Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Revolutionary Road-Ο δρόμος της επανάστασης



Είναι νέοι, είναι όμορφοι, έχουν όνειρα για το μέλλον, έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ο κοινωνικός περίγυρος υπερτονίζει αυτήν τους την ξεχωριστή θέση αλλά. . . Βλέπουν την ζωή σαν ένα παιχνίδι, που όσο πιο πολύ το παίζουν, τόσο πιο πολύ τους αρέσει. Βλέπουν την ζωή σαν ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο πολλών κυβικών με καταπληκτικές προδιαγραφές. Θέλουν να το ταξιδέψουν, να το φτάσουν στα όρια του. Κάθονται πίσω από το τιμόνι, έτοιμοι να ξεκινήσουν. Μασράρουν, πατάνε το γκάζι μέχρι το τέρμα και όταν φτάνει η ώρα να λύσουν το χειρόφρενο, η μηχανή μπουκώνει. Λάδια, φλάντζες, καρμπυρατέρ παίρνουν φωτιά. Έκρηξη! Αν είχαν προλάβει να ξεκινήσουν, ίσως να το στουκάριζαν στην πρώτη κολώνα. Θα είχαν όμως ζήσει τα πρώτα χιλιόμετρα.
Ο Βρετανός σκηνοθέτης, Sam Mentes, μεταφέρει στην κινηματογραφική οθόνη το μυθιστόρημα του Richard Yates. Εξονυχιστική ανάλυση χαρακτήρων, ενδελεχής εμβάθυνση της μικροαστικής Αμερικής του 1950. Λεπτή ειρωνική καταγραφή των κοινωνικών συμβάσεων, αυτών που αποτελούν τον εθνικό κορμό, τον στυλοβάτη της προσωπικής και οικογενειακής ανέλιξης.
Ο Frank (Leonardo Di Caprio) και η April (Kate Winslet) έχουν ήδη αποκτήσει δυο παιδάκια. Η ευτυχία τους μοιάζει να είναι αδιατάρακτη και το μόνο μελανό σημείο αποτελεί αυτό το- όπως το βιώνουν- βύθισμα στην καθημερινότητα. Μια άρνηση να δουν την ζωή τους- και με το δίκιο τους- σαν μια διαδικαστικού χαρακτήρα κατασπατάληση των χρόνων τους. Η April φοβάται να κάνουν το «πήδημα». Ίσως μια γυναικεία προαίσθηση, ίσως ένας ενδόμυχος φόβος, πως από ένα σημείο και μετά δεν θα μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Δεν είναι δύσκολο για τον Frank να την πείσει. Η Γαλλία, η «πολιτισμένη» Ευρώπη υπόσχεται να παίξει τον ρόλο του παράδεισου, για δυο ζωές που αρνούνται να αναλωθούν στην μετριότητα. Ένα σχέδιο που τους τρέφει και τρέφεται από αυτούς. Τους βοηθά να αισθανθούν καλύτερα και λειτουργεί, όσο δεν απαιτεί από αυτούς να κατεβάσουν το πόδι τους από την «στεριά», για να κάνουν το πρώτο τους το αποφασιστικό βήμα στο «νερό». Ότι για τους φίλους τους, τους συναδέλφους στην δουλειά φαίνεται τυχοδιωκτικό, γεμάτο ρίσκο, για τους ίδιους κάνει την διαφορά από τους υπόλοιπους. Μαζί τους μόνο ο γείτονας, τρόφιμος ψυχιατρείου, που σε μια φωτεινή έξαρση του, εκφράζει το στερεότυπο, που θέλει τον τρελό να βλέπει, όσα τα μάτια των λογικών απωθούν βαθιά στο υποσυνείδητο. «Πολλοί άνθρωποι καταλαβαίνουν το κενό» τους λέει «αλλά χρειάζεται θάρρος, για να δει κανείς την ματαιότητα». Είναι ο πρώτος που στρέφεται εναντίον, όταν ο Frank δειλιάζει. Η προαγωγή στην εργασία του, τα πιο πολλά λεφτά, το τρίτο παιδί που έχει στα σπλάχνα της η April είναι η φτηνές, πλην υπαρκτές δικαιολογίες.
