Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Η οικογένεια Μπελιέ-La famille Bélier

Έξυπνη, σύγχρονη, σεναριακή ιδέα, στακάτοι διάλογοι, γρήγορο- αλλά συμβατικό- μοντάζ, σοβαρή, γραμμική  κινηματογραφική αφήγηση με ρυθμό, που σιγά-σιγά δυναμώνει, μέχρι που φτάνει στην κορύφωση του happy end και καλές ερμηνείες.  Ειδικά εδώ ξεχωρίζουν οι δευτερεύοντες ρόλοι, όπως του καθηγητή ωδικής Fabien Thomasson από τον Eric Elmosnιno. Όμως… τι συμβαίνει με αυτήν την γαλλική  κομεντί, όπως και με την περσινή- το «Θεέ μου,τι σου κάναμε;»- που έρχονται να μας δροσίσουν στους θερινούς κινηματογράφους, εν μέσω καύσωνα και τελικά εκτός από τα γελάκια και την «προσυμφωνημένη» στα πλαίσια του political correct στάση μεταξύ δημιουργών και «καταναλωτικού» κινηματογραφόφιλου κοινού, στο τέλος αφήνουν μια αίσθηση φευγαλέας ανολοκλήρωτης προσπάθειας;
Ίσως δεν φτάνει μονάχα αυτή η «καθώς πρέπει» στάση, που είναι κατοχυρωμένη μέσα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στην διαχείριση ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τα δικαιώματα, τις ιδιαιτερότητες και  τα προβλήματα ομάδων του πληθυσμού που ζουν με κάποια μορφής αναπηρία, όσο η δημιουργία προϋποθέσεων για την καλύτερη ενσωμάτωση τους. Βέβαια ο ρόλος της τέχνης, που είναι η ανάδειξη αυτών των καταστάσεων, απέχει χιλιόμετρα από την χιουμοριστική προσέγγιση τους και ιδιαίτερα όταν το κάνει δημιουργώντας χαρακτήρες καρικατούρες.
Πέρα όμως από αυτές τις γενικές παρατηρήσεις ο Eric Lartigau- ίσως υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες του- αποφασίζει να κρατήσει πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. Εκτός από το βασικό του θέμα, τα προβλήματα που δημιουργούνται σε μια οικογένεια κωφαλάλων, όταν η «υγιής» (επειδή ακούει και μιλάει)  έφηβη κόρη τους αποφασίζει να εγκαταλείψει το χωριό και την βοήθεια που παρέχει στην οικογενειακή επιχείρηση-φάρμα, για να πάει να σπουδάσει τραγούδι στο Παρίσι, έπειτα από την συμβουλή του καθηγητή μουσικής στο σχολείο, θεωρεί αναγκαίο να ασχοληθεί επίσης,  με τα πρώιμα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα, με τις ανασφάλειες και τις απογοητεύεις αυτής της ηλικίας,  τις συγκρούσεις γονιών-εφήβων μέχρι και… την καταγγελία του «παλιού» διεφθαρμένου πολιτικού προσωπικού, στο πρόσωπο του δήμαρχου του χωριού, ενός ξεπερασμένου, γλοιώδη λαϊκιστή, ο οποίος βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κωφάλαλο πατέρα, όταν ο δεύτερος αποφασίζει να κατέβει ως υποψήφιος στον πολιτικό στίβο. Ειδικά αυτή η τελευταία «εκτροπή» της ταινίας, την κάνει να «ξεχειλώνει» και  μένει σε εκκρεμότητα μέχρι τους τίτλους του τέλους, όπου βλέπουμε, απλώς, σε φωτογραφία τον πατέρα να καμαρώνει, ως νέος δήμαρχος, φορώντας την κορδέλα με την γαλλική σημαία περασμένη στον κορμό του.

Πολύ ξεχωριστές και πραγματικά αξίζουν οι σκηνές, όπου ο θεατής βλέπει την εικόνα χωρίς ήχο, όπως ακριβώς οι κωφάλαλοι πρωταγωνιστές, τα παιχνίδια του σεναρίου με την νοηματική γλώσσα, που μεταφράζεται σε υπότιτλους, άλλοτε κυρίαρχη και άλλοτε συμπληρωματική, μεταφέροντας  πληροφορίες και συναισθήματα.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

