Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Medianeras-Μεσοτοιχίες


Μια σύγχρονη ταινία από την Αργεντινή, που προσφέρει απλόχερα αρκετά και σοβαρά σημεία προβληματισμού πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και πως αυτές καθορίζονται από το οικιστικό περιβάλλον. Εκτός από το «είμαστε.. αυτό που τρώμε», ο Gustavo Taretto προτείνει το, «είμαστε…εκεί που ζούμε.  Προσπαθεί να συνδέσει το "γενικό" με το "μερικό", για να δημιουργήσει μια στέρεη  σεναριακή βάση, αλλά ο τρόπος που το κάνει είναι αποσπασματικός. Χρησιμοποιεί πλάνα πάνω στα οποία πέφτουν οι μονόλογοι του αφηγητή, με αποτέλεσμα τουλάχιστον μέχρι το διάλειμμα, να πλατιάζει., καθώς η ταινία αργεί... να «πάρει μπροστά». Κάνει ενδιαφέρουσα ανάλυση των κεντρικών ηρώων και "παίζει" με την μέθοδο της οπτικοποίησης των στοιχείων του χαρακτήρα τους. Όλη την ταινία την διαπερνά ένα ίχνος παραμυθιού, μόνο που ο σκηνοθέτης δεν έχει αποφασίσει από πριν την δοσολογία του και έτσι ο θεατής βρίσκεται εκτεθειμένος, όντας υποχρεωμένος να αποφασίζει εκείνος κάθε φορά για την οπτική γωνία των συμβάντων. Επίσης, υπάρχουν κάποιες επαναλαμβανόμενες σκηνές, που δεν προσφέρουν κάτι στην εξέλιξη της υπόθεσης, εκτός από την πραγματικά αξιόλογη μουσική επένδυση τους.

Η ταινία μας περιγράφει την ζωή του Martin (Javier Drolas) και της Mariana (Pilar Lopez de Ayala) λίγες μέρες πριν την συνάντησή τους. Δυο άνθρωποι μοναχικοί με πολλά κοινά σημεία και αναφορές, που θα ήταν καταδικασμένοι ποτέ να μην έρθουν σε επαφή, αν ο σκηνοθέτης δεν κρατούσε στο χέρι του το μαγικό ραβδί του σεναρίου και δεν είχε σπουδάσει εξονυχιστικά το προφίλ των ηρώων του…Woody Allen. Η απρόσωπη μεγαλούπολη του Buenos Aires με την άναρχη δόμηση, το πολύ τσιμέντο και το μποτιλιάρισμα, δεν κρύβει μονάχα τον ορίζοντα, αλλά απαγορεύει στους «ροβινσώνες της γκαρσονιέρας» να ακουμπήσουν τα βλέμματά τους. Μέχρι που όλο το σύμπαν συνωμοτεί για ένα απρόσμενο, στυλιζαρισμένο happy end. 

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Taxi driver


Η ψηφιακή επεξεργασία της  ταινίας του Martin Scorsece, “Taxi driver”, μπορεί να έδρασε και λίγο σαν κίνητρο για μια καινούργια προβολή σε θερινό κινηματογράφο. Όμως γρήγορα η αίσθηση της τεχνολογικής αρτιότητας εξανεμίστηκε από την ίδια την ταινία. Η λέξη «διαχρονικότητα» φαντάζει υπερβολικά λίγη, για να περιγράψει μια ταινία που κυκλοφόρησε το 1976, αλλά μοιάζει να περιγράφει με απίστευτες λεπτομέρειες την δική μας πραγματικότητα, τόσα χρόνια αργότερα.

Έχουν γραφτεί και θα γραφτούν πολλά για την γέννηση της φασιστικής νοοτροπίας σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Η προσωπική ή η συλλογική «ήττα», σαν γενεσιουργός αιτία πάνω σε ένα υπόστρωμα συντηρητισμού και άγνοιας ή αποσπασματικής παιδείας. Όμως εδώ, στον «Ταξιτζή», ο Travis Bickle (Robert De Niro) ο βετεράνος πεζοναύτης του Βιετνάμ γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο, πως «θέλει να καθαρίσει την Νέα Υόρκη από την βρωμιά» και γι’ αυτό, για αυτόν τον προσωπικό τον «ιερό» του στόχο γυμνάζεται, οπλίζεται και εκτελεί. Διαλέγει ακριβώς τα λόγια που ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά του κάθε πολίτη, κάθε ηλικίας και εποχής.

Στα νυχτερινά πλάνα καθώς η Νέα Υόρκη στροβιλίζεται πίσω από τα τζάμια του ταξί, σαν ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι, βλέπουμε ξεκάθαρα την απόρριψη που βιώνουν της γης οι κολασμένοι. Μόνο που ο πρωταγωνιστής τη βλέπει διαθλασμένη και γι’ αυτό την ερμηνεύει λανθασμένα. Βλέπουμε ποιος είναι αυτός που οπλίζει το χέρι με σιδηρολοστούς, μαχαίρια, πιστόλια και καλάσνικοφ. Να το πούμε καπιταλισμό, θεοποίηση του κέρδους, κοινωνική ανισότητα, συσσώρευση του πλούτου στους λίγους, εκμετάλλευση των αδυνάτων και της φύσης; Όπως και να το πούμε αυτό το χέρι που νομίζει ότι χτυπάει το σύστημα, είναι το ίδιο το μακρύ χέρι του συστήματος.