Το ξημέρωμα της μέρας τους βρίσκει και τους δυο νικημένους. Η April τηγανίζει ομελέτα για πρωινό και ξεπροβοδίζει τον σύζυγο στην δουλειά του. Θα μπορούσε να τελειώσει εκεί η ταινία, όπως τελειώνουν οι ζωές τόσων και τόσων ανθρώπων. Το σενάριο θέλει να βάλει και την τελευταία πινελιά. Θέλει να δείξει το αμετάκλητο και φορτώνει το φινάλε με μια σκηνή περιττής αυτοκαταστροφικότητας. Αν έλειπε, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα αριστούργημα.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Les invasions barbares-Η επέλαση των βαρβάρων



Ο Remy (Remy Girard) φαίνεται να είναι ένας από τους τελευταίους μοϊκανούς της γενιάς του. Με τον θάνατό του και λίγο πριν, ξεκινά η επέλαση των βαρβάρων, αρχίζουν δηλαδή να κερδίζουν έδαφος και να πιάνουν ρίζες στην κοινωνία, ο ατομισμός, ο νεοφιλελευθερισμός και το βρέφος, που κουβαλούν στα σπάργανά τους, ο αποτρόπαιος εθνικισμός. Η γενιά του, αυτή η γενιά που σημάδεψε κάτι λιγότερο από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και που παρά τις αστοχίες και τα λάθη της, κατάφερε να θρέψει ιδανικά, να διαμορφώσει συνειδήσεις και να καθορίσει τρόπους ζωής, μπαίνει στο κινηματογραφικό στόχαστρο.
Ο Καναδός σκηνοθέτης Denyz Arcand χτίζει προσεκτικά τα κουτάκια του, βάζει τους πρωταγωνιστές να παίξουν ρόλους καθορισμένους, τέτοιους, που να μην ξεφεύγουν ούτε τρίχα από αυτό, που έχει στο μυαλό του ο θεατής, για να έρθει μετά και να γκρεμίσει, ότι με επιμέλεια έχτισε. Το ξεχασμένο σύνθημα «Το προσωπικό είναι και πολιτικό» έρχεται τώρα να το αποδομήσει, από την αντίθετη ακριβώς πλευρά. Όταν η ζωή χάνεται, όταν το έδαφος υποχωρεί κάτω από τα πόδια, αυτό που μένει τελικά είναι η αγάπη, η φιλία, η οικογένεια, αλλά και η πηγαία ζεστασιά, η ανοιχτοσύνη, που ενώνει τις ψυχές των ανθρώπων, ακόμα και έχουν ειδωθεί για πρώτη και μοναδική φορά.
Ο Sebastien (Stephane Rousseau), γιος του Remy, φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως δεν έχει κληρονομήσει τίποτα από τον λάγνο, «διανοούμενο» πατέρα του. Ένας χωρίς συναισθηματισμούς γιάπις, που ελίσσεται μέσα στους χώρους του νοσοκομείου και της πιάτσας, λαδώνει υψηλά και χαμηλά ιστάμενους, στελέχη, εργατοπατέρες, προσωπικό, μόνο και μόνο για να κάνει τις τελευταίες μέρες του υποφερτές, καθώς ο καρκίνος τελευταίου σταδίου από τον οποίο πάσχει ο πατέρας του, δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Φέρνει στο προσκεφάλι του παλιούς φίλους και ερωμένες του, αγοράζει με την βοήθεια της παλιάς του φίλης Natalie (Marie Josse Croze), που είναι ηρωινομανής, τις δόσεις που χρειάζεται, για να καλμάρει τους αφόρητους πόνους του, συγκεντρώνει δίπλα του αυτόν ακριβώς τον κόσμο, που θα τον κάνει να αισθανθεί, όσο πιο ζωντανός γίνεται. Κάθε παλιά φιλία, κάθε παλιά ερωτική σχέση, μια προβολή στο παρόν, ενός παρελθόντος αμακιγιάριστου, μια βουτιά σε εποχές μακρινές, που ο ιδεαλισμός και η έμπνευση, ο αγώνας και η γιορτή των σωμάτων ήταν το αλάτι της ζωής. Οι κουβέντες στον νοσοκομειακό θάλαμο και αργότερα στο σπιτάκι δίπλα στην λίμνη ανασύρουν μέσα από τις κοινές μνήμες την πολιτική γεωγραφία της νιότης τους. Ότι ακριβώς χρειάζεται ο ετοιμοθάνατος Remy, αλλά και ότι μέσα του αποζητά περισσότερο ο «καπιταλιστής» γιος. Ένα μίτο που θα τον βοηθήσει, να τυλίξει ξανά το κουβάρι της δικής του ζωής. Που θα του επιτρέψει να δει με άλλο μάτι τα παιδικά του χρόνια και την ζωή της μητέρας του πίσω από τον κύκλο των πολλών ερωμένων. Μα πιο πολύ ένα πολιτικό εργαλείο για σύγχρονα ανοιχτά μυαλά, ικανό να ερμηνεύσει την σημερινή κατάσταση, όχι με όρους στενά οικονομικούς, αλλά με άξονα κυρίως ανθρωποκεντρικό.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Σφραγισμένα χείλη-The Reader


Πριν δω την ταινία, έφθαναν στα αυτιά μου κριτικές, για υπερβολικό «γυμνό», για σκηνές ερωτικές, ανάμεσα στην, τόσο ώριμη όσο ακριβώς χρειάζεται, Kate Winslet και στον έφηβο, πρωτάρη εραστή της. Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Πρόκειται, για μια ιστορία, που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο 1958 και στο 1995, με ζυγισμένη αφήγηση, εκπληκτική ροή, που δεν θίγεται καθόλου από τα συνεχή flashback, αξιοπρεπή σκηνοθετική ματιά, ιδιαίτερα στα δεύτερα πλάνα και στο ζωντάνεμα της εικόνας της μεταπολεμικής Γερμανίας και βέβαια τεράστιες ερμηνείες, από το πρωταγωνιστικό. . . τρίδυμο, μιας και εκτός από την Winslet, οι David Kross και Ralph Fiennes παίζουν το ίδιο πρόσωπο, σε διαφορετικές ηλικιακές στιγμές.