La isla mínima-Το μικρό νησί

Από τις αεροφωτογραφίες με τις κατόψεις των ελωδών εκτάσεων των εκβολών του Γουαδαλκιβίρ, στην Ανδαλουσία, μέχρι τα βροχερά κλειστοφοβικά πλάνα του μικρού χωριού, που στοιχειώνουν οι εξαφανίσεις και οι δολοφονίες  έφηβων κοριτσιών.
Μια χώρα που παλεύει στα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια να βρει τον βηματισμό της. Μια κοινωνία επαρχιακή, εσωστρεφής, μαθημένη να ζει στην υποκρισία και στον φόβο, έρχεται αντιμέτωπη με το καινούργιο, καλείται να ξεπεράσει χρόνια ριζωμένες προκαταλήψεις, να τολμήσει να προσαρμοστεί στον αέρα της δημοκρατίας, που έρχεται από την πρωτεύουσα.
Δυο αστυνομικοί από την Μαδρίτη, του τμήματος των ανθρωποκτονιών, δυο παράλληλοι κόσμοι αντίθετοι, καταδικασμένοι όμως να βαδίσουν παράλληλα για την εξιχνίαση των εγκλημάτων σε πρώτο επίπεδο, αλλά και προπομποί της νέας κατάστασης, που θα προκύψει από την παραδοχή των λαθών του τυραννικού καθεστώτος, αλλά και τον συμβιβασμό της δημοκρατίας να πατήσει επάνω του, μιας και το κράτος οφείλει να έχει συνέχεια.
Ο Alberto Rodríguez υπογράφει ένα ζυγισμένο αστυνομικό δράμα με πολιτικές προεκτάσεις, ενώ ταυτόχρονα με την πλοκή και την αριστοτεχνική αφήγηση καταφέρνει να περιγράψει εξονυχιστικά τους δυο πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, τον Juan (Javier Guttiérez) έναν μεσήλικα αστυνομικό που συνεργάστηκε με το φασιστικό καθεστώς του Franscisco Franco, όπως όλοι άλλωστε οι αστυνομικοί κάνουν… από καταβολής κόσμου και τον Pedro (Raul Arévalo), ένα νεαρό ιδεολόγο αστυνομικό, φορέα μιας εκσυγχρονιστικής αντίληψης για την εξουσία, για την ασφάλεια και την προστασία του πολίτη.

Οι βάλτοι του ποταμού και των παραποτάμων του, καθώς οι υπηρέτες του νόμου αγωνίζονται για να διαλευκάνουν την υπόθεση με συνεχή πισωγυρίσματα, με πλάνες, απογοητεύσεις και παλινωδίες, γίνονται το θέατρο της- με ωδίνες- ωρίμανσης μιας οπισθοδρομικής συντηρητικής κοινωνίας, μέσω της απελευθερωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, εύρεσης του ενόχου και της τιμωρίας του. Στην τελική σκηνή, ο μεσήλικας αστυνομικός «καθαρίζει» για το ατιμωτικό παρελθόν του, μια πράξη που στρέφεται ενάντια σε ότι κράτησε δεμένη την χώρα για 40 ολόκληρα χρόνια.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Travolti da un insolito destino nell'azzurro mare d'agosto-Swept away

Ένα χρόνο μετά το “Film d’ amore e d’ anarchia”, το 1974, η Lina Wertmüller, με την ίδια πρωταγωνίστρια, σκηνοθετεί μια ακόμα «Ιστορία έρωτα και αναρχίας», αυτή την φορά όχι στον λούμπεν κόσμο ενός οίκου ανοχής, ούτε σε ταραγμένη πολιτικά περίοδο με τις φασιστικές ιδέες και πρακτικές στο προσκήνιο, αλλά μέσα στο γαλάζιο του μεσογειακού κατακαλόκαιρου και με κάποιες από τις ιδέες της Αριστεράς να έχουν διεισδύσει έστω και… εξ απαλών ονύχων σε κάποια διανοούμενα στρώματα της μεγαλοαστικής τάξης, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για μια κοινωνική ειρήνη… που λογαριάζει όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Τις ακραίες φωνές και από τις δυο πλευρές, που επιμένουν να αυτοπροσδιορίζονται με βάση την ταξική καταγωγή τους και… όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να εξαπολύουν πόλεμο μέχρις εσχάτων για την ολοκληρωτική υποταγή του αντιπάλου.
Η Raffaella (Mariangela Melato), μια όμορφη ξανθιά από το Μιλάνο, κάνει διακοπές με τον σύζυγό της και τους φίλους της σε ένα γιωτ στην Μεσόγειο και δεν χάνει την ευκαιρία να υποτιμά, να ειρωνεύεται και να κακομεταχειρίζεται  τα μέλη του πληρώματος και ιδιαίτερα τον μαρξιστή και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, τον ναύτη Gennarino (Giancarlo Giannini), που συν τοις άλλοις είναι και από τον Νότο της χώρας. Η ατυχία… ή η τύχη τα φέρνει έτσι ώστε να ναυαγήσουν οι δυο τους σε ένα έρημο, ακατοίκητο ξερονήσι. Ο αγώνας για την επιβίωση θα μετατραπεί σε ένα πολυεπίπεδο αγώνα κυριαρχίας, όπου εξ’ ορισμού το πάνω χέρι έχει ο αντικειμενικά ισχυρότερος «παίκτης». Η ανεξέλεγκτη βία, ο εξευτελισμός του εχθρού και η περιθωριοποίηση του φαίνεται τώρα να λειτουργεί πάλι καλά, να δημιουργεί ένα αποδεκτό μορατόριουμ, όπως σε συνθήκες φυσιολογικές, αλλά από την αντίθετη πλευρά. Και πάλι όμως στο τέλος, η αλαζονεία της δύναμης θα οδηγήσει αυτόν που την εξασκεί στην καταστροφή. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο κοινωνικό επίπεδο, έτσι και στο ατομικό, το ξεπέρασμα των ορίων ενεργοποιεί τους μηχανισμούς εκείνους που θα γυρίσουν την ιστορία.
Ο φακός της Wertmüller ακολουθεί συστηματικά όλα τα στάδια της μετατροπής του Gennarino από καταπιεζόμενο σε καταπιεστή και την Raffaella να κατεβαίνει σταδιακά και να βυθίζεται στην ανυπαρξία της ελεύθερης βούλησης, στα πρότυπα της αλυσοδεμένης εργατικής τάξης. Αρχικά αντιδρά, βρίζει, αργότερα επιτίθεται, παλεύει, μετά υπηρετεί βουβά, ανήμπορη να αντιδράσει και στο τέλος φτάνει να «αγαπήσει» τον εκμεταλλευτή της, οριστικά μεταλλαγμένη, να έχει ταυτιστεί με τον ίδιο της τον δήμιο.
Μια αλληγορική ταινία, με σφιχτοδεμένο μοντάζ, υπέροχα πλάνα, εξαιρετικές ερμηνείες, γεμάτη με υπαινιγμούς, που χρησιμοποιεί το δίπολο αρσενικό-θηλυκό, εξουσιαστής-εξουσιαζόμενος, σαν όχημα για μια αντικειμενική πολιτική αφήγηση, με κοινωνικές προεκτάσεις.

