Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Truman

Όταν ο θάνατος κτυπάει την πόρτα, ο άνθρωπος νιώθει να πολλαπλασιάζονται οι επιλογές του, βλέπει το υπόλοιπο της ζωής με τα μάτια αυτού που ήδη έχει φύγει, δεν τον αγγίζουν οι κοινωνικές συμβάσεις, γίνεται ειλικρινής με τον εαυτό του και με τους άλλους… και γι’ αυτό είναι απρόβλεπτος.
Ένα κομψοτέχνημα σεναριακής δομής και σκηνοθεσίας από τον Cesc Gay και δυο μεστές, κατασταλαγμένες και αφοπλιστικές ερμηνείες από τον Ricardo Darín και τον Javier Cámara, σε αυτήν την γλυκόπικρη ταινία που φέρει το όνομα του  “Truman”, ενός ατσούμπαλου συμπαθητικού σκύλου.
Όταν ο Julián, εν ενεργεία ηθοποιός θεάτρου, αποφασίζει να διακόψει τις χημειοθεραπείες, δέχεται την επίσκεψη του παλιού του φίλου  Tomás. Το τετραήμερο που θα περάσουν μαζί, αποδεικνύεται καταλυτικό και λυτρωτικό και για τους δυο. Σε μια προσπάθεια συμβιβασμού με το μοιραίο, ο Julián, με την συνοδεία του Tomás προσπαθεί να τελειώσει με τις «εκκρεμότητες», να απωθήσει τον οίκτο που προκαλεί στους άλλους η κατάσταση του, να κλείσει το ζήτημα των αποχαιρετισμών, να αγοράσει την τεφροδόχο του και το σπουδαιότερο, να βρει ανάδοχη οικογένεια για το σκυλί του.
Από τα χιονισμένα τοπία του Καναδά, τις καμπίνες των αεροπλάνων, τους γραφικούς πεζόδρομους και την μικρή συνοικιακή πλατεία της Μαδρίτης, τις καφετέριες και τα μπαρ, το θεατρικό σανίδι και τα καμαρίνια, μέχρι το κανάλι και το πανεπιστήμιο στο Άμστερνταμ, η κάμερα εστιάζει επάνω στα πρόσωπα, στις εκφράσεις, σε αυτά που λένε και πιο πολύ σε αυτά που σκέφτονται και αισθάνονται. Σε καμιά περίπτωση δεν προσπαθεί να κλέψει τον πρωταγωνιστικό ρόλο από τους ήρωες της. Η αντρική φιλία που δεν έχει ανάγκη από  την «καύσιμη ύλη» της καθημερινότητας και τα μεγάλα λόγια για να συντηρηθεί. Και γύρω τους άνθρωποι κοντινοί, λιγότερο κοντινοί, φίλοι και γνωστοί, σε ένα παιχνίδι αντοχής για γερά νεύρα, όπου οι συμπεριφορές μετράνε.

Δεν είναι ότι η ταινία αυτή δεν ποντάρει καθόλου στον μελοδραματισμό, που εύκολα θα έβγαζε αυτό το θέμα. Είναι ότι η οπτική της απέχει μίλια από αυτήν την γωνία θέασης. Ακόμα και ο φόβος του θανάτου, τα βουρκωμένα μάτια, το σφίξιμο του χεριού του φίλου, έχουν μια νότα αισιοδοξίας. Ακόμα και αυτό το… είδος αποχαιρετισμού, αυτό το αισθησιακά γυρισμένο,  πώς να το πούμε αλλιώς, αυτό το  είδος προ-μνημόσυνου, που κάνουν ο Tomás και η Paula (Dolores Fonzi)- η ξαδέρφη και κοντινότερο πρόσωπο στην ζωή του Julián- εμπεριέχει την νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Τα πρόβατα δεν χάνουν το τρένο-Las ovejas no pierden el tren