Ο Stephen Daldry σκηνοθετεί το βιβλίο του Bernhard Schlink και μας μεταφέρει στο Βερολίνο του 1958, όπου επί ένα καλοκαίρι, ο 15χρονος Michael «ανδρώνεται» στην αγκαλιά της, περίπου 30αρας, Hanna. Μια αρμονική χημεία παλλόμενων σωμάτων και μια διάχυτη εντύπωση μυστικών, να πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Έρωτας με αντάλλαγμα ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, χωρίς άλλες επεξηγήσεις, ούτε ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, ούτε από την πλευρά του σκηνοθέτη προς τους θεατές.
Μερικά χρόνια αργότερα ο Michael, φοιτητής πια της Νομικής, παρακολουθεί την καταδίκη της πρώην ερωτικής του συντρόφου σε ισόβια, ως μέλος των SS και δεσμοφύλακα στο Άουσβιτς, που έγινε η αιτία να χάσουν την ζωή τους 300 άνθρωποι, λίγο πριν το τέλος του πολέμου. Ενώ έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζονται για τον μετριασμό της ποινής της, κρατά σφιχτά μέσα του το ανομολόγητο μυστικό της, το στίγμα του αναλφαβητισμού της, που θα αποδείκνυε την μη συμμετοχή της σε αυτό το άγριο έγκλημα. Κουβαλά σε όλη την ζωή του το βάρος της αδράνειάς του. Σημαδεμένος από το πέρασμά της στην ζωή του, αδυνατεί να φτιάξει κάποια άλλη ερωτική σχέση και αρκείται, στο να μαγνητοφωνεί κασέτες, όπου διαβάζει βιβλία, που τα αποστέλλει στην φυλακή. Η Hanna μαθαίνει να γράφει και να διαβάζει και ταυτόχρονα μαθαίνει να συγχωράει όλους τους άλλους, εκτός από τον ίδιο της το εαυτό, ίσως αυτόν, που μόνος τελικά πλήρωσε, για τα λάθη του παρελθόντος.
Τι ήταν τελικά η ανάγνωση της λογοτεχνίας; Ήταν ένα ερωτικό φετίχ, μια πρωτότυπη σεξουαλική διαστροφή; Ποια διαλυμένη, μέσα στα ερείπια της υλικά και ανθρώπινα, χώρα, βλέπει τον πόθο να φουντώνει στα σώματα, σαν ένα πείσμα ότι η ζωή συνεχίζεται. Για ποιον αποδίδεται, τελικά, η δικαιοσύνη; Για να αποκατασταθεί το ίδιο το θύμα; Για να νοιώσει η ίδια η κοινωνία, ότι ξεπλένεται από τα συλλογικά ανομήματα, φορτώνοντας τα πάνω σε ένα αποδιοπομπαίο τράγο; Ή τελικά για τον θεσμό της δικαιοσύνης, αυτό κάθε αυτό και για την εξύψωση του λειτουργήματος; Τι ρόλο παίζει η αγραμματοσύνη, η απλοϊκή σκέψη, στην δημιουργία φανατικού στρατού στα πλαίσια ολοκληρωτικών καθεστώτων; Φταίει το ίδιο το άτομο; Φταίνε οι συνθήκες; Γιατί τελικά δεν γίνονται όλοι δολοφόνοι; «Τι θα κάνατε εσείς στην θέση μου;» ρωτάει η Hanna τον πρόεδρο του δικαστηρίου, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τον ανύπαρκτο γραφικό της χαρακτήρα που θα την αθώωνε.
