Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Σιωπηλές ψυχές-Ovsyanki


Αν ο σκηνοθέτης Aleksei Fedorchenco, στην ταινία «Σιωπηλές ψυχές» (Ovsyanki), δεν διάλεγε να χρησιμοποιήσει τους εκφραστικούς κανόνες του road movie, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, για μια εξαιρετική ταινία. Εικόνες ανεπανάληπτης αισθητικής, περιεχόμενο γεμάτο χωρίς ευκολίες, μια προσέγγιση, με κάπως απόμακρη ματιά, αλλά ταυτόχρονα λυρική, καθώς επίσης και η προσθήκη στοιχείων συμβολισμού, δίνουν ένα τόνο ποιότητας. Αυτό που ξενίζει, είναι μια έλλειψη αυτοπεποίθησης, που προσπαθεί, ενώ δεν το έχει ανάγκη, να το καλύψει, επιλέγοντας να κεντράρει επάνω στην έννοια του «ταξιδιού».
Μετά τον θάνατο της κατά πολύ νεώτερης γυναίκας του, της Tanya (Yuliya Aug), ο Miron (Yuriy Churilo) αποφασίζει να ακολουθήσει όλα τα ταφικά έθιμα της φυλής τους των Merya, μιας φυλής Φινο-ουγγρικής καταγωγής, που όμως έχει ενσωματωθεί στην αχανή έκταση της Ρωσικής επικράτειας. Με την συνοδεία του φίλου του Aist (Igor Sergeev) και ενός ζευγαριού τσιχλονιών, μέσα στο κλουβί, ξεκινούν με το αυτοκίνητο διασχίζοντας από Βορρά προς Νότο την Ρωσία, για να αποτεφρώσουν την σορό και να σκορπίσουν την στάχτη στο υγρό στοιχείο- σύμφωνα με τα έθιμα- στον τόπο που το ζευγάρι είχε περάσει τον μήνα του μέλιτος του. Στην διαδρομή ο Miron εκμυστηρεύεται στον Aist στιγμές της συζυγικής του ζωής και μαθαίνει κάτι, που ο ίδιος αγνοούσε. Στην επιστροφή το δέσιμο των δυο ανδρών γίνεται μεγαλύτερο, μέχρι που η φυλακισμένη άγρια φύση παίρνει την εκδίκησή της, λυτρώνοντας τους από μια διάχυτη καταπιεσμένη εσωστρέφεια.
Αμέτρητα πλάνα της Ρωσικής υπαίθρου, με το κρύο και την υγρασία περασμένα μέσα από το παρ-μπριζ του αυτοκινήτου, να κάνουν την παρουσία τους διαρκώς αισθητή. Κουβέντες που έχουν να κάνουν με τις αντιλήψεις των ανθρώπων, για τον έρωτα, το σεξ, την σχέση τους με την φύση και ιδιαίτερα με το νερό, που αποτελεί γι’ αυτούς το σημείο συνάντησης της ζωής με τον θάνατο, της ύπαρξης με την ανυπαρξία, αυτό που ο δυτικός άνθρωπος έχει συνηθίσει να αποκαλεί «Θεό».
Ο ρυθμός της ταινίας, αργός και μελαγχολικός, προσπαθεί να υποβάλλει τον θεατή σε μια διαφορετική πραγματικότητα και κάποιες στιγμές, το μόνο που ακούγεται είναι τα κελαηδίσματα των δυο πουλιών μέσα στην καμπίνα του τετρακίνητου αυτοκινήτου.
Εκτός από την σκηνή του ολοκαυτώματος δίπλα στο ποτάμι, πολύ δυνατή είναι και η εικόνα, που προβάλει στο θαμπωμένο τζάμι του δωματίου του ξενοδοχείου, όπου ο πρωταγωνιστής κατέφυγε με μια εταίρα μετά την ολοκλήρωση της αποτέφρωσης.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Volver


Τελικά και τα πιο σοβαρά πράγματα μπορούν να ειπωθούν με τον πιο χαριτωμένο τρόπο. Βιασμοί, δολοφονίες, ανεργία, μίζερη ζωή, καρκινοπαθείς στο τελευταίο στάδιο και όμως σηκώνεσαι από την καρέκλα με ένα χαμόγελο, γιατί ο δαιμόνιος Pedro Almodóvar φαίνεται να γνωρίζει τόσο καλά την γυναικεία ψυχολογία, που η κινηματογράφησή του γίνεται ένα χαλαρωτικό κολύμπι μέσα σε μια απελπιστικά δύσκολη πραγματικότητα. Σε αυτό το “Volver”, μπορεί ο θεατής να δει σχεδόν τα πάντα όσο αφορά το “What’s on a woman’s mind”. Και αυτό, χωρίς να ξαπλώσει καμιά γυναίκα σε ψυχαναλυτικά κρεβάτια. Αρκεί μονάχα να τις βλέπεις να περπατούν, να ντύνονται, να βάφουν τα μαλλιά τους, να βλέπεις από περίεργες οπτικές γωνίες τα πόδια τους μέχρι το ύψος του αστραγάλου, να υπόσχονται με το βλέμμα τους το σεξ, να απωθούν τον σύντροφό τους από το να κάνουν σεξ, να υποφέρουν και να τιμωρούν. Σε αυτήν την ταινία δεν θα εξετάσουμε το ποιος τελικά έχει δίκαιο, ούτε αν είναι σωστό να παίρνει κανείς τον νόμο στα χέρια του. Όποιος δεν το καταλάβει αυτό, ούτε μετά την σκηνή, που δείχνει την Penelope Cruz σε πρώτο πλάνο, προφίλ, να έχει κατεβάσει το βρακί της και να κάθεται προφίλ στην λεκάνη της τουαλέτας, για να ουρήσει, χάνει κάθε πιθανότητα κατανόησης της ταινίας.
Μυστήριο, απορίες, μισόλογα, παράξενες συμπεριφορές, σασπένς, όλα μαγειρεμένα και παρουσιασμένα σε ένα αμάλγαμα πειθαρχημένης «αναρχίας». Για τον άνδρα το σεξ είναι ένα παιχνίδι, σίγουρα με κάποιους κανόνες, ίσως κάτι παραπάνω από την απόλαυση ενός παγωτού. Τι είναι για την γυναίκα το σεξ; Εδώ ο σκηνοθέτης σηκώνει τα χέρια, δεν επιχειρεί να δώσει απάντηση. Απλώς ρωτάει στο τέλος-τέλος, αν μπορώ να ερμηνεύσω με δικά μου λόγια την ταινία: Αν εξαιρέσουμε, ότι η διασταύρωσή τους οδηγεί στην δημιουργία της ζωής, τελικά ο άνδρας και η γυναίκα υπάγονται στο ίδιο ζωικό είδος;
Στην ταινία ακούγεται η Estrella Morente, να δανείζει την φωνή της, σε ένα τμήμα από το πανέμορφο ομώνυμο τραγούδι σε μουσική του Carlos Gardel και στίχους του Alfredo le Pera.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Hereafter-Η ζωή μετά