Ατυχής η ελληνική μετάφραση του τίτλου «Η κυρία και ο ναύτης».

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας 2014

Στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας του 2014 μας … ταξίδεψε η Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης και έκλεισε για την περίοδο 2014-2015 τις προβολές της, ανανεώνοντας το ραντεβού για το ερχόμενο φθινόπωρο.

Επτά βραβευμένες ταινίες,  σε διάφορες κατηγορίες, τέσσερις  μυθοπλασίας, μια ντοκιμαντέρ, μια κινουμένων σχεδίων, αλλά και μια μυθοπλασίας σπουδαστική, οι περισσότερες στυλιστικά άρτιες, με προσεγμένο σενάριο, σύγχρονη ματιά και κυρίως πρωτότυπη δημιουργική διάθεση, αναδεικνύουν τις ικανότητες των δημιουργών τους και προσφέρουν ψυχαγωγία, προβληματισμό, αλλά και εξοικείωση με καινούργιες φόρμες παραγωγής βίντεο, εναλλακτικής διήγησης και μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου.

Η «Προσευχή» του Θανάση Νεοφώτιστου, σπουδαστική μυθοπλασία, παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο, με ένα θέμα πάντα επίκαιρο, την ενδοσχολική βία και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται από τον θύτη και από το θύμα.

Η ξεχωριστή ταινία, «The immortalizer», του Μάριου Πιπερίδη, στην κατηγορία «Έλληνες του κόσμου», μυθοπλασία, αναφέρεται στο τέλος του 19ου αιώνα στην Κύπρο, στις σχέσεις ανάμεσα στις δυο κοινότητες και στην φωτογραφική τέχνη που εκείνο τον καιρό … κατάφερνε να «ανασταίνει» ακόμα και πεθαμένους. Ενδιαφέρουσα άποψη, με τον κινηματογραφικό φακό να ταυτίζεται με τον φωτογραφικό, προσδίδοντας έτσι μαγεία και υπερβατικότητα στην «θεραπεία»… μέσω του σκοτεινού θαλάμου. Εξαιρετική παραγωγή, η mise en scene με τα κοστούμια, το σκηνικό, τους φωτισμούς και την κίνηση των ηθοποιών, να αιχμαλωτίζουν το βλέμμα του θεατή.
Η ταινία υπάρχει ολόκληρη στο youtube.



Το  «Drag me» του Νίκου Κέλλη, ένα animation, που παρακολουθεί τα βήματα μιας νέας κοπέλας, καθώς περιπλανιέται στις κακόφημες γειτονιές της σύγχρονης Αθήνας. Η «εκτός των τειχών» πόλη, με την αποξένωση, την ορατή και αόρατη βία, μέσα από ένα στιβαρό σχέδιο και ανάλογο υπόγειο μουσικό soundtrack, από την the you and what army faction band.



Το βιωματικό  πειραματικό, ντοκιμαντέρ του Γιάννη Πόθου, «Όταν αρχίζει το τραγούδι», παρακολουθεί την επίδραση της μουσικής ή πιο σωστά της μουσικής παιδείας σε άτομα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.


Η ταινία «Maasai», μυθοπλασία, του Χάρη Λαγκούση, γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου μέσα σε μια αίθουσα αναμονής χειρουργείου, αποτελεί ένα παζλ διάσπαρτων εσωτερικών συγκρούσεων ανάμεσα σε δυο αδελφούς, όχι τόσο γιατί πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες, αλλά γιατί μέσα από αυτούς εκφράζεται η γενικότερη ασυνεννοησία της σύγχρονης εποχής. Υπαινικτικό σενάριο και εξαιρετικός στον ρόλο του μεγάλου αδελφού ο Νίκος Γεωργάκης.

