
Ας ξεκινήσουμε όπως ακριβώς και ο Woody Allen. Κινηματογράφος και αληθινή ζωή είναι ένα και το αυτό. Δεν με βλέπετε μόνο εσείς, σας βλέπω και εγώ, μοιάζει να μας ψιθυρίζει, άρα ευκαιρία για αυτοσαρκασμό. Το ξέρουμε εμείς οι θεατές, το ξέρει και ο πρωταγωνιστής, το λέει και στους άλλους ηθοποιούς, αλλά δεν τον πιστεύει κανένας. Τους βάζει στο τραπεζάκι-έξω του καφενείου, για τις συνηθισμένες του αμπελοφιλοσοφίες-από πού ερχόμαστε και προς τα που πηγαίνουμε-και ξαφνικά ρίχνει στα πόδια του, μπροστά στα σκαλιά του περιποιημένου φτωχικού του, ένα ζουμπουρλούδικο μωρό ετών 21, έκθετο, απελπισμένο, στα όρια της απόγνωσης.
Ο Boris Yelllnikoff (Larry David) λίγο παραπάνω από μεσήλικας, με δυο απόπειρες αυτοκτονίας στο ενεργητικό του, κουτσός, φαλακρός, μισάνθρωπος, αλλά και διάνοια στην φυσική, παρ’ ολίγον νομπελίστας, δεν θέλει πολύ… αλλά στο τέλος πείθεται να παντρευτεί την μικρή ανόητη, αλλά με τις υπόλοιπες χάρες στον υπερθετικό βαθμό, Melodie St Ann Celestine (Evan Rachel Wood). Γύρω από το κεντρικό αυτό πρωταγωνιστικό δίδυμο μπαινοβγαίνουν-παρελαύνουν στην σκηνή, όπως οι φιγούρες του Καραγκιόζη, αφήνουν το στίγμα τους και καταθέτουν τα εσώψυχά τους, ένα σωρό χαρακτήρες, οι φίλοι του Boris, η μητέρα και ο πατέρας της Melodie, σύγχρονοι Νεουορκέζοι, άνθρωποι της σόου-μπιζ, της τέχνης και του πνεύματος.
Το καλύτερο σκηνικό να μας πει ο σκηνοθέτης όλα όσα έχει μέσα στο μυαλό του. Μέσα από ζουμερούς διαλόγους ακτινογραφούνται «οι Αμερικές» του 21ου αιώνα. Προσεκτικά, με έναν απλό νυχοκόπτη, για να μην ανοίξει βαθιές πληγές, περιγράφει την συντηρητική Αμερική της Sara Palin, που είναι κατά των αμβλώσεων, υπέρ της οπλοφορίας, εθνικιστική και μισαλλόδοξη, γεμάτη υποκρισία και πουριτανισμό. Από την άλλη η κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη απομυθοποιείται και αυτή μέσα από τις υπερβολές της και τις νευρώσεις της. Πράγματα λίγο πολύ γνωστά, που βρίσκουν όμως την έκφρασή τους, μέσα στο το ίδιο το άτομο. Γιατί η ανάλυση του Woody Allen, μπορεί να αφορά την κοινωνία, αναδεικνύει όμως τις στρεβλώσεις της μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό. Και βέβαια το σχετικό πασάλειμμα περί τύχης, περί στιγμών, που καθορίζουν την ζωή του ανθρώπου και πόσο ευάλωτος είναι στην μοίρα του, είτε για το καλό, είτε για το κακό. Και μια διαρκής ολοφάνερη επιθυμία να τα κλείσει όλα μέσα σε κουτάκια, να τα τακτοποιήσει, να μην αφήσει κανένα παραπονεμένο. Αφού την σκέφτηκα την μικρή κακία μου, θα την πω. Έχει γεράσει ο άνθρωπος και θέλει να τα βλέπει όλα στρογγυλά.
Η ταινία βλέπεται ευχάριστα. Όταν κατά το τελευταίο μισάωρο αρχίζει κάπως, να κουράζει με τις επαναλήψεις της, καταφέρνει με μαγικό τρόπο να ανανεώσει το ενδιαφέρον, βάζοντας καινούργια «υλικά» στην συνταγή της.
