Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Ο Ούνι, η ζωή και η φιλία



Η ταινία «Ο Ούνι, η ζωή και η φιλία» του Murali Nair, που είδαμε στα Κυριακάτικα απογεύματα του κινηματογράφου Φιλίπ, έχει αυτό το χαρακτηριστικό. Μιλά για τα απλά, τα συνηθισμένα, τα καθημερινά, ενώ ταυτόχρονα πετυχαίνει να σκορπάει το οικουμενικό της μήνυμα στα πέρατα του πλανήτη. Η βαθύτερη ταύτιση του θεατή, παρά τις θρησκευτικές και πολιτισμικές διαφορές του, με την ουσία της ανθρώπινης σκέψης, η ομοιογένεια στον πυρήνα των συμπεριφορολογικών αντιδράσεων, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα. Μακριά από επιμέρους οικονομικά συμφέροντα και άρρωστες μισαλλόδοξες θεωρήσεις, αυτό που στο τέλος μετράει, είναι η κοινή ρίζα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένας κόσμος τόσο διαφορετικός στην επιφάνεια από τον δικό μας, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ίδιος, εικονογραφείται με λεπτομέρεια. Ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας όλες οι πτυχές του, αναλύεται χωρίς καλλωπισμούς και χωρίς υπερβολές, έτσι ώστε να αναδειχθεί ανόθευτη η ουσία. Οι άνθρωποι στο μικρό χωριό της νότιας Ινδίας μπορεί να έχουν διαφορετικό χρώμα δέρματος από το δικό μας, να προσεύχονται διαφορετικά, να τρώνε άλλα φαγητά και με άλλο τρόπο να είναι οι τουαλέτες τους διαφορετικές, όμως αυτό που μετράει είναι, πως αγαπούν, γελάνε, κλαίνε, ερωτεύονται και πεθαίνουν με τον ίδιο ακριβώς με εμάς τρόπο.

Η ταινία παρακολουθεί τον Ούνι, ένα παιδί μιας ευκατάστατης Ινδικής κάστας, κατά την διάρκεια μιας ολόκληρης σχολικής χρονιάς. Από την έναρξή της και την γνωριμία του με τους δάσκαλους και τους καινούργιους συμμαθητές του, μέχρι την τελική γιορτή του αποχαιρετισμού. Παρακολουθούμε σκηνές από την τάξη, από το σχολικό προαύλιο και από τα σπίτια των μαθητών. Πλάνα από τους δρόμους του μικρού χωριού, που αποτυπώνουν την πραγματική ζωή. Ο πατέρας του Ούνι λείπει για την δουλειά του στο εξωτερικό. Ο Ούνι δεν τον θυμόταν, όταν είχε φύγει. Έρχεται για λίγες μέρες, για να ξαναφύγει και πάλι. Ο Ούνι στο σχολείο κάνει παρέα με παιδιά λαϊκότερων τάξεων. Παρά τις αντιδράσεις της μητέρας του και της γιαγιάς του μπαίνει στα παιχνίδια τους, γνωρίζει τον τρόπο ζωής τους και τα προβλήματά τους. Παρατηρεί γύρω του τον κόσμο. Βλέπει, πως οι δάσκαλοι δεν έχουν την ίδια συμπεριφορά απέναντι στα πλούσια και στα φτωχά παιδιά. Κάποιοι δάσκαλοι πίσω από ένα προσωπείο αυστηρότητας κρύβουν ένα μικρό παιδί. Κάνουν την δική τους προσωπική, μικρή επανάσταση. Μέσα από τους καυγάδες, τις κουβέντες, τις σκανταλιές, την φαγουρόσκονη στην έδρα του δασκάλου, το ματάκι στις τουαλέτες των κοριτσιών, ανακαλύπτουν τον κόσμο. Βοηθά και το μάθημα της Βιολογίας με τις παραστάσεις των ανδρικών και των γυναικείων γεννητικών οργάνων και οι «επιστημονικές» επεξηγήσεις της υπέρβαρης καλοσυνάτης δασκάλας. Πέφτουν οι πρώτες ματιές στο κορίτσι με τα κοτσιδάκια του διπλανού θρανίου.

Όπως όλες οι ταινίες των Κυριακάτικων απογευμάτων στο Φιλίπ, που προβάλει το Νεανικό πλάνο, έτσι και η συγκεκριμένη ταινία του Murali Nair, παρόλο που απευθύνεται κυρίως σε παιδικό και εφηβικό κοινό έχει ένα χαρακτήρα πολύ ευρύτερο και αγγίζει τις καρδιές όλων. Μέσα από την γνωριμία, αυτού, που εμφανίζεται σαν ξένο και διαφορετικό, έρχεται η κατανόηση. Πράγμα σημαντικό στις σημερινές, δύσκολες μέρες.
Η προβολή έγινε προφανώς με μια παλιά κόπια και η εικόνα δεν ήταν και τόσο καθαρή. Όμως ο πολύ καλός ρυθμός, οι εξαιρετικές ερμηνείες των μικρών μαθητών, αλλά και όλων των ηθοποιών, βοήθησαν στο να μη σταθεί αυτό εμπόδιο στην παρακολούθηση.