Στις «Τρεις αυγουλιέρες παραλίγο τέσσερις», μια μυθοπλασία του Κωνσταντίνου Σαμαρά, έχουμε μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο αλλόκοτο. Ο κινηματογραφικός φακός γίνεται το όχημα για την περιγραφή αδήλωτων συναισθημάτων, διαμέσου εκκεντρικών καταστάσεων και λεπτού χιούμορ. Δυο συλλέκτες … θηκών αυγών συναντιόνται, ερωτεύονται και χωρίζουν, χωρίς να αγγίζουν ή να αγγίζονται από ότι τους περιβάλει.


Στο «For eternity», της Μαρίας Λάφη, έχουμε μια επαφή με την μετά θάνατον ζωή, όπου δυστυχώς συνεχίζουν να κατατρέχουν το ανθρώπινο είδος τα ίδια προβλήματα επικοινωνίας, οι ίδιες παρεξηγήσεις, οι ίδιες αδυναμίες … απλώς δεν έχουν παρενέργειες σε φυσικό επίπεδο. Ασπρόμαυρος κόσμος με πινελιές κόκκινου- οι εκκρεμότητες που άφησαν πίσω τους οι πεθαμένοι - ρυθμικές χορευτικές κινήσεις και ανεμελιά κατασκήνωσης. 

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Ό, τι απομένει-Was bleibt

Ακροβατισμοί επάνω σε τεντωμένο ψυχολογικό σκοινί και «μπεργκμανική» μανιέρα, από τον Hans-Christian Schmid, στην ταινία  του 2012, «Was bleibt» (Ό, τι απομένει), που προβλήθηκε από την Κινηματογραφική Λέσχη Πεύκης, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Γκαίτε.
Η Gitte (η εξαιρετική Corinna Harfouch) ανακοινώνει στον σύζυγο της και στους δυο ενήλικους γιους της, ότι με την καθοδήγηση μιας εναλλακτικής θεραπεύτριας, της ομοιοπαθητικής και του βελονισμού, διέκοψε τα φάρμακα που έπαιρνε για πάνω από 30 χρόνια για την αντιμετώπιση μιας μανιακής κατάθλιψης. Η αντίδραση των συγγενών της σε αυτήν πρωτοβουλία, η οποία όπως φαίνεται, πρόκειται –ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουν- να επηρεάσει την ζωή όλων, θα φέρει στην επιφάνεια τις ανισορροπίες, τις πικρίες, τα μυστικά και γενικά όλη την καταπιεσμένη πραγματικότητα και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας. Μια υπενθύμιση, ότι οι λεγόμενες «ψυχοπαθολογικές» παρεκτροπές έχουν την ρίζα τους στο κοινωνικό πλαίσιο που είναι ενταγμένο το άτομο. Η «επανάσταση» της Gitte δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο καταλύτης για την αυτογνωσία των υπολοίπων. Η σκηνοθεσία στοχεύει ακριβώς εκεί και αυτό είναι ολοφάνερο, ειδικά στο δεύτερο μισό της ταινίας, όπου με την εξαφάνιση της, ο φακός στρέφεται αποκλειστικά επάνω στις δικές τους παθογένειες. Μέχρι τότε τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα επάνω της, κάνοντας την να αισθάνεται σαν πειραματόζωο και ταυτόχρονα με την δική της «χημική ιδρυματοποίηση»   να επιτυγχάνεται το «ξέπλυμα» των δικών τους ψυχικών φορτίων.

Εσωτερικές συγκρούσεις, συναισθήματα που δεν εκφράζονται με το σώμα, συγκρατημένες ερμηνείες από την πλευρά των ηθοποιών. Κλιμακούμενη ένταση, αγωνία, κάποια στοιχεία θρίλερ- όπως τα πλάνα με την κάμερα στο χέρι να ακολουθεί τον μεγάλο γιο Marko (Lars Eidinger), νύχτα στο δάσος με φορητό φακό, να ψάχνει για την μητέρα του και ταυτόχρονα την επιστροφή στην παιδική του ηλικία- από την πλευρά της σκηνοθεσίας, να υπηρετεί με συνέπεια και φαντασία, χωρίς να πέφτει σε μελοδραματικές παγίδες, το αρκετά «ψαγμένο» σενάριο του Bernd Lange.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Ρώσικη Κιβωτός-Russkiy kovcheg

