Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

City Lights-Τα φώτα της πόλης

Η πιο άρτια ίσως σκηνοθετικά ταινία του Charlie Chaplin,  το “City lights” (Τα φώτα της πόλης), προβλήθηκε στον κινηματογράφο Τριανόν, με τον Χρήστο Οικονομίδη στο πιάνο.
Κοινωνική κριτική, λυρισμός, ένα ατελείωτο πανηγύρι συναισθημάτων, εναλλασσόμενης διάθεσης, από το δάκρυ στο γέλιο, σε μια ταινία που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε, σαν μια συμφωνία εικόνων. Πάνω στα κύρια και ιδιοφυή θεματικά μοτίβα, από την μια μεριά  τον αγνό πλατωνικό έρωτα του άφραγκου αλητάκου για την τυφλή πωλήτρια λουλουδιών και από την άλλη, την σχέση του με τον πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία, ο οποίος πάνω στο μεθύσι του γίνεται εγκάρδιος και γαλαντόμος και όντας ξεμέθυστος αδιάφορος και εχθρικός,  χτίζεται με την ανάλυσή τους, με την επεξεργασία τους και με την προσθήκη αρκετών δευτερευόντων, αλλά εξ’ ίσου λειτουργικών, ενδιαφερόντων και κωμικών επινοήσεων, η πλοκή του έργου. Από το εισαγωγικό πλάνο, που τον βρίσκουμε να κοιμάται πάνω στο μεγαλεπήβολο άγαλμα, κατά την διάρκεια των αποκαλυπτηρίων, μπροστά στους επισήμους και στο κοινό, έως το τρελό οδήγημα στους δρόμους της πόλης και την σκηνή στον αγώνα της πάλης, ενάντια στον κατά πολύ δυνατότερο αντίπαλο, μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην γλυκύτητα, στην ανθρωπιά  και στην απλότητα, κόντρα στον καθωσπρεπισμό, στον ανερμάτιστο πλούτο, στην κάθε λογής παράλογη εξουσία.

Όπως διαβάζουμε και όπως ειπώθηκε και στην εισαγωγική ομιλία, ο Charlie Chaplin επέμεινε να γυριστεί  βωβή η ταινία, παρόλο που το 1931 είχε ήδη εισαχθεί ο ήχος στον κινηματογράφο.  Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά να κλείνει το μάτι σε ότι έχει να κάνει με την πρόσληψη από τον θεατή μονάχα της ακουστικής μπάντας και καθόλου με τους διαλόγους των ηθοποιών. Ίσως γι’ αυτό στην κορυφαία σκηνή του φινάλε, την τόσο συζητημένη, βρίσκουμε τους πρωταγωνιστές να συνομιλούν πίσω από το τζάμι της βιτρίνας.  Το τεχνητό ηχητικό εμπόδιο ανάμεσα τους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μαγική προέκταση της σχέσης του θεατή του βωβού κινηματογράφου με τον δημιουργό. Εκεί, που τα λόγια δεν φτάνουν να ακουστούν, περισσεύουν τα συναισθήματα.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ο γιος του Σαούλ-Saul fia