Την ερχόμενη Κυριακή 25-4-2010, στις 16.00 και με εισιτήριο μόλις 2,5 ευρώ, θα προβληθεί η ταινία «Ο κόσμος της Σοφίας», σε σκηνοθεσία Erik Gustavson. Μια μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος του Jostein Gaarder. Ένα ταξίδι στον κόσμο της φιλοσοφίας από τα χρόνια των προσωκρατικών Ελλήνων φιλοσόφων, μέχρι τις μέρες μας. Όσο και αν η ταινία δεν μπορεί να αποδώσει με πιστότητα το μεγαλείο του βιβλίου, δεν παύει να αποτελεί μια πρώτης τάξεως γνωριμία με την σκέψη του μεγάλου συγγραφέα και τις σκέψεις όλων αυτών, που πραγματεύεται στο έργο του.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Προσκύνημα στη Λούρδη-Lourdes


Τι είναι ακριβώς θαύμα; Είναι η παρέκκλιση και η καταστρατήγηση των φυσικών νόμων, από την μεριά του Θεού, για χάρη ενός ανθρώπου, μιας ομάδας ανθρώπων ή και ενός ολόκληρου λαού; Είναι αυτό που χρειάζεται η θρησκευτική πίστη, για να τονωθεί ή είναι το αποτέλεσμα της ίδιας της θρησκευτικής πίστης;
Η Αυστριακή σκηνοθέτης Jessica Hausner με την ταινία της “Lourdes” (Προσκύνημα στην Λούρδη) δεν επιχειρεί να δώσει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Καταγράφει απλώς την στάση μιας ομάδας ανθρώπων, πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μιας ομάδας ανθρώπων, που αποτελούμενη από άτομα με διαφορετική αφετηριακή βάση, τολμούν να προσεγγίσουν το «Θείον», το καθένα από αυτά με τον προσωπικό του τρόπο, με την δική του, την ιδιαίτερη αντίληψη για την ζωή.
Όλα διαδραματίζονται κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού-προσκυνήματος στο μοναστήρι της Λούρδης. Μέσα στα πλαίσια του θρησκευτικού τουρισμού, οι άνθρωποι με σωματικά κυρίως προβλήματα, οι συνοδοί τους και το προσωπικό της εταιρείας που διοργανώνει την εκδρομή, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της σκηνοθέτιδας, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί ο εγωιστικός τρόπος με τον οποίο γίνεται το πλησίασμα σε κάποια Υπέρτατη Δύναμη. Σε μια πρώτη και λανθασμένη, κατά την γνώμη μου, ανάγνωση ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με την εκκλησιαστική υποκρισία. Η Jessica Hausner ξεμπερδεύει εύκολα και γρήγορα από αυτό, τοποθετώντας στο ίδιο πλάνο το άγαλμα της Παναγίας και το μαγαζάκι που πουλάει τα σουβενίρ. Το θέμα δεν είναι η βιομηχανία που έχει στηθεί πάνω στον πόνο, στην αγωνία και στην ελπίδα, αλλά μια περισσότερο ανθρωποκεντρική θεώρηση. Το θέμα δεν είναι τι ζητά η πίστη από τους πιστούς, αλλά τι ζητούν οι πιστοί από την πίστη. Η σκηνοθετική άποψη ξεπερνά κατά πολύ την σύγκρουση ανάμεσα στον ορθολογισμό και στην υπέρβαση. Η ίδια η Θεϊκή Δύναμη δοκιμάζεται μπροστά στην ανθρώπινη αμφιβολία. Ο Θεός έχει την τάση να κρύβεται και ο άνθρωπος έχει την τάση να προσπαθεί να τον βγάλει στην επιφάνεια. Τα λογίδρια, που παπαγαλίζουν οι αδελφές του ελέους και ο ιερέας του γκρουπ, για να απαντήσουν στα ερωτήματα, μοιάζουν βγαλμένα μέσα από συρτάρια. Απονευρωμένες κουβέντες, στοχευμένες στην περιφέρεια, αφήνοντας ανέπαφο τον πυρήνα. Τα πλάνα επικεντρώνουν επάνω στα βλέμματα και στις κινήσεις. Ανεπαίσθητοι μορφασμοί, επιτηδευμένες στροφές του κεφαλιού, συμπεριφορές, που «κλειδώνει» επάνω τους ο φακός, όπως όταν κάποιος αισθάνεται ασφαλής μέσα στον μικρόκοσμό του. Σαν το δάχτυλο, που βάζει στην μύτη ο οδηγός του αυτοκινήτου, νομίζοντας πως είναι μόνος του. Και ανάμεσα σε όλα αυτά η ζωή που σιγοβράζει από κάτω. Ο έρωτας, η σωματική έλξη, ο κινητήριος μοχλός του σύμπαντος, η ακατανίκητη δύναμη που ψάχνει να βρει μια χαραμάδα ανάμεσα από την αρρώστια, για να ξεπεταχτεί, σαν ατίθασο αγριολούλουδο.
Με τα μάτια καρφωμένα πάνω στην Christine (Sylvie Testud), την τετραπληγική ηρωϊδα και τον επαγγελματικά άψογα οργανωμένο περίγυρό της, βυθιζόμαστε για δυο περίπου ώρες σε ένα κόσμο τυπολατρείας. Πετυχαίνουμε να βρεθούμε στην θέση μιας τρίτης εξωτερικής ματιάς, ικανής να αποκαλύψει τις στρεβλώσεις που αναπτύσσονται, όταν η προσωπική συμμετοχή στα δρώμενα αλλοιώνει το οπτικό πεδίο.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Τα αθώα θύματα-Los santos inocentes