Η ταινία προσπαθεί, να τα πει όλα. Πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί οι πρωταγωνιστές κουβαλούν στους ώμους τους τις συλλογικές και τις ατομικές ευθύνες και προσπαθούν, να τις περάσουν απέναντι. Το αποτέλεσμα αξίζει τον κόπο.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Seven Pounds



Η ταινία ξεκινά με την αναγγελία μιας αναμενόμενης αυτοκτονίας. Ο ίδιος ο υποψήφιος αυτόχειρας, ο Ben Thomas (Will Smith), καλεί το ασθενοφόρο, για να τον παραλάβει. Αυτό το φαινομενικά παράλογο γεγονός θα περιμένει μέχρι το τέλος, για να διευκρινιστεί. Μέχρι τότε παρακολουθούμε μια στιβαρή ταινία, με εξαιρετικό ρυθμό και καταπληκτικές ερμηνείες από σχεδόν όλους τους ηθοποιούς της. Ο θεατής καλείται καθ’ όλη τη διάρκεια, να αποκρυπτογραφήσει τα κίνητρα του πρωταγωνιστή. Καλείται, να εντάξει την συμπεριφορά του σε κάποια κοινά αποδεκτά ανθρώπινα πρότυπα, χρησιμοποιώντας ψήγματα διαλόγων και κινήσεων των σωμάτων των ηθοποιών, που με μαεστρία, ο σκηνοθέτης Gabriele Muccino, αφήνει να του «ξεφύγουν» από την αντίληψή του.
Ο, υποτίθεται, εφοριακός Ben Thomas, με το δικαίωμα που του δίνει η υπηρεσία του, πλησιάζει επτά διαφορετικούς ανθρώπους. Μόνο, που ο κρατικός αυτός εισπράκτορας δεν ενδιαφέρεται για τον φυσικό πλούτο των «θυμάτων» του. Ψάχνει κάτι διαφορετικό και η επιστροφή φόρου, που ετοιμάζεται να δώσει πίσω, αφορά την ίδια την ζωή των φορολογουμένων, μιας και κατά μια περίεργη σύμπτωση όλοι πάσχουν από σοβαρές ασθένειες.
Φορτωμένος με τραγικές ενοχές ο Ben Thomas παίζει τον ρόλο ενός μικρού Θεού. Αποφασισμένος να δωρίσει τα όργανα του σώματός του, για να σώσει κάποιους συνανθρώπους του ή να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής τους, στέκεται ανάμεσα στην μοίρα και στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.
Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει καμιά θέση απέναντι στην ηθικά ανεπίτρεπτη παράκαμψη της λίστας αναμονής για την δωρεά οργάνων. Το μόνο που θέλει, είναι να φτιάξει μια ταινία τρυφερή, με πρωταγωνιστή μια εσωτερική δικαιοσύνη, που πηγάζει από το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής. Σε αυτό βοηθά και η ελαφρά μελό ερωτική σχέση, που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Ben και στην, τελευταίου σταδίου καρδιοπαθή, Emily, που ερμηνεύει η εξαιρετική Rosario Dawson.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

L' age des tenebres-Τα χρόνια της μαυρίλας


Η ταινία L’ age des tenebres, του σκηνοθέτη Denyz Arcand, είναι η επιτομή, του πως μπορεί κανείς να πει στα αστεία, τα πιο σοβαρά πράγματα. Ο πρωταγωνιστής, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, βιώνει στο πετσί του, όχι μόνο την παράνοια του σύγχρονου δυτικού τρόπου ζωής, στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και την εξεζητημένη, ανεπαρκή, στα όρια του σουρεαλισμού προσπάθεια της πολιτείας, να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του. Επιλέγει στο τέλος τον δρόμο της προσωπικής διαφυγής, σκηνοθετώντας την ίδια του την φαντασία, που τον μεταφέρει σε ένα κόσμο ονειρικό, στον οποίο γίνεται ανάλογα με την περίσταση, επιτυχημένος πολιτικός, συγγραφέας, ηθοποιός, τραγουδιστής κ.λ.π. αλλά πάνω από όλα και επαναλαμβανόμενα, μεγάλος εραστής.
Ο Jean Marc Leblanc, στο σπίτι του, περνά απαρατήρητος. Η εργασιομανής γυναίκα του και οι δυο, στην εφηβεία, κόρες του δεν έχουν μαζί του την παραμικρή επαφή. Ο φούρνος μικροκυμάτων, το σήμα κατατεθέν της σύγχρονης διατροφικής ξεπέτας, στο σπιτικό αυτό έχει συνέχεια την τιμητική του. Σε μια πόλη που κουράζει ψυχολογικά τους πολίτες της και είναι επιρρεπής σε μαζικές μικροβιακές επιδημίες, χρειάζεται δυο ώρες για να πάει το πρωί στην δουλειά του. Μια κρατική υπηρεσία, επιφορτισμένη να επιλύει προβλήματα ανθρώπων, αλλά που ουσιαστικά υπάρχει μόνο, για να τους «δουλεύει». Η επιμόρφωση των εργαζομένων, η απαγόρευση του καπνίσματος, η καταδίκη κάθε ρατσιστικής συμπεριφοράς στοιχεία συνοχής και προόδου κάθε ευνομούμενης πολιτείας, χάρις την επιφανειακή τους προσέγγιση και στην στρεβλή εφαρμογή τους, μετατρέπονται από political correct στρατηγικές, σε απωθητικές πρακτικές τέτοιας αισθητικής, όσο οι αποστειρωμένοι δοκιμαστικοί σωλήνες σε σχέση με ένα όμορφο κρυστάλλινο βάζο.