Από το πρώτο εξωτερικό πλάνο ημέρας, out of focus, έξω από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και κατά την άφιξη των μελλοθάνατων για τα κρεματόρια Εβραίων, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η ταινία για το Ολοκαύτωμα έχει ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Μια κινηματογραφική αφήγηση ιδιαίτερη, ίσως εκκεντρική, αποφασισμένη όμως να βάλει στην άκρη όλα τα στερεότυπα, της μέχρι σήμερα φιλμογραφίας. Κλειστά, γεμάτα, κοντινά πλάνα, ζουμαρισμένα στο πρόσωπο ή στην πλάτη του πρωταγωνιστή, ακόμα και στην κίνηση του, ακόμα και όταν ο κάμεραμαν- με την κάμερα στο χέρι - δυσκολεύεται  να τον κρατήσει μέσα στο πλάνο. Καταιγιστικό μοντάζ, απουσία soundtrack, με τα αρχεία του ήχου γεμάτα από τις κραυγές των δημίων, τα βογγητά και τα ουρλιαχτά των θυμάτων, ήχους όπλων, γαυγίσματα, μετακινήσεις αντικειμένων, να «κουμπώνουν» στην εικόνα και να αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της αποκάλυψης των κρυφών από τον φακό σημείων, με τρόπο σαφή και καταλυτικό.
Δυο παράλληλες ιστορίες, αυτή πρώτα, η γνωστή, το αποτρόπαιο έγκλημα, το πιο αποκρουστικό στην ιστορία της ανθρωπότητας, αυτή που δοκίμασε τα όρια και τις αντοχές αυτού του όντος που θέλει να ονομάζεται άνθρωπος, δοσμένη στο φόντο και με εικόνα αποσπασματική, θαμπή και φευγαλέα, σαν από μια χαραμάδα, έτσι που να πρέπει ο θεατής να παλέψει μαζί της για να την κάνει κτήμα του, να αισθανθεί την φρίκη της, καθώς περνάει γρήγορα, επαναλαμβανόμενα και βασανιστικά για τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού του. Κατανοητή αλλά βαριά. Να σε απωθεί, αλλά να μην σε αφήνει να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από επάνω της. Και η δεύτερη ιστορία, η πάλη του Saul (Géza Röhrig)- του όμηρου της ομάδας των Sonderkommando,  εκείνων των Εβραίων των επιφορτισμένων από τους ναζί, να οδηγούν στους φούρνους και να καθαρίζουν τους χώρους από τα «κομμάτια», σύμφωνα με την ορολογία του στρατοπέδου, τα πτώματα των ομοθρήσκων τους- να σώσει από το κρεματόριο, το πτώμα ενός νεαρού Εβραίου, που έμοιαζε με τον γιο του, και να το θάψει, σύμφωνα με τους κανόνες της θρησκείας του. Μια πράξη ελεγχόμενη για τον ρεαλισμό της στον χώρο και στον χρόνο, ίσως καθοδηγούμενη από την απελπισία, ίσως από μια υπερφυσική εσωτερική δύναμη, που δεν έχει βέβαια σχέση με την διάσωση της ολοκληρωτικά χαμένης ανθρωπιάς, αλλά ίσως και σαν μια πράξη συμβολικής αντίστασης, λες και αν το πτώμα επέστρεφε τελετουργικά στο χώμα, στην φύση, η νίκη ενάντια στον σκοταδισμό θα ήταν καθοριστική.

Είναι υπερβολικό να μιλήσει κανείς για αισιόδοξο τέλος, ο Ούγγρος σκηνοθέτης
László Nemes προτιμά να κλείσει με συμβολικό τρόπο αυτό το αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Σε καιρούς μαύρους, όπου τα πάντα τα σκιάζει η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά, ένα καινούργιο βρέφος Μωυσής παρασύρεται από νερά του ποταμού, για να δώσει το σπρώξιμο που θα γεννήσει την ελπίδα. 

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Η επίσημη ιστορία-La historia oficial

Ξανά φέτος στις πάντα άψογα προσεγμένες επιλογές της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης, με την αργεντίνικη ταινία «Μια επίσημη ιστορία» (La historia oficial), του Luis Puenzo.
Αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1983, και με νωπές ακόμα τις μνήμες της ήττας από τον πόλεμο στις Μαλβίδες (τα Φώκλαντς των εγγλέζων), ο λαός ξεσηκώνεται, γεμίζει τους δρόμους και τις πλατείες, ζητώντας την τιμωρία των πρωτεργατών της χούντας και των συνεργατών τους, αλλά και δικαιοσύνη για τους συγγενείς των αμέτρητων χαμένων αγωνιστών. Μια μαύρη σελίδα ακόμα ανοίγει, καθώς γίνεται γνωστό το πρωτοφανές σκάνδαλο των στρατιωτικών, να κλέβουν τα παιδιά που γεννιόντουσαν στις φυλακές από μητέρες κρατούμενες και να τα δίνουν για υιοθεσία σε ζευγάρια που βρισκόντουσαν κοντά στο καθεστώς. Οι γιαγιάδες, κυρίως, αυτών των χαμένων παιδιών οργανώθηκαν στο κίνημα των γυναικών της πλατείας του Μαΐου, για να απαιτήσουν την αποκατάσταση αυτού του εγκλήματος και την επιστροφή των παιδιών στις φυσικές τους οικογένειες.
Με κορμό αυτό το γεγονός, ο Luis Puenzo, με αυτήν την ταινία ακτινογραφεί την αργεντίνικη κοινωνία στα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια. Οι υπαρκτές αντιπαραθέσεις, πότε φαινομενικά συγκεκαλυμμένες και πότε να παίρνουν χαρακτήρα έντονο και ορμητικό, πότε σε χώρους μαζικούς, όπως στο χώρο της παιδείας- μιας και η πρωταγωνίστρια είναι καθηγήτρια Ιστορίας σε λύκειο του Μπουένος Άιρες- πότε στις παρέες ανάμεσα σε φίλους και  πότε σε χώρους ιδιωτικούς, στα πλαίσια της ίδιας της οικογένειας, αναδεικνύονται με σαφήνεια σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, όπου το ευρύ πολιτικά ιστορικό γεγονός σημαδεύει τις ζωές καθημερινών ανθρώπων.
Χωρίς ιδιαίτερες σκηνοθετικές αρετές, εκτός από κάποια κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, με κάπως σκοτεινή φωτογραφία, αλλά με εξαιρετικές ερμηνείες από την πλειοψηφία των ηθοποιών, και με στρωτή αφηγηματική τεχνική, που δεν αφήνει το μελοδραματικό στοιχείο να κυριαρχήσει του καταγγελτικού,  ο Puenzo, κατορθώνει μέσα από το πρόσωπο της ηρωίδας του, της Alicia (Norma Aleandro), να αποτυπώσει στον κινηματογραφικό του φακό την αργή, βασανιστική ωρίμανση της απολίτικης αστικής τάξης  και  την μετατροπή της σε βασικό μοχλό κοινωνικής αλλαγής. Οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις ανάμεσα στο ζευγάρι δεν είναι τίποτε άλλο, πέρα από τις ωδίνες γέννησης του ύστερου περονισμού, που οδήγησε ως τις μέρες μας στην  επικράτηση του κιρχνερισμού.

Εν αναμονή, λοιπόν, για τον δεύτερο γύρο των εκλογών στην Αργεντινή στο τέλος του μήνα.   

Μέχρι τότε... μην χάσετε την επόμενη Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου, στο Δημοτικό Θέατρο Πεύκης την επόμενη προβολή της Κινηματογραφικής Λέσχης Πεύκης, με την επίσης αργεντίνικη ταινία, του Nicolás Gil Lavendra, "Verdades Verdaderas" (Η ζωή της Estela), ένα αντιδικτατορικό δράμα με θέμα την ζωή της προέδρου των γυναικών της πλατείας Μαΐου, της Estela Carloto. Ενώ στο "La Historia oficial" η πρωταγωνίστρια είναι από τις "τυχερές" και "ωφελημένες", μιας και υιοθέτησε εν αγνοία της ένα από τα μωρά που η χούντα μοίραζε στους συμπαθούντες, στην περίπτωση της Estela Carloto, βλέπουμε από την ιστορία από την αντίθετη ακριβώς πλευρά.




Ολόκληρη η ταινία από εδώ

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

"Sciuscià"-Λούστρο Παπουτσιών

Δοκιμάζεται η φιλία του Pasquale (Franco Interlenghi) και του Giuseppe (Rinaldo Smodroni) των δυο μικρών παιδιών που είναι εγκλεισμένα στο αναμορφωτήριο, όμως ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας του Vittorio de Sica, "Sciuscià" (Λούστρο Παπουτσιών), είναι η ίδια η μεταπολεμική Ρώμη, αυτό το φάντασμα που κουβαλάει μέσα στην ήττα του, την ξεπεσμένη, μπουκωμένη φασιστική υπερβολή που προηγήθηκε,  και τους γκρεμισμένους ανθρώπους οι οποίοι  προσπαθούν να βρουν τον βηματισμό τους, παλεύοντας  για μια χαραμάδα, που να τους επιτρέπει ονειρευτούν.
Από τα πρώτα πλάνα, με τις σκηνές στον δρόμο, στην αγορά, στα στέκια των μικρών λούστρων, με τους Αμερικανούς στρατιώτες να κατέχουν την πολύτιμη πραμάτεια, σοκολάτες, κουβέρτες,  και στις όχθες του Τίβερη με την εργατική τάξη και τους μικροπαραβάτες, ο θεατής καταλαβαίνει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτε φτωχοδιάβολους, του στυλ Όλιβερ Τουίστ.
Το αναμορφωτήριο, μια χωματερή ανθρώπινων κουρελιών, όπου η κοινωνία ξεμπερδεύει με αυτούς που δεν μπορεί να εντάξει, οι δίκες εξπρές, οι άνθρωποι-μικροί και μεγάλοι- που δεν μπορούν να καταλάβουν το ιστορικό παιχνίδι μέσα στο οποίο είναι μπλεγμένοι. Η επιβλητική εσωτερική αυλή της φυλακής, το εντυπωσιακό κτήριο των δικαστηρίων και δίπλα οι ρακένδυτοι πρωταγωνιστές, οι κυνικοί δικηγόροι, οι δικαστές «ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε».
Τα τελευταία εξωτερικά νυχτερινά πλάνα όπου κορυφώνεται το δράμα και οι δυο φίλοι έρχονται αντιμέτωποι με την ίδια τους την μοίρα, μάρτυρες και οι δυο της στρεβλής εξουσιαστικής λογικής που τους περιβάλλει,  δίνουν την εντύπωση ότι είναι γυρισμένα σε στούντιο με την άρτια εικαστική τελειότητα τους.
Γρήγορο μοντάζ, ασπρόμαυρη νεορεαλιστική φωτογραφία, αριστοτεχνική σκηνοθετική καθοδήγηση πλήθους κομπάρσων και ερασιτεχνών ηθοποιών. Μια πολιτική ταινία γεμάτη ένταση, αγωνία και πλήθος λυρικών στοιχείων.

Το βλέμμα και η παρουσία της παιδίσκης  Nannarella (Anna Pedoni) να ακολουθεί πεζή την κλούβα που παίρνει για την φυλακή τον μικρό της φίλο, μπορεί να συγκριθεί μονάχα με την Anna Magnani στο άλλο αριστούργημα του ιταλικού νεορεαλιστικού κινηματογράφου, «Roma città aperta» (Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη), του RobertoRossellini.





Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Η Σειρήνα του Μισισιπή-La sirène du Mississipi

«Η Σειρήνα του Μισισιπή» (La sirène du Mississipi) (1969), του François Truffaut, είναι μια από τις ταινίες που θα μπορούσαν να ορίσουν τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Ένα καλοβαλμένο, σκηνοθετικά άρτιο και  με πολλές ανατροπές θρίλερ Χιτσκοκικού τύπου, με πάμπολλες καταδύσεις στην λίμνη των αναπάντητων ερωτημάτων που βασανίζουν τους ανθρώπους και την τέχνη. Τι είναι αγάπη; Τι είναι πάθος; Ποια είναι η εφαπτομένη τους; Ποιος από τους δυο εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιεί τον άλλον; Χαϊδεύει τελικά ο κινηματογραφικός φακός τον αδίστακτο «κακό» της ιστορίας;
Τι αγαπάει ο Louis Mahé (Jean-Paul Belmondo) στην Marion Vergano (Catherine Deneuve), η οποία του εμφανίστηκε, ως Julie Roussel- η κοπέλα που αρραβωνιάστηκε δια αλληλογραφίας -και όταν αυτή κατέφτασε στο εξωτικό νησί Reunión, δίπλα στην Μαδαγασκάρη,  για να τον παντρευτεί, αποδείχθηκε ότι ήταν μια πόρνη, η οποία έκλεψε όλη την περιουσία του. Το θεϊκό της κορμί; Το ότι ήταν τόσο τρωτή και ευάλωτη έχοντας ζήσει δύσκολα παιδικά χρόνια σε ιδρύματα και μη έχοντας νιώσει ποτέ την ανθρώπινη ζεστασιά; Ή μήπως ερωτεύθηκε την «περιπέτεια» και την ζωή του τυχοδιώκτη, αυτός, ένας ανέραστος ιδιοκτήτης καπνεργοστάσιου, που στην ζωή του ποτέ δεν είχε απομακρυνθεί από την βραχονησίδα του Ινδικού ωκεανού, που αποτελούσε τις υπερπόντιες κτήσεις της Γαλλικής αυτοκρατορίας;
Και η Marion Vergano; Μπορεί να τον αγαπήσει δίχως τα λεφτά του; Αγαπάει μονάχα τα λεφτά; Τον θέλει δίπλα της σαν εραστή, σαν προστάτη, σαν συνένοχο; Τον θέλει μονάχα γιατί την θέλει εκείνος απεγνωσμένα; Ξέρει να χρησιμοποιήσει την ομορφιά της για ίδιον όφελος... όπως όφειλε να ξέρει μια τέτοια καλλονή; Ξέρει τα όρια στα οποία μπορεί να φτάσει το πάθος ενός ανθρώπου ή τα δοκιμάζει μέχρι να σπάσει το σκοινί και να παρασύρει μαζί του και εκείνη;