Βλέπω και ξαναβλέπω το αποπροσανατολιστικό τρέηλερ της ταινίας του Clint Eastwood, “Hereafter” και αισθάνομαι για άλλη μια φορά τον βαθμό ωριμότητας, στον οποίο έχει φθάσει αυτός ο σκηνοθέτης. Η ικανότητά του να καταπιάνεται με θέματα, όπως αυτό της μετά θάνατο ζωής και να μην φοβάται, να μην μασάει τα λόγια του. Είναι προφανές, ότι η υστεροφημία του δεν τον απασχολεί καθόλου. Πατά γερά στην πραγματικότητα, είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του και για τον ορθολογισμό που εκφράζει, ώστε δεν διστάζει να βουτήξει μέσα στα χωράφια της παραψυχολογίας, για να ανασύρει μέσα από τον βούρκο της ανυποληψίας κάποια χαμένα και παρεξηγημένα διαμάντια. Φυσικά, για να το κάνει αυτό «λερώνεται», όμως ο προσεκτικός θεατής μπορεί, σε όλη την διάρκεια της μεγάλης αυτής ταινίας, να κρατήσει το νήμα που αφήνει ο σκηνοθέτης, έτσι ώστε να είναι συνεχώς σε επαφή με τον κόσμο των πέντε αισθήσεων.
Τρεις παράλληλες, δραματικές ιστορίες με διαρκώς κλιμακούμενη ένταση, που στο τέλος συγκλίνουν σε ένα φινάλε λυτρωτικό, έχοντας καταφέρει να απαντήσουν στις αρχικά διατυπωμένες ερωτήσεις, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να εστιάσουν σε ότι φαντάζει απρόσιτο για το ανθρώπινο μυαλό. Μια γαλλίδα μεγαλοδημοσιογράφος, θύμα του μεγάλου τσουνάμι της νοτιοανατολικής Ασίας, στιγμιαία πεθαίνει (σταματά για ελάχιστα δευτερόλεπτα η καρδιά της και η αναπνοή της) και επανέρχεται στην ζωή με οράματα, για τα δευτερόλεπτα του «θανάτου» της. Ένας Αμερικάνος μέντιουμ, που προσπαθεί να απαλλαγεί από το- υποτίθεται- χάρισμα που έχει να επικοινωνεί με τους νεκρούς και ένα παιδάκι από την Αγγλία, που έχασε σε ατύχημα το δίδυμο αδελφάκι του και θέλει να συμφιλιωθεί με την ιδέα του χαμού του.
Η ταινία είναι μια κριτική στον κόσμο της εφήμερης απόλαυσης. Είναι ένα σκούντημα στον γήινο τρόπο ζωής, αυτόν που έχει να κάνει με το χρήμα, με την δόξα, με την καπατσοσύνη. Ένα τρόπο ζωής, που ενώ φαντάζει στέρεος είναι όμως ανασφαλής και μέσα από αυτή του την ανασφάλεια λειώνει, ότι ακούγεται διαφορετικό. Ο αγνός άνθρωπος, ο πραγματικός αναζητητής, έχει να παλέψει από την μια μεριά, ανάμεσα στις χονδροειδείς, χαμηλών κραδασμών αισθήσεις, που απαρτίζουν την καθημερινότητά του και από την άλλη, να αποφύγει τις παγίδες των επαγγελματιών μεταφυσικών ερμηνευτών, είτε αυτοί λέγονται θρησκευτικοί λειτουργοί, είτε ευκαιριακοί κομπογιαννίτες, έμποροι ελπίδας.
Το σενάριο είναι εκπληκτικό. Πραγματικά κυλάει τόσο ομαλά, καθώς καταφέρνει να ελίσσεται ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Όποιες ακραίες συμπτώσεις ή υπερβολές θάβονται κάτω από το ενδιαφέρον, που προκαλούν η αφήγηση και η συνάρτηση με την ειδησεογραφική πραγματικότητα. Το τσουνάμι, για παράδειγμα ή οι βομβιστικές επιθέσεις στο μετρό του Λονδίνου, εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη της ταινίας.
Η σκηνοθεσία είναι ένα κόσμημα ακρίβειας, με ιδιαίτερη έμφαση στα κοντινά πλάνα, όπως αυτά στην σχολή μαγειρικής, όπου οι πρωταγωνιστές με κλειστά τα μάτια προσπαθούν να αναγνωρίσουν τις γεύσεις και διευκολύνονται στο πλησίασμα μεταξύ τους. Σε πολλά σημεία της ταινίας είναι ολοφάνερη αυτή η γοητευτική ικανότητα που έχει ο Eastwood, να αφήνει να εννοηθούν πολύ περισσότερα από αυτά που φαίνονται.
Πολύ όμορφη και λειτουργική επίσης η επιλογή των μουσικών κομματιών, ένα ιδανικό μουσικό χαλί.