Από το φεστιβάλ ισπανόφωνου κινηματογράφου Αθήνας, στην ταράτσα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, η ταινία του Álvaro Fernández Armero, «Τα πρόβατα δεν χάνουν το τρένο». (Las ovejas no pierden el tren).
Σύγχρονοι μαδριλένοι ψάχνουν και ψάχνονται. Ένας κόσμος που ζει και κινείται στα όρια της  υστερίας. Το παραδοσιακός οικογενειακός ιστός, ο συντηρητισμός,  η υποκρισία, τα κατεβασμένα μάτια, οι μισές κουβέντες έχουν αμφισβητηθεί -και ορθώς- από καιρό, αλλά οι άνθρωποι όντας εσωτερικά ανελεύθεροι παγιδεύονται στην φαινομενικότητα του μοντερνισμού και πελαγοδρομούν χωρίς να μπορούν να ορίσουν την ζωή τους.
Ο Alberto (Raúl Arévalo) και Luisa (Inma Cuesta) αποφασίζουν να μετακομίσουν στην εξοχή, ο καθένας για να μπορέσει να λύσει το δικό του υπαρξιακό αδιέξοδο. Ο Alberto για να μπορέσει να βρει την έμπνευση για το δεύτερο μυθιστόρημα του και η Luisa… για να αποκτήσει δεύτερο παιδί. Γύρω τους ένας θίασος από ανθρώπους έτοιμους να κάνουν τα πάντα για να φτιάξουν την ζωή τους, αλλά «σκαλώνουν» στο προφανές.
Μια κωμωδία με όμορφους διαλόγους, με πολύ καλό ρυθμό, εξαιρετικές ερμηνείες, χαρούμενη αλλά και με στιγμές θλιβερές, πατάει επάνω στις ανθρώπινες αδυναμίες, τις εκθέτει, χωρίς να εκθέτει τους χαρακτήρες.

Αδύνατα σκηνοθετικά και λίγο «ξεκάρφωτα» τα πλάνα της εξοχής, μοιάζει να μην δένουν με την υπόλοιπη ταινία, όμως το αποτέλεσμα συνολικά ευχάριστο και δροσερό, όπως άλλωστε και το χτεσινό  βράδυ μετά την μεσημεριάτικη μπόρα.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

La novia-Ματωμένος γάμος

Η ταινία “La novia”, της Paula Ortiz, είναι μια επιτυχημένη μεταφορά στον κινηματογράφο του θεατρικού έργου, “Bodas de sangre” (Ματωμένος γάμος), του Federico García Lorca.
Οι διάλογοι του σεναρίου ακολουθούν κατά γράμμα την θεατρική γραφή του κειμένου, αλλάζει μονάχα ο σκηνικός χρόνος εκφοράς τους, ο οποίος συμβαδίζει με τα κινηματογραφικά πλάνα.
Οι σκηνοθετικές παρεμβάσεις υπερτονίζουν την διαχρονικότητα της τραγικής κατάληξης των καταπιεσμένων ερωτικών παθών και λιγότερο ασχολούνται με τον ψυχικά νοσογόνο κοινωνικό περίγυρο, που, σύμφωνα με το κείμενο του Lorca, αποτελεί τον καταλυτικό παράγοντα, ο οποίος πυροδοτεί την υποκείμενη ένταση.
Τα σπίτια που είναι χτισμένα μέσα στις σπηλιές, το άνυδρο, σκληροτράχηλο τοπίο με τα μενίρ- τους κωνικούς τεράστιους βράχους- να δεσπόζουν στο περιβάλλον, ο ξέφρενος καλπασμός του μαύρου αλόγου, το ασημένιο φεγγάρι πίσω από το κάδρο του παραθύρου, τα ανθάκια πορτοκαλιάς πάνω στο στεφάνι της νύφης, ο υπαινιγμός για το σκούρο νερό του ποταμού, παραπέμπουν στους συμβολισμούς του ποιητή, δίνοντας γήινη υπόσταση στο αλληγορικό κείμενο.
Οι επινοήσεις που εισάγει η σκηνοθέτης για να προσεγγίσει το έργο, όπως για παράδειγμα, το εργαστήριο με το φυσητό γυαλί του πατέρα, η περιπλανώμενη γριά ζητιάνα, το alter ego της νύφης που έρχεται από το παρελθόν και πηγαίνει στο μέλλον, προέκταση της αρχέγονης ζωτικής δύναμης που αναγκάζει τους ανθρώπους να δρουν με συγκεκριμένο τρόπο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες καθορίζοντας την μοίρα τους, το μοτοσακό του γαμπρού, όταν κυνηγά τους εραστές για να πάρει εκδίκηση, αποτελούν σημεία κλειδιά για την αποκρυπτογράφηση της οπτικής γωνίας, η οποία χωρίς να προδίδει, προσθέτει υλικό… επικαιροποίησης.

Εξαιρετικοί φωτισμοί, φωτογραφία με ζεστά χρώματα, λειτουργικά εφέ, ιδιαιτέρως η αργή κίνηση και πειστικές χωρίς μελοδραματισμούς ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Κατανοητή για τον έλληνα θεατή, με έντονα ποιητικά στοιχεία, η μετάφραση του σεναρίου από την Αγαθή Δημητρούκα, βασισμένη επάνω στην αρχική μετάφραση του Νίκου Γκάτσου. Λείπουν δυστυχώς τα νυφιάτικα τραγούδια, που τόσο συνεισφέρουν στην εξέλιξη του δράματος, μια ακατανόητη επιλογή της σκηνοθέτιδος. Μιας και δεν πρόκειται απλώς για ένα «ρομάντζο του κάμπου», αλλά για ένα κείμενο που αφορά όλους τους ανθρώπους και διαχρονικό,  θα μπορούσε στην απόδοση να λείπει ο πληθυντικός της ευγένειας, των παιδιών προς τους γονείς, παρόλο που συνηθίζονταν στην Ισπανία το 1932, την εποχή που γράφτηκε το έργο. Άλλωστε όταν το δράμα κορυφώνεται, εκ των πραγμάτων αυτός εξαλείφεται. 