Μια από τις ομορφότερες ερωτικές εξομολογήσεις στην ιστορία του κινηματογράφου αυτή που ο Jean-Paul Belmondo περιγράφει αυτό που βλέπει επάνω στην Catherine Deneuve... την φυλακή του και την ελευθερία του.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Yossi & Jagger

Σύγχρονος ισραηλινός κινηματογράφος από τις «Νύχτες πρεμιέρας 2015», στο 21ο φεστιβάλ κινηματογράφου της Αθήνας», παρουσία του σκηνοθέτη Eytan Fox, στην ταινιοθήκη της Ελλάδος. Η ταινία “Yossi & Jagger”, του 2002, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, περιγράφει την ομοφυλοφιλική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δυο στρατιώτες που υπηρετούν σε ένα ακριτικό φυλάκιο, σε εμπόλεμη ζώνη, στα βόρεια σύνορα της χώρας.
Η αρνητική αποδοχή της ομοφυλοφιλικής σεξουαλικότητας μέσα στην κοινωνία  και μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση πολύ περισσότερο, από την υπέρ-συντηρητική σκοπιά του στρατεύματος, προσδίδει,  πέρα από τις κλασικές προκαταλήψεις και στοιχεία έλλειψης ανδρισμού-γενναιότητας.  Οι δυο νέοι επιλέγουν να κρυφτούν, ο ένας μέσα από μια ψεύδο-συμπεριφορά αντρίλας-βαρβατίλας και ο άλλος επιλέγοντας την σιωπή και την απομόνωση.
Η οπτική του σκηνοθέτη έχει να κάνει με την ισότιμη, ελεύθερη, συναινετική ερωτική συνεύρεση μεταξύ ενήλικων ανθρώπων, σε αντιδιαστολή με την εξουσιαστική, καταπιεστική ερωτική πράξη, όπου ο ιεραρχικά ανώτερος και δυνατότερος, είτε κοινωνικά, είτε οικονομικά, είτε σωματικά, επιβάλλεται  στον άλλο με φανερή ή σκιώδη βία. Και αυτό ανεξάρτητα από το φύλο, όπως αφήνει να εννοηθεί ότι συμβαίνει, στην ολιγόλεπτη επαφή ανάμεσα στον συνταγματάρχη και στην «χαριτωμένη» στρατιωτίνα.
Ευτυχώς ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού, η ευαισθησία είναι προνόμιο ελεύθερων- στο μυαλό-ανθρώπων.  

Πολύ λειτουργική και στρωτή η χρήση της κάμερας στους στενάχωρους χώρους του bunker και η φωτογραφία στα δύσκολα χιονισμένα τοπία.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Sunflower Seeds

Θερινό σινεμά, στην αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων και στα πλαίσια των ντοκιμαντέρ της Πέμπτης, έγινε η προβολή  της πολύ αξιόλογης  και βραβευμένης μικρού μήκους ταινίας του Αντώνη Τολάκη, “Sunflowers seeds”,  παρουσία του σκηνοθέτη.
Γυρισμένη στα τέλη του 2012, περιγράφει την ζωή μιας ομάδας παιδιών μεταναστών από το Αφγανιστάν, ενώ προσπαθούν να επιβιώσουν στο αφιλόξενο περιβάλλον του κέντρου της Αθήνας.  Μια ευαίσθητη, πολύ ανθρώπινη προσέγγιση, ενός προβλήματος που δεν μπορεί να λυθεί με κανένα μαγικό ραβδί, αλλά που όμως δεν παύει να αποτελεί βαρόμετρο πολιτισμού για τις κοινωνίες υποδοχής.
Ο φακός του Αντώνη Τολάκη ανατέμνει την παιδική ψυχή, καθώς τα ακολουθεί στους δρόμους του «μεροκάματου» και καταφέρνει να βγάλει στην επιφάνεια τους φόβους και τις ανησυχίες τους, το άγχος της καθημερινότητας, αλλά και  τις ελπίδες τους, ακόμα- ακόμα και τις φιλοδοξίες που έχουν για το μέλλον τους. Μια καταγραφή της βίαιης ωρίμανσης τους μέσα  στον επιεικώς αδιάφορο έως ανοιχτά εχθρικό περίγυρο, με την κάμερα να τρυπώνει σχεδόν αόρατη ανάμεσα στην δουλειά, στα τρεξίματα, στα  παιχνίδια τους, στα παλέματα τους, στις τσάρκες τους και να αναδεικνύει τους διαφορετικούς τους χαρακτήρες, την αθωότητα,  που επιμένει να ακτινοβολεί σε πείσμα των αντίξοων συνθηκών στις οποίες καλούνται να ζήσουν.
Μια κινηματογραφική αφήγηση στρωτή, με γρήγορες εναλλαγές πλάνων-σε κάποιες περιπτώσεις η κάμερα στο χέρι- στιβαρή φωτογραφία, και –επιτηδευμένα- σε πλήρη αναντιστοιχία με τους διαλόγους των μικρών, φορτώνει τον θεατή με πολλές πληροφορίες σε ελάχιστο χρόνο (μόλις μισή ώρα), μιας και αυτό που φτάνει στον εγκέφαλο δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από αυτό το τρυφερό άγγιγμα  ζωής. Το Πεδίο του Άρεως, η πλατεία Βικτωρίας, η πλατεία Συντάγματος, η Ερμού, δανείζονται από τους μικρούς πρωταγωνιστές λίγη από αυτήν την «μαγκωμένη» ανεμελιά τους και επιστρέφουν εικόνες ζωντανές γεμάτες συναίσθημα.