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Attenberg


Η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, “Attenberg”, έρχεται να προσθέσει ένα προσωπικό, ιδιαίτερο στυλ, σε αυτό το είδος κινηματογράφου, που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε αλληγορικό ή κινηματογράφο με συμβολισμούς. Ίσως ξενίσει τους θεατές, που μπαίνουν στην αίθουσα προετοιμασμένοι για δουν και να ακούσουν μια ιστορία. Κάποιες σκηνές αλλόκοτες, ίσως φανούν ξεκάρφωτες, αν δεν μπορέσει κάποιος να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα της σκηνοθεσίας. Όμως οι απαντήσεις υπάρχουν και είναι διαρκώς παρούσες από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό της προβολής και αυτός κυρίως είναι ο λόγος, που κάποια από τα σχόλια που ακούγονταν από την αίθουσα, ηχούσαν στα αυτιά μου, όχι απλώς ενοχλητικά, αλλά και άκαιρα.
Έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια να αποδοθούν καλλιτεχνικά, οι συνέπειες της στρεβλής ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας. Οι συνέπειες στην φύση, στο περιβάλλον και στους ανθρώπους. Ο πατέρας (Βαγγέλης Μουρίκης), ετοιμοθάνατος από κάποια εκφυλιστική ασθένεια, ήταν μηχανικός της γαλλικής εταιρείας Πεσινέ στα Άσπρα σπίτια. Μια φύση που βιάζεται, από την παρουσία και της δραστηριότητες των ανθρώπων επάνω της. Ο καρπός αυτής της παρά φύση ένωσης, μια κόρη (Ariane Labed), η κόρη του. Μια επόμενη γενιά σε πλήρη αναντιστοιχία με το περιβάλλον, προσπαθεί να βρει τα δικά της πατήματα. Παλεύει με τα ένστικτά της, ψάχνει, γυρεύει απαντήσεις, για οτιδήποτε φαντάζει φυσιολογικό, αλλά έχει χάσει την αυθεντικότητα του. Μέσα από αποστεωμένα ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση, από πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά της, αποκομμένες από την πραγματικότητα, από μια φίλη (Ευαγγελία Ράντου) το ίδιο «άρρωστη» με το αρρωστημένο περιβάλλον στο οποίο ζουν. Η χαρά του έρωτα προσπαθεί να βιωθεί, μέσα από εγκεφαλικές λειτουργίες, ένας συνδυασμός ενοχών, καταπιεσμένων ενστίκτων, αποξένωσης και περιέργειας. Όλα μαρτυρούν το ξέκομμα του ανθρώπου από την ροή ενέργειας της φύσης προς αυτόν και την δημιουργία ενός υβριδίου, που είναι ανήμπορο να αισθανθεί. Ο βιολογικός μηχανισμός κουρδίζεται ξανά μέσα από τυφλές απόπειρες. Στο πρόσωπο ενός καινούργιου μηχανικού της εταιρείας (Γιώργος Λάνθιμος), που στέκεται με απορία απέναντι στο περιβαλλοντικό έκτρωμα, εκφράζονται οι νέες απόψεις και ίσως οι προσδοκίες για ένα μέλλον καλύτερο.
Η μουντή ατμόσφαιρα της παραθαλάσσιας πολιτείας με τα ομοιόμορφα σπίτια και κτίρια. Το εργοστάσιο, τα φορτηγά, οι γερανοί, οι πελώριες σιδερένιες σκαλωσιές. Οι άνθρωποι μιμούνται τις κινήσεις των ζώων. Ψάχνουν την ανθρωπιά, βουτώντας στο ζωικό βασίλειο. Βλέπουν τον θάνατο με φρίκη, διστάζουν να παραδώσουν το σώμα τους στην γη, γιατί έχουν χάσει την επαφή μαζί της.
Η ταινία καταφέρνει να εκφράσει με ποιητικό τρόπο, όλη αυτή τη περιβαλλοντική και ανθρώπινη κατρακύλα, αναδεικνύοντας με εξαιρετικό τρόπο εικόνες παρακμής και εγκατάλειψης, απομεινάρια μιας σχέσης λαβωμένης, που πασχίζει ψηλαφητά να ξανακερδηθεί.

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Η γοητεία του σκαντζόχοιρου-The hedgehog


