Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Το παιδί με την κουρδιστή καρδιά-Jack et la mécanique du coeur

«Το παιδί με την κουρδιστή καρδιά» (Jack et la mécanique du coeur), των  Stéphane Berla, Mathias Malzieu, είναι μια ταινία κινουμένων σχεδίων που προσπαθεί να προσεγγίσει το παιδικό και το ενήλικο κοινό, το καθένα για διαφορετικούς λόγους.
Μια παγωμένη μέρα στο Εδιμβούργο, στα τέλη του 19ου αιώνα, γεννιέται ένα μωρό με την καρδιά του παγωμένη. Μια μάγισσα αντικαθιστά την καρδιά του με ένα ρολόι κούκο, του χαρίζει την ζωή, υπό την προϋπόθεση ότι μεγαλώνοντας δεν θα ερωτευθεί. Το παιδί στο σχολείο βιώνει τον εκφοβισμό και την βία από ένα μεγαλύτερο συμμαθητή του, εξ’ αιτίας της διαφορετικότητας του και αργότερα, ως έφηβος, ερωτεύεται μια περιπλανώμενη μουσικό με προβλήματα όρασης, με την οποία επίσης είναι ερωτευμένος ο συμμαθητής του αυτός. Αψηφά την απαγόρευση της μάγισσας και ακολουθεί την αγαπημένη του ως την Ανδαλουσία, όπου αυτή δουλεύει σε ένα τσίρκο, ως τραγουδίστρια φλαμένκο. Ο αντίζηλος φτάνει και αυτός. Ο νεαρός χάνει την μάχη, αλλά κερδίζει έρωτα της αγαπημένης του. Με την καρδιά του έτοιμη να σπάσει, επιστρέφει στο Εδιμβούργο, όπου αποφασίζει σπάσει  και τον φαύλο κύκλο «έρωτας- απαγόρευση» που τον κρατάει δέσμιο σε μια ζωή χωρίς συγκινήσεις, διαλέγοντας… την νιρβάνα της ανυπαρξίας από τον πόνο της αγάπης.

Παράλληλα με αυτήν την απλοϊκή ιστορία, η ταινία κάνει συνεχείς αναφορές στον κινηματογράφο, στην μουσική και στην λογοτεχνία. Από τους αδελφούς Limiére και τον βωβό κινηματογράφο έως το The Artist, από τον Tom Waits και τον Nick Cave μέχρι τον Don Quijote de la Mancha του Miguel de Cervantes Saavedra, ο θεατής καλείται να κάνει συνεχώς τις συναρτήσεις εικόνας και ήχων με τις προηγούμενες εμπειρίες του.
Καταπληκτικά σχέδια που θυμίζουν Tim Burton, αλλά όχι τόσο «θανατερά», πολύ καλή μουσική και τραγούδια από το ροκ συγκρότημα Dionysos, σε κάποια σημεία η ταινία θυμίζει μιούζικαλ.


Ο έρωτας είναι πάντοτε επικίνδυνος ακόμα και για… τον καρδιακό μυ που έχει την ικανότητα να συστέλλεται, να διαστέλλεται και να μεταβάλλει την χωρητικότητα του όγκου του, πόσο μάλλον για ένα κουρδιστό επιτοίχιο ρολόι, που αντιδρά μονάχα δείχνοντας τις ώρες με το χτύπημα του κούκου.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Η ζωή είναι ωραία με τα μάτια κλειστά-Vivir es fácil con los ojos cerrados.