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Η Εβίτα δεν κοιμάται πια-Eva no duerme

Μια σινεφίλ προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής, επικεντρωμένη στην προσωπικότητα της Eva Duarte de Perón, δεύτερης συζύγου του ηγέτη της χώρας Juan Perón. Χωρίς η Evita να κατείχε ποτέ επισήμως κάποια θέση ευθύνης στην κυβέρνηση, κατόρθωσε να αγγίξει τις καρδιές των απλών ανθρώπων, πρωτοστατώντας σε αλλαγές προς όφελος των γυναικών, των ινδιάνων της Παταγονίας και των βόρειο-δυτικών περιοχών, των περιθωριοποιημένων και των ταπεινών. Το αποτέλεσμα, οι εκδηλώσεις λατρείας προς το πρόσωπό της, να λάβουν την μορφή μαζικής υστερίας και ιδιαίτερα μετά τον πρόωρο χαμό της, σε ηλικία 33 ετών, να γίνει το ίνδαλμα του λαού, εμπνέοντας το αντιδικτατορικό κίνημα, μιας και ακόμα και το βαλσαμωμένο σώμα της αποτελούσε για τους δικτάτορες το κόκκινο πανί και αιτία αναταραχών και επαναστατικότητας.

Με εμβόλιμα μαυρόασπρα πλάνα αρχείων, που μεταφέρουν τον θεατή στο κλίμα της εποχής μέσα από τις μαζικές συγκεντρώσεις του λαού, αποσπάσματα από τους αντικαπιταλιστικούς λόγους της, που ήταν γεμάτοι  ταπεραμέντο, τις ταραχές και τις συγκρούσεις με την αστυνομία, ο Pablo Agüero, αν και πραγματεύεται αληθινά γεγονότα με πραγματικά ιστορικά πρόσωπα, κάνει μια ταινία μυθοπλασίας, όσο αφορά την ταρίχευση του πτώματος της Evita, την φυγάδευσή του στο εξωτερικό από την δικτατορία που ακολούθησε και τον επαναπατρισμό του, εικοσιπέντε χρόνια μετά από μια επόμενη δικτατορία.

Μια μελέτη της ταραχώδους πολιτικής ζωής στην Λατινοαμερικάνικη χώρα το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, με τις αλλεπάλληλες δικτατορίες, τις ριζοσπαστικοποιημένες επαναστατικές οργανώσεις της Αριστεράς, με νύξεις για την καταπίεση των σχετικά αποκλεισμένων ιθαγενών από το κυρίαρχο «ευρωπαϊκής κοπής» πολιτικό σύστημα, τις επεμβάσεις της εξωτερικής πολιτικής των υπερδυνάμεων, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτήν την πλούσια χώρα.

Μέσα στο εργαστήριο του ταριχευτή (Imanol Arias), στην καμιονέτα με τον συνταγματάρχη των ειδικών αποστολών (Denis Lavant) και τον ιθαγενή φαντάρο να μεταφέρουν με άκρα μυστικότητα το φέρετρο μέχρι το λιμάνι, στην γιάφκα μάλλον της αριστερής οργάνωσης Montoneros, όπου ανακρίνουν τον δικτάτορα Aramburu (Daniel Fanego), για να αποκαλύψει που βρίσκεται η σορός και στο τέλος τον δολοφονούν, μέχρι τον αξιωματικό του ναυτικού (Gael García Bernal), τον επιφορτισμένο να βρει και να γυρίσει στην χώρα την θρυλική Evita, ο σκηνοθέτης βάζει την δική του πινελιά στο πέπλο που καλύπτει αυτό το μυστήριο και ταυτόχρονα διδάσκει real politic, αναδεικνύοντας τον κυνισμό της εξουσίας, την μερική αλήθεια που κρύβουν τα λόγια των πάσης φύσεως σωτήρων του λαού, τον ψυχολογικό χειρισμό των αδυναμιών αυτού του λαού, αυτής της αγέλης, της καταδικασμένης να χειροκροτεί, να επευφημεί, και στο τέλος να υπομένει αιμοσταγή , ολοκληρωτικά καθεστώτα.