Οι καταστάσεις, οι στιγμές της καθημερινότητας είναι η μαγιά, που θα φουσκώσει την φαντασία του Jean Marc. Κάθε πρόσωπο που του την σπάει, από την ανοργασμική γυναίκα του, ως την σκύλα προϊσταμένη του και τον οδηγό του διπλανού αυτοκινήτου στο μποτιλιάρισμα, συμμετέχει στην παράλληλη πραγματικότητά του. Σε αυτή την πραγματικότητα, που μέσα στο γενικό ξεσάλωμα της ο ονειροπόλος ήρωας λυτρώνεται από τα δεσμά της δυστυχίας του. Και που φυσικά απολαμβάνει το στιγμιαίο, αχόρταγο και πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, σεξ.
Η εναλλαγή της εικόνας από το πραγματικό στο φανταστικό γίνεται με τρομερά μαγικό κινηματογραφικό τρόπο. Το πρόσωπο και το σώμα γενικά του πρωταγωνιστή βρίσκονται ταυτόχρονα με το μυαλό του και στις δυο καταστάσεις. Επιδιώκει και προκαλεί αυτό που του προσφέρει ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα να βρίσκεται εξαρτημένος από την ίδια του την φαντασία. Χρειάζεται; Υπάρχει τρόπος να γυρίσει πίσω; Ναι, από την στιγμή που οι ίδιες του οι φαντασιώσεις αρχίζουν να έχουν απαιτήσεις από αυτόν και από την στιγμή, που συνειδητοποιεί το μάταιο της αυτοϊκανοποίησης του. Το πάγωμα της προσλαμβάνουσας εικόνας και η μετατροπή της δυναμικής αλληλουχίας των καταστάσεων, σε μια ζωγραφική νεκρή φύση, είναι η θεραπεία για την «ασθένεια» του.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Άρωμα γυναίκας


Αν κάτι αξίζει σε αυτήν την ταινία του Martin Brest, είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Al Pacino, με αποκορύφωμα το σοκαριστικά ερωτικό, χωρίς όμως ταυτόχρονα το παραμικρό ίχνος χυδαιότητας ταγκό, με την Gabrielle Anwar, κάτω από την μουσική του Carlos Gardel, στο μυθικό πια “Por una cabeza”.
Ο τυφλός και γεμάτος ενοχές και τύψεις, συνταγματάρχης Frank Slade, λειτουργεί με τις προδιαγραφές ενός κλασσικού καραβανά, πολλαπλασιασμένες σε υπερθετικό βαθμό, εξ’ αιτίας της αναπηρίας του. Η μοίρα θα ρίξει στα πόδια του ένα συμπαθητικό νεαρό κολλεγιόπαιδο, τον Charlie, με ανεπτυγμένο μέσα του ένα σύστημα ηθικών αξιών, κάπως διαφορετικό από αυτό των συνομηλίκων του.
Ένα τριήμερο στην Νέα Υόρκη, όπου ο συνταγματάρχης θα προσπαθήσει να ζήσει συμπυκνωμένα τις τελευταίες του στιγμές, πριν την αυτοκτονία, θα φέρει τους δυο περισσότερο κοντά. Ο εξωστρεφής φωνακλάς και bon viver εαυτός, που προβάλλει προς τα έξω ο Slade, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια επίφαση μιας εύθραυστης ψυχής, που λειώνει καθώς συμπάσχει με τα προβλήματα του μικρού του συνοδού.
Η λύτρωση θα έλθει μέσα στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του κολλεγίου, όπου έχει στηθεί μια παρωδία δίκης, με κατηγορούμενο τον Charlie. Ο συνταγματάρχης με άνεση, ευγλωττία και αυτοπεποίθηση ξεμπροστιάζει την αδικία, που πάει να γίνει, στηλιτεύει την υποκρισία των ισχυρών απέναντι στον φτωχό πλην τίμιο νεαρό και αποσπά την αθώωσή του, μέσα στα χειροκροτήματα των παρισταμένων, εν είδει ταινίας Harry Potter, όπου το καλό πάντα θριαμβεύει.