Από την New Star- στον δυστυχώς άδειο από θεατές κινηματογράφο Studio- η εκκεντρική ταινία του Aleksandr Socurov, «Ρώσικη κιβωτός» (Russkiy kovcheg), του 2002.
Ο σκηνοθέτης, σε ένα δύσκολο εγχείρημα, κινηματογραφεί σε ένα μοναδικό πλάνο 90 περίπου λεπτών ολόκληρη την ταινία και παντρεύει το φανταστικό με το πραγματικό, την ιστορική αφήγηση με την ξενάγηση μέσα στο μουσείο Ερμιτάζ, τις καλές τέχνες με την πολιτική. Στο κινηματογραφικό του πλατό συνυπάρχουν ηθοποιοί που ερμηνεύουν ιστορικά πρόσωπα, αμέτρητοι- πάνω από 2000- κομπάρσοι, τρεις ορχήστρες και σύγχρονοι ρώσοι ... που ερμηνεύουν τον εαυτό τους. Πρόκειται για μια real time καταγραφή στιγμών, των τελευταίων δυο αιώνων της ρώσικης ιστορίας. Οι αίθουσες του μουσείου, οι χώροι του γενικά, τα κλιμακοστάσια, οι αποθήκες του, τα εκθέματα του, ζωντανεύουν τα γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησαν.
Ο κινηματογραφικός φακός είναι τα μάτια ενός αόρατου, από τους πάντες, σύγχρονου ρώσου, ο οποίος συνδιαλέγεται και ακολουθεί τον Marquis de Custine (Sergey Dreyden), ένα γάλλο διπλωμάτη του 19ου αιώνα. Οι πληροφορίες, που φτάνουν- δια μέσου αυτής της παράξενης αλυσίδας- στα μάτια και στα αυτιά του θεατή, έχουν ταυτόχρονα την αμεσότητα ενός ντοκιμαντέρ και την υποκειμενικότητα των προσώπων της ιστορικής περιόδου που καταγράφεται. Ταυτόχρονα, το μονοπλάνο επιτρέπει την απρόσκοπτη εναλλαγή ύφους ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο που πραγματεύεται.
Έχουμε μια τεράστια ποικιλία κινήσεων steadicam, πολλά τράβελινγκ,  με προεξάρχουσα όμως την προς τα εμπρός κίνηση. Γι’ αυτό και η αντιδιαστολή με τα τελευταία λεπτά της ταινίας, όπου έχουμε την έξοδο από τα Χειμερινά Ανάκτορα, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επανάστασης, όπου  γίνεται με συνεχόμενη προς τα πίσω κίνηση, οπισθοχώρηση.
Τα κάδρα είναι κυρίως μεσαία ή μεσαία μακρινά, πολύ γεμάτα και επιτρέπουν στον θεατή να σαρώσει το πλάνο και να επιλέξει στο που θα επικεντρωθεί, απαιτεί λοιπόν  την συμμετοχή του στην εξέλιξη, σαν να του επιβάλλει ένα είδος «εγκεφαλικού μοντάζ».

Πρόκειται για μια πάρα πολύ δύσκολη παραγωγή, όπως διαβάζουμε από τα παραλειπόμενα, το μουσείο Ερμιτάζ έμεινε κλειστό μόνο για μια μέρα και η ταινία γυρίστηκε με την τρίτη προσπάθεια. Στα αξιοπερίεργα, ο σκηνοθέτης και ο εικονολήπτης δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα, στο συνεργείο ακολουθούσε συνέχεια και ο μεταφραστής. 



Ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους από εδώ

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Ένα σπίτι με θέα στην θάλασσα-Una casa con vista al mar

Με την ταινία από την Βενεζουέλα «Ένα σπίτι με θέα στην θάλασσα» (Una casa con vista al mar), του Alberto Arvelo, συνέχισε τις προβολές, η Κινηματογραφική ΛέσχηΠεύκης.
Η ιστορία συμβαίνει κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα,  σε μια περιοχή κάπου στους πρόποδες των Άνδεων, μακριά από την θάλασσα. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ο φτωχός αγρότης και βιολιτζής Tomás Alonso (Imanol Arias) μένει με τον έφηβο γιο του, Santiago (Leandro Arvelo), να προσπαθούν να ζήσουν με μόνο «κεφάλαιο» ένα ζευγάρι βόδια. Η σύγκρουση με τον πλούσιο γαιοκτήμονα της περιοχής, τον señor Homero (Alejo Felipe), θα οδηγήσει τον πατέρα στην φυλακή και τον γιο σε έναν αγώνα επιβίωσης. Η λύτρωση θα έρθει με έναν… από μηχανής θεό, στην περίπτωση αυτή, το σαραβαλιασμένο φορτηγάκι του πλανόδιου φωτογράφου Sebastian (Gabriel Arcand), ενός Βορειοαμερικάνου, που περιπλανιέται στο μέρος αυτό, και κερδίζει το ψωμί του, αποτυπώνοντας στο χαρτί οικογενειακές φωτογραφίες με την πρωτόγονη κάμερα που διαθέτει.
Η Λατινοαμερικάνικη παράδοση είναι πλούσια σε ιστορίες σοσιαλιστικού ρεαλισμού και αυτή η ταινία συνεχίζει σε αυτό το μοτίβο. Πρόκειται για μια κριτική απέναντι στο φεουδαρχικό καθεστώς, στην δύναμη που έχουν και χρησιμοποιούν οι οικονομικά ισχυροί σε βάρος των αδύναμων, στην ανάγκη των φτωχών να τα έχουν καλά με τα «αφεντικά», στον ρόλο της αστυνομίας και της δικαστικής εξουσίας, που ουσιαστικά προστατεύουν με το αζημίωτο την άρχουσα τάξη. Παράλληλα, στο πρόσωπο του νεαρού Santiago έχουμε την αργή επίπονη συνειδητοποίηση της αγροτικής τάξης και την ανάγκη της να βρει τα «εργαλεία» για να ερμηνεύσει την κακοδαιμονία της. Το όνειρο πατέρα-γιου να βρεθούν στην απέραντη ελεύθερη θάλασσα, που ποτέ δεν την έχουν δει,  ουσιαστικά ταυτίζεται με το όνειρο τους να ξεφύγουν από την ζοφερή τους πραγματικότητα.