Γυρισμένο σχεδόν εξ’ ολοκλήρου σε κλειστούς χώρους, αποφεύγει να δείξει πλάνα ημέρας και όταν το κάνει, όταν η κάμερα γυρίζει κόντρα στο φως, όπως στην καρότσα του φορτηγού δημιουργεί  δυνατά εξωπραγματικά πλάνα γεμάτα βάθος. Εξαιρετικοί φωτισμοί, που τονίζουν λεπτομέρειες σκοτεινών κάδρων και δίνουν στοιχεία του χαρακτήρα, της έντασης και της ψυχολογικής πίεσης των προσώπων. Ένα φωτογραφικό ρετουσάρισμα, ανάλογο με αυτό που κάνει ο ταριχευτής του έργου, ο οποίος μας εξηγεί και μας δείχνει, πως καταφέρνει με τον κατάλληλο χειρισμό επάνω από τα φρύδια της νεκρής, να αλλάξει την φυσιογνωμία της συνοφρυωμένης χωριατοπούλας.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Κάτω από την γέφυρα-Unter den Brücken

Άλλο ένα κινηματογραφικό διαμαντάκι, από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, η ασπρόμαυρη γερμανική ταινία  «Κάτω από την γέφυρα» (Unter den Brücken) του Helmut Käutner  βασισμένη στο χειρόγραφο του  Leo de Laforgue.
Περισσότερο απ’ όλα σοκάρει ο τόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο γυρίστηκε αυτή η ταινία.  Η ναζιστική Γερμανία καταρρέει, το ηθικό των ανθρώπων βρίσκεται στο ναδίρ και όμως η κινηματογραφική παραγωγή συνεχίζεται, λες και η τέχνη βρίσκεται στον δικό της κόσμο. Η ταινία καταφέρνει να περάσει από την ναζιστική λογοκρισία, μόλις τον Μάρτιο του 1945, ούτε συζήτηση να κυκλοφορήσει σε αίθουσες εκείνη την εποχή, αυτό θα συμβεί το 1950. Σε κανένα σημείο του σεναρίου, σε κανένα πλάνο, σε κανένα σημείο της καθημερινότητας, ο θεατής δεν έρχεται σε επαφή με την περιρρέουσα πραγματικότητα. Το πρωταγωνιστικό τρίο, Carl Raddatz, Gustav Knuth και Hannelore Schroth, αλλά και το υπόλοιπο κάστ, πέρα από τις απαιτήσεις των ρόλων τους, καταφέρνουν να αποστασιοποιηθούν και αυτό που φτάνει ως εμάς δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από μια καλογυρισμένη αισθηματική παραγωγή, υψηλών τεχνικών προδιαγραφών, αν λάβουμε υπ’ όψη τα δεδομένα της εποχής.
Ο Hendrik και ο Willy είναι δυο συνεταιράκια και φίλοι, ιδιοκτήτες μιας φορτηγίδας που κάνει μεταφορές στο ποτάμι του Potsdam, την πρωτεύουσα του Βρανδεμβούργου. Τύποι μοναχικοί, εργένηδες, έτοιμοι να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Μια νύχτα επάνω σε μια γέφυρα του ποταμού εμφανίζεται η Anna κουβαλώντας τις λύπες και τα μυστικά της, αλλά και μια αχτίδα ζωής από νιάτα και ομορφιά. Θα την φιλοξενήσουν στην καμπίνα της φορτηγίδας, εκείνο το πρώτο βράδυ κι εκείνοι θα κοιμηθούν στην αποθήκη.  Την ερωτεύονται και μένει αυτή να διαλέξει, ποιός θα γίνει το ταίρι της.
Καταπληκτική φωτογραφία, αποδίδει τα μουντά συννεφιασμένα τοπία της βόρειας Ευρώπης, δυνατά κοντράστ στα νυχτερινά πλάνα. Εφευρετικές τοποθετήσεις της κάμερας, με σωστή κίνηση στα μακρινά και στα πανοραμικά. Άψογη καλλιτεχνικά η σκηνή όπου η Άννα ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά του σπιτιού της, με την κάμερα φλου, να ακολουθεί τα πόδια της. Από τα πιο δυνατά σημεία, το μοντάζ στο φλάσμπακ της Άννας όταν διηγείται στον Willy τα γεγονότα στην πλαζ, την γνωριμία της με τον ζωγράφο και την επίσκεψή της στο ατελιέ. Όταν ο Hendrik μαθαίνει στην Άννα την ζωή του ναυτικού, να αναγνωρίζει τους ήχους του πλωτού σπιτιού, τον αέρα, το κτύπημα του νερού στα ίσαλα, το τρίξιμο των κάβων. Πώς το φως αλλάζει όταν η φορτηγίδα περνάει κάτω από τις γέφυρες.