Σε πρώτο επίπεδο η ταινία μιλάει για την βία που ασκεί ο πόλεμος στα σώματα και στις ψυχές των στρατιωτών και για βία κατά των γυναικών. Για την βία είτε με την στυγνή «ακατέργαστη» μορφή της, σαν και αυτή που βιώνει η 12χρονη πόρνη Iris (Jodie Foster), είτε αυτήν που κρύβεται κάτω από τον μανδύα του καθωσπρεπισμού, που θέλει την γυναίκα στολίδι στου πλευρό του αφέντη, όπως στην περίπτωση της αιθέριας Betsy (Cybil Shepherd). 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Ο Μεγάλος Δικτάτωρ


Διαβάζουμε από το πρόγραμμα της προβολής από την “New Star

«Η παραγωγή της ταινίας ξεκίνησε το 1937, όταν ακόμα δεν υπήρχαν πολλοί που πίστευαν πως ο ναζισμός συνιστούσε απειλή, ενώ το φιλμ κυκλοφόρησε το 1940, λίγο πριν η Αμερική μπει στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.»



Ο Μεγάλος Δικτάτωρ, του  Charlie Chaplin, είναι ο σωσίας του Σαρλό. Φυσικά, ένας σωσίας μόνο όσο αφορά την εξωτερική εμφάνιση και με έμφαση στο χαρακτηριστικό μουστάκι. Πως θα μπορούσε ποτέ ο Άντενόιντ Χίνκελ, η καρικατούρα του Αδόλφου Χίτλερ, να διαθέτει την καλοσύνη, τον ρομαντισμό, την οικουμενικότητα, του μοναδικού αλητάκου του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Ο Μεγάλος Δικτάτωρ, του Charlie Chaplin, είναι ένα νευρόσπαστο. Βίαιος, μοχθηρός, αλαζονικός, αλλά ταυτόχρονα φιλόδοξος και αφελής με χαμηλό νοητικό επίπεδο. Μια φιγούρα που βρίσκεται στα όρια της ψυχικής ασθένειας, διότι μόνο ως διαστροφή μπορούσε να νοηθεί ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός.

Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, παρά την προηγούμενη εμπειρία, τέτοια φαινόμενα εθνικιστικής μισαλλοδοξίας τείνουν να αποδοθούν σε ψυχιατρικά νοσήματα. Η ανθρώπινη λογική αρνείται να αντιστοιχηθεί με τον αποτροπιασμό τέτοιων ειδεχθών εγκλημάτων, είτε πρόκειται για μαζικές δολοφονίες, όπως για παράδειγμα αυτές του Anders Breivik, είτε πρόκειται για τα μεμονωμένα, αλλά κατά συρροή δολοφονικά περιστατικά βίας των ημέτερων «φυρερίσκων».

Όμως, ο Μεγάλος Δικτάτωρ είναι ένας Μεγάλος Ηθοποιός. Τουλάχιστον ξεκινά ως ηθοποιός (υποδύεται τον σωτήρα) μέχρι τη στιγμή, που ταυτίζεται με τον ρόλο του δικτάτορα, όταν οι πολιτικές συνθήκες ευνοούν την εμφάνισή του. Γίνεται το εργαλείο του όχλου. Δημιουργός και δημιούργημα. Γίνεται ο φορέας ενός γενικευμένου θυμού που έχει ανάγκη τον αποδιοπομπαίο τράγο του. Η κρίση του καπιταλισμού που γεννά και επεκτείνει την φτώχεια σε μεγάλα κοινωνικά στρώματα, η ανεργία, η διαφθορά του πολιτικού κατεστημένου και γενικότερα η απαξίωση της δημοκρατίας, σε συνδυασμό με την ελλιπή εκπαίδευση, που είναι υπεύθυνη για την ημιμάθεια, συμμετέχουν στην διάχυση αυτής της «δυσλειτουργίας» μέσα στα σωθικά της κοινωνίας. Έτσι, η αλληλεγγύη, το όπλο του λαού, το μόνο που μπορεί να τον οδηγήσει στην ευημερία, αντικαθίσταται από το μίσος που εκφράζουν τα άκρα.

Πολλοί ισχυρίζονται, ότι ζούμε σε εποχές ανάλογες με αυτές στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Charlie Chaplin, λίγα χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας αυτής, όταν έγινε γνωστή η φρίκη του ναζισμού, αισθάνθηκε κάπως άβολα επειδή προσπάθησε να σατιρίσει, αυτό, που στα μάτια του φάνταζε τόσο «παράλογο». Παρ’ όλα αυτά όμως και παρά την λάθος διάγνωση, από την μεριά του, η ταινία δεν παύει να είναι μια κορυφαία κινηματογραφική στιγμή. Ένα πανανθρώπινο και διαρκές μήνυμα αγάπης. Ένας ύμνος για την ελευθερία, για την συνεργασία ανάμεσα στους ανθρώπους, ανεξάρτητα από φυλές, θρησκείες και χρώμα.


Ο συγκλονιστικός λόγος του Charlie Chaplin στο τέλος της ταινίας «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ».

«Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλεύσω, ούτε να κατακτήσω κανέναν. Θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο, αν μπορούσα. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς. Όλοι επιθυμούμε την αλληλεγγύη, αυτή είναι η φύση των ανθρώπων. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε.

Στον κόσμο αυτόν υπάρχει χώρος για τον καθένα. Η καλή Γη είναι πλούσια και μπορεί να παρέχει για όλους. Η ζωή μπορεί να είναι ελεύθερη και ωραία, αλλά χάσαμε αυτό το μονοπάτι. Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές των ανθρώπων, ανύψωσε τους φραγμούς του μίσους, μας καταδίκασε στη δυστυχία και στη σφαγή. Ορίσαμε την ταχύτητα, αλλά κλειστήκαμε στον εαυτό μας. Η εκμηχάνιση προσφέρει αφθονία αλλά μας έχει αφήσει σε ένδεια. Η επιστήμη μας έκανε κυνικούς, η ευφυΐα μας, σκληρούς και άξεστους. Σκεφτόμαστε πολύ και αισθανόμαστε ελάχιστα.

Περισσότερο κι από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ από την επιδεξιότητα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη και την ευγένεια. Χωρίς αυτές τις αρετές, η βία θα κυριαρχήσει στην ζωή και όλα θα χαθούν. Το αεροπλάνο και το ραδιόφωνο μας έφεραν πιο κοντά. Η ίδια η φύση αυτών των εφευρέσεων διαλαλεί την καλοσύνη των ανθρώπων. Διαλαλεί την παγκόσμια αδελφοσύνη, την ενότητα όλων μας.

Ακόμα κι αυτή τη στιγμή, η φωνή μου φτάνει στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους. Σε αυτούς που με ακούνε, λέω: Μην απελπίζεστε. Η τωρινή μας δυστυχία δεν είναι παρά το πέρασμα στης πλεονεξίας και της σκληρότητας εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου.

Το μίσος των ανθρώπων θα περάσει και οι δικτάτορες πεθαίνουν! Και η δύναμη που αφαίρεσαν από τον λαό θα επιστέψει σε αυτόν ξανά. Όσο οι άνθρωποι πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα αφανιστεί ποτέ!

Στρατιώτες! Μην υπακούτε στους αγροίκους, που σας περιφρονούν και σας σκλαβώνουν, που σας δυναστεύουν τις ζωές. Ανθρώπους που σας λένε τι να κάνετε, τι να σκεφτείτε και τι να νοιώσετε! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, σε κρέας για τα κανόνια. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, στους εγκέφαλους και τις καρδιές των μηχανών! Δεν είστε ούτε μηχανές, ούτε κοπάδι, είστε άνθρωποι! Φέρετε την αγάπη της ανθρωπότητας μέσα στις καρδιές σας, δεν μισείτε! Μόνο όσοι στερήθηκαν την αγάπη μισούν! Οι στερημένοι και οι αφύσικοι!

Στρατιώτες! Μην αγωνίζεστε για την σκλαβιά, αγωνιστείτε για την ελευθερία! Ο άγιος Λουκάς στο 17ο κεφάλαιο γράφει: «το βασίλειο του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο». Όχι σε έναν άνθρωπο, όχι σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλους τους ανθρώπους! Σε εσάς! Εσείς είστε ο λαός που έχει την δύναμη, να δημιουργεί τις μηχανές, να δημιουργεί την ευτυχία! Εσείς ο λαός, έχετε την δύναμη να δημιουργήσετε την ευτυχία, να εμπνεύσετε μια όμορφη και ελεύθερη ζωή, να κάνετε αυτή τη ζωή μια υπέροχη περιπέτεια!

Στο όνομα της δημοκρατίας, ας χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη, ας ενωθούμε! Ας αγωνιστούμε  για ένα καινούργιο κόσμο, με ευκαιρίες και δουλειά για όλους, μέλλον για τους νέους, ασφάλεια για τους ηλικιωμένους.

Με αυτές τις υποσχέσεις, οι αγροίκοι πήραν την εξουσία. Αλλά είπαν ψέματα! Δεν κράτησαν τον λόγο τους! Ποτέ δεν θα το κάνουν! Οι δικτάτορες ελευθερώνουν τον εαυτό τους, αλλά υποδουλώνουν τον λαό. Ο αγώνας μας είναι να κάνουμε πράξη αυτές τις υποσχέσεις! Να ελευθερώσουμε το λαό, να σπάσουμε τους εθνικούς φραγμούς, να καταργήσουμε την πλεονεξία, το μίσος και την μισαλλοδοξία.

Ας αγωνιστούμε για ένα κόσμο δικαίου, όπου η επιστήμη και η πρόοδος  θα φέρουν ευτυχία σε όλους! Στρατιώτες! Στο όνομα της δημοκρατίας, ας ενωθούμε!