Μια τρυφερή γαλλική ταινία της Mona Achache, που με πρόσχημα τις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων, που ζουν σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, καταφέρνει να πει κάποιες σκληρές αλήθειες. Από την μια μεριά, υπάρχουν οι άνθρωποι που πατούν στα πόδια τους, που ζουν την ζωή τους χωρίς δεύτερες σκέψεις. Ο κόσμος τους, αυτός που βλέπουν γύρω τους. Οι αντιφάσεις της ζωής γεννούν μέσα τους συμπεριφορές ατομιστικές και ψυχαναγκασμούς, ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Φαίνεται, πως έχουν το πάνω χέρι, γιατί ο τρόπος ζωής έχει φτιαχτεί καθ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Από την άλλη μεριά ‘οι εκτός των τειχών’. Αυτοί, που γαντζώνονται από την τέχνη. Ζουν παράλληλα με τους πρώτους. Μέσα στον ιδεατό κόσμο που χτίζουν, κάθε επαφή με την πραγματικότητα δημιουργεί κραδασμούς επώδυνους.
Η μικρή Paloma (Garance le Guillermic) είναι μια από τους δεύτερους. Ένα κορίτσι με εξαιρετικό δείκτη ευφυΐας, που σχεδιάζει να αυτοκτονήσει. Η προοπτική μια ζωής μίζερης, σαν και αυτή που βλέπει να ανοίγεται μπροστά της, την αφήνει αδιάφορη. Βιντεοσκοπεί διαρκώς τους γύρω της. Σχεδιάζει σκίτσα, αλλά κυρίως κρύβεται και απομονώνεται, από ότι την ενοχλεί. Τον αριβίστα πατέρα της, την νευρωτική μητέρα και την κακομαθημένη αδελφή. Έπειτα η θυρωρός της πολυκατοικίας, η Renee (Josiane Balasco), έχει την δική της απάντηση. Παραμελεί το εαυτό της. Σηκώνει ανάμεσα της και στους ενοίκους ένα φράχτη προστασίας. Κλείνεται στο πίσω δωμάτιο του διαμερίσματός της, στην βιβλιοθήκη της και χάνεται στον δικό της κόσμο. Τέλος ο καινούργιος ένοικος της πολυκατοικίας, ο ιάπωνας Kakuro Ozu (Togo Igawa), ένας καλλιεργημένος κοσμοπολίτης, δείχνει πως έχει τον τρόπο να κάνει την διαφορά. Με τον αέρα μιας κουλτούρας εξωτικής, μπορεί να διακρίνει την ποιότητα, χωρίς να χάνεται σε ανώφελους αυτοπεριορισμούς. «Υπηρετεί» μια ζωή με αξίες, γιατί ξέρει το σημαντικό. Η ανωτερότητά του τον προστατεύει, γιατί δεν τον αφήνει να φθαρεί ανάμεσα στην πεζότητα, που τον περιβάλλει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όπως φαίνεται, έχει και την δύναμη να τραβήξει και τους ομοίους του.
Η ταινία, ως επί το πλείστον, γυρισμένη μέσα σε μια πολυκατοικία. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέσα στα διαμερίσματα και στο κλιμακοστάσιο. Παρά την στενότητα του χώρου ή ίσως και χάρη σε αυτήν οι χαρακτήρες κινούνται ελάχιστα. Η επικοινωνία, οι καθημερινοί διάλογοι ακούγονται σαν υπόκρουση. Τα μηνύματα φτάνουν στο θεατή ανεπαίσθητα. Αν και μιλάμε για μια ταινία σύγχρονη, σε πραγματικό χρόνο, η σκηνοθέτης διαλέγει τον καλύτερο τρόπο για να μεταδώσει τις σκέψεις της, ακόμα και με άλματα εξωπραγματικά. Το χρυσόψαρο της γυάλας, που μισοπεθαμένο πετιέται από την Paloma στην λεκάνη της τουαλέτας του διαμερίσματός της, βρίσκεται ζωντανό μέσα στην λεκάνη της τουαλέτας της θυρωρού.
Εκτός από την καταπληκτική ερμηνεία της Josiane Balasko, εξαιρετικά λειτουργική και η μουσική του Gabriel Yared. Τελικά, πρόκειται για μια ταινία, που μέχρι το τελευταίο λεπτό της στέκεται απέναντι στην υποκρισία των ανθρώπινων επαφών, ενώ ταυτόχρονα υμνεί την μοναδικότητα, όπου κανείς μπορεί να την συναντήσει στην ζωή.

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Another year-Μια χρονιά ακόμα