Από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και την εβδομάδα Ισπανικού κινηματογράφου είναι και αυτή η πανέμορφη ταινία του Mario Camus, «Τα αθώα θύματα». Βασισμένη στην νουβέλα του Miguel Delibes περιγράφει την ζωή στην Ισπανική ύπαιθρο, ακολουθώντας την ζωή μιας οικογένειας κολίγων, που δουλεύει στα κτήματα της μαρκησίας και του αλαζονικού γιου της. Στα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, με την ταξική συνείδηση των ανθρώπων του μόχθου να βρίσκεται στο ναδίρ, η εξαθλίωση τους δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της οικονομικής εξάρτησης, αλλά διαπερνά την ίδια την ουσία της ύπαρξής τους. Σε όλη την ταινία, η διαχεόμενη σκληρότητα των γαιοκτημόνων και των επιστατών τους, βρίσκεται καλά κρυμμένη κάτω από ένα πέπλο προσποιητού ενδιαφέροντος . Για τους εργάτες, μια φαινομενικά απολίτικη, δουλική συμπεριφορά, κρύβει το καζάνι, κάτω από το οποίο βράζει ένας άωρος, ταξικός θυμός. Με εικόνες από την ζωή στην φύση και τις αγροτικές εργασίες, με σκηνές κυνηγιού- το σπορ της άρχουσας τάξης- με καταγραφές της πραγματικότητας στα άθλια φτωχοκάλυβα και στην πολυτελή έπαυλη, ο θεατής μυείται σε ένα κόσμο, που αποτελεί προνομιακό πεδίο ανάπτυξης των οραμάτων της Αριστεράς.
Ο ελαφρώς νοητικά και ψυχολογικά καθυστερημένος υπερήλικας Azarias (Francisco Rabal) πετάγεται στον δρόμο από το αφεντικό του και έρχεται να μείνει με την οικογένεια της αδελφής του, που μένει με τον άνδρα της Paco (Alfredo Landa) και τα τρία τους παιδιά στο υποστατικό του senorito Ivan (Juan Diego). Καθώς η ιστορία εξελίσσεται γινόμαστε μάρτυρες της συμπεριφοράς των πλούσιων ευγενών απέναντι στους εργάτες της γης τους. Μια συμπεριφορά, που θυμίζει αυτήν απέναντι σε ένα ζώο. Απέχθεια και ταυτόχρονα στυγνή εκμετάλλευση.
Ο σκηνοθέτης δεν ακολουθεί γραμμική χρονική αφήγηση. Οι σκηνές μπερδεύονται μεταξύ τους, το μέλλον παρεμβάλλεται στα γεγονότα του παρόντος και έρχεται να προλάβει απορίες και να δώσει απαντήσεις σε πρόωρα ερωτηματικά. Με αυτό το τεχνικό εργαλείο, το ενδιαφέρον του θεατή αναζωπυρώνεται, καθώς κάθε επιμέρους σκηνή κλείνει το παζλ και οδηγεί στην τελική κάθαρση.
Παράλληλα με το κεντρικό θεματικό μοτίβο παρακολουθούμε και αρκετά επί μέρους ζητήματα, όπως αυτό της αμφισβήτησης της κοινωνικής ιεραρχίας, από την επόμενη γενιά και την σχέση των γαιοκτημόνων με την γη, σε συνάρτηση με αυτήν των εργατών τους. Στην πρώτη περίπτωση μια επιφανειακή, ωφελιμιστική αρπαγή φυσικών πόρων, σε αντιδιαστολή με μια ήρεμη, φιλική, οικολογική προσέγγιση στην δεύτερη περίπτωση.
Την ταινία διαπνέει σε όλη της την διάρκεια ένας διάχυτος λυρισμός. Τα εξωτερικά πλάνα με τις θημωνιές, το χρώμα του σταχιού, η ελεύθερη κίνηση των πουλιών, τα χρώματα της εξοχής, μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών πλάθουν ένα αρμονικό αποτέλεσμα. Μια αφορμή για σκέψη και προβληματισμό. Ένα ιστορικό ντοκουμέντο με κοινωνιολογικές προεκτάσεις.


Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Καλωσορίσατε Μίστερ Μάρσαλ-Bienvenido Mr Marshall


Η πανέμορφη κωμωδία του 1953, του Luis Garcia Berlanga, “Biennenido Mister Marshall”, προβλήθηκε στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, την Παρασκευή που μας πέρασε, στα πλαίσια μιας εβδομάδας αφιερωμένης στο Ισπανικό σινεμά. Ο αφηγητής εισάγει τον θεατή στον κόσμο της Ισπανικής επαρχίας, λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Η μονοτονία του μικρού χωριού Villar del Rio σπάει, όταν οι κάτοικοί του ξεκινούν ένα μαραθώνιο προετοιμασίας, για να υποδεχθούν τους υψηλά ιστάμενους Αμερικάνους, που έρχονται για να βοηθήσουν οικονομικά το έθνος, να ξεπεράσει τα προβλήματα που άφησε πίσω του ο πόλεμος.
Πρόκειται για ένα μαγικό συνδυασμό καταγραφής της πραγματικότητας και πολιτικής σάτιρας με εύστοχες νύξεις κοινωνικού περιεχομένου. Ασπρόμαυρη νεορεαλιστική εικόνα, χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας, λοιδορεί την εξουσία, πολιτική, θρησκευτική, οικονομική, δίχως να μπαίνει στον πειρασμό να εξωραΐσει τις αντιδράσεις των φτωχών χωρικών. Η φτώχεια και η αγραμματοσύνη δημιουργούν παντού και πάντα πρόθυμους χειροκροτητές.
Το χωριό μεταμορφώνεται. Μπροστά από τα ετοιμόρροπα σπίτια του κεντρικού δρόμου τοποθετούνται σκηνικά. Οι άνθρωποι φορούν παραδοσιακές στολές της Ανδαλουσίας και κουνάνε σημαιάκια. Κρύβουν οτιδήποτε αισθάνονται ότι λειτουργεί υποτιμητικά. Προσπαθούν μέσα από την αλλοίωση της φυσιογνωμίας τους, να δημιουργήσουν μια εντύπωση που να ανταποκρίνεται στα στερεότυπα, που οι ευεργέτες έχουν σχηματίζει για τους ευεργετούμενους.
Καθώς η ιστορία εξελίσσεται ο αφηγητής ανοίγει για τον θεατή «παράθυρα» παρατήρησης των γεγονότων. Ένας απολαυστικός δήμαρχος, βαρήκοος, που καταλαβαίνει περισσότερα από όσα αφήνει να φαίνονται, με υποκριτική μανιέρα που θυμίζει Βασίλη Λογοθετίδη, μια καλλονή τραγουδίστρια και ο πληθωρικός ατζέντης της, σε στυλ Βασίλη Αυλωνίτη, που αναλαμβάνει την «σκηνοθεσία» των εκδηλώσεων υποδοχής, ο ιερέας, ο ξεπεσμένος ευγενής, ο γαιοκτήμονας, η δασκάλα με τους μαθητές της, όλοι μαζί, ψηφιδωτά μιας εικόνας που θυμίζει έναν υπό κατεδάφιση καραγκιόζ-μπερντέ.
Οι ατάκες διαδέχονται η μια την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό. «Το να ζητάς είναι ανέξοδο» προτρέπουν τους χωρικούς οι προύχοντες του τόπου, καθώς στήνουν ένα πρόχειρο γραφείο καταγραφής των αιτημάτων τους. Καθένας έχει το δικαίωμα να ζητήσει μόνο μια επιθυμία. Μια αγελάδα, ένα ζευγάρι παπούτσια, ανάγκες υπαρκτές, που μέσα από την απλοϊκότητά τους προβάλλουν το ύφος και το ήθος μιας ξεχασμένης επαρχίας.
Οι «επίσημοι» διασχίζουν με τις κουρσάρες τους το χωριό, χωρίς να σταματήσουν. Οι κάτοικοι στην κορυφαία στιγμή της ταινίας μαζεύουν τα κομμάτια τους, προσφέροντας, ότι μπορεί ο καθένας, για την αποκατάσταση των εξόδων. Το ξίφος του απόγονου των Κονκισταδόρες, μαζί με τα ακουστικά βαρηκοΐας, όλα πάνω σε ένα σωρό ονείρων και απογοήτευσης. Ο σκηνοθέτης δεν φαίνεται να τρέφει αυταπάτες. Πουθενά δεν αφήνει να εννοηθεί, ότι ακολουθεί η επιθυμητή συλλογική ωρίμανση.

Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Αναχωρήσεις-Okuribito




Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Yiojiro Takita, στην ταινία του «Αναχωρήσεις», καταφέρνει κάτι πολύ δύσκολο. Μιλάει λέξεις δύσκολες και δείχνει σοκαριστικές εικόνες, χωρίς να προκαλεί τον θεατή, ούτε για μια στιγμή. Φορτώνει στην αρχή της ταινίας τόσο υπερβολικά το κλίμα, που οι «δυσάρεστες» στιγμές βγαίνουν με απόλυτη φυσιολογικότητα, με την μέθοδο, θα μπορούσαμε να πούμε, της μασημένης μπουκιάς. Άλλωστε η πρόσληψη της τροφής κατέχει κεντρική θέση στην θανατερή αυτή ταινία, όπου οι εκφράσεις «Οι ζωντανοί τρώνε τους νεκρούς» και «Μου αρέσει τόσο, που μισώ τον εαυτό μου» αποκτούν μια συμβολική, αλληγορική διάσταση. Δεν είναι μόνο, βέβαια, η τροφή, η μέθοδος της εξοικείωσης με τον θάνατο. Τα νερά του ποταμού, τα σύννεφα, τα κύματα της θάλασσας, το πέταγμα των κύκνων και φυσικά η καινούργια ζωή, το έμβρυο, που μεγαλώνει στα σπλάχνα της γυναίκας, έρχονται να μαλακώσουν την μεταφυσική αγωνία. Όλα σε ελεγχόμενες δόσεις παρεμβαίνουν στην αφήγηση, ενώνουν τις σκηνές από το παρελθόν με το σήμερα και ταυτόχρονα αποκρυπτογραφούν τα συναισθήματα των ηρώων. Η μεγαλειώδης εισαγωγική σκηνή, της προετοιμασίας του νεκρού, με το μυστικό που αποκαλύπτει, έρχεται να προλάβει τον θεατή, να τον προετοιμάσει, για όσα θα ακολουθήσουν, έτσι ώστε η εξέλιξη της γύρω στα μέσα της ταινίας, να λειτουργήσει επεξηγηματικά έως διδακτικά.
Ο τσελίστας Daigo Kobayashi (Masahiro Motoki) μετά την διάλυση της ορχήστρας όπου εργάζεται στο Τόκυο, επιστρέφει στο σπίτι του, στο χωριό, μαζί με την σύζυγό του Mika (Ryoko Hirosue). Πιάνει δουλειά, ως βοηθός του Ikuei Sasaki (Tsutomu Yamazaki), στην επιχείρησή του, που αναλαμβάνει την φροντίδα των νεκρών πριν την αποτέφρωση ή την ταφή, ανάλογα με την θρησκευτική παράδοση. Αντιμετωπίζεται εχθρικά από το περιβάλλον του για αυτή του την επιλογή. Όταν ξεπερνά τον ενδόμυχο φόβο κάθε ζωντανού απέναντι στο άψυχο και με την καθοδήγηση του «μάστορα», μετατρέπεται σε ένα πραγματικό καλλιτέχνη. Ο σεβασμός στα τελετουργικά έθιμα, η αφοσίωση στην λεπτομέρεια, η αγάπη που επιδεικνύει για την τελειότητα, τον γεμίζουν αυτοπεποίθηση. Οι εκδηλώσεις ευχαριστίας και τα βλέμματα ανακούφισης των πενθούντων συγγενών μεταβάλλουν τον ψυχισμό του. Ο θάνατος, τελικά, φαίνεται πως είναι το αντίδοτο στον φόβο του θανάτου. Μένει όμως και κάτι ακόμα για να συμπληρώσει την ευτυχία του. Η συμφιλίωση με τις τραυματικές παιδικές του μνήμες, όταν ο πατέρας του τον παράτησε σε ηλικία 6 ετών, αυτόν και την μητέρα του και έφυγε για πάντα από την ζωή του.
Οι επαναλαμβανόμενες σκηνές μπροστά στους νεκρούς, οι επιδέξιοι χειρισμοί, η ανυπόκριτη στοργή, που επιδεικνύει, αφαιρούν τον στυγνό επαγγελματισμό. Οι προηγμένες κοινωνίες, που θέλουν να εξαφανίσουν το δυσάρεστο, να το κουκουλώσουν, όσο γίνεται γρηγορότερα, αναθέτουν σε γραφεία τελετών τον ρόλο, που σε πιο πρωτόγονους πολιτισμούς έπαιζε ο περίγυρος. Μέσα στην ταχύτητα και στην ρουτίνα χάνεται η ανθρωπιά. Για τον Daigo η ενασχόληση του με τις τελευταίες ώρες του σώματος των συνανθρώπων του σημαίνει απελευθέρωση.
Η ταινία, εκτός από τον αφηγηματικό της ιστό και τα στοιχεία γνωριμίας με την Γιαπωνέζικη κουλτούρα, έχει όλα εκείνα που χρειάζονται, για να βάλλει τον θεατή σε περιπέτειες σκέψης. Δεν μπαίνει σε επίπεδα μεταφυσικών ανησυχιών και όποτε οι διάλογοι εκτρέπονται προς τέτοιες κατευθύνσεις, γρήγορα γυρνούν σε ουσιωδέστερες και πιο γήινες αναφορές. Με σύμμαχο την μουσική, κύριο θέμα το “Ave Maria”, του Bach και καταπληκτικές ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών και ιδιαίτερα τον Ikuei Sasaki, βρίσκει τον τρόπο να κουβαλήσει τα βλέμματα των θεατών σε λιμάνια προστατευμένα καλά.


Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Η άλλη όχθη-Gagma Napiri


Όταν ο πόλεμος ρημάζει τις ζωές των ανθρώπων. Όταν η αξία της ζωής χάνεται, ο αγώνας για την επιβίωση κυριαρχεί και οι σχέσεις δοκιμάζονται μαζί με τις αντοχές των ανθρώπων. Και μέσα σε όλα αυτά η παιδική ματιά, να προσπαθεί μέσα από την αγωνία και τον πόνο, να κατανοήσει τα γεγονότα. Το παιδικό βλέμμα μάρτυρας της αποσύνθεσης, ανήμπορο να κεντράρει με τα άρρωστα μάτια του, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη George Ovashvili, πάνω στην καταστροφή. Τα εργαλεία που χρειάζεται, για να ερμηνεύσει την τραγωδία που έπληξε τον λαό του, θα τα μαζέψει ένα-ένα στον δρόμο της επιστροφής στην γενέθλια γη του, στην άλλη όχθη του ποταμού.

Ένα οδοιπορικό σε μια καταστραμμένη χώρα είναι η ταινία «Η άλλη όχθη». Ο δωδεκάχρονος Tedo (Tedo Bekhauri) ζει με την μητέρα του στην Τυφλίδα της Γεωργίας, πρόσφυγας, μετά τον διωγμό του από την Αμπχαζία. Ο πατέρας του, που ήταν άρρωστος, δεν είχε μπορέσει να ακολουθήσει την οικογένειά του. Αν και Γεωργιανός στην καταγωγή, νοιώθει στο πετσί του την στάμπα του μετανάστη και ωθείται σε μικροπαραβατικές συμπεριφορές. Η νεαρή μητέρα του, μέσα στην απελπισία της, αναζητά την σιγουριά και την προστασία στους νταβατζήδες της περιοχής. Ο Tedo την βλέπει στο κρεβάτι με τον εραστή της και αποφασίζει να γυρίσει πίσω, αναζητώντας τον πατέρα του. Λαθρεπιβάτης σε τραίνο, μαζί με κλέφτες πολυτελών αυτοκινήτων, πάνω σε καρότσι που το σέρνει το άλογο, ακόμα και με τα πόδια, φθάνει στην πόλη του, για να ανακαλύψει, ότι αυτό που άφησε πίσω του δεν υπάρχει πια. Η ερημιά της προσφυγιάς και το μίσος του ντόπιου εθνικισμού των Αμπχάζιων έχουν ενωθεί σε ένα αποτρόπαιο γάμο. Μια ανοιχτή πληγή που αιμορραγεί και από τις δυο πλευρές. Θύτες και θύματα σφιχταγκαλιασμένοι στον ίδιο χορό του θανάτου.
Ο κινηματογραφικός φακός, πότε πάνω στο τρομαγμένο παιδικό πρόσωπο, πότε στα ερειπωμένα σπίτια και στα σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα και πότε στις αχανείς στέπες της Καυκάσιας γης, αποτυπώνει τον διάχυτο φόβο, που μετατρέπεται σε οργή. Ο πόλεμος έχει φέρει στην επιφάνεια τα πιο αποκρουστικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Όσοι τολμούν να αντισταθούν είναι καταδικασμένοι. Η ζωή έχει τόση αξία, όση τα λίγα χρήματα, που ζητούν για να δωροδοκηθούν οι Ρώσοι κυανόκρανοι στα σύνορα. Η σκληρή πραγματικότητα δεν ταιριάζει στον σωματικά αδύναμο, στην γυναίκα, στο παιδί, στον άνθρωπο που η ψυχή του είναι γεμάτη αγάπη και συμπόνια. Κάθε κάδρο και μια καινούργια μαχαιριά, αποκαλυπτική της ανθρώπινης ζούγκλας. Πρόκειται για μια ταινία, που παράλληλα με το βασικό της θεματικό μοτίβο, καταπιάνεται με πολλά ζητήματα και χάρις την αυθεντικότητα της, όχι απλώς δεν πλατειάζει, αλλά καταφέρνει να τα αντιμετωπίζει με αξιοθαύμαστη επάρκεια και διεισδυτικότητα.
Αξεπέραστη κινητατογραφική στιγμή, η φυγή του μικρού Tedo από την μητρική εστία. Η σκιά του μικρού του σώματος, να τρέχει πάνω στην κορυφογραμμή, με τα λεπτά του χέρια και πόδια να ακολουθούν τους δικούς τους νόμους, αυτούς που έχουν βιώσει ανθρώπινη παράνοια.
Περισσότερα για την ταινία στο επίσημο site της

Τι κρίμα, σε τέτοιες εποχές οικονομικής δυσπραγίας, η αίθουσα του κινηματογράφου Φιλίπ, με τις ταινίες που προβάλλει το «Νεανικό πλάνο» και με τιμή εισιτηρίου μόνο 2,5 ευρώ, να είναι εντελώς άδεια. Ταινίες επιλεγμένες μια-μια, οι περισσότερες πραγματικά διαμαντάκια, έχουν ανάγκη από την υποστήριξη όλων των κινηματογραφόφιλων. Το πρόγραμμα για την φετινή περίοδο βρίσκεται εδώ. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να το διαφημίσουμε.
Εδώ μια τέτοια αξιέπαινη προσπάθεια


Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

La teta asustada-Το γάλα της θλίψης



Με ένα λυπητερό τραγούδι, σαν προσευχή, ξεκινάει αυτή η ταινία της Claudia Llosa, “La teta asustada” (Το γάλα της θλίψης). Πάνω στο νεκρικό κρεβάτι, η μάνα, ανακαλεί από την μνήμη της την βία, τον όλεθρο, τον θάνατο, που έζησε στα ταραγμένα χρόνια της «τρομοκρατίας» και οι ξεψυχισμένες λέξεις-στίχοι, που βγαίνουν από το στόμα της, χτίζουν γύρω από την κόρη της, την Fausta (Magaly Solier), ένα πελώριο τοίχο απομόνωσης από την κοινωνία. Έτσι, όπως το γάλα-σύμφωνα με τον θρύλο-που ταΐσανε οι βιασμένες μητέρες τα μωρά τους και στάλαξαν μέσα τους τον φόβο. Αυτό το αυτοπροστατευτικό συναίσθημα, που όταν οι συνθήκες της δημιουργίας του πάψουν να υπάρχουν, μένει εκεί, ένας διαχρονικός τύρρανος, που δύσκολα γκρεμίζεται από τον θρόνο του.
Το Περού προσπαθεί να ανακάμψει από τον εμφύλιο πόλεμο. Μέσα στις παραδόσεις και στα φολκλορικά στοιχεία του πολιτισμού των Άνδεων μπαίνουν, τελείως «αχώνευτα», οι εισαγόμενες Αμερικάνικες αξίες. Ένας λαός που καταπίνει, σαν αφηνιασμένος, τα ξενόφερτα έθιμα. Τα φτωχά λαϊκά στρώματα μαϊμουδίζουν, ενώ η άνιση κατανομή του πλούτου προκαλεί πια με ασφάλεια. Η Fausta πιάνει δουλειά, σαν υπηρέτρια, στο αρχοντικό μιας ευκατάστατης πιανίστριας, για να μαζέψει τα χρήματα που απαιτούνται, για να μεταφέρει την σoρό της μητέρας της, πίσω στο χωριό τους. Όλοι οι άνδρες που περιβάλλουν τον μικρόκοσμό της, φαντάζουν, εν δυνάμει, βιαστές της. Τοποθετεί μια πατάτα μέσα στον κόλπο της, για να προστατευθεί. Ένας αδυσώπητος αγώνας ξεσπά, καθώς η ανάγκη και η θέληση για ζωή συγκρούεται με τον φόβο και την προκατάληψη. Ένα μοναχικό αγρίμι με σφιγμένες τις γροθιές του, ένα στρείδι που έχει κλείσει ερμητικά τις πόρτες του στον έξω κόσμο.
Αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα ιστορία παίρνει στα χέρια της η Περουβιανή Claudia Llosa και φτιάχνει αυτήν την αργή, ποιοτική και ποιητική ταινία. Με υπέροχα εξωτερικά πλάνα, με ερμηνείες ηθοποιών γεμάτες εσωτερικότητα και με αρκετές σκηνές που μιλούν αλληγορικά, για πράγματα, που ο θεατής καλείται να συμμετέχει στην ερμηνεία τους, όπως για παράδειγμα το σπάσιμο του μαργαριταρένιου κολιέ της οικοδέσποινας και η συμφωνία της, να δίνει στην Fausta μια χάντρα για κάθε τραγούδι, που θα της φανερώνει. Μια χάντρα πίσω από την άλλη μέχρι η μηχανική ζυγαριά, που τις ακουμπάει, να γύρει τελικά προς την άλλη πλευρά.
Όχι τόσο σαν ψεγάδι, όσο, σαν μια παρατήρηση που θα μπορούσε να γίνει, είναι, ότι με ξένισε λίγο η έλλειψη μιας σαφούς σκηνοθετικής υπογραφής. Σε όλη τη διάρκεια του film κατάφερα να διακρίνω αρκετές σκηνοθετικές επιρροές και ειδικά στην προσπάθεια να αποδοθεί η ιδεολογία του κιτς.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Mary and Max