Ένας δάσκαλος που διαβάζει κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, ένα ποίημα, για να καθαριστεί από τις βρωμιές της μέρας που πέρασε. Ένας δάσκαλος, που απαγγέλει Αντόνιο Ματσάδο στα παιδιά, για πράγματα που αφορούν την καθημερινότητά τους, γιατί η ποίηση είναι καθημερινότητα. Ένας δάσκαλος, που λέει στα παιδιά ότι η Ισπανία ζει μέσα στον φόβο, αλλά αυτά δεν πρέπει να ζούνε μέσα στον φόβο.
Δεν είναι κανένας σούπερ ήρωας. Δεν αλλάζει τον κόσμο. Αντιστέκεται παθητικά για ότι θεωρεί σπουδαίο. Διεκδικεί, το να μπορεί να ονομάζεται άνθρωπος, ακόμα και όταν τον χτυπούν. Ακόμα και όταν τον χτυπούν, έχει το ηθικό ανάστημα να βγαίνει νικητής.
Ένα road movie  με ένα σαραβαλάκι στην Ισπανική χερσόνησο από την Μαδρίτη ως την Αλμερία. Μια γλυκόπικρη αναπαράσταση της  δεκαετίας του 60. Μια κοινωνία που στενάζει κάτω από την φασιστική μπότα, αλλά δεν μπορεί να αντιδράσει συλλογικά. Η σκηνοθεσία του David Trueba καταγράφει αφήνοντας ασχολίαστο το πέπλο τρομοκρατίας, που έχει σκεπάσει ολόκληρη την χώρα. Ασχολίαστο, γιατί έτσι βγαίνει περισσότερο στην επιφάνεια. Διατρέχει κάθε σπιθαμή γης, γεμίζει όλα τα πλάνα. Επισκιάζει και κάποιες φορές κινείται παράλληλα με την ιστορία του Antonio (Javier Cámara), του δασκάλου των αγγλικών, που θέλει να διδάξει τους μαθητές του τα λόγια από τους στίχους του John Lenon.
Ο Antonio, μαθαίνει ότι ο John Lennon βρίσκεται στην Αλμερία για τις ανάγκες του γυρίσματος μια ταινίας και ξεκινάει  να τον συναντήσει, για να του ζητήσει να του λύσει τις απορίες του, σχετικά με τους στίχους κάποιων τραγουδιών του. Στον δρόμο, παίρνει μαζί του με οτοστόπ δυο ανθρώπους. Οι συνοδοί του σε αυτό το ταξίδι είναι δυο φυγάδες από τον κόσμο των υποταγμένων. Ένας έφηβος, που το σκάει από το σπίτι του και μια νεαρή κοπέλα με ένα «ένοχο» μυστικό. Η καμπίνα του παλιού αυτοκινήτου γίνεται ένα εργαστήρι αισιοδοξίας. Το μαιευτήριο μέσα από το οποίο θα γεννηθεί ένας καινούργιος κόσμος. Η στάση ζωής του δασκάλου, ο τρόπος που βλέπει και αντιδρά στα γεγονότα, η συνέπεια του, με ότι θεωρεί σημαντικό, παρασύρει τον κόσμο της υποκρισίας και της τρομοκρατίας που τον περιβάλλει. Κάνει μαθήματα ζωής με την ίδια την ζωή του.

Ίσως είναι ορατές κάποιες αδυναμίες στο σενάριο ή και κάποια προσπάθεια να πει περισσότερα πράγματα από όσα «χωράνε», που κάνουν την ταινία να διασπάται, όμως αυτά δεν είναι αρκετά για να εμποδίσουν την διαπεραστικότητα της και τον βαθμό που προσεγγίζει τον θεατή. Μαζί με την κορυφαία ερμηνεία του Javier Cámara, ξεχωρίζουμε τον καταπληκτικό Ramón Fontseré στον ρόλο του παροπλισμένου ναυτικού, ιδιοκτήτη της λυόμενης καντίνας-εστιατορίου.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Θεέ μου, τι σου κάναμε;

Η αλήθεια είναι ότι χάρηκα πολύ, που οι θεατές γελούσαν σε όλη την διάρκεια της ταινίας «Θεέ μου, τι σου κάναμε;» ("Qu'est-ce qu'on a fait au Bon Dieu?"), στην κατάμεστη αυλή του θερινού κινηματογράφου. Ο Philippe de Chauveron, έφτιαξε μια κωμωδία εμπορική, ακριβώς για να «πιάσει» τον παλμό του συντηρητικού μεσοαστού, ο οποίος «βγαίνει από τα ρούχα του» και μόνο στην υποψία ότι μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει για ρατσιστή, όμως δεν έχει κανένα πρόβλημα να γελάσει με τα άπειρα ρατσιστικά στερεότυπα, που ο σκηνοθέτης τον «φλομώνει» σωρηδόν, ενώ υποτίθεται ότι η «γραμμή» της ταινίας είναι «προοδευτική». Χάρηκα ακριβώς, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο πέφτουν οι μάσκες, ο ρατσισμός είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει, αν πρώτα δεν τον σκοτώσουμε μέσα μας.
Όσοι λοιπόν χαχανίσαμε (σε κάποιες σκηνές ομολογώ, ότι χαμογέλασα με κάποιες ατάκες), ας αναρωτηθούμε πότε και γιατί το κάναμε; Ήταν η αντίδραση στην "κακοτυχία" του ζευγαριού των μεσήλικων Γάλλων αστών να τους φέρουν οι κόρες τους για γαμπρούς, άνδρες χωρίς πατενταρισμένο «γαλλικό αίμα»; Ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν;  Η σάτιρα για την συμπεριφορά του καθολικού ιερέα και μέσω αυτής η γελοιοποίηση όλης της καθολικής θρησκείας;  Η γελοιοποίηση και η αποστροφή από την κουλτούρα και την τέχνη γενικότερα (πάγια τακτική των ναζί όλων των εποχών) στο πρόσωπο της μιας κόρης που ήταν ζωγράφος; Η επιφανειακή παρουσίαση των πολιτισμικών παραδόσεων διαφόρων μειονοτήτων με τρόπο απροβλημάτιστο και αποσπασματικό, που περισσότερο μπερδεύει και αποπροσανατολίζει, παρά ενσωματώνει την διαφορετικότητα;
Η συμμετοχή των υποκειμένων που είναι θύματα αυτής της φυλετικής προκατάληψης, στο στερεότυπο που αποδίδεται στην φυλή τους, δεν αποτελεί με κανένα τρόπο απάλειψη αυτού του φαινομένου. Γιατί πρέπει να γελάσω, όταν ο Εβραίος πλασιέ αποδέχεται τον χαρακτηρισμό, ότι οι Εβραίοι ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης ή όταν ο μουσουλμάνος δικαστής αναγνωρίζει, ότι οι μουσουλμάνοι είναι τρομοκράτες και οι δυο μαζί κατηγορούν τον Κινέζο τραπεζίτη ότι είναι «μικροτσούτσουνος»;

Η ταινία έχει ένα παιδαριώδες σενάριο, έχει από την αρχή πάρει την απόφαση να είναι «αντιρατσιστική», κάνει τα πάντα για να αποδείξει το αντίθετο και στο τέλος με μια γελοία στροφή «καταφέρνει» να καταλήξει σε ένα happy end- παρωδία.
Δεν μου κάνει καμιά εντύπωση που το κόμμα της Λεπέν ήρθε πρώτο σε ψήφους στις ευρωεκλογές του 2014, όταν την ίδια χρονιά γυρίζεται μια τέτοια ταινία.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Σε λάθος χρόνο-Locke

Το,  «Σε λάθος χρόνο»  (Locke), την ταινία που σκηνοθετεί και υπογράφει το σενάριο της ο Steven Knight, αν δεν επρόκειτο για τον πρωταγωνιστή Ivan Locke (Tom Hardy), που επί μιάμιση ώρα κινηματογραφείται καθισμένος, «κλειδωμένος», εγκλωβισμένος στο πολυτελές πιλοτήριο μιας BMV, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρίσει κανείς «ραδιοφωνικό κινηματογράφο». Τόσο τέλεια είναι σχεδιασμένοι και έχουν αποδοθεί οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου, με μόνη την φωνή τους να ακούγεται μέσα από το Bluetooth του εργοδηγού της μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας, που παραμονή της χύτευσης του σκυροδέματος μιας τεράστιας οικοδομικής εργασίας, αποφασίζει για προσωπικούς λόγους , για λόγους τιμής, να τινάξει στον αέρα, οικογένεια, καριέρα και οτιδήποτε στέρεο θα μπορούσε να διανοηθεί ένας μέσος δυτικός άνθρωπος.

Μην έχουμε καμιά παρεξήγηση, δεν πρόκειται ούτε κατά διάνοια για road movie, ούτε για καμιά κλειστοφοβική ταινία γυρισμένη σε περιορισμένο σκηνικό χώρο. Το αυτοκίνητο ταξιδεύει στην εθνική οδό, νύχτα,  δεν υπάρχουν τοπία, παρά μόνο ο πρωταγωνιστής και τα διαθλασμένα φώτα των φορτηγών και των άλλων αυτοκινήτων που ταξιδεύουν δίπλα του. Αυτό που «στενεύει» δεν είναι ο κλειστός χώρος, αλλά τα εσωτερικά όρια που βάζει ο άνθρωπος, όταν προσπαθεί να αντιπαλέψει τον ίδιο του τον  εαυτό, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει ανέπαφο το δικό του αξιακό σύμπαν.  Ένας μοναχικός καβαλάρης που κουβαλάει το δικό του ασήκωτο φορτίο, δεν θέλει να το μοιραστεί με κανένα, σαν να πρόκειται για ένα αυτομαστίγωμα, απαραίτητο για να τον οδηγήσει σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί κάθαρση της οικογενειακής του τραγωδίας.

Και τα θεριά που τον περιτριγυρίζουν αυτόν τον μοναδικό οδηγό-επιβάτη είναι πολλά, αλλά το χειρότερο απ’ όλα βρίσκεται πίσω του, το βλέπει στο άδειο κάθισμα, μέσα από  το κεντρικό καθρεφτάκι του παρμπρίζ.

Πρόκειται για ένα έργο πρωτότυπο και ώριμο, τόσο ως προς την σύλληψη του, όσο ως και προς την εκτέλεση, φθάνει στην κορύφωση σταδιακά και λίγο πριν αφήσει τον θεατή, μέσα από τον μονόλογο του γιου, του Ivan, που καταγράφεται στον αυτόματο τηλεφωνητή του κινητού του πατέρα του, φτάνουμε όχι σε μια λύτρωση κατασκευασμένη για σεναριακό φινάλε, αλλά σε μια φιλοσοφική πρόταση για ένα πάγωμα του ανελέητου χρόνου, που πρέπει να βιωθεί ξανά μια δεύτερη λυτρωτική φορά.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Η σκύλα-La chienne

«Η σκύλα» (La Chienne), είναι η δεύτερη ομιλούσα ταινία του Jean Renoir και γυρίστηκε το 1931. Ένα μαυρόασπρο, μελαγχολικό φιλμ, με κάποιες πινελιές χιούμορ και αρκετές σκηνές στους δρόμους της Μονμάρτης.
Ένα αρκετά προσεγμένο και ενδιαφέρον σενάριο,  βασισμένο στο μυθιστόρημα και έπειτα θεατρικό έργο των Georges de La Fouchardiére και André Mouézy Éon, αλλά με μια σκηνοθεσία ρηχή, αναποτελεσματική στην ολοκληρωμένη περιγραφή των χαρακτήρων, που πολύ συχνά χρησιμοποιεί τις λέξεις αντί για τις εικόνες για να δηλώσει το πέρασμα του χρόνου και βρίθει ευκολιών, που κάνουν το αποτέλεσμα προβλέψιμο. Η πατίνα του χρόνου και ίσως αυτή η κοντινή χρονική απόσταση που την χωρίζει από τον βωβό, να δίνει στην ταινία μια ζωντάνια και να την κάνει ικανή να σταθεί ακόμα και στις μέρες μας.
Ο Maurice Legrand (Michel Simon), ταμίας σε μια εταιρεία και ερασιτέχνης ζωγράφος, είναι παντρεμένος με την Adéle (Magdeleine Bérubet), χήρα του Alexis Godard, που πέθανε πολεμώντας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Maurice, καταπιεσμένος από την γυναίκα του, βιώνει τα ειρωνικά σχόλια των συναδέλφων του για τον κλειστό και μονόχνοτο  χαρακτήρα του. Γνωρίζει τυχαία και ερωτεύεται την νεαρή Lulu (Janie Marése), χωρίς να γνωρίζει ότι αυτή είναι μια πεταλουδίτσα της νύχτας και ότι είναι ερωτευμένη με τον προστάτη της, τον Dedé (Georges Flamant).  O Maurice σπιτώνει την Lulu, η οποία μαζί με τον εραστή της πουλάνε τους ζωγραφικούς πίνακες του και κερδίζουν αρκετά χρήματα. Όλα έρχονται τα πάνω κάτω, όταν εμφανίζεται ο «πεθαμένος» πρώην άνδρας της Adéle, ο οποίος παρίστανε τον χαμένο ήρωα πολέμου, για να αποφύγει την μέγαιρα γυναίκα του.  Ο Maurice ανακαλύπτει την σχέση της Lulu με τον Dedé και την σκοτώνει άθελά του σε μια σκηνή ζήλειας. Από παρανόηση της θυρωρού, η αστυνομία συλλαμβάνει για τον φόνο τον Dedé.  Οι δυο πρώην σύζυγοι της Adéle, ο Maurice και ο Alexis,  γιορτάζουν σαν φιλαράκια την ελευθερία τους.

Η ταινία ξεκινάει σαν κουκλοθέατρο. Στην αυλαία εμφανίζονται κούκλες, οι οποίες κάνουν τις συστάσεις των πρωταγωνιστών του ερωτικού τριγώνου, έπειτα σηκώνεται η κουρτίνα και μεταφερόμαστε στην αίθουσα συνεστιάσεων της εταιρείας, όπου ο Maurice γίνεται δέκτης των πικρόχολων σχολίων των συναδέλφων του. Στην τελευταία σκηνή πάλι, όταν οι δυο απελευθερωμένοι σύζυγοι το γιορτάζουν, η κάμερα υποχωρεί και πίσω της κλείνει η αυλαία του κουκλοθέατρου.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Alpha

Πρεμιέρα του 6ου ΛΕΑ Λογοτεχνία εν Αθήναις  (Ιβηροαμερικάνικο φεστιβάλ), με την ταινία του Στάθη Αθανασίου και Pedro Olalla, “Alpha

Πρόκειται για μια πειραματική ταινία, όσο αφορά την μορφή της, αλλά και όσο αφορά την παραγωγή της. Όπως εξήγησαν οι δημιουργοί της ταινίας στο κοινό, πριν από την προβολή της, αλλά και στην συζήτηση που ακολούθησε μετά, ο τρόπος χρηματοδότησης της ήταν το crowdfunding.

Σύμφωνα με τα λόγια των ίδιων των δημιουργών της, αν και η ταινία παραπέμπει στην τραγωδία «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, δεν πρόκειται για κάποια εκδοχή της ή παρουσίασής της με μια διαφορετική ματιά, αλλά για μια «αντί-Αντιγόνη».

Η Άλφα, η Αντιγόνη της ταινίας,  παραιτείται του δικαιώματος, της υποχρέωσης της να θυσιαστεί, ενεργώντας αντίθετα με τις διαταγές της εξουσίας και έτσι χάνει το προνόμιο να γίνει το σύμβολο της διαχρονικής πολιτικής ανυπακοής και κατά την γνώμη των συντελεστών της ταινίας, ταυτίζεται με την σύγχρονη μεσαία τάξη, στην περίοδο της οικονομικής κρίσης που μαστίζει ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και την χώρα μας, που κάτω από την επήρεια του φόβου, παραμένει αδρανής.

Σίγουρα, η τραγωδία του Σοφοκλή ήταν το έναυσμα για την δημιουργία αυτής της ταινίας, που φιλοδοξεί να αποτελέσει -αν ερμήνευσα σωστά τα λόγια των ομιλητών -έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αφού κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι θα προβληθεί σε χώρο θεάτρου και θα πάρει στην σκηνή, ακριβώς την θέση των ηθοποιών. Έτσι, η απόφαση να πάρει την θέση της Αντιγόνης (Σεραφίτα Γρηγοριάδου), μια γυναίκα της σύγχρονης αστικής τάξης, είναι αναφαίρετο δικαίωμα των ανθρώπων, που είχαν και την σύλληψη και την ευθύνη του όλου έργου. Μια όμως βασική παράμετρος της αρχαίας αυτής τραγωδίας, ήταν ακριβώς το γεγονός, ότι η Αντιγόνη δεν ήταν μια τυχαία γυναίκα των Θηβών, αλλά  ήταν βασιλοπούλα, η κόρη του Οιδίποδα και η αγαπημένη και η μέλλουσα σύζυγος του γιου του ίδιου του ηγεμόνα.

Η πολιτική ανυπακοή της Αντιγόνης εμπεριέχει μέσα της όλες τις ηθικές αξίες της κοινωνίας που εκπροσωπεί,  την ανιδιοτέλεια ενός ανθρώπου που πράττει έτσι χωρίς να έχει κανένα προσωπικό όφελος,  που όχι απλώς τα έχει όλα και δεν του λείπει τίποτα, αλλά ο ίδιος θα μπορούσε να εξουσιάζει τους άλλους. Η Αντιγόνη ήταν ακριβώς η πρωτοπορία της παθητικής αντίστασης ενάντια στην τυρρανία.

Κατά τα άλλα έχουμε να κάνουμε με μια ταινία κλειστοφοβική, με πολύ μεγάλη εσωτερική δύναμη, που πατάει σε μονοπάτια επιστημονικής φαντασίας, παρά την δηλωμένη πολιτική της πρόθεση. Η διήγηση βασίζεται, όχι τόσο στο σενάριο, όσο στην καταπληκτική μαυρόασπρη φωτογραφία και στην εξ ίσου υποβλητική μουσική. Το καμένο δάσος της Πάρνηθας λειτουργεί, σαν κόλαση σωμάτων και ψυχών, μέσα στην καταστροφή του, ένας τόπος τιμωρίας ή σωφρονισμού, για τους… εκτός των τειχών.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ο καλός στρατιώτης Σβέικ

Τελευταία προβολή για την φετινή σεζόν 2013-2014, από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, με το πρώτο μέρος της ταινίας «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ», γυρισμένο στην Τσεχοσλοβακία το 1957, από τον Karel Stelký. Μια από τις αρκετές κινηματογραφικές προσπάθειες να αποδοθεί στην μεγάλη οθόνη το κλασικό βιβλίο του Γιάροσλαβ Χάσεκ.


Πρόκειται για μια ηθογραφία της εποχής του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Η ταινία ξεκινάει με τις αντιδράσεις των ανθρώπων στην Πράγα, με την κυκλοφορία της είδησης για την δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου. Αν και ομιλών κινηματογράφος, το στυλ της σκηνοθεσίας και της ερμηνείας των ηθοποιών μοιάζει πολύ με αυτό του βωβού. Η κίνηση της κάμερας, το υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών, ίσως ένας καρικατουρίστικος χαρακτήρας στην απόδοση των καταστάσεων. Έντονες δόσεις χιούμορ, κοινωνική σάτιρα, σαρκασμός απέναντι στους πολεμοκάπηλους στρατοκράτες, στην υποκρισία της εκκλησίας και στην επίπλαστη αυθεντία της ιατρικής επιστήμης.



Δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε, αν ο πολίτης Σβέικ, που μετά θα κληθεί να υπηρετήσει την πατρίδα του ως στρατιώτης, είναι ένας απλός ελαφρόμυαλος άνθρωπος με ανικανότητα να συλλάβει το πόσο επικίνδυνο είναι να «παίζει» με την εξουσία ή πρόκειται για έναν «επικίνδυνο αναρχικό», που με μια επιτηδευμένη αφέλεια, ξεμπροστιάζει το οικοδόμημα της καθεστηκυίας τάξης.


Όταν τα σύννεφα των εθνικισμών πυκνώνουν πάλι στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι τουλάχιστον παρήγορο να βλέπεις ακόμα και σε αυτήν την «παλιομοδίτικη» ταινία, τους απλούς ανθρώπους ντυμένους στρατιώτες, να παρελαύνουν με στρατιωτικές μπάντες, φανφάρες και ταρατατζούμ στους δρόμους της Πράγας, αγνοώντας βέβαια πως στην εξέλιξη των γεγονότων, θα ήταν οι ίδιοι τα θύματα ενός από τους αιματηρότερους πολέμους στην ιστορία. Εμείς δικαιούμαστε να το αγνοούμε;

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Μπουτίκ για αυτόχειρες-Le magasin des suicides

Η ταινία κινουμένων σχεδίων,  «Μπουτίκ για αυτόχειρες», του Patrice Leconte, είναι ένα πολύχρωμο μιούζικαλ.  Προσπαθεί με μια νότα αισιοδοξίας να διαλύσει ένα σύμπαν κατάθλιψης, παραίτησης, ψυχαναγκασμού και άρνησης της ζωής , όπως ακριβώς μια σταγόνα κόκκινης μπογιάς, μπορεί να χρωματίσει το νερό ενός ολόκληρου κουβά.

Σαν ιδέα πάρα πολύ έξυπνη, ακριβώς γιατί μέσα από την υπερβολή της υπαινίσσεται, ότι τα αδιέξοδα της ζωής στις μεγαλουπόλεις  οδηγούν σε μοναξιά και σε έλλειψη επικοινωνίας, που αυτά με την σειρά τους ωθούν τους ανθρώπους στην άρνηση της ζωής, για να έρθει έπειτα η λειτουργία «των νόμων της αγοράς», που για την κάλυψη αυτής της ζήτησης… θα οδηγήσει  στην δημιουργία μιας μπουτίκ για αποφασισμένους να αυτοκτονήσουν.

Φυσικά όλα αυτά υπάρχουν μονάχα  σαν νύξεις, εμείς μέσα στο μαγαζί βλέπουμε να μπαίνουν μόνο άτομα αποφασισμένα να αυτοκτονήσουν και κανέναν δεν ενδιαφέρει- πόσο μάλλον τους ίδιους τους ιδιοκτήτες του καταστήματος-  την οικογένεια Τιβάς, το πώς και το γιατί του απονενοημένου διαβήματος των πελατών τους.

Όλα θα έρθουν τα πάνω κάτω, όταν στην οικογένεια θα γεννηθεί ένα καινούργιο μωρό, ο Alan, με ένα ελάττωμα που το κάνει ανίκανο να συνδράμει στην εξέλιξη της οικογενειακής επιχείρησης. Είναι από την φύση του χαρούμενο και αισιόδοξο.

Το σκίτσο είναι πάρα πολύ λεπτομερειακό, έχει φινέτσα και μαζί με την εξαιρετική ιδέα καταφέρνει για αρκετή ώρα να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Όμως από ένα σημείο και μετά, όταν έχουν πια εξαντληθεί όλες οι  «εφεδρείες», πιάνουμε τον εαυτό μας να παρακαλάμε τον σκηνοθέτη να αρχίζει να το «μαζεύει», για να φτάσει στο τέλος. Τουλάχιστον μένει το βάλσαμο του έρωτα, που αποτελεί και το αντίδοτο στα θανατερά αξεσουάρ του καταστήματος, κρεμάλες, ξυραφάκια, δηλητήρια, κ.λ.π. που πρώτα αγγίζει την Matilyn, την κόρη των ιδιοκτητών, που ερωτεύεται έναν πελάτη, κάτω από την καθοδήγηση του «προδότη» αισιόδοξου αδελφού της. 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Camino

Μια ακόμη δυνατή δραματική ταινία από την Ισπανία, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, αλλά και με αρκετά στοιχεία μυθοπλασίας, από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης.
Η ταινία “Camino”, του Javier Fesser, παραγωγής 2008,  παρά το «δύσκολο» θέμα της, κατάφερε να αποσπάσει βραβεία Goya πολλών κατηγοριών, μεταξύ αυτών καλύτερης ταινίας, σεναρίου και ηθοποιών.
Ο τίτλος της ταινίας είναι το όνομα της μικρής πρωταγωνίστριας(Nerea Camacho), που διαγνώσθηκε με κακοήθη όγκο στην σπονδυλική στήλη και περιγράφει την ζωή της στους τελευταίους εφιαλτικούς μήνες και μαζί την προσπάθεια της μητέρας της(Carme Elías) και του θρησκευόμενου- στα όρια της θρησκοληψίας κύκλου της- να την αγιοποιήσουν μετά θάνατον. Το περιστατικό αυτό συνέβη το 1985 και φυσικά ο σκηνοθέτης άλλαξε το όνομα της αληθινής δεκατετράχρονης, δίνοντας στην ηρωίδα ένα όνομα που παραπέμπει στην αρρωστημένη θρησκευτικότητα μιας μερίδας της καθολικής εκκλησίας, που δραστηριοποιείται κάτω από την οργάνωση Opus Dei. Συμβολικά λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με τον «Δρόμο» τον γεμάτο δυσκολίες, πόνο και εμπόδια που… επιφυλάσσει η Θεία Χάρη, για τους περισσότερο αγνούς πιστούς και που ασυναίσθητα μας φέρνει στο μυαλό το Camino de Santiago de Compostela.
Ξεκινάει από το τέλος με την μητέρα, τους κληρικούς, τους γιατρούς και όλο το προσωπικό ενός νοσοκομείου στην Παμπλόνα, που ελέγχεται από την οργάνωση, να βρίσκονται δίπλα στο κρεβάτι της ετοιμοθάνατης, «εκβιάζοντας» τον θάνατό της και προσπαθώντας από τα ψελλίσματα της να εκμαιεύσουν, αυτό που θα προσκομίσει όφελος γι’ αυτούς, δηλαδή, κύρος και τα άμεσα οικονομικά ανταλλάγματα που αυτό συνεπάγεται. Η Camino θα τους κάνει την χάρη... μόνο που ο Jesús που ονειρεύεται ότι την φιλάει, δεν έχει καμιά σχέση με τον δικό τους Jesús.
Από εκεί και πέρα, η ταινία συνεχίζει με ένα συνεχόμενο γραμμικό flashback, που ξεκινάει 5 μήνες πριν και μόνο διακόπτεται από τους εφιάλτες της μικρής κοπέλας, από τους οποίους μαθαίνουμε όλο το οικογενειακό backround, που οδήγησε την κατάσταση μέχρι εκεί. Μια υπέρμετρα συντηρητική μητέρα, ένα πατέρα (Mariano Venancio) που σέρνεται από πίσω της, που διαφωνεί μεν, αλλά δεν έχει την δύναμη να αντισταθεί, μια μεγαλύτερη αδελφή (Manuela Vellés) που τόλμησε να ερωτευθεί και από τότε ζει σε ένα είδος θρησκευτικής φυλακής, ένα μικρότερο αδελφάκι που βρέφος ακόμα πέθανε και ο θάνατος του ερμηνεύτηκε με ανοησίες του στυλ, «ήταν το δώρο μας στον Θεό».
Η μικρή Camino παρά την αρρώστια της, θέλει να τρέξει, να χορέψει, να ερωτευτεί.  Στο πρόσωπο του συμμαθητή της βλέπει τον πρίγκιπα του παραμυθιού, όμως η οικογένεια της, της επιβάλει ένα άλλο παραμύθι, γεμάτο γλυκερά λόγια του αέρα, από τους επαγγελματίες της μεταφυσικής, που εκείνη δεν το καταλαβαίνει και που όμως, το αποδέχεται μόνο για να τους ευχαριστήσει.