Όμορφη στιβαρή φωτογραφία με ζεστά χρώματα  ιδιαίτερα στα εσωτερικά γυρίσματα. Πολλές σιωπές που αποδίδονται στο μοντάζ με παρατεταμένο με σβήσιμο κάδρων και άνοιγμα καινούργιων. Αρκετά πλάνα με συμβολισμούς, όπως αυτά με την ωρίμανση του σταριού που παραπέμπει στην σταδιακή ωρίμανση του εφήβου και πολλά κοντινά, όπου η εικόνα παίζει με τις σκιές. Χωρίς πρωτοτυπία, η σκηνή βίας στην όχθη του ποταμού, όπου ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί αργή κίνηση και χρήση του μουσικού θέματος, ενώ σιγούν οι  εξωτερικοί ήχοι. Η σκηνοθεσία «φλερτάρει» με το μελό, κατορθώνει όμως να αντισταθεί στις ευκολίες, καθώς διαθέτει πλήθος καλλιτεχνικών προτερημάτων. Το αυτοσχέδιο καράβι στην μέση των σταροχώραφων, τα πλάνα στο προαύλιο της φυλακής με το παγωμένο φως, καθώς και την έξοχη ερμηνεία του Imanol Arias, την απογειώνουν εικαστικά.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Φωλίτσες-Pelíšky

Από την ΚινηματογραφικήΛέσχη Πεύκης και σε συνεργασία με την πρεσβεία της Τσέχικης Δημοκρατίας στην Ελλάδα, η προβολή της ταινίας, «Φωλίτσες» (Pelíšky) (1999), του σκηνοθέτη Jan Hrebejk.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία δυο οικογενειών που μένουν σε ένα διώροφο σπίτι στην Πράγα, από τα Χριστούγεννα του 1967 μέχρι τον Αύγουστο του 1968 και την εισβολή των Σοβιετικών στρατευμάτων και των συμμάχων τους στην πόλη.
Δεν πρόκειται για μια πολιτική ταινία, είναι περισσότερο μια ηθογραφία της εποχής, που αφήνει να περάσουν υποδόρια όλοι οι προβληματισμοί του δημιουργού της. Η μουσική, τα κτήρια, τα έπιπλα, τα αυτοκίνητα, τα ρούχα των ηθοποιών και ο τρόπος συμπεριφοράς τους, ανάλογα με την ηλικιακή τους τοποθέτηση, έχουν ακριβώς να κάνουν με μια κοινωνία που αγωνιά να παρακολουθήσει τον δυτικό τρόπο ζωής και τις φρενήρεις αλλαγές του, να γίνει ένα κομμάτι της νεολαιίστικης εξέγερσης ενάντια στον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία, αλλά από την άλλη αναγκάζεται να ζει στις παραφυάδες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Χαρακτήρες καθημερινοί, αλλά και τοποθετημένοι με σαφήνεια σε κάδρα. Από την μια μεριά στο κτήριο βρίσκεται ο συντηρητικός εθνικιστής, θαυμαστής του ηρωικού τσεχοσλοβάκικου στρατού, προσανατολισμένος στην Αγγλία και από την άλλη ο αγνός κομμουνιστής μέλος του κόμματος, πατριώτης με τον δικό του τρόπο, αλλά το ίδιο συντηρητικός και καταπιεστικός όπως ο γείτονας του, απέναντι στα μέλη της οικογένειας του. Τα παιδιά των οικογενειών στην εφηβεία, το χάσμα των γενεών, οι πρώτοι έρωτες, οι συγκρούσεις και οι «επαναστάσεις». Οι δυο γυναίκες τους, που προσπαθούν να κρατήσουν την οικογενειακή ισορροπία και άλλοι χαρακτήρες που πλουτίζουν το μικροαστικό σύμπαν «σοσιαλιστικού» τύπου, ένα περιβάλλον μίζερο, που "κακοχωνεύει" κάθε νεωτερισμό και τοποθετείται απέναντι σε όλα και το χειρότερο χωρίς να ξέρει το γιατί.  
Πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, τόσο ελαχίστων που ξενίζουν κάπως ( όπως για παράδειγμα το πλάνο- κατά την  ανταλλαγή χριστουγεννιάτικων δώρων, καθώς ο πατέρας δωρίζει στον γιο ένα ζευγάρι «κομμουνιστικές» μπότες, αντί για τις «αστικές» που ο γιος λαχταρούσε- το οποίο κινηματογραφείται δυο φορές συνεχόμενα, για να τονίσει την αντιδιαστολή ανάμεσα στις δυο γενιές) ο σκηνοθέτης περνά σχεδόν απαρατήρητος από επιλογή. Αφήνει να διαπερνά τα πλάνα ένα ρετρό, συμβατικό φως και η αφηγηματική του γραμμή είναι απλή και ευθεία.