Δύσκολο και απόλυτα επιτυχημένο εγχείρημα, αν αναλογιστεί κανείς τις δυσκολίες διαχείρισης του έμψυχου υλικού, αλλά και τις πολιτικές συνθήκες, με την ξενοφοβία στο απόγειο της. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του σκηνοθέτη, ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όταν καταφέρει να αλλάξει πρώτα κάθε άνθρωπο χωριστά.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Η οικογένεια Μπελιέ-La famille Bélier

Έξυπνη, σύγχρονη, σεναριακή ιδέα, στακάτοι διάλογοι, γρήγορο- αλλά συμβατικό- μοντάζ, σοβαρή, γραμμική  κινηματογραφική αφήγηση με ρυθμό, που σιγά-σιγά δυναμώνει, μέχρι που φτάνει στην κορύφωση του happy end και καλές ερμηνείες.  Ειδικά εδώ ξεχωρίζουν οι δευτερεύοντες ρόλοι, όπως του καθηγητή ωδικής Fabien Thomasson από τον Eric Elmosnιno. Όμως… τι συμβαίνει με αυτήν την γαλλική  κομεντί, όπως και με την περσινή- το «Θεέ μου,τι σου κάναμε;»- που έρχονται να μας δροσίσουν στους θερινούς κινηματογράφους, εν μέσω καύσωνα και τελικά εκτός από τα γελάκια και την «προσυμφωνημένη» στα πλαίσια του political correct στάση μεταξύ δημιουργών και «καταναλωτικού» κινηματογραφόφιλου κοινού, στο τέλος αφήνουν μια αίσθηση φευγαλέας ανολοκλήρωτης προσπάθειας;
Ίσως δεν φτάνει μονάχα αυτή η «καθώς πρέπει» στάση, που είναι κατοχυρωμένη μέσα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στην διαχείριση ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τα δικαιώματα, τις ιδιαιτερότητες και  τα προβλήματα ομάδων του πληθυσμού που ζουν με κάποια μορφής αναπηρία, όσο η δημιουργία προϋποθέσεων για την καλύτερη ενσωμάτωση τους. Βέβαια ο ρόλος της τέχνης, που είναι η ανάδειξη αυτών των καταστάσεων, απέχει χιλιόμετρα από την χιουμοριστική προσέγγιση τους και ιδιαίτερα όταν το κάνει δημιουργώντας χαρακτήρες καρικατούρες.
Πέρα όμως από αυτές τις γενικές παρατηρήσεις ο Eric Lartigau- ίσως υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες του- αποφασίζει να κρατήσει πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. Εκτός από το βασικό του θέμα, τα προβλήματα που δημιουργούνται σε μια οικογένεια κωφαλάλων, όταν η «υγιής» (επειδή ακούει και μιλάει)  έφηβη κόρη τους αποφασίζει να εγκαταλείψει το χωριό και την βοήθεια που παρέχει στην οικογενειακή επιχείρηση-φάρμα, για να πάει να σπουδάσει τραγούδι στο Παρίσι, έπειτα από την συμβουλή του καθηγητή μουσικής στο σχολείο, θεωρεί αναγκαίο να ασχοληθεί επίσης,  με τα πρώιμα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα, με τις ανασφάλειες και τις απογοητεύεις αυτής της ηλικίας,  τις συγκρούσεις γονιών-εφήβων μέχρι και… την καταγγελία του «παλιού» διεφθαρμένου πολιτικού προσωπικού, στο πρόσωπο του δήμαρχου του χωριού, ενός ξεπερασμένου, γλοιώδη λαϊκιστή, ο οποίος βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κωφάλαλο πατέρα, όταν ο δεύτερος αποφασίζει να κατέβει ως υποψήφιος στον πολιτικό στίβο. Ειδικά αυτή η τελευταία «εκτροπή» της ταινίας, την κάνει να «ξεχειλώνει» και  μένει σε εκκρεμότητα μέχρι τους τίτλους του τέλους, όπου βλέπουμε, απλώς, σε φωτογραφία τον πατέρα να καμαρώνει, ως νέος δήμαρχος, φορώντας την κορδέλα με την γαλλική σημαία περασμένη στον κορμό του.

Πολύ ξεχωριστές και πραγματικά αξίζουν οι σκηνές, όπου ο θεατής βλέπει την εικόνα χωρίς ήχο, όπως ακριβώς οι κωφάλαλοι πρωταγωνιστές, τα παιχνίδια του σεναρίου με την νοηματική γλώσσα, που μεταφράζεται σε υπότιτλους, άλλοτε κυρίαρχη και άλλοτε συμπληρωματική, μεταφέροντας  πληροφορίες και συναισθήματα.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

La isla mínima-Το μικρό νησί

Από τις αεροφωτογραφίες με τις κατόψεις των ελωδών εκτάσεων των εκβολών του Γουαδαλκιβίρ, στην Ανδαλουσία, μέχρι τα βροχερά κλειστοφοβικά πλάνα του μικρού χωριού, που στοιχειώνουν οι εξαφανίσεις και οι δολοφονίες  έφηβων κοριτσιών.
Μια χώρα που παλεύει στα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια να βρει τον βηματισμό της. Μια κοινωνία επαρχιακή, εσωστρεφής, μαθημένη να ζει στην υποκρισία και στον φόβο, έρχεται αντιμέτωπη με το καινούργιο, καλείται να ξεπεράσει χρόνια ριζωμένες προκαταλήψεις, να τολμήσει να προσαρμοστεί στον αέρα της δημοκρατίας, που έρχεται από την πρωτεύουσα.
Δυο αστυνομικοί από την Μαδρίτη, του τμήματος των ανθρωποκτονιών, δυο παράλληλοι κόσμοι αντίθετοι, καταδικασμένοι όμως να βαδίσουν παράλληλα για την εξιχνίαση των εγκλημάτων σε πρώτο επίπεδο, αλλά και προπομποί της νέας κατάστασης, που θα προκύψει από την παραδοχή των λαθών του τυραννικού καθεστώτος, αλλά και τον συμβιβασμό της δημοκρατίας να πατήσει επάνω του, μιας και το κράτος οφείλει να έχει συνέχεια.
Ο Alberto Rodríguez υπογράφει ένα ζυγισμένο αστυνομικό δράμα με πολιτικές προεκτάσεις, ενώ ταυτόχρονα με την πλοκή και την αριστοτεχνική αφήγηση καταφέρνει να περιγράψει εξονυχιστικά τους δυο πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, τον Juan (Javier Guttiérez) έναν μεσήλικα αστυνομικό που συνεργάστηκε με το φασιστικό καθεστώς του Franscisco Franco, όπως όλοι άλλωστε οι αστυνομικοί κάνουν… από καταβολής κόσμου και τον Pedro (Raul Arévalo), ένα νεαρό ιδεολόγο αστυνομικό, φορέα μιας εκσυγχρονιστικής αντίληψης για την εξουσία, για την ασφάλεια και την προστασία του πολίτη.