Η ταινία είναι μια απλή περιγραφή καταστάσεων. Οι χαρακτήρες μένουν ημιτελείς και κάθε πράξη τους μένει ξεκρέμαστη. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, το οδήγημα του πανάκριβου αυτοκινήτου από τον τυφλό πρωταγωνιστή, δεν μπορεί να πείσει για την αυθεντικότητά του. Δεν είναι το παράλογο της κατάστασης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή αποδίδεται, εκπέμπει μια στημένη επιφανειακή προσέγγιση.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

The hangover


Αν το ζήτημα είναι να γελάσει κανείς με κάθε τρόπο, αν το ζητούμενο είναι μια ανάλαφρη ταινιούλα στο θερινό σινεμαδάκι, για να σκάσει επιτέλους και το χειλάκι μας (τέλος τα υποκοριστικά), τότε το “The hangover”, του Todd Philips, φαντάζει το καταλληλότερο. Επιτηδευμένα στυλιζαρισμένο και με σενάριο αφελές και προβλέψιμο, επαφίεται στην καλή προσπάθεια των ηθοποιών του, για να το «ανεβάσουν» και ενώ φαίνεται ότι προς το τέλος κάτι σοβαρό πάει να γίνει, ο σκηνοθέτης τους τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, έχοντας την «φαεινή» ιδέα να σβύσει κάθε πιθανότητα πρωτοτυπίας και να προβάλει στο πανί τις φωτογραφίες του ταξιδιού τους . . .εν είδει slideshow.
O Doug (Justin Bartha) αναχωρεί για bachelor’s party με τους φίλους του για το Λας Βέγκας. Ο ιδιόρρυθμος Alan (Zach Galifianakis), ο χαμηλής αυτοεκτίμησης οδοντίατρος Stu (Ed Helms) και ο κρυφοτρελιάρης καθηγητής Phil (Bradley Cooper) αποτελούν την, έτοιμη για όλα, παρέα του. Το διήμερο των ανδρών στο άντρο της πολυτέλειας και της ακολασίας έχει από όλα. Όλα όσα θα ήθελε να δει να κάνουν σε ανάλογες περιπτώσεις οι πρωταγωνιστές, ο «καλομαθημένος» θεατής. Ο σκηνοθέτης επειδή ξέρει, ότι ξέρουμε, δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ και ούτε να δείξει . . . πολύ περισσότερο. Ναρκωτικά, σεξ, τζόγος, κρατητήριο, μπουνίδι με μαφιόζους και happy end. Με πινελιές road movie τελείως ξεκάρφωτες μέσα στην υπόθεση και με σημεία αναληθοφανή, που ξενίζουν, όχι γιατί είναι υπερβολικά, αλλά γιατί μυρίζουν από εκατομμύρια χιλιόμετρα, ότι έχουν μπει τσόντα, για να εντυπωσιάσουν (όπως αυτά με το μωρό και την τίγρη στο ξενοδοχείο), κάθε προσπάθεια ευνοϊκής προσέγγισης είναι χαμένη από χέρι. Και ξέχωρα από όλα αυτά μια κατά σωρεία αναπαραγωγή στερεοτύπων, όπως η υποχωρητική, υπομονετική μέλλουσα νύφη μέχρι να βάλει το στεφάνι φυσικά, ο συγκαταβατικός πεθερός, που κλείνει το μάτι στις συντροφικές αντρικές ατασθαλίες, η μέγαιρα αραββωνιαστικιά, που καταπιέζει το ισχυρό φύλο με το γάντι και άλλες τέτοιες απείρου κάλλους. . . καταγραφές πραγματικότητας.
Ίσως να μην μπορώ να πιάσω το λεπτό χιούμορ, αλλά πως να το κάνουμε, κάτι παραπάνω θα ήθελα εκτός από την κότα που τριγυρίζει στην πολυτελή σουίτα του Real Ceasars Palace από μια πρωτοποριακή κωμωδία.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Το τσεκούρι


Αυτός, τελικά, ο άνθρωπος ξέρει να κάνει πολιτικό κινηματογράφο. Σύγχρονο, καθημερινό και απαλλαγμένο από αναφορές στο παρελθόν. Μια αυστηρή κριτική στον τουρμπο-καπιταλισμό-όπως αναφέρει σε κάποιο σημείο του το σενάριο- χωρίς αριστερές κορώνες και αγκυλώσεις παλαιοκομμουνιστικές. Εδώ δεν έχουμε εργάτες με υψωμένη γροθιά και τσιμινιέρες. Η ίδια η αστική τάξη είναι δεμένη χειροπόδαρα στον άκρατο καταναλωτισμό. Οι πολίτες, χωρίς ηθικές αναστολές, καταργούν κάθε συλλογική προσπάθεια, ανάγουν τον ατομισμό, σαν το υπέρτατο αγαθό και οδηγούν την κοινωνία στην διάλυση.