Όπως στα κόμικς των παιδικών μας χρόνων. Χρώμα στην μπροστινή σελίδα, ασπρόμαυρο στην από πίσω. Σελίδες που γυρίζουν με ταχύτητα, μπλέκονται μεταξύ τους, έτσι που στο τέλος αυτό που μένει, να είναι κάτι ανάμικτο, όπως ακριβώς και η ίδια η ζωή. Εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία, το “Mary and Max” του Αυστραλού σκηνοθέτη Adam Elliot, είναι μια ταινία κινουμένων σχεδίων για ενήλικους και παιδιά. Φτιαγμένη στο χέρι- μια δουλειά που χρειάστηκε πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί- από ένα υλικό, κάτι σαν πλαστελίνη ή πηλό, μεταδίδει στον θεατή μέσω αυτής της ζεστής πλαστικότητας, που εκπέμπει, μια αίσθηση χαμένης ανθρωπιάς, κάτι, σαν ένα αντίδοτο στην αυτοκρατορία της σάρκας και του αίματος.
Ο Adam Elliot «χτίζει» με κάθε λεπτομέρεια δυο κόσμους, έναν στην Αυστραλία και έναν στην Αμερική. Μέσα στα γεμάτα κάδρα του, ακουμπάει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα συνθέσουν και θα εκθέσουν τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστών. Όλα εκείνα τα μικροαντικείμενα, που σαν λιλιπούτειοι υπερηχογράφοι, θα αποκαλύψουν δυο εσωτερικούς κόσμους, τόσο υπερβολικά ευαίσθητους, που είναι έτοιμοι να εκραγούν.
Η μικρή Mary από την Μελβούρνη αποκτά έναν φίλο δια αλληλογραφίας, τον μοναχικό, υπέρβαρο και ψυχικά άρρωστο, Max, έναν άθεο Εβραίο από την Νέα Υόρκη. Διατηρούν αυτήν την επαφή για πάρα πολλά χρόνια. Μέσα από τα γράμματά τους, αλλά και από τα λόγια του αφηγητή, βγαίνουν στην επιφάνεια δυο μοναχικές ψυχές και το περιβάλλον, που της δημιούργησε. Με τρόπο απλό, με χιούμορ γλυκόπικρο, με συνεχείς νύξεις για κοινωνικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις, η ταινία μιλά ταυτόχρονα για την μοναξιά, το αίσθημα εγκλωβισμού, που βιώνει ο κάτοικος της μεγαλούπολης, ανάμεσα σε τσιμεντένιους ουρανοξύστες, στην περίπτωση του Max και για την απομόνωση, σαν αποτέλεσμα άγνοιας, αμορφωσιάς και λανθασμένων επιλογών, εκ μέρους των γονιών της, στην περίπτωση της Mary. Η Mary πιστεύει όσα βλέπει γύρω της και όσα της λένε για την ζωή. Ο Max έχει μάθει να μην πιστεύει. Τα γράμματα του παιδιού, μαζί με τις ζωγραφιές και τα σοκολατένια γλυκά, οι, μέσα στην αφέλεια τους, αθώα διατυπωμένες απορίες του, προκαλούν τον πανικό του. Κάνουν να αναβλύσουν από μέσα του τα δικά του παιδικά χρόνια, βαθιά κρυμμένα κάτω από τα ηλεκτροσόκ και τα ψυχοφάρμακα. Για την Mary τα γράμματα του φίλου της είναι ένα παράθυρο σε ένα κόσμο άγνωστο διαφορετικό που μοιάζει με παραμύθι. Και κυλούν έτσι είκοσι περίπου χρόνια.
Μια κοινωνιολογική μελέτη για τους ανθρώπους που αισθάνονται διαφορετικοί από τους άλλους, αλλά που δεν παραδίδονται. Γι’ αυτούς, που προτιμούν να βλέπουν τους άλλους πίσω από τον τοίχο που έχτισαν, για να τους κλείσουν μέσα, με έναν δικό τους προσωπικό τρόπο, καθόλου ένδοξο, αντίθετα μοιραία αυτοκαταστροφικό. Τα παστέλ χρώματα, που γεμίζουν τον κόσμο της Mary, μετουσιώνουν το πρόστυχο κόκκινο από το κραγιόν της μητέρας της, στο ζωντανό κόκκινο της φούντας, που στέλνει στον Max. Και εκείνη μαθαίνει σε αντάλλαγμα, πως τα παιδιά δεν έρχονται στον κόσμο μέσα από τον πάτο των ποτηριών της μπύρας, ούτε μέσα από τα κουτάκια της Cola.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Sherkock Holmes


Από τα πρώτα πλάνα, όταν βλέπουμε την κάμερα να κεντράρει πάνω στα πλακόστρωτα στενάκια του Βικτωριανού Λονδίνου και να μας αποκαλύπτει, σαν σε παζλ, να σχηματίζουν το σήμα της Warner Bros και του Dolby system, γίνεται φανερό, ότι σε αυτήν την ταινία του “Sherlock Holmes”, ο Guy Ritchie έχει διάθεση για παιχνίδι και δεν επρόκειτο να μας αφήσει να πλήξουμε. Θέλεις σκηνές καταδίωξης; Θέλεις μπουνίδι; Θέλεις πήδημα με το κεφάλι από όροφο ψηλού κτηρίου μέσα στα παγωμένα νερά του Τάμεση; Θέλεις τελική μονομαχία μέχρις εσχάτων, στην γέφυρα του ποταμού, με το κενό να χάσκει, κάτω από τα πόδια των πρωταγωνιστών, αβυσσαλέο; Είχε όλα όσα πρέπει να έχει μια ταινία αυτού του είδους, για να αρέσει στο πλατύ κοινό, αλλά και…κάτι ακόμα. Σκηνές δράσης αριστουργηματικές, που κόβουν την ανάσα, μυστήριο, έξυπνες ατάκες, φλεγματικό Βρετανικό χιούμορ, ανακατεμένο με μπόλικο τυχοδιωκτισμό και αντισυμβατικότητα και έχουμε μπροστά μας έναν μετρ στις αποκαλύψεις γρίφων και στην απόδοση της δικαιοσύνης, αλλά όχι για χάρη του νόμου και της τάξης, αλλά για χάρη του παιχνιδιού αυτού κάθε αυτού.
Η υπόθεση δεν λέει πολλά, αλλά δεν έχει και νόημα να πει και περισσότερα. Στο τέλος όλα γίνονται ηλίου φαεινότερα, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Κανείς δεν πρόκειται να φύγει από την αίθουσα με την παραμικρή απορία. Φροντίζει γι’ αυτό ο σκηνοθέτης, με το να επαναλαμβάνει, είτε με αργή κίνηση, είτε με επεξηγηματικά σχόλια, κάθε τι που η μέση λογική του ανθρώπου αδυνατεί να συλλάβει. Ο κακός λόρδος Blackwood (Mark Strong) μετά από μια σειρά φόνων συλλαμβάνεται, για να επιστρέψει τρεις μέρες μετά… από τον τάφο του και να συνεχίσει το αποτρόπαιο έργο του. Ο Sherlock Holmes (Robert Downey Jr) με τον δόκτορα Watson (Jude Law) θα βρεθούν όμως στον δρόμο του, για να σώσουν τον κόσμο από το παγκόσμιο κακό.
Ο Guy Ritchie μέσα από τον μυστικισμό και την συνομωσιολογία κάνει την πιο ορθολογική περιπέτεια. Χρησιμοποιεί τα εργαλεία των απανταχού στον πλανήτη καιροσκόπων αποκρυφιστών, για να τα πετάξει στον σκουπιδοτενεκέ, προβάλλοντας μόνο αυτό που έχει πραγματική σημασία και αξία. Την δύναμη του μυαλού να κάνει αναφορές και να βγάζει από αυτές λογικά συμπεράσματα, ακόμα και όταν τα φαινόμενα απατούν, ακόμα και όταν η πραγματικότητα καταρρέει και το μαγικό φαντάζει ανίκητο και καλά εδραιωμένο μέσα στον κόσμο του ανθρώπινου εγκέφαλου. «Ο φόβος είναι η πιο μεταδοτική ασθένεια» είναι η μόνιμη επωδός του Holmes, που καταφέρνει δεξιοτεχνικά να κινείται στα όρια, μεταξύ της νομιμότητας και της παρανομίας. Μιλάμε για έναν Holmes, που ξεφεύγει από τα στεγανά. Λερώνει τα χέρια του, έχει πάθη, ερωτεύεται, επιτρέπει στον εαυτό του να τσαλακώνεται, όποτε του κάνει κέφι.
Τα σκηνοθετικά ευρήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σε όλη την διάρκεια της ταινίας, μια υπενθύμιση, ότι σε τέτοιες ταινίες δεν έχει σημασία μόνο τι λες, αλλά και πως το λες. Η αναπαράσταση της εποχής γίνεται με μεγάλη πιστότητα και η φωτογραφία, ειδικά στις νυχτερινές σκηνές στο ποτάμι, είναι εκπληκτική. Η συμπρωταγωνίστρια, Rachel McAdams, πολύ καλή στον ρόλο της γυναίκας, μπίλιας της ρουλέτας, που μέχρι το τέλος δεν ξέρεις σε ποιον αριθμό θα σταματήσει. Για τον Robert Downey Jr μάλλον έχουμε να κάνουμε με έναν καινούργιο Indiana Jones με φετίχ την πίπα του, αντί για το καπέλο του Indie, αν λάβουμε υπ’ όψη την τελευταία σκηνή του έργου.
Ομολογώ ότι, παρόλο που σύρθηκα στην αίθουσα, στο τέλος απόλαυσα την ταινία.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