Ένα γλυκόπικρο χιούμορ που υποσκάπτει τον απόλυτο τρόπο θέασης της πολιτικής πραγματικότητας και μια δόση νοσταλγίας  για τον έλληνα θεατή, που δεν μπορεί να αποφύγει τις συγκρίσεις, με την εδώ κατάσταση εκείνα τα χρόνια, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το, με φωτογραφικούς όρους... αρνητικό της συγκεκριμένης ταινίας.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Αγκίρε, η οργή του Θεού-Aguirre, der Zorn Gottes

Από την ΚινηματογραφικήΛέσχη Πεύκης, το «Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού» (Aguirre, der Zorn Gottes), του Werner Herzog, ένα ακόμη διαμάντι της έβδομης τέχνης, ένα εσωτερικό ταξίδι κατάβασης στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Η κάθοδος ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ από τα υψίπεδα των Άνδεων μέχρι τις ζούγκλες του Αμαζονίου, ΜΑΖΙ  την ομάδα των Ισπανών κατακτητών και των ινδιάνων αιχμαλώτων και δούλων τους,  στις αρχές του 16ου αιώνα, αποτελεί το εξωτερικό περίγραμμα, την αφορμή για αυτήν την «ελεγεία πάνω στο κακό».
Ο Aguirre don Lope (Klaus Kinski), χαμηλόβαθμος αξιωματικός του Ισπανικού στρατού, γεμάτος μεγαλομανία, δίψα για πλούτο και δόξα, επαναστατεί ενάντια στο στέμμα και αναλαμβάνει την αρχηγία του μικρού εκστρατευτικού σώματος που αποσχίστηκε από τον κύριο όγκο των δυνάμεων, με σκοπό να ανακαλύψει τα κρυμμένα πλούτη των Ίνκας, την πόλη του χρυσού, το μυθικό Ελντοράντο.
Η άνιση μάχη με το περιβάλλον, οι αρρώστιες,  οι πανταχού παρόντες Ινδιάνοι με τα δηλητηριώδη βέλη τους, θα απομακρύνουν από τον καθένα αυτήν την λεπτή επίστρωση δευτερογενούς συμπεριφοράς και θα αφήσει να αναδυθεί στην επιφάνεια χωρίς αντίβαρο, η εξωστρεφής,  η εκδικητική,  η τιμωρητική, η πατρική φύση της θεότητας που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος. Η οργή του Θεού.
Πέρα από τις αναφορές για τον ρόλο της εκκλησίας, που όμως ομολογεί ο καλόγερος- που συνοδεύει την αποστολή  και χρησιμεύει μέσω του ημερολογίου του και σαν αφηγητής – είναι πάντα με το μέρος του δυνατού, έχουμε πολλές νύξεις για την εκμετάλλευση των ιθαγενών, για την δουλεία, για τον ρόλο των ευγενών και πως η πτώση των αξιών και η διαφθορά της τάξης αυτής, έδωσε τον χώρο για την άνοδο στην εξουσία αυτής της ανεξέλεγκτης, βάρβαρης εκτός πλαισίων πρωτόγονης ιδεοληπτικής δύναμης. Είναι σαφείς οι πολιτικές αναφορές.
Κινηματογραφικά έχουμε μια εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής, με το σκηνικό, την κινηματογράφηση της άγριας φύσης να λειτουργεί καταλυτικά ως προς το σενάριο. Η κάμερα πολλές φορές στο χέρι, οι ταλαντεύσεις της και τα κοντινά πλάνα, μαζί με το αφηγηματικό στυλ προσδίδουν αμεσότητα και στυλ ντοκιμαντέρ. Οι ήχοι από τα πουλιά και το σταμάτημα τους, εντείνουν την αγωνία. Τα κοστούμια, η ερμηνεία των ηθοποιών, η συμπεριφορά τους, το παγωμένο βλέμμα του Klaus Kinski, η ιδιαιτερότητα στο περπάτημα και στην στάση του σώματος του, μιλάνε από μόνα τους και οδηγούν στον μεγαλειώδη μονόλογο του τέλους:
“Εγώ η οργή του θεού θα παντρευτώ την κόρη μου και μαζί θα δημιουργήσουμε την πιο αγνή δυναστεία που γνώρισε ποτέ το ανθρώπινο γένος. Μαζί θα κυβερνήσουμε όλη αυτή την ήπειρο. Είμαι η οργή του θεού. Ποιος άλλος είναι μαζί μου;”

Άκρως λειτουργικό το τετράγωνο φορμάτ της οθόνης για την συγκεκριμένη ταινία . Οι μουσικές της περουβιανής φλογέρας, ένας λυγμός μελωδικής ανάσας, που μαζί με κάποια σκηνοθετικά τρυκ, απαλύνουν ορισμένες σκηνές ωμής βίας.



Ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους εδώ

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Gett-Το διαζύγιο: Η δίκη της Βίβιαν Αμσαλέμ

Το παράδοξο για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες- ακόμα και για την δική μας, όπου ακόμα δεν έχει θεσπισθεί ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας- η ισχύς, δηλαδή, μόνο του θρησκευτικού γάμου, αποτελεί το έναυσμα για την σύγχρονη αυτή ισραηλινή ταινία, «Το διαζύγιο: Η δίκη της Βίβιαν Αμσαλέμ» των Ronit και Shlomi Elkabetz.
H ταινία περιγράφει τον πεντάχρονο δικαστικό αγώνα της Βίβιαν (Ronit Elkabetz), εναντίον του συζύγου της Elisha (Simon Abkarian), καθώς διεκδικεί το διαζύγιο που θα την απελευθερώσει και τυπικά από ένα γάμο, που για χρόνια είχε τελειώσει και για τις δυο πλευρές. Όμως, σύμφωνα με τον ραβινικό νόμο, μόνο ο σύζυγος έχει το δικαίωμα να δώσει την συναίνεση του για την λύση του γάμου, στο τριμελές ραβινικό δικαστήριο, που εξετάζει την υπόθεση. Η γυναίκα, θύμα της ανδροκρατούμενης θρησκευτικής παράδοσης, δεν έχει κανένα τρόπο να το απαιτήσει, παρά μόνο κάνοντας την αίτηση και περιμένοντας καρτερικά, κινητοποιώντας την κοινή ανθρώπινη λογική, πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο σε συνθήκες θρησκευτικής παράκρουσης, όταν οι θρησκευτικοί λειτουργοί έχουν το δικαίωμα να ρυθμίζουν από τον νόμο, τις σχέσεις ανθρώπων που στην συνείδηση τους, τους έχουν αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα.
Η ταινία είναι γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, όπου μέσα στο διάστημα αυτό των πέντε χρόνων εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα και κατά διαστήματα μπροστά στους τρεις ραβίνους δικαστές, οι δυο διάδικοι, οι δικηγόροι τους και αρκετοί μάρτυρες και από τις δυο πλευρές. Η κινηματογράφηση γίνεται κυρίως με κοντινά πλάνα, το ευνοεί άλλωστε η στενότητα του χώρου της δικαστικής αίθουσας, καθώς επίσης αρκετά πλάνα είναι voice over, το ζητούμενο για τους σκηνοθέτες είναι οι αντιδράσεις των προσώπων σε αυτά που ακούγονται. Ένα ενδιαφέρον σημείο της αφήγησης είναι η εσωτερική αναγνώριση από όλους της ορθότητας του αιτήματος της συζύγου, αλλά η ανικανότητα τους να ξεπεράσουν την ουσία ενός ξεπερασμένου νόμου, φοβούμενοι, ότι ίσως αυτό ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου, για μια συνολική αποκαθήλωση της θρησκευτικής επιρροής στο κοινωνικό σώμα. Το «πείσμα» του συζύγου ερμηνεύεται, σαν υπακοή στις ρίζες και στις πατροπαράδοτες αρχές, ενώ η επιμονή της συζύγου, σαν κάτι το νεόφερτο, ένα δείγμα εισβολής ενός εισαγόμενου μοντερνισμού. Πρόκειται ουσιαστικά για την σύγκρουση των λαϊκών συντηρητικών αρχών, που αντλούν νομιμότητα από θρησκευτική τυπολατρία και των φιλελεύθερων ιδεών του σεβασμού των ατομικών κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η σκηνοθέτιδα Ronit Elkabetz που ερμηνεύει συγκλονιστικά την βουβή απόγνωση της ηρωίδας της, της Βίβιαν, κάνει μια εξαιρετική απόδοση του χαρακτήρα σε βάθος χρόνου, περνάει από όλα τα στάδια της επιμονής, της παραίτησης, του θυμού, του συμβιβασμού, μεταχειρίζεται όλα τα τεχνάσματα της γυναικείας φύσης της για να επηρεάσει προς όφελος της το δικαστήριο, πλην όμως ο «σοφός» νομοθέτης έχει εναποθέσει την ετυμηγορία της απόφασης... στα χέρια του αντίδικου της.
Ο Simon Abkarian, ενσαρκώνει με συγκρατημένη μισανθρωπία τον ρόλο του συντηρητικού, συγκεντρωτικού, εγωκεντρικού συζύγου Elisha, παίζει περισσότερο με το σώμα και τις εκφράσεις και πολύ λιγότερο με την συμμετοχή των επιχειρημάτων του.

Μια έξυπνη ταινία που δεν διστάζει να επιστρατεύσει ένα λυτρωτικό γλυκόπικρο χιούμορ για να καυτηριάσει τα κακώς κείμενα μιας χώρας που τουλάχιστον σε θέματα δημοκρατίας βρίσκεται, προς το παρόν, σε καλύτερη κατάσταση από τις γειτονικές της.