιουργία, άλλο τόσο και η απαξίωσή της.
Ο Bela Tarr ερωτεύεται με τον μακρινό ουρανό και τα σύννεφα. Με την ομίχλη και τα μοναχικά δένδρα στο βάθος του ορίζοντα. Παίζει με το τριζοβόλημα του ξύλου όταν καίγεται, με τον ήχο που κάνει η τσίγκινη κούπα πάνω στο τραπέζι και ο σύρτης της πόρτας. Πολλές φορές ο φακός μένει ξεχασμένος σε ένα κάδρο, ενώ οι ηθοποιοί του έχουν ήδη αλλάξει θέση ή στέκεται πάλι ακίνητος και τους περιμένει να εμφανιστούν. Άλλοτε μιλάει με το σκοτάδι, γεμίζει μαύρο την οθόνη, αφήνει μόνο μια αδιόρατη φευγαλέα γρίλια από την ξυλόσομπα.
Εξαιρετική και υποβλητική η μινιμαλιστική μουσική του Mihály Vig.




Η ταινία προβλήθηκε στο Τριανόν στις 8 Ιανουαρίου 2012 στην θέση της ομιλίας «Πολιτική και σινεμά», που αναβλήθηκε λόγω αδυναμίας του σκηνοθέτη να παρευρεθεί.. Στις 7 Ιανουαρίου είχε προβληθεί η 7ωρης διάρκειας αριστουργηματική επική πολιτική-υπαρξιακή ταινία του Bela Tarr “Satantango”.

Δεν υπάρχουν σχόλια: