Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

El Alma de México-Amanecer en Mesoamérica



Από το Ινστιτούτο Cervantes και με την συνεργασία της πρεσβείας του Μεξικό στην Αθήνα, προβλήθηκε το πρώτο μέρος της σειράς “El alma de México” (Η ψυχή του Μεξικό), με τίτλο “Amanecer en Mesoamérica” (Ξημέρωμα στην Μέση Αμερική).
Ο σκηνοθέτης Hector Tajonar, με την συνεργασία πολλών επιστημόνων, ιστορικών, αρχαιολόγων κ.λ.π. και με αφηγητή τον πολυβραβευμένο Μεξικανό συγγραφέα Carlos Fuentes, με αυτό το ντοκιμαντέρ, επιχειρεί να μυήσει τον θεατή στον πολιτισμό που δημιουργήθηκε σε αυτήν την χώρα, από τα προϊστορικά χρόνια, την κατάκτηση από τους Ισπανούς και μέχρι τις μέρες μας.
Πρόκειται για ένα φιλμ στατικό, γεμάτο πληροφορίες και φωτογραφίες γλυπτών-αγαλμάτων, που θυμίζει κατά πολύ μια περιήγηση σε ένα αρχαιολογικό μουσείο με ξεναγό τον Carlos Fuentes. Στο πρώτο μέρος, που είναι αποκλειστικά προσανατολισμένο στους προϊστορικούς λαούς, γίνεται εκτενής αναφορά στους Olmecas, έναν από τους λαούς που προηγήθηκαν των Mayas. Μέσα από τις ανασκαφές πολλών αρχαιολογικών ευρημάτων και ιδιαίτερα των τεράστιων υπερφυσικών «κεφαλών», που αποκαλύφθηκαν σε πολλές περιοχές της χώρας και ελλείψει φυσικά γραπτών ντοκουμέντων, οι επιστήμονες ανασυνθέτουν τα στοιχεία ενός πολιτισμού που απλώθηκε από την παραλιακή ζώνη μέχρι τα υψίπεδα του εσωτερικού της Αμερικανικής ηπείρου. Στοιχεία για την οργάνωση της κοινωνίας, τις θρησκευτικές δοξασίες και τις φιλοσοφικές θεωρήσεις τους, όπως η αναφορά στην δυϊστική αντίληψη για τον κόσμο, για παράδειγμα «Γέννηση-Θάνατος», «Φως-Σκοτάδι» κ.λ.π. ξετυλίγονται κατά την προβολή του ντοκιμαντέρ, που διαρκεί περίπου μια ώρα.



Την επόμενη Δευτέρα 17/9/2012 θα προβληθούν το δεύτερο μέρος “Paisaje de Pirámides” (Τοπίο με πυραμίδες) και το τρίτο μέρος “Herencia viviente” (Ζωντανή κληρονομιά).  

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Rashomon


Αποκλεισμένοι από την καταρρακτώδη βροχή, τρεις άνθρωποι, μέσα στην Πύλη ενός κατεστραμμένου ναού, περιγράφουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεπράχθη ένα έγκλημα. Ο ξυλοκόπος, αυτόπτης μάρτυς του εγκλήματος παρουσιάζει δυο εκδοχές, την πρώτη την φοβισμένη και στο τέλος μια περισσότερο ρεαλιστική, ο ίδιος ο βιαστής και φονιάς καταθέτει στην αστυνομία την εκδοχή του μετά την σύλληψη, ο ιερέας στον οποίο εξομολογήθηκε η γυναίκα το θύμα του βιασμού και… φυσικά το πνεύμα του άνδρα της γυναίκας, που δολοφονήθηκε, μέσω ενός μέντιουμ.

Μια μεγαλειώδης στιγμή στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η ανθρώπινη ψυχή μέσα σε μια κιβωτό του Νώε σκάβει μέχρι τα πιο άδυτα διαμερίσματα της ύπαρξης, για να αναδείξει την οικουμενικότητα της υπόστασής της.

Μια πολυεπίπεδη, φιλοσοφική, ψυχαναλυτική πραγματεία πάνω στην σχέση του ανθρώπου με ό,τι τον περιβάλλει, με φόντο τις αδυναμίες του. Ένας λυτρωτικός κατακλυσμός, που θα βοηθήσει να προβληθεί, θα ξεπλύνει και θα «γεννήσει» μια καινούργια κατάλευκη συνειδητότητα.

Για την ταινία σταθμό του Akira Kurosawa, κανείς δεν είναι αρμοδιότερος να μιλήσει, εκτός από τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Αντιγράφω λοιπόν από το βιβλίο του «Κάτι σαν αυτοβιογραφία», από τις εκδόσεις «Αιγόκερώς», σελίδα 262:



«Οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να είναι τίμιοι με τον εαυτό τους σε ό,τι αφορά τον εαυτό τους. Αδυνατούν όταν μιλούν για τον εαυτό τους, να μην τον εξωραΐζουν. Το σενάριο λοιπόν που έχετε στα χέρια σας, τέτοιους ανθρώπους απεικονίζει- αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τα ψέματα που τους κάνουν να νιώθουν ότι είναι καλύτεροι απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Φτάνει μάλιστα στο σενάριο μέχρι του σημείου να δείχνει τούτη την αμαρτωλή ανάγκη, που είναι η κολακευτική ψευδολογία, πως υπάρχει και πέρα από τον τάφο-ακόμη και αυτός που πεθαίνει δεν μπορεί να αποφύγει τα ψέματα όταν απευθύνεται στους ζωντανούς με την βοήθεια του μέντιουμ. Ο εγωισμός είναι μια αμαρτία που ο άνθρωπος την κουβαλάει μαζί του από γεννησιμιού του, γι’ αυτό είναι και η πιο δύσκολη να αποβάλουμε. Η ταινία μου θα είναι σαν μια παράξενη εικόνα σε ρολό παπύρου, που θα ξετυλίγεται και θα επιδεικνύεται από το εγώ των χαρακτήρων της. Μου λέτε ότι δεν μπορείτε καθόλου να καταλάβετε τι λέει το σενάριο, μα αυτό συμβαίνει διότι η ίδια η ανθρώπινη ψυχή δύσκολα κατανοείται. Αν συγκεντρώσετε την προσοχή σας στο θέμα αυτό, δηλαδή, στο ότι είναι αδύνατο να κατανοήσουμε αληθινά την ανθρώπινη ψυχολογία, και διαβάσετε το σενάριο ακόμη μια φορά, πιστεύω ότι θα συλλάβετε αμέσως το νόημά του».



Συγκλονιστική πρωτοποριακή ασπρόμαυρη φωτογραφία κόντρα στον ήλιο. Μουσική καθηλωτική ειδικά στο μπολερό που συνοδεύει την αφήγηση της γυναίκας.  








Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Chiκamatsu Monogatari-Σταυρωμένοι εραστές


Η ασπρόμαυρη, ιαπωνική ταινία του 1954, «Σταυρωμένοι εραστές» (Chiκamatsu Monogatari), του Kenji Mizoguchi, από μια πρώτη ματιά κεντρίζει το ενδιαφέρον του δυτικού θεατή, γιατί εκτός από την πλοκή της, μας παρουσιάζει ένα πλήθος στοιχεία ενός πολιτισμού τελείως διαφορετικού από τον δικό μας. Επειδή, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είναι γυρισμένη σε εσωτερικούς χώρους, έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον τρόπο που είναι δομημένη η καθημερινότητα, καθώς και το περιβάλλον που την φιλοξενεί, το εργαστήριο, το αρχοντικό σπίτι το σπίτι του χωριού κ.λ.π. Ο τρόπος που κάθονται οι άνθρωποι στο πάτωμα με τα γόνατα, η υπόκλιση ως επίδειξη σεβασμού, τα παραβάν με τα ριζόχαρτα που χωρίζουν τα δωμάτια του σπιτιού, τα χαμηλά τραπεζάκια, η έλλειψη κρεβατιών και άλλα πολλά.

Η υπόθεση είναι μια απλή δραματική ιστορία με κοινωνικές προεκτάσεις. Η απόδοση έχει ένα χαρακτήρα υπερβολικό, όχι όσο αφορά το παίξιμο των ηθοποιών, αλλά σε κάποια σημεία το σενάριο είναι τραβηγμένο. Επίσης η διαχείριση του χρόνου είναι κάπως προβληματική, με αποτέλεσμα η σύνδεση των πλάνων να προκαλεί πολλές φορές το ξάφνιασμα του θεατή.

Στην φεουδαρχική Ιαπωνία του 17ου αιώνα, η νεαρή Osan (Kyoko Kagawa), γόνος ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας, παντρεύεται τον κατά τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της Ishun (Eitaro Shindo), έναν πλούσιο τυπογράφο που έχει διασυνδέσεις με την πολιτική ηγεσία της περιοχής του Κιότο. Ο αρχιμάστορας στο τυπογραφείο, ο Mohei (Kazuo Hasegawa), είναι κρυφά ερωτευμένος με την γυναίκα του αφεντικού του, χωρίς φυσικά να έχει εκδηλωθεί, αφού ζουν σε μια κοινωνία συντηρητική, γεμάτη υποκρισία και ψεύτικο καθωσπρεπισμό, που τιμωρεί τους μοιχούς με σταύρωση. Φυσικά ο Ishun έχει το ελεύθερο να διασκεδάζει με διάφορες «πεταλουδίτσες» και να προσπαθεί να «σπιτώσει» την νεαρή υπηρέτριά του. Η Osan έχει για πολλοστή φορά ανάγκη από χρήματα, για να σώσει τον αδελφό της, ο άνδρας της αρνείται να βοηθήσει και ο Mohei, στην προσπάθεια του να την βοηθήσει, κλέβει από τον εργοδότη του, αλλά γίνεται αντιληπτός και το σκάει. Η Osan τον ακολουθεί. Για να μην γίνει σκάνδαλο, που θα του κοστίσει πολύ στις πολιτικές του γνωριμίες, ο Ishun, ζητά να του φέρουν πίσω την γυναίκα του, αν και ξέρει ότι με τον νόμο είναι υποχρεωμένος να καταγγείλει την μοιχεία. Ξεκινά ένα παιχνίδι μηχανορραφιών από τα πανταχού παρόντα «τρωκτικά», αυτά που σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της οικουμένης αποτελούν τον «εθνικό κορμό», που πατώντας πάνω σε νόμους ξένους ως προς την ανθρώπινη φύση, εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις για το δικό τους όφελος.

Είναι χαρακτηριστική η σκηνή που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο υπηρετικό προσωπικό, όταν μαθεύεται ότι η «κυρία» του σπιτιού, το έσκασε με τον υπάλληλο του άντρα της. Οι διάλογοι τους εμπεριέχουν τα σπέρματα της αμφισβήτησης αυτού το σάπιου, καταπιεστικού, φαλλοκρατικού συστήματος. Μέσα σε αυτήν την μαυρίλα του συντηρητισμού, αρχίζει να φαίνεται αχνά ποιο θα ήταν το υποκείμενο της μελλοντικής ανατροπής. Φυσικά, στην Ιαπωνία δεν έγιναν ποτέ έτσι τα πράγματα.

Αξίζει επίσης να σταθούμε στις λίγες εξωτερικές σκηνές και ειδικά αυτές με την βάρκα στην λίμνη για την καταπληκτική φωτογραφία και για τον λυρισμό που εκπέμπουν   

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Film d' amore y d' anarquia


Μια ταινία του 1973 στην ασφυκτικά γεμάτη αυλή του Συλλόγου των Ελλήνων Αρχαιολόγων. Το “Film d´amore y d´ anarquia”, της Lina Wertmüller, είναι μια στρατευμένη, πολιτική, αντιφασιστική ταινία και ταυτόχρονα μια τραγωδία με όλα τα χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η αγάπη απελευθερώνει ακόμα και όταν οδηγεί στον αφανισμό. Μπορεί η κοινωνία να αντιπαλέψει τον φασισμό παίζοντας στο δικό του γήπεδο; Η βία, το προνομιακό συστατικό λειτουργίας όλων των φασιστικών κομμάτων, έρχεται για να φιμώσει κάθε αντίθετη φωνή, πατώντας επάνω στην βουβή συγκατάθεση του τρομοκρατημένου λαού. Μια αυτό-εκπληρούμενη προφητεία που οδηγεί ολόκληρη την κοινωνία στην καταστροφή. Το μήνυμα της Lina Wertmuller δεν είναι επίκαιρο, όσο και αν οι καταστάσεις που βλέπουμε να διαδραματίζονται δίπλα μας συνηγορούν για το αντίθετο,  είναι διαχρονικό.

Προσθήκη λεζάντας
Η Salome (Mariangela Melato), πόρνη,  που δουλεύει σε οίκο ανοχής στην Ρώμη, της δεκαετίας του ’30,  παρουσιάζει ως εξάδελφό της και φιλοξενεί,  ένα φιλήσυχο μελαγχολικό αγρότη, τον Τonino (Antonio Soffiantini), ο οποίος έχει σχέσεις με Ιταλούς αναρχικούς. Σχεδιάζουν να δολοφονήσουν τον Μουσολίνι. Ανάμεσα στον Tonino και στην Tripolina (Lina Polino), μια νεαρή πόρνη, αναπτύσσεται ένας δυνατός ερωτικός δεσμός. Η Tripolina, για να προστατεύσει τον αγαπημένο της έρχεται σε σύγκρουση αρχικά  με την Salome και μετά με τον Tonino, γιατί μπορεί να διακρίνει, όχι μόνο την ματαιότητα της επιχείρησης, αλλά και το ασφυκτικό αγκάλιασμα της συλλογικής ιστορικής διαδρομής ενός λαού, επάνω στις ζωές των απλών ανθρώπων.

Η Lina Wertmüller κινηματογραφεί με εξαιρετική λεπτομέρεια την αντίθεση ανάμεσα στο αυθεντικά λαϊκό και την ψευδολαϊκή κακογουστιά και έπαρση του φασιστικού κινήματος. Οι εσωτερικές λήψεις, μέσα στο μπορντέλλο και ειδικά στους κοινόχρηστους χώρους, τα ζουμ πάνω στα πρόσωπα των πελατών και των εταίρων, εξηγούν περισσότερα και από σελίδες ολόκληρων αναλύσεων. Η ερωτική έλξη, η ανάγκη να αγαπηθείς γι’ αυτό που είσαι, οδηγεί το φασίστα αξιωματούχο, τον  Spatoletti (Eros Pangi), να ζητήσει από την Salome να συνευρεθούν, έστω και μια φορά, χωρίς αμοιβή. Όμως μόνο σε μια απελευθερωμένη κοινωνία μπορεί να απελευθερωθεί και ο έρωτας. Ή όταν δημιουργηθούν στιγμιαίες νησίδες ελευθερίας.
Έντονο αφήνει, σε όλη την ταινία, το ίχνος της η μουσική και τα τραγούδια του Nino Rota, πότε προσποιητά εύθυμη στα πλαίσια του "ανεβαστικού" τόνου και της ξενοιασιάς των οίκων ανοχής και πότε λυγμική, να ψάχνει απεγνωσμένα...


Διαβάζουμε από τον Enrico Malatesta:

«Θέλουμε την ελευθερία, θέλουμε οι άνδρες και οι γυναίκες να μπορούν να αγαπηθούν και να ενωθούν ελεύθερα, χωρίς άλλο κίνητρο, παρά μόνο την αγάπη, χωρίς βία ηθική, νομική ή φυσική.

Αλλά η ελευθερία, ενώ είναι η μοναδική λύση που μπορούμε και πρέπει να προσφέρουμε, δεν λύνει ριζικά το πρόβλημα, δεδομένου ότι η αγάπη για μπορεί να ικανοποιεί, χρειάζεται και οι δυο ελευθερίες να συνυπάρχουν, και συχνά δεν συνυπάρχουν αμοιβαία, και δεδομένου επίσης ότι η ελευθερία του να κάνεις αυτό που θέλεις, είναι μια φράση κενού περιεχομένου, όταν πραγματικά δεν γνωρίζεις τι είναι αυτό που θέλεις.

Είναι πολύ εύκολο να πει κανείς: «Όταν ένας άνδρας και μια γυναίκα αγαπιόνται, ενώνονται και όταν παύουν να αγαπιούνται χωρίζουν». Αλλά θα χρειαζότανε για να μπορεί αυτή η αρχή να μετατραπεί σε κανόνα γενικό, που θα σιγουρεύει την ευτυχία, να υπήρχε η επιθυμία για αγάπη και για χωρισμό και για τους δυο ταυτόχρονα. Και αν κάποιος αγαπά, αλλά δεν τον αγαπούν; Και αν κάποιος την ίδια στιγμή αγαπά διάφορα άτομα και αυτή η μίξη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή;

«Είμαι άσχημος» μας έλεγε μια φορά ένας φίλος, «τι θα κάνω αν κανείς δε θέλει να με αγαπήσει;» Η ερώτηση προκαλεί γέλιο, αλλά ταυτόχρονα μας αποκαλύπτει αληθινές τραγωδίες.

Ένας άλλος στενοχωρημένος από το ίδιο πρόβλημα μας έλεγε: « Πραγματικά, όταν δεν βρίσκω την αγάπη, την αγοράζω, ακόμα και αν χρειάζεται να κάνω οικονομία στο ψωμί. Τι θα έκανα αν οι γυναίκες δεν εκδιδόντουσαν; Η ερώτηση είναι φοβερή, αλλά δείχνει την επιθυμία, που υποχρεώνει τους ανθρώπους να εκπορνεύονται, αλλά είναι επίσης τρομερό…τρομερά ανθρώπινο.

Μερικοί θα ισχυριζόντουσαν, ότι το φάρμακο θα μπορούσε να βρεθεί στην ριζική εγκατάλειψη της οικογένειας, στην εγκατάλειψη της σταθερής σεξουαλικής σχέσης, υποβιβάζοντας την αγάπη σε μια πράξη φυσική, ή τουλάχιστον υποβιβάζοντας την σε ένα συναίσθημα παρόμοιο με αυτό της φιλίας, που αναγνωρίζει την ποικιλία, την διαφορετικότητα και την ταυτόχρονη έκφραση συναισθημάτων.

Και τα παιδιά; Θα ανήκουν σε όλους;

Μπορεί να διαλυθεί η οικογένεια; Θα μπορούσε να επιθυμεί κανείς αυτό;

Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να παρατηρήσουμε, αναλογιζόμενοι το καθεστώς της καταπίεσης και του ψεύδους, που υπήρχε και υπάρχει ακόμη μέσα στην οικογένεια, ότι εκεί μέσα βρισκόταν και συνεχίζεται να βρίσκεται ο μεγαλύτερος παράγοντας εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, επομένως μέσα στην οικογένεια βρίσκεται ο κανονικός άνδρας, που θυσιάζει τον άνδρα, χωρίς άλλη αποζημίωση πέρα από την αγάπη της συντρόφου του και των παιδιών.

Αλλά θα μπορούσαν να μας πουν, ότι όταν εκλείψουν τα συμφέροντα, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν σαν αδέλφια και θα αγαπιόντουσαν αμοιβαία.

Φυσικά και δεν θα μισούνταν, φυσικά και το συναίσθημα της συμπάθειας και της αλληλεγγύης θα αναπτυσσόταν πολύ και το συνολικό συμφέρον των ανθρώπων θα μετατρεπόταν σε σπουδαίο παράγοντα στην συμπεριφορά του καθενός.

Αλλά αυτό δεν θα ήταν αγάπη. Το να αγαπάς όλο τον κόσμο μοιάζει με το να μην αγαπάς κανένα.»


Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Φεστιβάλ Κουβανικού Κινηματογράφου (2)


Τελευταία μέρα η Τετάρτη 1/8/2012, για το φεστιβάλ κουβανικού κινηματογράφου στο Τριανόν και μαζί με την κλασσική πια “Buena vista social club” του Wim Wenders και το ιστορικό «Πλάγια Χιρόν θάνατος στον εισβολέα» του Manuel Herera, μας κράτησαν συντροφιά, κάτω από το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι του Αυγούστου, δυο ακόμα μικρά διαμαντάκια.



Las doce sillas” (Οι δώδεκα καρέκλες) του Tomás Gutiérrez Alea μια καλοστημένη κωμωδία, που ακροβατεί ανάμεσα στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και στην εκλεπτυσμένη, στα όρια της αόρατης, αντικαθεστωτικής καταγγελίας. Πολύ καλός ρυθμός, εξαιρετικές ερμηνείες και μια ασπρόμαυρη φωτογραφία πραγματικά αποκαλυπτική των προθέσεων του σκηνοθέτη, από τον Ramón Suárez. Η υπόθεση απλή, προσφέρει απλόχερα πολλές λαβές για κριτική τόσο «επαναστατική» όσο και «αντεπαναστατική». Ο γαμπρός μιας εύπορης κυρίας, που κρύβει την περιουσία της μέσα στην ταπετσαρία δώδεκα καρεκλών, για να μην την βρει και την εθνικοποιήσει το νέο καθεστώς, μαζί με τον πρώην υπηρέτη του και έναν παπά, ψάχνουν να τις εντοπίσουν. Ένας αγώνας ταχύτητας με φόντο τις μικρές, προσωπικές, ανθρώπινες αδυναμίες, κόντρα στην ροή της ιστορίας ενός ολόκληρου λαού.



 Το “Suite Habana” του Fernando Pérez, όπως ακριβώς λέει και ο τίτλος του, αν ήταν μουσικό έργο, θα μπορούσε να είχε την πληρότητα και την ενορχήστρωση μιας σουίτας. Μια ταινία χωρίς σενάριο, αλλά και χωρίς τα χαρακτηριστικά του ντοκιμαντέρ. Δεν υπάρχει πλοκή, δεν υπάρχει αφήγηση, δεν υπάρχει λόγος. Υπάρχουν εικόνες αλληλοδιαπλεκόμενες, υπάρχει μουσική, και υπάρχει διάχυτος ανθρώπινος πόνος, συναισθήματα διάψευσης και παρακμής. Ο φακός μπαίνει στις ζωές πραγματικών οικογενειών και μεμονωμένων ανθρώπων, άσχετων μεταξύ τους. Το μόνο που ξέρουμε γι’ αυτούς είναι το όνομά τους, η ηλικία τους και με τι ασχολούνται. Οι ζωές των πρωταγωνιστών, όλων ερασιτεχνών ηθοποιών, δεν συναντιούνται ποτέ. Βλέπουμε την καθημερινότητα τους και από την φευγαλέα συνάντηση του βλέμματός τους με τον φακό, ερμηνεύουμε τα συναισθήματά τους. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, όπως φαίνονται, όταν σκάνε επάνω τους τα κύματα του ωκεανού, που βρέχουν τα τσιμεντένια κράσπεδα της παραλιακής Αβάνας, εικόνας σήμα κατατεθέν του νησιού της Καραϊβικής.