Μια ταινία χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό, όπως ανέφερε και ο εκπρόσωπος την ΚινηματογραφικήςΛέσχης Πεύκης, χωρίς καθόλου στοιχεία προπαγάνδας, αν και καθώς η φορτηγίδα πλησιάζει στο Βερολίνο, βλέπουμε στο λιμάνι της πόλης, όλα τα σημάδια μιας εύρωστης βιομηχανικής περιοχής, να σφύζει από ζωή.
Μια ιστορία καθημερινών ανθρώπων, γεμάτη με ρομαντισμό και ευαισθησία, συναισθήματα που κατά περιόδους σπανίζουν, αλλά που, ευτυχώς,  ποτέ δεν εκλείπουν. 



Το τρέηλερ της ταινίας εδώ

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει-Cesare deve morire

Ανάμεσα σε δυο έγχρωμες σκηνές, οι αδελφοί Paolo και Vittorio Taviani, «φυλακίζουν» σε ασπρόμαυρη μπομπίνα τις πρόβες ενός ερασιτεχνικού θιάσου, που αποτελείται από τρόφιμους βαρυποινίτες, στην υψηλής ασφαλείας φυλακή Ρεμπίμπια, που βρίσκεται κάπου στα περίχωρα της Ρώμης.
Τα λόγια του Σαίξπηρ, από το αριστούργημα «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει», αντηχούν μέσα στα σκοτεινά δίπλο αμπαρωμένα κελιά, στους διαδρόμους και στα κλειστά προαύλια της φυλακής. Ο χώρος μετατρέπεται σε αρχαία Ρώμη, οι φυλακισμένοι γίνονται ο λαός, ο όχλος που επευφημεί  και που καταριέται,  που καθοδηγεί αλλά και καθοδηγείται, κάτω από την μπαγκέτα λαοπλάνων τυράννων.   Μπλέκεται η καθημερινότητα  με τις προσωπικές ιστορίες των φυλακισμένων ηθοποιών, των πρωταγωνιστών  και φτάνει στο σημείο ακόμα και να ταυτίζεται ορισμένες φορές με αυτές, κάνοντας το θεατρικό έργο να «διαλύεται» μέσα στην πραγματικότητα. Οι φυλακισμένοι βάζουν στον ρόλο στοιχεία από την ζωή τους, πλάθουν χαρακτήρες ξεχωριστούς, βασανισμένους,  με βιώματα αυθεντικά, που εξουδετερώνουν την έλλειψη θεατρικής παιδείας.

Η μάχη για εξουσία και κυριαρχία, η αλαζονεία, η αγάπη για την πατρίδα, η «πατριωτική» αγάπη για την πατρίδα, η προσωπική αλήθεια που αντιστρατεύεται και σκοτώνει την αλήθεια των άλλων, η φιλία, ο θαυμασμός, η προδοσία, η υποκρισία, η ανάγκη να βρίσκεσαι πάντα από την πλευρά του ισχυρού και ο πάντα χρήσιμος ηλίθιος Βρούτος, εκεί όπου τον καλεί η ιστορία.
Ξεκίνησε σαν ένα παιχνίδι για τους φυλακισμένους και ήταν μια προσπάθεια από την πλευρά την οργανωμένης πολιτείας να εντάξει την τέχνη μέσα στο σύστημα σωφρονισμού, σαν ένα μέσο ενσωμάτωσης και ψυχολογικής υποστήριξης τους.  Για τους αδελφούς Taviani ήταν μια επιτυχής προσπάθεια να σπάσουν το φράγμα ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και στην μυθοπλασία. Η ανεπαίσθητη εναλλαγή ανάμεσα στο σενάριο και στο «σενάριο», η τόσο διαφανής αλλά ακριβής τοποθέτηση των ρόλων, οι ερμηνείες που απέσπασαν από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, τα δυνατά γεμάτα συμβολισμό αφαιρετικά πλάνα, το υποβλητικό διεισδυτικό μουσικό θέμα που διαπερνά ολόκληρη την ταινία, έρχονται όλα να συγκλίνουν επάνω στο κεντρικό μοτίβο της τέχνης που απελευθερώνει. Της τέχνης, που κάνει τον άνθρωπο να βιώνει επάνω του αβάσταχτο το βάρος του εγκλεισμού, συμπυκνωμένο όλο στην φράση του Κάσιου, που ερμήνευσε ο ισοβίτης Cosimo Rega, κοιτάζοντας κατάματα τον φακό.

 «Από τότε που ανακάλυψα την Τέχνη, αυτό το κελί έχει γίνει πραγματικά μια φυλακή...» 