Από την πρώτη την εισαγωγική σκηνή, ο Mike Leigh, κάνει ξεκάθαρο, που ακριβώς θέλει να καταλήξει. Σε κάτι πολύ απλό και ξεκάθαρο, αλλά ταυτόχρονα και τόσο δύσκολο να επιτευχθεί. Η ηλικιωμένη γυναίκα ζητά από την γιατρό υπνωτικά χάπια, για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια και έπειτα, στο γραφείο της ψυχολόγου, καταλαβαίνουμε, ότι τα προβλήματα στην προσωπική της ζωή ευθύνονται για την κατάστασή της. Η αγάπη, λοιπόν, στις διαπροσωπικές σχέσεις, η ειλικρίνεια, η αίσθηση της συντροφικότητας, το να μοιραζόμαστε πράγματα, το να χρησιμοποιούμε τα καταναλωτικά αγαθά όσο και όποτε τα χρειαζόμαστε και όχι σαν μέσο επίδειξης και υποκατάστασης των πραγματικών μας αναγκών.
Ακούγονται, φυσικά, όλα αυτά κάπως διδακτικά, κάπως σαν τσιτάτα που προφέρονται μεταξύ τυρού και αχλαδιού. Στην ταινία όμως του Mike Leigh δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Πλάι στο κεντρικό δίδυμο της ψυχολόγου Gerri (Ruth Sheen) και του άντρα της Tom (Jim Broadbent), παρελαύνουν μια σειρά ανθρώπων-χαρακτήρων, έτοιμων, να μας επιτρέψουν να εισχωρήσουμε στον εσωτερικό τους κόσμο, μέσα από τις χαραμάδες-τομές που ανοίγει ο σκηνοθέτης με το …χειρουργικό του νυστέρι.
Η ταινία υπερβολικά στατική, με ένα είδος γραφής που θα ταίριαζε περισσότερο σε θεατρικό έργο. Χωρίς ξεκάθαρη υπόθεση, που να ξεκινάει και να τελειώνει κάπου. Με σκηνές φαινομενικά ξεκάρφωτες, όπως αυτές στο μποστάνι, που καλλιεργούν λίγο έξω από το Λονδίνο οι πρωταγωνιστές. Κι όμως όλα αυτά λειτουργούν, γιατί αφήνουν να αναδυθεί από μέσα τους ένα συγκλονιστικό σενάριο. Οι διάλογοι και τα βλέμματα των ηθοποιών, όποτε η κάμερα εστιάζει επάνω τους ή φευγαλέα κινείται προσπερνώντας τα, όσο ακριβώς χρειάζεται για να μας αφήσει να καταλάβουμε, τι «παίζει», αφηγούνται σε δεύτερα και τρίτα επίπεδα, όσα είναι απαραίτητα για την κατανόηση του έργου.
Κεντρική φιγούρα η Mary, που υποδύεται η εξαιρετική Lesley Manville. Φιλενάδα και συνάδελφος της Gerri, μια γυναίκα που έχει όλες τις προδιαγραφές για να είναι ευτυχισμένη, όμως πάσχει από μια τρομερή αρρώστια. Όχι μόνο δεν μπορεί να χαρεί με την χαρά των γύρω της, αλλά και κάθε προσπάθεια που κάνει για το κρύψει, αποτυγχάνει πλήρως. Δίπλα τους ο γιος του ζευγαριού, ο Joe (Oliver Maltman), ελεύθερος μέχρι τα μέσα της ταινίας και πηγή άγχους για την μητέρα του, που γνωρίζει (λόγω και του επαγγέλματός της), ότι η ευτυχία του ανθρώπου έρχεται μέσα από μια ουσιαστική σχέση αγάπης, ανάμεσα σε δυο άτομα, που έχουν την ικανότητα να χτίσουν την δική τους κιβωτό-νησίδα ολοκλήρωσης. Ακόμα ο Ken (Peter Wight), παλιόφιλος του Tom, ένας τύπος που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του κάνοντας απελπισμένες προσπάθειες, θύμα όμως της ίδιας του της μιζέριας που εκπέμπει.
Ο κύκλος του χρόνου, ο κύκλος των τεσσάρων εποχών. Μέσα σε όλα αυτά μια γυναίκα φέρνει στον κόσμο μια καινούργια ζωή και μια άλλη γυναίκα πεθαίνει. Τα λαχανικά φυτεύονται στο μποστάνι και όταν έρθει η ώρα, μαζεύονται σε καλάθια για το τραπέζι του σπιτιού. Οι άνθρωποι κουβεντιάζουν, πειράζουν ο ένας τον άλλον, αστειεύονται, μαλώνουν, γελάνε και κλαίνε. Αν δεν σκοτείνιαζε η οθόνη και δεν άρχιζαν να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τις ζωές μας σε πραγματικό χρόνο.

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Que viva México


Από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και τον κινηματογράφο Φιλίπ, στα πλαίσια του αφιερώματος στα 100 χρόνια της Μεξικάνικης επανάστασης-φεστιβάλ κινηματογράφου, αυτή η αριστουργηματική ταινία του μεγάλου σοβιετικού σκηνοθέτη Sergei Eisenstein. Ένα είδος ντοκιμαντέρ, που ξεπερνά κατά πολύ τον στόχο να αναδείξει την κουλτούρα του μεξικάνικου λαού. Με έντονο λυρισμό, με φωτογραφία γεμάτη συμβολισμό, με ξεκάθαρη αντίληψη και πολιτική άποψη, ο Eisenstein, συγκεντρώνει το υλικό του με εκπληκτική μαεστρία. Κάτω από την καθοδήγηση αριστερών καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος, όπως ο Rivierra, σύζυγος της Frida Kalo και άλλων, καταφέρνει να διεισδύσει στην ουσία μιας χώρας με πλούσια πολιτισμική παράδοση και να εκφράσει την εξαιρετικά ταραγμένη περίοδο της επανάστασης.
Το υλικό που κινηματογράφησε ο Eisenstein το 1931 δεν γυρίστηκε σε ταινία, παρά το 1979, από τον τότε συνεργάτη του Grigori Alexandrov. Αυτός έκανε το μοντάζ και ανέθεσε στον Sergei Bondarchuk να διηγηθεί το κείμενο, ακριβώς με τον τρόπο που το είχε αρχικά συλλάβει ο ίδιος ο Eisenstein. Το αποτέλεσμα, αυτή η ταινία, που με την μορφή ενοτήτων δεμένων μεταξύ τους χαλαρά, αναδεικνύει αυτήν την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην γη του Μεξικό και των ανθρώπων του. Πρόσωπα σμιλεμένα πάνω στην πέτρα, σαν αγάλματα αρχαίων θεοτήτων. Κοινωνίες μητριαρχικές σε αρμονία με την φύση. Έθιμα, παραδόσεις , γιορτές, λατρευτικές συνήθειες. Έπειτα η εισβολή των Ισπανών κατακτητών. Η καινούργια θρησκεία, το βίαιο πάντρεμα, η ενσωμάτωση, η δημιουργία του καινούργιου. Η φεουδαρχία, η καταπίεση των αδύνατων από τους ιδιοκτήτες της γης. Η εξαθλίωση και ο αγώνας για την ελευθερία. Με φωτογραφία, φυσικά, ασπρόμαυρη κεντράρει πάντα σε αντιδιαστολή πάνω σε σύμβολα της Μεξικάνικης γης, στους σκληρούς βράχους, στο φωτεινό τοπίο, στους πανταχού παρόντες κάκτους και στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κάθε κάδρο είναι από μόνο του μια ολοκληρωμένη διήγηση. Τα ταφικά έθιμα, η ιεροτελεστία της ερωτικής πράξης, η προετοιμασία του ταυρομάχου και οι ταυρομαχίες που ακολουθούν, το προσκύνημα στην Παναγία της Γουαδαλούπης, μια γιορτή, σαν τον δικό μας Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο και το αποκορύφωμα, η περιγραφή της αυθαιρεσίας της φεουδαρχικής τάξης με τον βιασμό μιας νιόπαντρης γυναίκας, από την κλίκα του πλούσιου γαιοκτήμονα, που προκαλεί την έκρηξη του νεαρού συζύγου και των φίλων του. Η τιμωρία που τους επιβάλλεται, γίνεται η αφορμή για μια κινηματογραφική σκηνή γεμάτη ένταση, την μοναδική με ξεκάθαρα πολιτική αφετηρία σε ολόκληρη την ταινία. Ακολουθούν κάποιες φωτογραφίες για την «Στρατιωτίνα», την περίφημη “Soldadera”, μιας και στο σημείο αυτό, όπως εξηγεί ο Alexandrov, η έλλειψη χρημάτων δεν άφησε τον Eisenstein να προχωρήσει σε κινηματογράφηση. Η ταινία τελειώνει με την περιγραφή της ημέρας των νεκρών. Μια γιορτή, που οι άνθρωποι διακωμωδούν τον θάνατο, σε μια προσπάθεια να εκτρέψουν τον φόβο που αυτός προκαλεί, σε κανάλια περισσότερο γήινα, που είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμα. Μια συλλογική ψυχοθεραπεία, με χορούς, τραγούδια, γλέντια με μάσκες με νεκροκεφαλές φτιαγμένες με ζαχαρωτά, που βοηθούν στην ενσωμάτωση των μακάβριων σκέψεων.
Πρόκειται για μια ταινία ορόσημο, όχι μόνο για την θεματολογία της, αλλά και για τον τρόπο που δημιουργήθηκε.