Χάννα, με ακούς; Όπου κι αν είσαι σήκωσε τα μάτια, Χάννα. Τα σύννεφα διαλύονται, ο ήλιος διαπερνά! Βγαίνουμε από το σκοτάδι μέσα στο φως! Μπαίνουμε σε έναν νέο κόσμο, έναν καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι θα ανυψωθούν πάνω από το μίσος, την πλεονεξία και την αγριότητά τους. Σήκωσε τα μάτια σου, Χάννα! Η ψυχή του ανθρώπου έχει φτερά και μαθαίνει επιτέλους να ανυψώνεται! Πετάει προς το ουράνιο τόξο, προς την ελπίδα, προς το μέλλον. Το λαμπρό, το ένδοξο μέλλον, που ανήκει σε εσένα, σε εμένα, σε όλους μας!

Σήκωσε τα μάτια, Χάννα! Κοίτα ψηλά!»

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

L`Exercice de l`Etat-Ο υπουργός

Με αρκετά απλοϊκή ματιά το Γάλλος σκηνοθέτης Pierre Scholler κάνει μια ταινία για τον κόσμο της πολιτικής, μέσα από την καθημερινότητα ενός υπουργού λίγο διαφορετικού από το συνηθισμένο, όπως τον παρουσιάζει. Πολύ πριν το διάλλειμα έχει εξαντλήσει κάθε ζήτημα, αφού το κοινό στο οποίο απευθύνεται έχει προ πολλού αποκτήσει μιθριδατισμό, σε ότι αφορά την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, τουλάχιστον στα κυβερνητικά κλιμάκια.
Ο κινηματογραφικός φακός ακολουθεί κατά πόδας τον Bernand Saint-Jean (Olivier Gourmet) υπουργό μεταφορών, ακόμα και στα «πεινασμένα» όνειρά του. Στους δρόμους, στις περιοδείες του, στις συσκέψεις του, αλλά και μέσα στην κρεβατοκάμαρά του. Κάνει ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό και στο γραφειοκρατικό προσωπικό των ανώτατων κλιμακίων, που «τρέχουν» κατά το δοκούν τις κυβερνητικές εντολές των θεωρητικά προϊσταμένων τους. Μια επόμενη διαχωριστική γραμμή είναι αυτή ανάμεσα στους εντός και στους εκτός του συστήματος. Η ικανότητα όμως του υπουργού να συλλαμβάνει τα ερεθίσματα-μηνύματα από την «βάση» δεν τον κάνει αυτομάτως καλύτερο, ούτε πιο συμπαθή.
Πολύ συχνά κατά την διάρκεια της ταινίας το δίπτυχο ηθοποιός-πολιτικός έρχεται να ταυτιστεί με τις παραστάσεις των θεατών από την καθημερινότητα και να αποκωδικοποιηθεί ως πολιτικός-ηθοποιός, μιας και αυτή η σχέση, θα μπορούσαμε να πούμε σχέση ζωής, διαρκεί πολύ περισσότερο από τα 115 λεπτά της προβολής.
Η ταινία, από το δεύτερο μέρος και μετά, είναι φανερό ότι έχει εξαντληθεί και ο σκηνοθέτης αναγκάζεται να «σκηνοθετήσει» ένα ρεαλιστικό αυτοκινητιστικό ατύχημα με θύμα τον οδηγό και τραυματία τον υπουργό, για να αναστήσει το χαμένο του σενάριο.
Ο καλός ρυθμός και κάποιες σκόρπιες ατάκες όπως η αυτό-εξομολόγηση «έχω 4000 επαφές στην μνήμη του κινητού μου, αλλά κανένα φίλο» κρατούν τελικά τον θεατή στην αίθουσα.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Las acacias


Όταν δυο σκουπίδια της ζωής συναντιόνται σε ένα αργό, κινηματογραφικό road movie, χωρίς δραματοποίηση, αλλά με εξαιρετικά εύστοχη σκηνοθετική ματιά, προκύπτει μια ταινία γεμάτη υπόγεια ένταση, ανθρωπιά και αισιοδοξία.
Ο φακός του Pablo Giorgeli στα μεγαλύτερα μέρη της ταινίας μετακινείται από την θέση του οδηγού στην θέση του συνοδηγού και πάλι πίσω, στην καμπίνα μιας τεράστιας ρυμουλκού νταλίκας, που κατεβαίνει στο Buenos Aires από τα σύνορα της Παραγουάης, στον Βορρά της Αργεντινής, γεμάτη κορμούς δένδρων. Σε δεύτερο πλάνο οι ατέλειωτες pampas μέσα από τα παράθυρα και τους πλαϊνούς καθρέφτες της νταλίκας. Οι διάλογοι ανάμεσα στον αργεντινό οδηγό Ruben (German de Silva) και την Jacinta (Hebe Duarte) μια Παραγουανή, που κρατά στην αγκαλιά της την μόλις τεσσάρων μηνών κορούλα της, δεν προσφέρουν σεναριακές βοήθειες αποκρυπτογράφησης. Την υπόθεση την διηγούνται οι εικόνες. Το πέρασμα από το φυλάκιο στα σύνορα, τα σταματήματα για ξεκούραση και φαγητό στα μοτέλ της εθνικής οδού και φυσικά τα βλέμματα των πρωταγωνιστών συμπεριλαμβανομένου και του βρέφους.
Η Jacinta, η ανύπαντρη φτωχή μητέρα, που παίρνει τον δρόμο της προσφυγιάς και πηγαίνει να συναντήσει τους συγγενείς της στην πρωτεύουσα της Αργεντινής και ο Ruben, ο μοναχικός οδηγός, πολίτης μιας χώρας που υποδέχεται μετανάστες, αλλά αισθάνεται και είναι το ίδιο ξένος μέσα στην πατρίδα του, θα λιώσουν τον πάγο που τους χωρίζει, όταν αισθανθούν ότι βρίσκονται από την ίδια πλευρά.
Η ασφάλεια, η αίσθηση ότι κάπου ανήκεις, η ελευθερία είναι έννοιες που πηγάζουν από τον ίδιο τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ο Pablo Giorgeli μέσα από αυτήν την μινιμαλιστική και ίσως για τα μάτια του Ευρωπαίου θεατή λιγάκι φολκλορική ταινία, δεν σταματά στην ανάλυση των χαρακτήρων, γιατί στην θέση τους θα μπορούσαν να ήταν εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι. Καταφέρνει να αναδείξει με επιτυχία το ζήτημα της «εσωτερικής σκλαβιάς», μετατρέποντας το ταξίδι προς τον Νότο σε ένα ταξίδι ψυχής ταυτόχρονα.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

La lengua de las mariposas-Η γλώσσα της πεταλούδας













Όταν μιλάει η αλήθεια περιττεύουν τα υπόλοιπα. Η σαφήνεια με την οποία μας εξιστορεί ο ισπανός σκηνοθέτης José Luis Cuerda την ζωή σε ένα μικρό χωριό της Γαλικίας, την δύσκολη χρονιά του 1936, η δύναμη και η ειλικρίνεια της εικόνας του, καθώς περιγράφει τον στραγγαλισμό της δημοκρατίας από τις φρανκικές φασιστικές ορδές, του επιτρέπει ακόμα και κάποιες σκηνοθετικές ευκολίες, όπως αυτή που κατά την διάρκεια της υπαίθριας γιορτής, μαζεύονται τα σύννεφα και ξεσπάει η νεροποντή, την ώρα που οι άσπονδοι εχθροί της δημοκρατίας μαζεύουν τις δυνάμεις τους, για να της επιτεθούν. Η άγνοια και ο φόβος, τα διαχρονικά όπλα της αντίδρασης απέναντι στις υγιείς δυνάμεις της προόδου, έρχονται να αποτυπωθούν με όλη τους την σκληρότητα στην μεγαλειώδη τελική σκηνή της ταινίας.


Ο μικρός Moncho, το οκτάχρονο σπουργιτάκι, βλέπει να οδηγούν τον δάσκαλό του πάνω στο καμιόνι μαζί με τους υπόλοιπους δημοκρατικούς. Αυτόν τον δάσκαλο που τους διάβαζε στην τάξη ποίηση, τους δίδασκε τον Antonio Machado, αυτόν τον δάσκαλο που τους έλεγε πως «τα βιβλία είναι ο τόπος που δεν παγώνουν τα όνειρα». Όλος ο κόσμος δίπλα του φοβισμένος να βρίζει, ακόμα και η ίδια του η μάνα και ο πατέρας. Δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί το «άθεος» και το «κομμούνι» είναι βρισιές και γιατί αν δεν φωνάξει και ο ίδιος, ο πατέρας του κινδυνεύει να συλληφθεί και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους. Αρπάζει τις πέτρες και τρέχει ξωπίσω από το καμιόνι. Από το στόμα του θα βγουν οι λέξεις “tilonorrinco” και «προβοσκίδα» ένα μάντρα, ένας κώδικας επικοινωνίας που σφηνώθηκε βαθιά μέσα στο κεφάλι του μικρού, τις μέρες που η διδασκαλία γινόταν στην ύπαιθρο, τότε που ο δάσκαλος ο Don Gregorio (Fernando Fernán Gómez) προσπαθούσε να φτιάξει την πρώτη ελεύθερη γενιά που χρειάζεται, για να μην λείψει ποτέ από τον κόσμο η δημοκρατία.


Μέσα από την αθώα παιδική ματιά του καταπληκτικού Manuel Lozano καθρεφτίζονται οι ταραγμένες σελίδες της απαρχής του Ισπανικού εμφύλιου. Μια ταινία, που θα μπορούσε να είχε προβληθεί στα κυριακάτικα απογεύματα του κινηματογράφου Φιλίπ, στα πλαίσια των ταινιών για παιδιά και εφήβους, αν η κρίση αξιών που μάστιζε εδώ και πάρα πολλά χρόνια την πατρίδα μας δεν μετατρέπονταν σε οικονομική κρίση και όχι μόνο. Μια ταινία τρυφερή σε πρώτο επίπεδο με την αγωνία και την σκληρότητα να υποβόσκουν κάθε δευτερόλεπτο


Η ελεύθερη προβολή της ταινίας από την κινηματογραφική λέσχη του δήμου Πεύκης-Λυκόβρυσης, καθώς και όλο το πρόγραμμα των προβολών, είναι ένα από τα πολλά σημάδια αντίστασης που γεννιούνται και που αξίζει να υποστηριχθούν.
Το βίντεο που ακολουθεί είναι το 9ο και τελευταίο μέρος της ταινίας από το youtube με αγγλικούς υπότιτλους.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Άδικος κόσμος


Από την αρχή ακόμα, καθώς οι τίτλοι της ταινίας πέφτουν πάνω στα κατεβασμένα ρολά της παρκαρισμένης καντίνας και ο ανακριτής Σωτήρης Αυγέρος (Αντώνης Καφετζόπουλος) κοιμάται καθιστός στο διπλανό παγκάκι της πλατείας, καταλαβαίνουμε ότι ο σκηνοθέτης Φίλιππος Τσίτος έχει κέφια να στήσει ένα καραγκιοζ-μπερντέ. Ένας τρόπος για να ειπωθούν όσα δεν λέγονται με λόγια- αναλαμβάνει να το πει αυτό το ασταθές, λυόμενο, χωρίς πατρίδα όχημα. Μια σάτιρα που γκρεμίζει κατεστημένους μύθους, γιατί πρώτα απ’ όλα διαλύει την ίδια της την ουσία. Τι μπορεί να μείνει όρθιο από ένα σαραβαλιασμένο, διεφθαρμένο και άδικο μέχρι τον πυρήνα του σύστημα, έξω από την φλόγα μιας ανθρώπινης ψυχής. Μην έχουμε καμιά παρεξήγηση. Ο σκηνοθέτης δεν έχει την διάθεση …να σώσει καμιά ψυχή σε λιβάδια χλοερά. Μια επανάσταση ζητάει ο άνθρωπος να κάνει, που να αποτελείται από εκατομμύρια πολλές, μικρές, ατομικές επαναστάσεις και γι’ αυτό θα παίξει την ζωή του κορώνα-γράμματα. Κι όταν πιστέψει ότι βρήκε τον πρώτο σύντροφο, θα χορέψει εκστασιασμένος, σαν μέσα σε ξέφρενη ερωτική παραζάλη, τον διασκευασμένο σε ροκ «καραγκιόζη» του Σαββόπουλου.
Πανταχού παρούσα η σκηνοθετική ματιά ακολουθεί το σενάριο, ευτυχώς όχι κατά πόδας και έτσι πετυχαίνει να αναπτύξει δεκάδες παράλληλα ζητήματα, θίγοντας, για παράδειγμα, από την σωματική βία κατά των γυναικών, μέχρι την ανάγκη για αποκέντρωση, με τρόπο επαρκή, πειστικό και κυρίως, ούτε κατά διάνοια διδακτικό.
Εξαιρετικές οι ερμηνείες των ηθοποιών και ιδιαίτερα του Αντώνη Καφετζόπουλου, εκπληκτικά ώριμη σε ένα ρόλο άκρως απαιτητικό. Η μουσική της Josepha José van der Schoot «κρύβεται» με λειτουργικό τρόπο, όσο ακριβώς χρειάζεται.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

It's a free world-Ένας ελεύθερος κόσμος


Ένας Ken Loach κατώτερος των περιστάσεων σε αυτήν την ταινία. Δεν τίθεται σε αμφισβήτηση φυσικά η κινηματογραφική του αφήγηση, ούτε η ικανότητα του να καταγράφει την πραγματικότητα. Απλώς σε αυτήν την ταινία είναι ανύπαρκτη η αριστερή του ματιά. Μένει τόσο μετέωρο το κοίταγμα του, όσο αμήχανα βρίσκεται να κοιτάζει η σημερινή Αριστερά την εξέλιξη-μετάλλαξη του καπιταλισμού-καζίνο. Μια οπτική περιθωριακή, ικανή μόνο να μαζεύει τα κομμάτια της.
Στο πρόσωπο της λαϊκής κοπέλας Angie (Kierston Wareing) βλέπουμε την φιλοδοξία των μικρο-μεσαίων στρωμάτων να «πιάσουν την καλή», πατώντας στις πλάτες των πλέον ανήμπορων, των μεταναστών, που κατά χιλιάδες κατακλύζουν τα μητροπολιτικά κέντρα των δυτικών κοινωνιών. Θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης, απολύεται από την δουλειά της σε γραφείο ευρέσεως εργασίας και αποφασίζει με την φίλη της Rose (Juliet Ellis) να ανοίξει δικό της γραφείο. Ξεκινά με δυναμισμό, να στήσει την επιχείρησή της, αλλά γρήγορα ανακαλύπτει, ότι αυτό που γεμίζει τις τσέπες της με χρήμα είναι η εκμετάλλευση των συνανθρώπων της. Όσο μεγαλύτερη, τόσο μεγαλύτερα τα κέρδη. Όσο πιο παράνομος ο μετανάστης-εμπόρευμα, τόσο πιο προσοδοφόρο το αποτέλεσμα. Σταδιακά, μαζί με παντελή έλλειψη ταξικής συνείδησης χάνει και την ανθρωπιά της, πράγματα που συνήθως συμβαδίζουν, για να γίνει το ίδιο και περισσότερο ανελέητη από τα πρώην αφεντικά της. Μια ιδιότυπη «ανταρσία» από την πλευρά των θυμάτων της, θα την επαναφέρει υποτίθεται σε περισσότερο political correct επαγγελματικές πρακτικές. Ταυτόχρονα, οι σχέσεις της με τον μικρό γιο της, τον οποίο μεγαλώνουν οι γονείς της, ανοίγουν ένα νέο παράθυρο μελέτης σε ένα Λονδίνο παράλληλο, εφαπτόμενο, πολλαπλά εξαρτημένο από τα γκέτο της μισθωτής σκλαβιάς ή της άμισθης ληστείας, όπως αποδεικνύεται, που συμβιώνουν μαζί του.
Ένας ιδιότυπος κομφορμισμός, που δεν μένει σε επίπεδο απόκτησης υλικών αγαθών, αλλά κατατρώει συναισθήματα, καταπίνει ακόμα και τα πιο υγιή συστατικά της ανθρώπινης ύπαρξης, την αγάπη για τη ζωή και για τον έρωτα. Όταν όλα καταρρέουν μέσα στην παραζάλη της επίπλαστης μικρο-αστικής ευδαιμονίας έρχεται ο Παύλος Σιδηρόπουλος, πολλά χρόνια πριν για να τα πει καλύτερα από τον Ken Loach αυτή τη φορά:
Βρε έγινες σοβαρό παιδί
Μ' αφεντικού μουσούδα
Βαρύ πεπόνι δηλαδή
Και με χόντρη τη φλούδα

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

A Torinoi Lo-Το άλογο του Τορίνο


Όσα λόγια δεν αντάλλαξαν μεταξύ τους, στα 146 λεπτά της ταινίας του Bela Tarr, “Tο άλογο του Τορίνο”, ο πατέρας και η κόρη, τα διηγήθηκε όλα ο άνεμος. Ορμητικός, παγωμένος, υποβλητικός, πανταχού παρών ακόμα κι όταν η ξύλινη πόρτα του ερειπωμένου πέτρινου σπιτιού κλείνει, καταφέρνει να εισχωρήσει εντός, ακόμα και όταν τον κλείνουν απ’ έξω, η θυμωμένη, η λυσσασμένη ανάσα του προλαβαίνει να ιστορήσει, όσα τα ασπρόμαυρα κάδρα του σκηνοθέτη δεν προλαβαίνουν να πουν. Και στην τεράστια αχανή στέπα, όπου τα μόνα πράγματα που ξεπροβάλλουν είναι το σπίτι και το υποστατικό με τον στάβλο του, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αέρινο κλειστοφοβικό περιβάλλον, μια ηχητική φυλακή απροσπέλαστη από όλες τις πλευρές.
Ο Bela Tarr έχει τον δικό του ρυθμό και τον δικό του τρόπο να αφηγείται και αυτό κάνει και σε αυτήν την ταινία. Δίνει όσο ακριβώς χρόνο χρειάζονται οι εικόνες, για να μιλήσουν μόνες τους. Με την επανάληψη των σκηνών, με τις διαφορετικές οπτικές γωνίες λήψης, ο λόγος προκύπτει μέσα από τα άψυχα αντικείμενα, το ίδιο σαφής, το ίδιο εύγλωττος, σαν να έβγαινε από τα ανθρώπινα χείλη. Ο τρόπος που φωτίζεται το δωμάτιο κάνει ένα τραπέζι, ένα σκαμνί, ένα πιάτο, ένα ποτήρι, να παίρνουν μια διαφορετική πρωτόγνωρη αξία.
Ένα άλογο χτυπημένο από το αφεντικό του. Ένας πατέρας και μια κόρη χτυπημένοι από την ζωή. Ένας άνθρωπος που έρχεται να δανειστεί ένα ποτό και μιλά για πράγματα που αφορούν τρίτους και έμμεσα και αυτούς τους ίδιους. Μια παρέα τσιγγάνων εμφανίζονται από το πουθενά και φεύγουν διωγμένοι κακήν κακώς. Ένα πηγάδι που ξαφνικά στερεύει το νερό του. Μια αποτυχημένη απόπειρα διαφυγής. Και ανάμεσα σε όλα αυτά η καθημερινότητα ντύνει και γδύνει τις ζωές τους. Δυο ποτήρια ποτό για πρωινό, μια πατάτα για μεσημεριανό. Κάθε μέρα ίδια όλα και απαράλλαχτα. Μπροστά και πίσω από το παράθυρο η ίδια θανατερή ακινησία. Έξη μέρες, όσο κρατάει μια δημιουργία, άλλο τόσο και η απαξίωσή της.
Ο Bela Tarr ερωτεύεται με τον μακρινό ουρανό και τα σύννεφα. Με την ομίχλη και τα μοναχικά δένδρα στο βάθος του ορίζοντα. Παίζει με το τριζοβόλημα του ξύλου όταν καίγεται, με τον ήχο που κάνει η τσίγκινη κούπα πάνω στο τραπέζι και ο σύρτης της πόρτας. Πολλές φορές ο φακός μένει ξεχασμένος σε ένα κάδρο, ενώ οι ηθοποιοί του έχουν ήδη αλλάξει θέση ή στέκεται πάλι ακίνητος και τους περιμένει να εμφανιστούν. Άλλοτε μιλάει με το σκοτάδι, γεμίζει μαύρο την οθόνη, αφήνει μόνο μια αδιόρατη φευγαλέα γρίλια από την ξυλόσομπα.
Εξαιρετική και υποβλητική η μινιμαλιστική μουσική του Mihály Vig.




Η ταινία προβλήθηκε στο Τριανόν στις 8 Ιανουαρίου 2012 στην θέση της ομιλίας «Πολιτική και σινεμά», που αναβλήθηκε λόγω αδυναμίας του σκηνοθέτη να παρευρεθεί.. Στις 7 Ιανουαρίου είχε προβληθεί η 7ωρης διάρκειας αριστουργηματική επική πολιτική-υπαρξιακή ταινία του Bela Tarr “Satantango”.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Poulet aux Prunes-Κοτόπουλο με δαμάσκηνα


Ένα πολυεπίπεδο, αλληγορικό παραμύθι είναι αυτή τη ταινία της Marjane Satrapi και του Vincent Paronnaut. Σε δυο μόλις εικόνες συμπυκνώνεται ολόκληρη η αγωνία και ο πόνος της συγγραφέως για την πολύπαθη πατρίδα της. Όταν η νεαρή ηρωίδα, η (το ) Ιράν (Golshifteh Farahani), παντρεύεται παρά την θέλησή της τον στρατηγό, εκφραστή της αμερικανοκίνητης κοσμικής εξουσίας και όταν ίδια πάλι Ιράν ηλικιωμένη πλέον ντυμένη στα καταθλιπτικά ρούχα, που επιβάλλουν οι εκφραστές της ισλαμικής τρομοκρατίας -«δημοκρατίας» (με όσο πιο πολλά εισαγωγικά γίνεται), αρνείται τον νεανικό της έρωτα σε ένα έρημο παγερό σοκάκι, κρύβεται πίσω από μια γωνία και ξεσπά σε αναφιλητά.
Από κει και πέρα ο μουσικός Naser Ali Khan (Mathiu Amalric) χρειάζεται ακριβώς επτά ημέρες για λύσει τις διαφορές του με τα εγκόσμια και να μπορέσει να αφεθεί στα γαμψά νύχια του Azrael (Eduard Baer). Όχι πως δεν τον φοβάται. Υπάρχει όμως χειρότερος θάνατος από την ίδια την ζωή, όταν στο δικό σου παραμύθι δεν μπορούν να χωρέσουν οι γύρω σου; Ο αδελφός του ο Abdi (Eric Caravaca) μέλος του κομμουνιστικού κόμματος το καλό παιδί πρώτος στα μαθήματα πρώτος στον αγώνα, η γυναίκα του Faranguisse (Maria de Medeiros) με την κατακτητική της αγάπη σπάζει το μοναδικό βιολί που μπορεί να τραγουδήσει την ζωή, η κόρη του Lili (Enna Balland) μια παιδούλα που ρουφάει με τα μάτια της τον κόσμο θα αυτομολήσει στη Δύση μια κυνική εμιγκρέ μια γυναίκα αράχνη (Chiara Mastroyani), ο γιος του Cyrus (Mathis Bour) ένας ρηχός μπουλούκος, ένας μελλοντικός ανεγκέφαλος yanki (Cristian Friedel) αφομοιωμένος στην αμερικάνικη υποκουλτούρα της ΤV, του καναπέ και των humburgers. Η μάνα του, που σαν όλες τις μάνες θέλει το καλό του γιου της, μια μάγισσα που δένει με ξόρκια τη ζωή του με νήματα διάφανα, σαν τον καπνό του τσιγάρου.
Η καλή η συνταγή θέλει και τα άριστα υλικά για να μαγειρευτεί. Σε αυτό καζάνι εκτός από την φαντασία, την νοσταλγία και τον πόνο οι σκηνοθέτες έβαλαν πολύ αγάπη, μουσική, παραμύθι, κινούμενο σχέδιο από αυτό που φτιάχνει κάδρα- ζωγραφικούς πίνακες, μια πρέζα κουκλοθέατρο, όσο πιάνουν τα τρία δάχτυλα του χεριού βωβό κινηματογράφο και έλιωσαν τον χρόνο στο γουδοχέρι έτσι που να σκορπίσει παντού και επειδή η κριτική συνήθως κάθεται βαριά στο στομάχι, πασπάλισαν με άφθονο γλυκόπικρο χιούμορ.