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Καύση

Μια ταινία που προσπαθεί μέσα από την αμεσότητα των διαλόγων, να περιγράψει  την πραγματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων και ταυτόχρονα, να βγάλει στην επιφάνεια τα στοιχεία εκείνα του διανοουμενίστικου μικροαστισμού με τις έντονες τάσεις ατομισμού, καταναλωτισμού και ωχαδερφισμού, που μας οδήγησαν μέχρι αυτήν την κατάσταση. Χρησιμοποιεί κλισέ εκφράσεις, χειρονομίες, μορφασμούς, και προϋποθέτει την γνώση του background για να γίνει κατανοητή. Σε άλλο τόπο και χρόνο η ταινία αυτή θα ήταν απλώς ένα αίνιγμα. Οι ηθοποιοί, στην προσπάθεια τους να μιμηθούν τον νεοέλληνα και τις αδυναμίες του, κατασκευάζουν καρικατούρες, εξαντλούν την ερμηνευτική τους μανιέρα και χωρίς επαρκή σκηνοθετική καθοδήγηση… μένουν στο τέλος από καύσιμο. Οι πέντε «φυτευτοί» μονόλογοι των πρωταγωνιστών, αν προστέθηκαν για να επιτρέψουν στους χαρακτήρες να αυτοπεριγραφούν, αποτελούν μια κακή σκηνοθετική επιλογή. Όταν ο ηθοποιός κοιτάζει τον φακό και μιλάει, χωρίς να έχει απέναντι του έναν άλλον ηθοποιό, είναι καλό να γνωρίζουμε γιατί το κάνει.

Η αρχικά καλή ιδέα σχετικά με το δίλλημα «καύση ή ταφή», που αποτελεί και τον καταλύτη για να ανασυρθούν οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και το συνεχώς παρόν-απόν πτώμα, που έχει αρχίσει να σήπεται, αποτυγχάνουν να παρασύρουν τον θεατή στον προβληματισμό τους και … η τελική λύση με τον εξτρεμισμό να αναλαμβάνει το ξεκαθάρισμα των κακώς κείμενων, φαντάζει είτε σαν δασκαλίστικη παρότρυνση, είτε σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. 

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Χαίρε, Καίσαρ!-Hail, Caesar!

Αργεί κάπως να πάρει μπροστά, φαίνεται να διστάζει στο που θα πρέπει να ρίξει το βάρος, κινδυνεύει να καταλήξει σε ένα άθροισμα επιθεωρησιακών νούμερων δεμένων σε ένα χαλαρό σεναριακό κορμό, αθετεί τον χρυσό συγγραφικό κανόνα καθυστερώντας υπερβολικά να τελειώσει την πρώτη εισαγωγική πράξη και μεταθέτει την «πρώτη κρίσιμη στιγμή» όσο δεν πάει άλλο… όμως οι αδελφοί Ethan και Joel Coen αποδεικνύεται ότι έχουν τον έλεγχο, αυτό που στον θεατή φαντάζει ένας παρακινδυνευμένος σκηνοθετικός ακροβατισμός, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια εσκεμμένη αποδόμηση όλων των καταπιεστικών και εξουσιαστικών δομών που παίρνουν δύναμη και κύρος μέσα από την ικανότητά τους να παγιώνονται μέσα στη κοινωνία δια μέσου της προπαγάνδας, γι’ αυτό και ο τελικός στόχος είναι η ίδια η βιομηχανία του κινηματογράφου και μάλιστα στον κολοφώνα της, το Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’50.
Μια πολυεπίπεδη κοινωνική σάτιρα, με γρήγορο ρυθμό, φαντασμαγορική, αφού εκμεταλλεύεται «για ίδιον όφελος» όλα τα κινηματογραφικά ατού και κλισέ, με τα βαριετέ, τα γουέστερν, τα μιούζικαλ, τα αστικά δράματα κ.λ.π.,  δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, από την παραδοσιακή στάση του πρωταγωνιστή απέναντι στον εξομολογητή του και τον «πόλεμο» των θρησκειών, μέχρι την λογοκρισία και τον έλεγχο των μαζών από την δημοσιογραφία του θεάματος, έως και τις σοβιετικού τύπου, εν είδει σοσιαλιστικού ρεαλισμού, υπερπαραγωγές, οι σκηνοθέτες σε κάθε ατάκα κλείνουν το μάτι στον υποψιασμένο θεατή, ακόμα και για τα πιο απλά, τα καθημερινά, όπως το βάλτωμα της συζυγικής σχέσης, τα καπρίτσια των σταρ, το ατάλαντο κάποιων κινηματογραφικών αστέρων που προωθούνται εν των άνω, τις αλληλοεξαρτήσεις και τους εκβιασμούς και στο πολύ βάθος… τα αριστερά γκρουπούσκουλα να οργανώνουν την απαγωγή ενός διάσημου ηθοποιού, που υποδύεται τον Ρωμαίο αξιωματικό σε ένα θρησκευτικό δράμα εποχής.
Μεγάλη παραγωγή, εξαιρετικό κάστ, εκτός από τον Josh Brolin στον πρωταγωνιστικό ρόλο του διευθυντή παραγωγής Eddie Manix, εξ’ ίσου απολαυστικοί οι George Clooney με την στολή του εκατόνταρχου, η Tilda Swinton στον διπλό ρόλο της δημοσιογράφου και της δίδυμης αδελφής της, ο Ralph Fiennes ως «εκκεντρικός» σκηνοθέτης, η Scarlett Johansson ως κακομαθημένη πρωταγωνίστρια, ο Alden Ehrenreich ως συμπαθητικός βλάκας κάου-μπόι και άλλοι πολλοί, ερμηνεύουν χαρακτήρες δομημένους σωστά στα όρια της υπερβολής και του γελοίου.  