και ολόκληρη η ταινία αρχίζοντας από εδώ.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Bal-Μέλι


Πόσοι άνθρωποι μπορούν να μείνουν ακίνητοι μέσα στο δάσος; Να ακούσουν, όχι μηχανικά, αλλά με ένταση το τραγούδι των πουλιών; Να μυρίσουν τα αγριολούλουδα, να ακουμπήσουν πάνω στον κορμό του δένδρου και να αδειάσουν την σκέψη τους;
Πώς να μπορέσει να «μιλήσει» με ευκολία η ταινία του Semih Kaplanoglu, “Bal”, “Μέλι”, όταν ολόκληρη η ζωή κινείται με διαφορετικούς ρυθμούς; Όταν, για να μείνει κανείς ακίνητος για δυο ώρες στην κινηματογραφική αίθουσα, έχει ανάγκη από ένα υποκατάστατο καθημερινότητας;
Το «Μέλι» είναι ένα είδος παραμυθιού. Ενός τούρκικου παραμυθιού από την Ανατολή. Όχι, ότι περιέχει φανταστικά στοιχεία. Δεν υπάρχουν υπερβολές, ούτε πράγματα υπερφυσικά. Η κινηματογραφική του δομή παραπέμπει σε κάτι το υπερβατικό. Σε ένα χωριό περιτριγυρισμένο από ψηλά καταπράσινα βουνά. Εκεί, που ορίζοντας είναι κλειστός, η ματιά εμποδίζεται και οι άνθρωποι κοιτάζουν ο καθένας την δουλίτσα του. Ο μελισσοκόμος Γιακούμπ και ο μικρός του γιος ο Γιουσούφ έχουν δοκιμάσει λίγο από το «ιδιαίτερο» μέλι, αυτό που φτιάχνουν οι μέλισσες, όταν ρουφήξουν το νέκταρ από ένα συγκεκριμένο άνθος. Γι’ αυτό και δεν μιλάνε. Ψιθυρίζουν μονάχα. Αφουγκράζονται την βρεμένη γη, ακούνε την βροχή και τα πουλιά, νοιώθουν το γεράκι από το πέταγμα του. Ο μικρός Γιουσούφ στο σχολείο δεν είναι σαν τα άλλα παιδιά. Το διάβασμα του ακούγεται διαφορετικά. Στο διάλειμμα κάνει μόνο αυτό που ξέρει. Να παρατηρεί τα πάντα. Ο πατέρας του φεύγει. Πηγαίνει μακριά, θα σκαρφαλώσει ψηλά σε άλλα δένδρα, για να στήσει τα μελίσσια του. Και δεν θα ξαναγυρίσει γιατί… ποτέ δεν πρέπει να λέει κανείς τα όνειρά του και η μητέρα του Γιουσούφ, του διηγήθηκε το δικό της.
Αυτή είναι η δραματική ιστορία, που παρά το τραγικό της φινάλε, αφήνει στο τέλος μια γλύκα και μια αίσθηση πληρότητας. Παρά τον αργό ρυθμό και την πολλές φορές ακινησία του φακού, παρά την απουσία της μουσικής (με εξαίρεση την σκηνή στο πανηγύρι), η εικόνα πετυχαίνει να διηγηθεί χωρίς εξωτερικές βοήθειες. Οι διάλογοι στην αίθουσα του σχολείου, στο σπίτι, με τους συγχωριανούς, κινούνται σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Θα μπορούσαμε με ευκολία να πούμε πως ο Semih Kaplanoglu κάνει κινηματογράφο για τους μυημένους. Και να ξεμπερδέψουμε από κάθε προσπάθεια ερμηνείας. Ακόμα και έτσι όμως, όταν ο θεατής βλέπει τον μικρό πρωταγωνιστή, να απλώνει τα χέρια του μέσα στο ακίνητο νερό της λεκάνης, για να φτάσει το φεγγάρι στον ουρανό, όταν βάζει το πρόσωπό του μέσα στο νερό, δεν μπορεί παρά να σταθεί με δέος. Μια, κατά την γνώμη μου, από τις καλύτερες κινηματογραφικές σκηνές όλων των εποχών.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