Λίγα χρόνια πριν η παγκόσμια οικονομική κρίση χτυπήσει την πόρτα μας, ο Κώστας Γαβράς κάνει αυτήν την προφητική ταινία. Οι βιομηχανίες, ζητώντας την μεγιστοποίηση του κέρδους με κάθε τίμημα, αναζητούν φτηνά εργατικά χέρια και μετακομίζουν στο εξωτερικό, κάνουν περικοπές και οδηγούν στην ανεργία ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Ο Bruno Davert (Jose Garcia), ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, θύμα αυτής της κατάστασης, δυο χρόνια άνεργος με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις και στην επικίνδυνη ηλικία ανάμεσα στα –αντα και στα –ηντα, συλλαμβάνει ένα απλοϊκό σχέδιο, τρομερό σαν ιδέα και κυνικό στην εκτέλεσή του. Θα βγάλει από την μέση όλους τους υποψήφιους ανταγωνιστές του για την καλοπληρωμένη θέση, που θα του παρέχει όσα ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος απαιτεί από την δουλειά του. Χρήμα, δύναμη, εξουσία, αυτοπεποίθηση, έπαρση, όλα δηλαδή αυτά που βλέπει να περνάνε δίπλα του και να βομβαρδίζουν τον εγκέφαλό του μέσα από τις διαφημίσεις. Ακριβά αυτοκίνητα, κινητά, ημίγυμνα μοντέλα και άλλοι τέτοιου είδους δείκτες οικονομικής ευμάρειας.
Ο σκηνοθέτης φυσικά δεν παίρνει ούτε για μια στιγμή το μέρος αυτής της ανήθικης στάσης. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να καταγγείλει όλα όσα τον ωθούν σε αυτόν τον προσωπικό γκρεμό. Το μόνο που κάνει, με πραγματική μαεστρία, είναι να αφήσει τον θεατή, να αγκαλιάσει με την ματιά του τον ήρωα, έτσι όπως παλεύει απεγνωσμένα, για να διασώσει τα κεκτημένα του. Όχι συνενοχή, αλλά συμπόνοια, όχι συμπάθεια, αλλά συμπαράσταση. Χωρίς καμιά αμφιβολία ο Bruno Davert είναι ο κακός δολοφόνος και θέλουμε να τιμωρηθεί, αλλά με κάποιες προϋποθέσεις και όχι προτού η ιστορία αφηγηθεί, όλα όσα χρειάζονται, για να σχηματισθεί μια συνολική εικόνα. Όχι προτού κατανοήσουμε ότι μια μορφή στέρεης ιδεολογικής πλατφόρμας είτε θρησκευτική είτε πολιτική είναι προαπαιτούμενο για την οικονομική ανάπτυξη.
Η ταινία ακροβατεί ανάμεσα στο θρίλερ και στην κωμωδία. Ο τρόπος που ο πρωταγωνιστής βλέπει τα πράγματα, οι σχέσεις του με τα παιδιά του και ιδιαίτερα με την σύζυγό του, ή ίδια η εργασία, σαν εργαλείο απελευθέρωσης όλων των δημιουργικών δυνάμεων, που κρύβει μέσα του το άτομο και η ταύτισή της με την ίδια την εξωστρεφή συμπεριφορά του ανθρώπου. Τελικά, θέλοντας και μη πέφτουμε στην παγίδα που μας έστησε ο Κώστας Γαβράς. Θα πιάσει η αστυνομία τον δράστη ή όχι;

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

The curious case of Benjamin Button

Ο Benjamin Button γεννιέται γέρος. Καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται ολοένα και νεότερος και στο τέλος της ζωής του πεθαίνει, σαν ένα νεογέννητο μωράκι. Και όλα αυτά ενώ ο κόσμος γύρω του ακολουθεί τους γνώριμους και γι’ αυτό αδιάφορους ρυθμούς του.
Αυτό το πρωτότυπο εύρημα είναι ολόκληρη η ταινία του David Fincher. Από εκεί και πέρα το μόνο που παρακολουθούμε, είναι μια ανάλαφρη αισθηματική κομεντί, που εκτυλίσσεται με αναφορές στην ιστορία της Αμερικής, από το τέλος του Α’ παγκόσμιου πολέμου μέχρι και τον τυφώνα Κατρίνα το 2003.
Η ταινία είναι ολόκληρη ένα φλασμπακ από τα χειρόγραφα της ετοιμοθάνατης Daisy (Cate Blanchett), καθώς της τα διαβάζει η κόρη που απέκτησε από τον Benjamin Button, όταν συναντήθηκαν κάποια στιγμή στην μέση της ζωής τους, ο ένας οδεύοντας προς τα νιάτα και η άλλη προς τα γηρατιά και οι δυο όμως προς τον θάνατο.
Ένας τυφλός ωρολογοποιός, που έχασε τον γιο του στον πόλεμο, φτιάχνει ένα μεγάλο ρολόι, που οι δείκτες του γυρνάνε ανάποδα, έτσι ώστε να μπορέσει να τον φέρει πίσω στην ζωή. Την ίδια στιγμή στην Νέα Ορλεάνη γεννιέται ο Benjamin Button.