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Φεστιβάλ Κουβανικού Κινηματογράφου (1)


Από τις προβολές του Σαββάτου 28 Ιουλίου, στα πλαίσια του φεστιβάλ κουβανικού κινηματογράφου, στον κινηματογράφο Τριανόν και υπό την αιγίδα της κουβανικής πρεσβείας.

«Η Aleida Guevara θυμάται τον πατέρα της», του Carlos Alberta García. Ένα μισάωρο ντοκυμαντέρ, όπου η κόρη του Che ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις της από τον πατέρα της και μοιράζεται φωτογραφίες και στιγμιότυπα. Μια καθόλου ιστορική ή πολιτική καταγραφή, αλλά περισσότερο μια κατάθεση συναισθημάτων. Ουσιαστικά, η Aleida δεν θυμάται, άλλωστε ήταν μόνο 5 χρονών όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας της. Ανιχνεύει τα αποτυπώματα που άφησε πίσω του, προσπαθεί να ανασυνθέσει στοιχεία από την προσωπικότητά του, από τις κουβέντες που άκουγε από τους γύρω της καθώς μεγάλωνε. Μαρτυρίες φιλτραρισμένες από την υποκειμενικότητα, αλλά και από την τοποθέτηση της στο πλευρό του «θείου Φιδέλ».



Στο “¡Viva Cuba!”, o Juan Carlos Cremata Malberti κινηματογραφεί ένα road movie με ήρωες ένα αγόρι και ένα κορίτσι, τα πρώτα χρόνια μετά την επικράτηση της κουβανικής επανάστασης. Τα δυο γειτονόπουλα βιώνουν το μεταβατικό στάδιο με ένα ξεχωριστό τρόπο. Μεγαλωμένα μέσα σε οικογένειες με διαφορετικές πολιτικές καταβολές, το σκάνε από τα σπίτια τους με προορισμό το ακρωτήρι Μαϊσί, όπου εργάζεται ως φαροφύλακας ο πατέρας της μικρής, για να του ζητήσουν να μην συναινέσει στην φυγή της από την χώρα, καθώς η μητέρα της με τον πατριό της σκοπεύουν να φύγουν εξόριστοι, παίρνοντας μαζί τους και το κορίτσι.
Ο κόσμος των ενηλίκων μέσα από τα μάτια των παιδιών μπορεί να είναι την ίδια στιγμή άγριος και τρυφερός, σοβαρός και αστείος, αλλά πάντα δημιουργικός και απρόοπτος σαν παραμύθι, που όλα γίνονται, όπως για παράδειγμα να βρίσκεσαι ξαπλωμένος στην αμμουδερή παραλία και να ζωγραφίζεις με χρυσόσκονη με το δάκτυλό σου στον νυχτερινό ουρανό αστέρια και κομήτες.



Το “El Benny” του Jorge Luis Sanchez μας διηγείται αποσπάσματα από την ζωή του διάσημου κουβανού αυτοδίδακτου τραγουδιστή Benny Moré (Bartlomé Maximiliano Moré Gutiérrez). Και εδώ, μέσα από αυτή την γεμάτη μουσική ταινία διακρίνουμε πτυχές από την πραγματική ζωή της Κούβας. Η αγροτική οικογένεια στην οποία μεγάλωσε και που διατηρούσε  στοιχεία της ανιμιστικής κουλτούρας των αφρικανών σκλάβων, τα δύσκολα νεανικά του χρόνια και η μετέπειτα καθιέρωσή του, το ταξίδι του στο Μεξικό, ο μποέμικος χαρακτήρας του μέχρι τον πρόωρο θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, εξ’ αιτίας του αλκοολισμού του. Ένας μύθος των son montuno, mambo, guaracha και bolero ενσαρκώνεται στο πανί από τον εκπληκτικό Renny Arozarena. Μια δροσιά στην  αθηναϊκή νύχτα, που μπορεί να μην μας σήκωσε από τα καθίσματα του «χωρίς στέγη» και όχι θερινού κινηματογράφου, αλλά τουλάχιστον έντυσε με νότες και χορό αυτό το καυτό καλοκαιρινό απόβραδο.


   



Ο μαραθώνιος έκλεισε με την ταινία "Nosotros la música" του Rogello Paris.

Συνεχίζεται

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Medianeras-Μεσοτοιχίες


Μια σύγχρονη ταινία από την Αργεντινή, που προσφέρει απλόχερα αρκετά και σοβαρά σημεία προβληματισμού πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και πως αυτές καθορίζονται από το οικιστικό περιβάλλον. Εκτός από το «είμαστε.. αυτό που τρώμε», ο Gustavo Taretto προτείνει το, «είμαστε…εκεί που ζούμε.  Προσπαθεί να συνδέσει το "γενικό" με το "μερικό", για να δημιουργήσει μια στέρεη  σεναριακή βάση, αλλά ο τρόπος που το κάνει είναι αποσπασματικός. Χρησιμοποιεί πλάνα πάνω στα οποία πέφτουν οι μονόλογοι του αφηγητή, με αποτέλεσμα τουλάχιστον μέχρι το διάλειμμα, να πλατιάζει., καθώς η ταινία αργεί... να «πάρει μπροστά». Κάνει ενδιαφέρουσα ανάλυση των κεντρικών ηρώων και "παίζει" με την μέθοδο της οπτικοποίησης των στοιχείων του χαρακτήρα τους. Όλη την ταινία την διαπερνά ένα ίχνος παραμυθιού, μόνο που ο σκηνοθέτης δεν έχει αποφασίσει από πριν την δοσολογία του και έτσι ο θεατής βρίσκεται εκτεθειμένος, όντας υποχρεωμένος να αποφασίζει εκείνος κάθε φορά για την οπτική γωνία των συμβάντων. Επίσης, υπάρχουν κάποιες επαναλαμβανόμενες σκηνές, που δεν προσφέρουν κάτι στην εξέλιξη της υπόθεσης, εκτός από την πραγματικά αξιόλογη μουσική επένδυση τους.