Πάντως έχει καταντήσει πια πρόβλημα, η εμμονή του σκηνοθέτη να δημιουργεί ομοιώματά του στην υποκριτική τέχνη των ηθοποιών του. Εδώ, δεν μιλάμε απλά για καθοδήγηση. Μιλάμε για κανονικό καπέλωμα. Ειδικά όμως σε αυτήν εδώ την ταινία τους εγκαταλείπει οριστικά στην τύχη τους. Δε κλείνει απλώς το μάτι του. Καταφέρνει να βρίσκεται εξ’ ολοκλήρου ο ίδιος πίσω από το πανί. Τα λόγια που μιλάνε, οι εκφράσεις στο πρόσωπο τους, οι κινήσεις τους είναι ακριβώς οι δικές του. Ο φουκαράς ο Larry David, δεν φθάνει που τον φόρτωσε, για τις ανάγκες της ταινίας βέβαια, με όλα τα κακά της μοίρας του, τον υποχρέωσε κιόλας, όταν ο ρόλος του απαιτεί να ακούει τον συνομιλητή του, να μετράει από μέσα του, για να μην χάσει την επόμενη ατάκα του και να κάθεται, σαν το ξυλάγγουρο. Ευτυχώς η Evan Rachel Wood δεν έχει πρόβλημα. Όπως και να καθήσει ευχαριστημένοι είμαστε…
Ο Boris Yelllnikoff (Larry David) λίγο παραπάνω από μεσήλικας, με δυο απόπειρες αυτοκτονίας στο ενεργητικό του, κουτσός, φαλακρός, μισάνθρωπος, αλλά και διάνοια στην φυσική, παρ’ ολίγον νομπελίστας, δεν θέλει πολύ… αλλά στο τέλος πείθεται να παντρευτεί την μικρή ανόητη, αλλά με τις υπόλοιπες χάρες στον υπερθετικό βαθμό, Melodie St Ann Celestine (Evan Rachel Wood). Γύρω από το κεντρικό αυτό πρωταγωνιστικό δίδυμο μπαινοβγαίνουν-παρελαύνουν στην σκηνή, όπως οι φιγούρες του Καραγκιόζη, αφήνουν το στίγμα τους και καταθέτουν τα εσώψυχά τους, ένα σωρό χαρακτήρες, οι φίλοι του Boris, η μητέρα και ο πατέρας της Melodie, σύγχρονοι Νεουορκέζοι, άνθρωποι της σόου-μπιζ, της τέχνης και του πνεύματος.
Το καλύτερο σκηνικό να μας πει ο σκηνοθέτης όλα όσα έχει μέσα στο μυαλό του. Μέσα από ζουμερούς διαλόγους ακτινογραφούνται «οι Αμερικές» του 21ου αιώνα. Προσεκτικά, με έναν απλό νυχοκόπτη, για να μην ανοίξει βαθιές πληγές, περιγράφει την συντηρητική Αμερική της Sara Palin, που είναι κατά των αμβλώσεων, υπέρ της οπλοφορίας, εθνικιστική και μισαλλόδοξη, γεμάτη υποκρισία και πουριτανισμό. Από την άλλη η κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη απομυθοποιείται και αυτή μέσα από τις υπερβολές της και τις νευρώσεις της. Πράγματα λίγο πολύ γνωστά, που βρίσκουν όμως την έκφρασή τους, μέσα στο το ίδιο το άτομο. Γιατί η ανάλυση του Woody Allen, μπορεί να αφορά την κοινωνία, αναδεικνύει όμως τις στρεβλώσεις της μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό. Και βέβαια το σχετικό πασάλειμμα περί τύχης, περί στιγμών, που καθορίζουν την ζωή του ανθρώπου και πόσο ευάλωτος είναι στην μοίρα του, είτε για το καλό, είτε για το κακό. Και μια διαρκής ολοφάνερη επιθυμία να τα κλείσει όλα μέσα σε κουτάκια, να τα τακτοποιήσει, να μην αφήσει κανένα παραπονεμένο. Αφού την σκέφτηκα την μικρή κακία μου, θα την πω. Έχει γεράσει ο άνθρωπος και θέλει να τα βλέπει όλα στρογγυλά.
Η ταινία βλέπεται ευχάριστα. Όταν κατά το τελευταίο μισάωρο αρχίζει κάπως, να κουράζει με τις επαναλήψεις της, καταφέρνει με μαγικό τρόπο να ανανεώσει το ενδιαφέρον, βάζοντας καινούργια «υλικά» στην συνταγή της.
Πάντως έχει καταντήσει πια πρόβλημα, η εμμονή του σκηνοθέτη να δημιουργεί ομοιώματά του στην υποκριτική τέχνη των ηθοποιών του. Εδώ, δεν μιλάμε απλά για καθοδήγηση. Μιλάμε για κανονικό καπέλωμα. Ειδικά όμως σε αυτήν εδώ την ταινία τους εγκαταλείπει οριστικά στην τύχη τους. Δε κλείνει απλώς το μάτι του. Καταφέρνει να βρίσκεται εξ’ ολοκλήρου ο ίδιος πίσω από το πανί. Τα λόγια που μιλάνε, οι εκφράσεις στο πρόσωπο τους, οι κινήσεις τους είναι ακριβώς οι δικές του. Ο φουκαράς ο Larry David, δεν φθάνει που τον φόρτωσε, για τις ανάγκες της ταινίας βέβαια, με όλα τα κακά της μοίρας του, τον υποχρέωσε κιόλας, όταν ο ρόλος του απαιτεί να ακούει τον συνομιλητή του, να μετράει από μέσα του, για να μην χάσει την επόμενη ατάκα του και να κάθεται, σαν το ξυλάγγουρο. Ευτυχώς η Evan Rachel Wood δεν έχει πρόβλημα. Όπως και να καθήσει ευχαριστημένοι είμαστε…