La vie de boheme


Η ασπρόμαυρη ταινία του Aki Kaurismaki, “La vie de boheme”, βασισμένη επάνω στην νουβέλα του Henry Murger, απέχει κατά πολύ, από το να θεωρηθεί ένας ύμνος στην μποέμικη ζωή. Ακολουθώντας, πιστά, ένα αφηγηματικό μοτίβο, ανοίγει και κλείνει τα πλάνα της, δίνοντας σημασία τόσο στην αυθύπαρκτη υπόσταση της κάθε επιμέρους σκηνής, όσο και στην ρυθμική συνάρτηση, της μιας με την άλλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τόσο έντονης «μουσικής» σκηνοθεσίας είναι το τελετουργικό χτύπημα στο πλήκτρο της παλιάς γραφομηχανής, που θα σβήσει τα φώτα, για να τελειώσει ένα από τα κεφάλαια. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία κεντράρει επάνω στα πρόσωπα των ηθοποιών, με το φως να τα χωρίζει στην μέση. Τονίζει τα παρακμιακά δωμάτια και τα έπιπλα, σταματάει επάνω στα ξεφλουδισμένα κουφώματα στις πόρτες και βγάζει από τα ρούχα προς τα έξω, την παλαιότητα και την ψυχική υπόσταση αυτών, που τα φορούν.
Τρεις απένταροι φίλοι ο συγγραφέας Marcel (Andre Wilms), ο Αλβανός ζωγράφος Rodolfo (Matti Pelopaa) και ο πρωτοποριακός μουσικός Schaunard (Kari Vaananen) προσπαθούν να επιβιώσουν στο Latin του Παρισιού. Δεν έχουν πρόβλημα να κάνουν εκπτώσεις στις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες προκειμένου να εξοικονομήσουν χρήματα για το φαγητό, για το νοίκι και για τις μικρές τους πολυτέλειες. Μια ζωή οριακή, με άγχος, καθόλου ωραιοποιημένη, αλλά χωρίς βαρίδια και με αξίες τοποθετημένες σε κουτάκια διαφορετικά, από αυτά της συμβατικής ζωής. Οι διάλογοι είναι καθημερινοί, έχουν σχέση με βιοτικές ανάγκες, όμως η ιστορία εξελίσσεται από τους δεύτερους και τους τρίτους ρόλους. Το τι συμβαίνει, το βλέπουμε από τον σπιτονοικοκύρη, την ώρα που κάνει έξωση, από τον σερβιτόρο στο εστιατόριο, από τους αστυνομικούς, που απελαύνουν τον Rodolfo, από τους γιατρούς στο σπίτι και στο νοσοκομείο, από τον εργοδότη και εκδότη του Marcel. Ο Rodolfo ερωτεύεται την Mimi (Evelyne Didi), χωρίζουν με την απέλαση του, σμίγουν ξανά, όταν αυτή παρατάει τον καινούργιο φίλο της για να είναι πάλι μαζί, ξαναχωρίζουν και όταν άρρωστη πια καταλήγει στο σπίτι του, αυτός και οι φίλοι του ξεπουλάνε ότι έχουν και δεν έχουν, για να καλύψουν τα τελευταία έξοδά της. Δεν υπάρχει μελοδραματισμός. Τα αισθήματα υπάρχουν, απλώς οι άνθρωποι φεύγουν και έρχονται, αφήνοντας το στίγμα τους ο ένας πάνω στον άλλον. Μπορεί κάποιος να είναι φτωχός να μην έχει δεύτερο σεντόνι όμως ξέρει τι πρέπει να κάνει μπροστά στην απελπισία. Η ανέχεια τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από την τέχνη.
Η ταινία σε όλη τη διάρκειά της κρατάει τους τόνους χαμηλούς. Δεν ακούγονται μεγάλα λόγια ούτε εξομολογήσεις. Κυριαρχεί η κατανόηση. Ο πόνος είναι βουβός. Δεν βγάζει δάκρια. Αραιά και που μόνο κάποια χαμόγελα. Τα χρήματα που πιάνουν στα χέρια τους οι απόκληροι τους καίνε το μυαλό.