Η ταινία μας περιγράφει την ζωή του Martin (Javier Drolas) και της Mariana (Pilar Lopez de Ayala) λίγες μέρες πριν την συνάντησή τους. Δυο άνθρωποι μοναχικοί με πολλά κοινά σημεία και αναφορές, που θα ήταν καταδικασμένοι ποτέ να μην έρθουν σε επαφή, αν ο σκηνοθέτης δεν κρατούσε στο χέρι του το μαγικό ραβδί του σεναρίου και δεν είχε σπουδάσει εξονυχιστικά το προφίλ των ηρώων του…Woody Allen. Η απρόσωπη μεγαλούπολη του Buenos Aires με την άναρχη δόμηση, το πολύ τσιμέντο και το μποτιλιάρισμα, δεν κρύβει μονάχα τον ορίζοντα, αλλά απαγορεύει στους «ροβινσώνες της γκαρσονιέρας» να ακουμπήσουν τα βλέμματά τους. Μέχρι που όλο το σύμπαν συνωμοτεί για ένα απρόσμενο, στυλιζαρισμένο happy end. 

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Taxi driver


Η ψηφιακή επεξεργασία της  ταινίας του Martin Scorsece, “Taxi driver”, μπορεί να έδρασε και λίγο σαν κίνητρο για μια καινούργια προβολή σε θερινό κινηματογράφο. Όμως γρήγορα η αίσθηση της τεχνολογικής αρτιότητας εξανεμίστηκε από την ίδια την ταινία. Η λέξη «διαχρονικότητα» φαντάζει υπερβολικά λίγη, για να περιγράψει μια ταινία που κυκλοφόρησε το 1976, αλλά μοιάζει να περιγράφει με απίστευτες λεπτομέρειες την δική μας πραγματικότητα, τόσα χρόνια αργότερα.

Έχουν γραφτεί και θα γραφτούν πολλά για την γέννηση της φασιστικής νοοτροπίας σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Η προσωπική ή η συλλογική «ήττα», σαν γενεσιουργός αιτία πάνω σε ένα υπόστρωμα συντηρητισμού και άγνοιας ή αποσπασματικής παιδείας. Όμως εδώ, στον «Ταξιτζή», ο Travis Bickle (Robert De Niro) ο βετεράνος πεζοναύτης του Βιετνάμ γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο, πως «θέλει να καθαρίσει την Νέα Υόρκη από την βρωμιά» και γι’ αυτό, για αυτόν τον προσωπικό τον «ιερό» του στόχο γυμνάζεται, οπλίζεται και εκτελεί. Διαλέγει ακριβώς τα λόγια που ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά του κάθε πολίτη, κάθε ηλικίας και εποχής.

Στα νυχτερινά πλάνα καθώς η Νέα Υόρκη στροβιλίζεται πίσω από τα τζάμια του ταξί, σαν ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι, βλέπουμε ξεκάθαρα την απόρριψη που βιώνουν της γης οι κολασμένοι. Μόνο που ο πρωταγωνιστής τη βλέπει διαθλασμένη και γι’ αυτό την ερμηνεύει λανθασμένα. Βλέπουμε ποιος είναι αυτός που οπλίζει το χέρι με σιδηρολοστούς, μαχαίρια, πιστόλια και καλάσνικοφ. Να το πούμε καπιταλισμό, θεοποίηση του κέρδους, κοινωνική ανισότητα, συσσώρευση του πλούτου στους λίγους, εκμετάλλευση των αδυνάτων και της φύσης; Όπως και να το πούμε αυτό το χέρι που νομίζει ότι χτυπάει το σύστημα, είναι το ίδιο το μακρύ χέρι του συστήματος.



Σε πρώτο επίπεδο η ταινία μιλάει για την βία που ασκεί ο πόλεμος στα σώματα και στις ψυχές των στρατιωτών και για βία κατά των γυναικών. Για την βία είτε με την στυγνή «ακατέργαστη» μορφή της, σαν και αυτή που βιώνει η 12χρονη πόρνη Iris (Jodie Foster), είτε αυτήν που κρύβεται κάτω από τον μανδύα του καθωσπρεπισμού, που θέλει την γυναίκα στολίδι στου πλευρό του αφέντη, όπως στην περίπτωση της αιθέριας Betsy (Cybil Shepherd). 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Ο Μεγάλος Δικτάτωρ


Διαβάζουμε από το πρόγραμμα της προβολής από την “New Star

«Η παραγωγή της ταινίας ξεκίνησε το 1937, όταν ακόμα δεν υπήρχαν πολλοί που πίστευαν πως ο ναζισμός συνιστούσε απειλή, ενώ το φιλμ κυκλοφόρησε το 1940, λίγο πριν η Αμερική μπει στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.»



Ο Μεγάλος Δικτάτωρ, του  Charlie Chaplin, είναι ο σωσίας του Σαρλό. Φυσικά, ένας σωσίας μόνο όσο αφορά την εξωτερική εμφάνιση και με έμφαση στο χαρακτηριστικό μουστάκι. Πως θα μπορούσε ποτέ ο Άντενόιντ Χίνκελ, η καρικατούρα του Αδόλφου Χίτλερ, να διαθέτει την καλοσύνη, τον ρομαντισμό, την οικουμενικότητα, του μοναδικού αλητάκου του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Ο Μεγάλος Δικτάτωρ, του Charlie Chaplin, είναι ένα νευρόσπαστο. Βίαιος, μοχθηρός, αλαζονικός, αλλά ταυτόχρονα φιλόδοξος και αφελής με χαμηλό νοητικό επίπεδο. Μια φιγούρα που βρίσκεται στα όρια της ψυχικής ασθένειας, διότι μόνο ως διαστροφή μπορούσε να νοηθεί ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός.

Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, παρά την προηγούμενη εμπειρία, τέτοια φαινόμενα εθνικιστικής μισαλλοδοξίας τείνουν να αποδοθούν σε ψυχιατρικά νοσήματα. Η ανθρώπινη λογική αρνείται να αντιστοιχηθεί με τον αποτροπιασμό τέτοιων ειδεχθών εγκλημάτων, είτε πρόκειται για μαζικές δολοφονίες, όπως για παράδειγμα αυτές του Anders Breivik, είτε πρόκειται για τα μεμονωμένα, αλλά κατά συρροή δολοφονικά περιστατικά βίας των ημέτερων «φυρερίσκων».

Όμως, ο Μεγάλος Δικτάτωρ είναι ένας Μεγάλος Ηθοποιός. Τουλάχιστον ξεκινά ως ηθοποιός (υποδύεται τον σωτήρα) μέχρι τη στιγμή, που ταυτίζεται με τον ρόλο του δικτάτορα, όταν οι πολιτικές συνθήκες ευνοούν την εμφάνισή του. Γίνεται το εργαλείο του όχλου. Δημιουργός και δημιούργημα. Γίνεται ο φορέας ενός γενικευμένου θυμού που έχει ανάγκη τον αποδιοπομπαίο τράγο του. Η κρίση του καπιταλισμού που γεννά και επεκτείνει την φτώχεια σε μεγάλα κοινωνικά στρώματα, η ανεργία, η διαφθορά του πολιτικού κατεστημένου και γενικότερα η απαξίωση της δημοκρατίας, σε συνδυασμό με την ελλιπή εκπαίδευση, που είναι υπεύθυνη για την ημιμάθεια, συμμετέχουν στην διάχυση αυτής της «δυσλειτουργίας» μέσα στα σωθικά της κοινωνίας. Έτσι, η αλληλεγγύη, το όπλο του λαού, το μόνο που μπορεί να τον οδηγήσει στην ευημερία, αντικαθίσταται από το μίσος που εκφράζουν τα άκρα.

Πολλοί ισχυρίζονται, ότι ζούμε σε εποχές ανάλογες με αυτές στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Charlie Chaplin, λίγα χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας αυτής, όταν έγινε γνωστή η φρίκη του ναζισμού, αισθάνθηκε κάπως άβολα επειδή προσπάθησε να σατιρίσει, αυτό, που στα μάτια του φάνταζε τόσο «παράλογο». Παρ’ όλα αυτά όμως και παρά την λάθος διάγνωση, από την μεριά του, η ταινία δεν παύει να είναι μια κορυφαία κινηματογραφική στιγμή. Ένα πανανθρώπινο και διαρκές μήνυμα αγάπης. Ένας ύμνος για την ελευθερία, για την συνεργασία ανάμεσα στους ανθρώπους, ανεξάρτητα από φυλές, θρησκείες και χρώμα.


Ο συγκλονιστικός λόγος του Charlie Chaplin στο τέλος της ταινίας «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ».

«Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλεύσω, ούτε να κατακτήσω κανέναν. Θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο, αν μπορούσα. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς. Όλοι επιθυμούμε την αλληλεγγύη, αυτή είναι η φύση των ανθρώπων. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε.

Στον κόσμο αυτόν υπάρχει χώρος για τον καθένα. Η καλή Γη είναι πλούσια και μπορεί να παρέχει για όλους. Η ζωή μπορεί να είναι ελεύθερη και ωραία, αλλά χάσαμε αυτό το μονοπάτι. Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές των ανθρώπων, ανύψωσε τους φραγμούς του μίσους, μας καταδίκασε στη δυστυχία και στη σφαγή. Ορίσαμε την ταχύτητα, αλλά κλειστήκαμε στον εαυτό μας. Η εκμηχάνιση προσφέρει αφθονία αλλά μας έχει αφήσει σε ένδεια. Η επιστήμη μας έκανε κυνικούς, η ευφυΐα μας, σκληρούς και άξεστους. Σκεφτόμαστε πολύ και αισθανόμαστε ελάχιστα.

Περισσότερο κι από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ από την επιδεξιότητα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη και την ευγένεια. Χωρίς αυτές τις αρετές, η βία θα κυριαρχήσει στην ζωή και όλα θα χαθούν. Το αεροπλάνο και το ραδιόφωνο μας έφεραν πιο κοντά. Η ίδια η φύση αυτών των εφευρέσεων διαλαλεί την καλοσύνη των ανθρώπων. Διαλαλεί την παγκόσμια αδελφοσύνη, την ενότητα όλων μας.

Ακόμα κι αυτή τη στιγμή, η φωνή μου φτάνει στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους. Σε αυτούς που με ακούνε, λέω: Μην απελπίζεστε. Η τωρινή μας δυστυχία δεν είναι παρά το πέρασμα στης πλεονεξίας και της σκληρότητας εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου.

Το μίσος των ανθρώπων θα περάσει και οι δικτάτορες πεθαίνουν! Και η δύναμη που αφαίρεσαν από τον λαό θα επιστέψει σε αυτόν ξανά. Όσο οι άνθρωποι πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα αφανιστεί ποτέ!

Στρατιώτες! Μην υπακούτε στους αγροίκους, που σας περιφρονούν και σας σκλαβώνουν, που σας δυναστεύουν τις ζωές. Ανθρώπους που σας λένε τι να κάνετε, τι να σκεφτείτε και τι να νοιώσετε! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, σε κρέας για τα κανόνια. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, στους εγκέφαλους και τις καρδιές των μηχανών! Δεν είστε ούτε μηχανές, ούτε κοπάδι, είστε άνθρωποι! Φέρετε την αγάπη της ανθρωπότητας μέσα στις καρδιές σας, δεν μισείτε! Μόνο όσοι στερήθηκαν την αγάπη μισούν! Οι στερημένοι και οι αφύσικοι!

