Βασισμένη πάνω σε μια
μπαλάντα του 14ου αιώνα η ταινία, «Η πηγή των παρθένων», (Jungfrukällan)
του Ingmar Bergman,
κινηματογραφημένη με την μορφή μιας αρχαίας τραγωδίας, φέρνει στο προσκήνιο την
αιώνια διαπάλη ανάμεσα στην ανθρώπινη λογική και στην αντίληψη της
θρησκευτικότητας.
Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο,
με λιτά, απέριττα κάδρα, προσεγγίζει το θέμα με νηφαλιότητα, οι απαντήσεις που
δίνει είναι καθαρά κινηματογραφικές, καλλιτεχνικές, δεν αναλίσκεται σε
φιλοσοφικές αναζητήσεις και αρκείται σε νύξεις κοινωνικού προβληματισμού.
Στην ταινία συνυπάρχουν ο
Χριστιανισμός και ο Παγανισμός, ο πρώτος αφορά εξυπηρετεί και υπηρετείται από
την άρχουσα τάξη, ενώ ο δεύτερος αποτελεί «καταφύγιο» για την έκφραση των
ανεπεξέργαστων δεισιδαιμονικών ενστίχτων της λαϊκής τάξης και των ανθρώπων του
περιθωρίου.
Για τον άνθρωπο με υψηλό status συναισθηματικής εγρήγορσης, το δίπτυχο
αμαρτία-τιμωρία, δεν καθυστερεί, εκδηλώνεται αστραπιαία. Μοναδικό προνόμιο, να
μπορεί να απευθύνεται, να συνδιαλέγεται με τον Θεό του, να επιχειρηματολογεί μαζί
του, σαν ίσος προς ίσον. Σε μια μεγαλειώδη σκηνή, βιβλικών διαστάσεων, ο
πατέρας (Max von Sydow),
δίπλα στο σώμα της βιασμένης και δολοφονημένης κόρης του, δεν προσεύχεται, ούτε
ικετεύει το θείο. Ο Bergman στήνει μια σκηνή ενός καθαρά
πνευματικού debate και λύνει το δράμα με ένα αρκετά προβλέψιμο, αλλά
καθαρτικό τρόπο.