Μια ιστορία του F. Scott Fitzgerald για τον μεγάλο δυνάστη της ανθρώπινης ψυχής τον χρόνο. Η προδιαγεγραμμένη πορεία προς τον αφανισμό. Οι ανθρώπινες ζωές μαριονέττες στα χέρια μιας αδυσώπητης, απρόβλεπτης και χωρίς δυνατότητες επηρεασμού μοίρας. Αυτός ο ντετερμινιστικός τρόπος σκέψης διαπερνά το έργο σε όλη τη διάρκεια του και υπερτονίζεται και από επί μέρους περιστατικά, που εμβόλιμα διαπερνούν τον αφηγηματικό ιστό, όπως αυτό με τον τρόφιμο του γηροκομείου, που όποτε βλέπει τον Button, του υπενθυμίζει πως επτά φορές στην ζωή του γλύτωσε από πτώση κεραυνού.
Η ταινία σε αρκετά σημεία πλατειάζει και δεν δικαιολογεί τις δυόμιση ώρες της προβολής της, αλλά μας αποζημιώνει με μερικά ξεχωριστά πλάνα γεμάτα κινηματογραφική ομορφιά, σαν πίνακες ζωγραφικής, όπως αυτό που η νεαρή Daisy σε μια προβλήτα και με το φως του φεγγαριού χορεύει για τον μεσήλικα Benjamin, κάτω από τους ήχους του Summertime του Gershwin.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Diarios de Motocicleta


Ένα καλογυρισμένο, πλην όμως φαινομενικά συνηθισμένο, road-movie είναι η ταινία «Diarios de Motocicleta», του Walter Salles. Δυο νεαροί φίλοι, ο ένας τελειόφοιτος της ιατρικής και ο άλλος της βιοχημείας, ξεκινούν από την Αργεντινή, πάνω στην ημιθανή μοτοσικλέτα τους και περνώντας από την Χιλή και το Περού, θα καταλήξουν στο Καράκας της Βενεζουέλας. Μια πορεία από τον Νότο προς τον Βορρά, μέσα από τα εναλλασσόμενα τοπία της Λατινικής Αμερικής, που σημαίνει γνωριμία με τους κατοίκους της μεγάλης ηπείρου και τα προβλήματά τους, αλλά ταυτόχρονα και μια κοινωνική και πολιτική ωρίμανση για τους δυο νέους.
Όλο το μυστικό της ταινίας βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο θεατής γνωρίζει, ότι πρόκειται για την μοτοσικλέτα «Poderosa» και ότι οι δυο φίλοι είναι ο Ernesto Guevara de la Serna και ο Alberto Granados. Οι ίδιοι οι ήρωες φυσικά. . . δεν το γνωρίζουν. Πως θα μπορούσαν άλλωστε, αφού η διήγηση αφορά τα νεανικά τους χρόνια και η ιστορία, που επρόκειτο να γραφτεί, περιμένει στο μέλλον, μερικά χρόνια αργότερα.
Ο σκηνοθέτης βρίσκεται κάπου στην μέση. Φτιάχνει μια ταινία για τον Τσε, αλλά με την σύμφωνη γνώμη των θεατών, προσποιείται, ότι δεν το γνωρίζει. Βρίσκει έτσι την ευκαιρία να μας δείξει, από τι στόφα είναι και πως χτίζεται η προσωπικότητα ενός ιδεαλιστή επαναστάτη. Όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, που συνθέτουν ένα χαρισματικό άτομο και που αναδύονται μέσα από ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Ο Ernesto έχει τις κεραίες του τεντωμένες. Αφουγκράζεται τον πόνο των ανθρώπων γύρω του και την αδικία. Με εξαίρεση την θυμωμένη αντίδρασή του στον εργοδηγό του ορυχείου, για την προκατάληψη του απέναντι στους αριστερούς εργάτες και την ομιλία του στο προσωπικό της ιεραποστολικής ομάδας, που λειτουργεί το νοσοκομείο για τους λεπρούς στο Περού, δεν βλέπουμε καμιά άλλη πολιτική παρέμβαση. Αντίθετα, η ταινία είναι γεμάτη από ελαφρούς χιουμοριστικούς διαλόγους, από φλερτάκια των πρωταγωνιστών με όμορφες δυναμικές Λατινοαμερικάνες και από τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Ernesto, να βγει νικητής από το άσθμα του, που τον ταλαιπωρεί και σωματικά και ψυχολογικά.
Ο σκηνοθέτης αποφεύγει να κάνει πολιτικούς υπαινιγμούς ή να πάρει θέση πάνω στην μετέπειτα επαναστατική στρατηγική του Τσε. Έχοντας σαν σύμμαχο το χρονικό παράθυρο του έτους 1952, αρκείται σε μια καταγραφή γεγονότων, που άλλωστε βασίζονται στο προσωπικό ημερολόγιο του Τσε και έτσι φτιάχνει μια ταινία περιγραφική, με τα μηνύματά της επιμελώς κρυμμένα.
Η μουσική του Gustavo Santaolalla, λειτουργική, ενώνει τους επιμέρους σταθμούς του μεγάλου ταξιδιού με ήχους πρωτότυπους.