Στρατιώτες! Μην αγωνίζεστε για την σκλαβιά, αγωνιστείτε για την ελευθερία! Ο άγιος Λουκάς στο 17ο κεφάλαιο γράφει: «το βασίλειο του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο». Όχι σε έναν άνθρωπο, όχι σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλους τους ανθρώπους! Σε εσάς! Εσείς είστε ο λαός που έχει την δύναμη, να δημιουργεί τις μηχανές, να δημιουργεί την ευτυχία! Εσείς ο λαός, έχετε την δύναμη να δημιουργήσετε την ευτυχία, να εμπνεύσετε μια όμορφη και ελεύθερη ζωή, να κάνετε αυτή τη ζωή μια υπέροχη περιπέτεια!

Στο όνομα της δημοκρατίας, ας χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη, ας ενωθούμε! Ας αγωνιστούμε  για ένα καινούργιο κόσμο, με ευκαιρίες και δουλειά για όλους, μέλλον για τους νέους, ασφάλεια για τους ηλικιωμένους.

Με αυτές τις υποσχέσεις, οι αγροίκοι πήραν την εξουσία. Αλλά είπαν ψέματα! Δεν κράτησαν τον λόγο τους! Ποτέ δεν θα το κάνουν! Οι δικτάτορες ελευθερώνουν τον εαυτό τους, αλλά υποδουλώνουν τον λαό. Ο αγώνας μας είναι να κάνουμε πράξη αυτές τις υποσχέσεις! Να ελευθερώσουμε το λαό, να σπάσουμε τους εθνικούς φραγμούς, να καταργήσουμε την πλεονεξία, το μίσος και την μισαλλοδοξία.

Ας αγωνιστούμε για ένα κόσμο δικαίου, όπου η επιστήμη και η πρόοδος  θα φέρουν ευτυχία σε όλους! Στρατιώτες! Στο όνομα της δημοκρατίας, ας ενωθούμε!

Χάννα, με ακούς; Όπου κι αν είσαι σήκωσε τα μάτια, Χάννα. Τα σύννεφα διαλύονται, ο ήλιος διαπερνά! Βγαίνουμε από το σκοτάδι μέσα στο φως! Μπαίνουμε σε έναν νέο κόσμο, έναν καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι θα ανυψωθούν πάνω από το μίσος, την πλεονεξία και την αγριότητά τους. Σήκωσε τα μάτια σου, Χάννα! Η ψυχή του ανθρώπου έχει φτερά και μαθαίνει επιτέλους να ανυψώνεται! Πετάει προς το ουράνιο τόξο, προς την ελπίδα, προς το μέλλον. Το λαμπρό, το ένδοξο μέλλον, που ανήκει σε εσένα, σε εμένα, σε όλους μας!

Σήκωσε τα μάτια, Χάννα! Κοίτα ψηλά!»

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

L`Exercice de l`Etat-Ο υπουργός

Με αρκετά απλοϊκή ματιά το Γάλλος σκηνοθέτης Pierre Scholler κάνει μια ταινία για τον κόσμο της πολιτικής, μέσα από την καθημερινότητα ενός υπουργού λίγο διαφορετικού από το συνηθισμένο, όπως τον παρουσιάζει. Πολύ πριν το διάλλειμα έχει εξαντλήσει κάθε ζήτημα, αφού το κοινό στο οποίο απευθύνεται έχει προ πολλού αποκτήσει μιθριδατισμό, σε ότι αφορά την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, τουλάχιστον στα κυβερνητικά κλιμάκια.
Ο κινηματογραφικός φακός ακολουθεί κατά πόδας τον Bernand Saint-Jean (Olivier Gourmet) υπουργό μεταφορών, ακόμα και στα «πεινασμένα» όνειρά του. Στους δρόμους, στις περιοδείες του, στις συσκέψεις του, αλλά και μέσα στην κρεβατοκάμαρά του. Κάνει ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό και στο γραφειοκρατικό προσωπικό των ανώτατων κλιμακίων, που «τρέχουν» κατά το δοκούν τις κυβερνητικές εντολές των θεωρητικά προϊσταμένων τους. Μια επόμενη διαχωριστική γραμμή είναι αυτή ανάμεσα στους εντός και στους εκτός του συστήματος. Η ικανότητα όμως του υπουργού να συλλαμβάνει τα ερεθίσματα-μηνύματα από την «βάση» δεν τον κάνει αυτομάτως καλύτερο, ούτε πιο συμπαθή.
Πολύ συχνά κατά την διάρκεια της ταινίας το δίπτυχο ηθοποιός-πολιτικός έρχεται να ταυτιστεί με τις παραστάσεις των θεατών από την καθημερινότητα και να αποκωδικοποιηθεί ως πολιτικός-ηθοποιός, μιας και αυτή η σχέση, θα μπορούσαμε να πούμε σχέση ζωής, διαρκεί πολύ περισσότερο από τα 115 λεπτά της προβολής.
Η ταινία, από το δεύτερο μέρος και μετά, είναι φανερό ότι έχει εξαντληθεί και ο σκηνοθέτης αναγκάζεται να «σκηνοθετήσει» ένα ρεαλιστικό αυτοκινητιστικό ατύχημα με θύμα τον οδηγό και τραυματία τον υπουργό, για να αναστήσει το χαμένο του σενάριο.
Ο καλός ρυθμός και κάποιες σκόρπιες ατάκες όπως η αυτό-εξομολόγηση «έχω 4000 επαφές στην μνήμη του κινητού μου, αλλά κανένα φίλο» κρατούν τελικά τον θεατή στην αίθουσα.