The freshman


Η βωβή ταινία των Fred Newmeyer και Sam Taylor, “The Freshman”-"Ο πρωτοετής", που προβλήθηκε στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είναι μια ενδιαφέρουσα αναπαράσταση μιας εποχής. Κουβαλά και όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο, ένα κομμάτι των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μέχρι τον δικό μας. Γι’ αυτό, όπως διαβάζουμε στο πρόγραμμα, επιλέχθηκε από τον οργανισμό αμερικανικής καταγραφής ταινιών, για να συντηρηθεί «ως σημαντική ταινία, καλλιτεχνικά, ιστορικά και αισθητικά.»
Με ένα σχετικά απλό έως απλοϊκό σενάριο και με προβλέψιμο τέλος αφήνει όλο τον χρόνο στον θεατή να προσέξει τα πλάνα, την κίνηση της κάμερας, την έκφραση των ηθοποιών, τα ρούχα, τις κομμώσεις, τις επιπλώσεις, γενικά τις λεπτομέρειες. Στηρίζεται περισσότερο στις εκφραστικές δυνατότητες του πρωταγωνιστή Harold Lloyd, άλλωστε οι κωμικές ατάκες πέφτουν κάπως ασύνδετα και με υπερβολικό τρόπο.
Ο Harold Lamp, με το παρατσούκλι “speedy”, πρωτοετής φοιτητής στο κολλέγιο, θέλει να παρουσιαστεί στους καινούργιους συμφοιτητές του και γενικά στον κύκλο του διαφορετικός, από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, δημοφιλής και να αφήνει γύρω του μια αύρα, που δυστυχώς γι’ αυτόν δεν την έχει. Το χειρότερο όμως είναι, πως αποφασίζει ότι μπορεί αυτό να το καταφέρει, αν πασχίσει σκληρά. Μιμείται εκφράσεις που έχει δει σε ταινίες ή έχει ξεσηκώσει από περιοδικά και φέρεται επιτηδευμένα. Πέφτει διαρκώς σε γκάφες, γίνεται ρεζίλι, προκαλεί σε βάρος του αρνητικά σχόλια πίσω από την πλάτη του, χωρίς μέχρι ενός σημείου να καταλαβαίνει τίποτα. Η κόρη της σπιτονοικοκυράς του η Peggy (Jobyna Ralston), που είναι τσιμπημένη μαζί του, διστάζει να τον ενημερώσει για το τι συμβαίνει εις βάρος του. Στον χορό του κολλεγίου- την πιο μεγάλη και σκηνοθετικά καλύτερη σκηνή της ταινίας- μετά το φιάσκο που παθαίνει με το κακοραμμένο κοστούμι του, συνειδητοποιεί τον εμπαιγμό των άλλων και αποφασίζει να τους κλείσει τα στόματα, συμμετέχοντας στην ομάδα του ράγκμπι. Αφού τρώει το ξύλο της ζωής του στις προπονήσεις, μπαίνει εικονικά, σαν αναπληρωματικός και στο τελευταίο λεπτό του αγώνα με το αντίπαλο μισητό κολλέγιο και ελλείψει άλλων παικτών, μπαίνει και σκοράρει το νικητήριο τέρμα. Ακολουθεί όπως αναμενόταν… happy end.
Η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία στον τρόπο προσέγγισης του φαινομένου speedy. Από την μια έχουμε να κάνουμε με ένα τύπο πραγματικό "νούμερο", αρκετά αφελή, που είναι όμως καλοπροαίρετος και από την άλλη έχουμε την ανθρωποφάγα κοινωνική συμμαχία, που απομονώνει και "κατασπαράσσει", όποιον ξεφεύγει από προκαθορισμένους τρόπους συμπεριφοράς, διότι ή δεν έχει την απαιτούμενη εξυπνάδα να κρυφτεί ή η εσωτερική ανάγκη για αναγνώριση ξεπερνάει τους όποιους ενδόμυχους φόβους του. Και εδώ ακριβώς έρχεται το «καθαρό» πρόσωπο του Harold Lloyd με μόνη την κίνηση του σώματος του, για να γεφυρώσει αυτήν αντίθεση προσφέροντας στον χαρακτήρα μια μοναδικότητα. Ούτε ανοησία, ούτε υποτίμηση του κινδύνου. Θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε ως μια συμπεριφορά αυθεντική, αλλά και πάλι αυτός ο χαρακτηρισμός κάτι θα έχανε. Ας αφήσουμε λοιπόν την ταινία…
Η ζωντανή μουσική με το πιάνο του Αλέξη Νταιμάντ δεν κατάφερε, κατά την γνώμη μου, να αποδώσει την ένταση και την κωμικότητα της ταινίας. Αρκετά σιγανή και κάποιες στιγμές, ολίγον, εκτός χρόνου.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου

Μαγικές στιγμές κινηματογράφου, στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.
Τρεις ταινίες σε σκηνοθεσία του Buster Keaton και με πρωταγωνιστή τον ίδιο, μας γυρνάνε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Τότε που ο δημιουργός δεν ήταν εξαρτημένος από τα μηχανήματα και γενικά την τεχνολογία, αλλά είχε να πει κάτι πραγματικό. Τότε, που ο ήχος δεν έβγαινε από τα στόματα των ηθοποιών και η φαντασία του σκηνοθέτη ερχόταν να καλύψει αυτήν την αδυναμία και να την κάνει πλεονέκτημα. Με πολύ λεπτούς χειρισμούς και με τις συνεχόμενες κωμικές καταστάσεις, να διαδέχονται η μια την άλλη, ασταμάτητα, δεν ξεφεύγει από την πλοκή της υπόθεσης και σκιαγραφεί την εποχή του και τους ανθρώπινους χαρακτήρες, με μια ματιά, τόσο προχωρημένη, που φαντάζει διαχρονική. Μπορεί να μην έχει τον λυρισμό του Charlie Chaplin, όμως μέσα από αυτήν την φαινομενική απλοϊκότητά του, αναβλύζει ένας χείμαρρος συναισθημάτων. Η ζήλεια, η δειλία, ο ηρωισμός, η επίδειξη, το συμφέρον, η αυτοθυσία, ο αγώνας για την επιβίωση, προλαβαίνουν να αγγίξουν τον θεατή, παρά τον γρήγορο έως καταιγιστικό ρυθμό των έργων. Τα μεγάλα πλάνα και ο χειρισμός ενός τόσο μεγάλου αριθμού κομπάρσων ηθοποιών, αυτό το ατελείωτο φόρτωμα της οθόνης, βγάζει ένα αποτέλεσμα θριάμβου και επιτυχίας.

Στην ταινία “Seven chances”, ο Buster Keaton υποδύεται τον Τζέημς Σάννον, ένα επιχειρηματία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, ο οποίος μαθαίνει το πρωί της ημέρας των εικοστών έβδομων γενεθλίων του, πως κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία, αρκεί να παντρευτεί μέχρι να κλείσει τα 27 του χρόνια. Οι αποτυχίες του και οι αναστολές του με το κορίτσι του και με τις υποψήφιες νύφες και η αγγελία στην εφημερίδα από τον συνεταίρο του για την εύρεση νύφης, προκαλεί ένα πελώριο κύμα νυφών, από τις οποίες ο φουκαράς ο Σάννον τρέχει για να απαλλαγεί. Κωμικές σκηνές καταδίωξης στην πόλη και στην ύπαιθρο, βράχοι από την κατολίσθηση, που τον παίρνουν στο κατόπι, παιχνίδι με τον χρόνο, μιας και η προθεσμία της διαθήκης λήγει στις επτά το απόγευμα της ίδιας μέρας, φτιάχνουν μια σπαρταριστή ατμόσφαιρα.
Όταν ο μαγκωμένος Τζέημς Σάννον πετάει ένα χαρτάκι-ραβασάκι με την πρόταση γάμου στην κοπέλα στο πατάρι του καφέ, γυρνάει και ραίνει το κεφάλι του άσπρος χαρτοπόλεμος. Τα λόγια είναι περιττά...





Στην ταινία “Balloonatic” ο πρωταγωνιστής πέφτει με το αερόστατο σε κάποια ζούγκλα και προσπαθεί να επιβιώσει στην άγρια φύση. Βρίσκει μια γυναίκα, που έχει καταφέρει να προσαρμοστεί και που αρχικά τον βλέπει εχθρικά, μα αργότερα συμφιλιώνονται και συνεργάζονται για την σωτηρία.
Στην εικοσάλεπτη αυτή ταινία δεν είναι τόσο η υπόθεση αυτό που μετράει, αλλά αποτελεί μια επίδειξη σκηνοθετικής τεχνικής.


Στην τρίτη και μεγαλύτερη ταινία, “The general”, έχουμε να κάνουμε με μια ξεκάθαρα αντιμιλιταριστική ταινία, που όμως δεν το φωνάζει. Κι αυτό, γιατί ο πρωταγωνιστής, ένας μηχανικός σιδηροδρόμων, δεν είναι ο κλασσικός αντιρρησίας συνείδησης. Ωθείται άθελα του στις ηρωικές πράξεις, περισσότερο για να κερδίσει την αποδοχή της αγαπημένης του και σχεδόν καθόλου, γιατί τον έχει συνεπάρει η ιδέα της πατρίδας και του πολέμου. Μονάχος του επάνω σε μια ατμομηχανή τα βάζει με απείρως περισσότερους εχθρούς, σώζει την κοπέλα του από τα νύχια τους και μαζί της επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο, ενώ καταδιώκεται από ένα άλλο τραίνο γεμάτο με κακούς.
Γυρισμένη το 1927, αναφέρεται στον αμερικάνικο εμφύλιο, ανάμεσα στους Βόρειους και στους Νότιους και αποτελεί ένα σκηνοθετικό αριστούργημα. Όχι μόνο οι σκηνές καταδίωξης με τα τραίνα, που, όπως αναφέρει και το πρόγραμμα του φεστιβάλ, θεωρούνται οι καλύτερες σκηνές με τραίνο, που έχουν γυριστεί ποτέ, αλλά και η σκηνή, που το τσούρμο των Νοτίων βγαίνει για να κυνηγήσει το τακτικό σώμα των Βορείων, που έχουν αποκοπεί από τις προμήθειες, χάρις στην ηρωική προσπάθεια του πρωταγωνιστή. Ο πραγματικός “general”, το τραίνο, παραγκωνίζει τον στρατηγό, στον οποίο το μόνο που φανερώνει τον βαθμό του, είναι η στολή και τα παράσημα.
Σε αυτήν την τελευταία ταινία είχαμε την τύχη, να συνοδεύει με το πιάνο η κυρία Άννα Στερεοπούλου, μια απόδοση του ύφους και του κλίματος της ταινίας εκπληκτική, που έντυνε και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας που εκτυλισσόταν στο πανί.