Οι βάλτοι του ποταμού και των παραποτάμων του, καθώς οι υπηρέτες του νόμου αγωνίζονται για να διαλευκάνουν την υπόθεση με συνεχή πισωγυρίσματα, με πλάνες, απογοητεύσεις και παλινωδίες, γίνονται το θέατρο της- με ωδίνες- ωρίμανσης μιας οπισθοδρομικής συντηρητικής κοινωνίας, μέσω της απελευθερωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, εύρεσης του ενόχου και της τιμωρίας του. Στην τελική σκηνή, ο μεσήλικας αστυνομικός «καθαρίζει» για το ατιμωτικό παρελθόν του, μια πράξη που στρέφεται ενάντια σε ότι κράτησε δεμένη την χώρα για 40 ολόκληρα χρόνια.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Travolti da un insolito destino nell'azzurro mare d'agosto-Swept away

Ένα χρόνο μετά το “Film d’ amore e d’ anarchia”, το 1974, η Lina Wertmüller, με την ίδια πρωταγωνίστρια, σκηνοθετεί μια ακόμα «Ιστορία έρωτα και αναρχίας», αυτή την φορά όχι στον λούμπεν κόσμο ενός οίκου ανοχής, ούτε σε ταραγμένη πολιτικά περίοδο με τις φασιστικές ιδέες και πρακτικές στο προσκήνιο, αλλά μέσα στο γαλάζιο του μεσογειακού κατακαλόκαιρου και με κάποιες από τις ιδέες της Αριστεράς να έχουν διεισδύσει έστω και… εξ απαλών ονύχων σε κάποια διανοούμενα στρώματα της μεγαλοαστικής τάξης, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για μια κοινωνική ειρήνη… που λογαριάζει όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Τις ακραίες φωνές και από τις δυο πλευρές, που επιμένουν να αυτοπροσδιορίζονται με βάση την ταξική καταγωγή τους και… όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να εξαπολύουν πόλεμο μέχρις εσχάτων για την ολοκληρωτική υποταγή του αντιπάλου.
Η Raffaella (Mariangela Melato), μια όμορφη ξανθιά από το Μιλάνο, κάνει διακοπές με τον σύζυγό της και τους φίλους της σε ένα γιωτ στην Μεσόγειο και δεν χάνει την ευκαιρία να υποτιμά, να ειρωνεύεται και να κακομεταχειρίζεται  τα μέλη του πληρώματος και ιδιαίτερα τον μαρξιστή και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, τον ναύτη Gennarino (Giancarlo Giannini), που συν τοις άλλοις είναι και από τον Νότο της χώρας. Η ατυχία… ή η τύχη τα φέρνει έτσι ώστε να ναυαγήσουν οι δυο τους σε ένα έρημο, ακατοίκητο ξερονήσι. Ο αγώνας για την επιβίωση θα μετατραπεί σε ένα πολυεπίπεδο αγώνα κυριαρχίας, όπου εξ’ ορισμού το πάνω χέρι έχει ο αντικειμενικά ισχυρότερος «παίκτης». Η ανεξέλεγκτη βία, ο εξευτελισμός του εχθρού και η περιθωριοποίηση του φαίνεται τώρα να λειτουργεί πάλι καλά, να δημιουργεί ένα αποδεκτό μορατόριουμ, όπως σε συνθήκες φυσιολογικές, αλλά από την αντίθετη πλευρά. Και πάλι όμως στο τέλος, η αλαζονεία της δύναμης θα οδηγήσει αυτόν που την εξασκεί στην καταστροφή. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο κοινωνικό επίπεδο, έτσι και στο ατομικό, το ξεπέρασμα των ορίων ενεργοποιεί τους μηχανισμούς εκείνους που θα γυρίσουν την ιστορία.
Ο φακός της Wertmüller ακολουθεί συστηματικά όλα τα στάδια της μετατροπής του Gennarino από καταπιεζόμενο σε καταπιεστή και την Raffaella να κατεβαίνει σταδιακά και να βυθίζεται στην ανυπαρξία της ελεύθερης βούλησης, στα πρότυπα της αλυσοδεμένης εργατικής τάξης. Αρχικά αντιδρά, βρίζει, αργότερα επιτίθεται, παλεύει, μετά υπηρετεί βουβά, ανήμπορη να αντιδράσει και στο τέλος φτάνει να «αγαπήσει» τον εκμεταλλευτή της, οριστικά μεταλλαγμένη, να έχει ταυτιστεί με τον ίδιο της τον δήμιο.
Μια αλληγορική ταινία, με σφιχτοδεμένο μοντάζ, υπέροχα πλάνα, εξαιρετικές ερμηνείες, γεμάτη με υπαινιγμούς, που χρησιμοποιεί το δίπολο αρσενικό-θηλυκό, εξουσιαστής-εξουσιαζόμενος, σαν όχημα για μια αντικειμενική πολιτική αφήγηση, με κοινωνικές προεκτάσεις.

Ατυχής η ελληνική μετάφραση του τίτλου «Η κυρία και ο ναύτης».