Μια αναρχική, ανατρεπτική ταινία υπονομεύει οτιδήποτε δήθεν, οτιδήποτε βαρύγδουπο, ακόμα και το όνομα της εταιρείας παραγωγής, “Capitol”, παραπέμπει στο κυρίαρχο πολιτικό-κοινωνικό σύστημα στα πλαίσια του οποίου ηγεμονεύει αυτό το είδος κινηματογράφου.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Ο Αστακός-The Lobster

Εξαιρετικής αισθητικής, καλογυρισμένο, το πολυεπίπεδο αλληγορικό θρίλερ, «Ο Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου  μας μεταφέρει σε ένα οργουελικό μέλλον, όπου η καθεστωτική αντίληψη απαιτεί από τους υπηκόους να ζουν σε ζευγάρια- και μάλιστα ανεξαρτήτως φύλου ετερόφυλα ή ομόφυλα, μιας και το καθεστώς παρουσιάζει φιλελεύθερο προφίλ- να διάγουν βίο αρμονικό, χωρίς συγκρούσεις μεταξύ τους. Για τον σκοπό αυτό έχει δημιουργηθεί και κέντρο αποκατάστασης προσωπικοτήτων με χαρακτήρα ξενοδοχείου για όσους αισθάνονται την ανάγκη του μοναχικού βίου και επιβάλλεται να απεξαρτηθούν από αυτό. Όσοι αποτύχουν να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις, μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα,  δεν αξίζει να θεωρούνται μέλη της ανθρώπινης φυλής και μετατρέπονται σε ζώα. Παράλληλα κάποιοι φανατικοί «μοναχικοί»- το ίδιο ζηλωτές όπως και οι αντίπαλοί τους και όπως διαπιστώνουμε στο δεύτερο  μέρος της ταινίας -έχουν πάρει τα δάση και ξεκινούν ένα ιδιότυπο αντάρτικο, ενάντια στην δια της πειθούς, σε πρώτη φάση και δια της ράβδου σε δεύτερο χρόνο, επιβολή, της εκ των άνωθεν ορμώμενης κοσμοαντίληψης.
Ο σκηνοθέτης φαντασιώνεται ένα ολοκληρωμένο σύμπαν που πατάει επάνω στην πραγματικότητα, τραβώντας στα άκρα τις ανθρώπινες συμπεριφορές και το υπηρετεί με συνέπεια μέχρι το τέλος χωρίς να προκαλεί ρήγματα αναληθοφάνειας στην πλευρά του θεατή. Πατάει επάνω στα γερά θεμέλια του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού και είναι, σαν να παρακολουθούμε ένα «ξεχείλωμα» του χωροχρόνου, έτσι ώστε μέσα στην προέκταση του, να χωράει όλη η κριτική των εξουσιαστικών σχέσεων, είτε αυτή αφορά κράτος-πολίτες, είτε αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Όμορφα κάδρα, ιδιαίτερη φωτογραφία, ειδικά τα πλάνα του δεύτερου μέρος που κυριαρχεί η ζωή του ήρωα στο δάσος μαζί με τους μοναχικούς, γρήγορο μοντάζ με εναλλαγές και λειτουργικό soundtrack που εντείνει την ένταση και την αγωνία.

Μια ταινία υψηλών προδιαγραφών, με διεθνές cast, που δικαιολογεί απόλυτα την επιτυχία και τα βραβεία της.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Νοτιάς