Ένα θέμα που εύκολα θα μεταπηδούσε στο μελό, όμως χάρη στην στιβαρή του σκηνοθεσία, που δεν διστάζει να ενσωματώσει ακόμα και σκηνές κινουμένων σχεδίων, καταφέρνει να μπλέξει το πραγματικό με το φανταστικό ή καλύτερα να ακροβατήσει ανάμεσα χειροπιαστό και στο υπερβατικό και ταυτόχρονα, να διατηρήσει στο ακέραιο ένα λόγο καταγγελίας, απέναντι σε αυτές τις σκοτεινές εκφάνσεις της παραθρησκευτικής ζωής. Μια ουσιαστική ως προς τα θέμα ματιά και ένα σκηνοθετικά άρτιο αποτέλεσμα, που αναδεικνύει τον έρωτα, σαν την υπέρτατη δημιουργική αρχή στο Σύμπαν.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Από τη γη στη σελήνη

Μια ελεύθερη απόδοση του μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας του Ιουλίου Βερν «Από τη γη στη σελήνη», από τον Άγγελο Σπάρταλη και τους συνεργάτες του.
Ένα κινούμενο σχέδιο για ενήλικες, διάρκειας 87 λεπτών, με μορφή κολάζ, συνοδευόμενο από καταπληκτικά τραγούδια, ερμηνευμένα από τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Ψαραντώνη, δουλεμένο «στο χέρι» -όπως εξήγησε πριν την προβολή ο ίδιος ο σκηνοθέτης- μιας και η χρήση του υπολογιστή στις μέρες μας δεν ακυρώνει την χειρονακτική εργασία του δημιουργού.
Πέρα από τα στοιχεία της φαντασίας του κειμένου- για την εποχή που γράφτηκε- έχει και ένα χαρακτήρα πρωτίστως αντιμιλιταριστικό, ο οποίος αναδεικνύεται στο σκίτσο με έντονο και καταλυτικό τρόπο.  Το σενάριο έχει μια αμεσότητα που ακουμπά στην σύγχρονη πραγματικότητα και ίσως αυτό να αποτελεί ένα πρόβλημα, διότι πιθανή μετάφρασή του για να προβληθεί στο εξωτερικό, θα του στερούσε πολλά σημεία ουσιαστικά για την κατανόηση του. Κάποιοι διάλογοι στα αρχαία ελληνικά και στις ντοπιολαλιές της Κρήτης ή των Επτανήσων, το «Παπόρι απ’ την Περσία» του Τσιτσάνη …ασεβώς παραλλαγμένο, όλα ενταγμένα μέσα στον αφηγηματικό ιστό, λειτουργούν μαζί του πολλαπλασιαστικά, όσο αφορά την απόλαυση του έργου.
Η ματιά του σκηνοθέτη ακυρώνει την ύπαρξη του χρόνου. Ενώ διηγείται μια ιστορία του 1869, χρησιμοποιεί ένα πλήθος αναφορών σε πρόσωπα και καταστάσεις του 20ου αιώνα. Από τον Μικρό Πρίγκιπα του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, τον Γκαουντί και  το Σταρ Τρεκ μέχρι … και τον Νόαμ Τσόμσκι. Οι χαρακτήρες του είναι σχεδιασμένοι με λεπτομέρεια, αλλά έχουν αδρά χαρακτηριστικά και πρόσθετα στοιχεία, σαν να πρόκειται για τα cyborg του 19ου αιώνα.

Μια αξιόλογη προσπάθεια, στις μέρες μας είναι δύσκολο να πρωτοτυπήσεις- είναι τόσα τα ερεθίσματα … το διαδίκτυο-  το όμορφο αποτέλεσμα έρχεται όταν κατανοείς τον κόσμο γύρω, τον αφομοιώνεις και τον εκφράζεις δημιουργικά στο πνεύμα του σήμερα.

Για ακόμα 20 μέρες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και περιμένουμε να δούμε και την «Οδύσσεια» που μας υποσχέθηκε ο σκηνοθέτης.