Αρκούν μερικά ευρηματικά πλάνα, όπως αυτό το κοντινό, πάνω στα πόδια με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια, της μητέρας του πρωταγωνιστή και επίδοξου σκηνοθέτη, να πατάει επάνω στον χάρτη της Λατινικής Αμερικής, που είναι απλωμένος στο πάτωμα, για να αποζημιώσουν τον θεατή από τα «πιο βαθιά χασμουρητά» που- κατά Σαββόπουλο - οδηγήθηκε μια ολόκληρη γενιά από αυτές που επιχειρεί να ζωντανέψει στην ταινία του ο Τάσος Μπουλμέτης;
Ζήλεψε άραγε, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης της Πολίτικης Κουζίνας, την δόξα της Ζωζώς Σαπουντζάκη, του Φώτη Μεταξόπουλου και της Νάντια Φοντάνα, για να φτιάξει μια ταινία εμπορική-με την κακή έννοια- απευθυνόμενος σε ένα στοχευμένο κοινό, μέσες άκρες αυτό των καλοβαλμένων 55-65ντάρηδων των βορείων και των νοτίων προαστίων που θα γεμίσουν τις αθηναϊκές αίθουσες αλά μπρατσέτα με τις συμβίες τους, για να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τις παλιές καλές μέρες;
Γιατί χάρισε όλες τις μυθοπλαστικές ιδέες του- που είναι πραγματικά αξιόλογες, αλλά έμειναν ανολοκλήρωτες- στον Σταύρο (Γιάννης Νιάρρος)- σκόρπιες εικόνες που παντρεύουν την πραγματικότητα με την computerized ελληνική ιστορία και προϊστορία;
Πολλή ομιλία, πολύ μπλα-μπλα, σε βάρος της κινηματογραφικής αφήγησης, που για να είμαστε ειλικρινείς, αμβλύνεται με το ευφάνταστο τρικ  της πρόγνωσης του καιρού με τους Νοτιάδες, τις κατά τόπους βροχές και καταιγίδες, που λειτουργούν σαν το υγρό, σαλιωμένο δάχτυλο που γυρίζει τις σελίδες του βιβλίου των αναμνήσεων του ήρωα.
Αξιόλογη, προσεγμένη παραγωγή- αν και δεν χρειάστηκε φυσικά να αναπαραστήσει μάχες με άλογα τον 18ο αιώνα- για το βεστιάριο θα αρκούσε μια βόλτα στις γκαρνταρόμπες μερικών φίλων. Η μουσική, μια από τα ίδια, στάθηκε στο γνωστό μελωδικό μοτίβο της νοσταλγικής αναπόλησης και οι ερμηνείες εκτός εξαιρέσεων επιφανειακές και ρηχές.
Βασικό ελάττωμα της ταινίας είναι η έλλειψη ταυτότητας. Δεν ξεκαθαρίζει ούτε για μια στιγμή- εκτός κι αν είναι εσκεμμένο, αλλά πάντως δεν φτάνει στον θεατή- αν πρόκειται για μια αναδρομή στο παρελθόν, αν πρόκειται για μια κριτική προσέγγιση των κακοχωνεμένων- από την αριστερών τάσεων νεολαία- πολιτιστικών προτύπων, αν πρόκειται για μια ανάδειξη των θαμμένων ονείρων, των ματαιώσεων, που βούλιαξαν στον μικροαστικό τρόπο ζωής. Κι από την άλλη δεν σατιρίζεις τις, επί παντός επιστητού, αυθόρμητες ψηφοφορίες "επί της διαδικασίας" τόσα πολλά χρόνια μετά, την στιγμή που ο ίδιοι οι πρωταγωνιστές της αληθινής ζωής είχαν την διαύγεια να κορόιδευουν τέτοιες καταστάσεις τον καιρό που τις βίωναν, κάνοντας πλάκα και διεξάγοντας ψηφοφορίες... για το αν το αυγό θα πρέπει να το βράσουμε σφιχτό ή μελάτο μέσα στα πλαίσια της λαϊκής ή της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Απότομο κλείσιμο, βιαστικό, δεν νομίζω να ενδιέφερε κανέναν η πορεία των δυο παλιών φιλενάδων του σκηνοθέτη, θα μπορούσε να είχε μείνει στο πλάνο του νεκροταφείου μπροστά στην φωτογραφία. Άλλωστε στα θετικά της ταινίας πρέπει να πιστώσουμε τους όμορφους διαλόγους γενικά και ιδιαίτερα ότι είχε να κάνει με τους ευρυγώνιους και τους τηλεφακούς και την σύνδεση τους με την ηλικιακή ματιά και την ωριμότητα του φωτογράφου. Επίσης το έξυπνο, λεπτό χιούμορ που διαπερνάει ολόκληρη την ταινία.

Όταν ένας σκηνοθέτης με μια ταινία του έχει αγγίξει την κορυφή - όπως είναι η περίπτωση του Τάσου Μπουλμέτη με την «Πολίτικη κουζίνα» - υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της σύγκρισης με κάθε επόμενη προσπάθεια. Είναι λογικό και αναπόφευκτο. Το χειρότερο είναι να μένει κανείς ακίνητος για να το αποφύγει και ευτυχώς ακόμα και αν το αποτέλεσμα δεν είναι το προσδοκώμενο, καλωσορίζουμε αυτήν την συμπαθητική ταινία.