Αυτά που κουβεντιάζουμε, όταν ανάψουν τα φώτα. Ούτε κριτικός κινηματογράφου, ούτε ειδικός. Ίσως κάπου να υπάρχει κάποια πενικιλίνη για αυτό το μικρόβιο. Αυτό ψάχνουμε
Ένα νέο-ρεαλιστικό
παραμύθι, ένας ύμνος στην απλότητα, στην θετική διάθεση, στην αγάπη. Ο Toto (FranscescoGolisano), είναι ο κήρυκας της καλοσύνης, φορέας της
αλλαγής, η ήρεμη δύναμη που πηγάζει από μια εσωτερικότητα ανέγγιχτη από τους
ψυχρούς υπολογισμούς, τα ατομικά μικροσυμφέροντα και τις κοινωνικές αδικίες.
Είναι ο κινηματογραφικός εκπρόσωπος της nonviolentresistance, της
παθητικής αντίστασης ενάντια σε αυτό που απειλεί να χαλάσει το περιβάλλον, να
διαφθείρει τις ανθρώπινες σχέσεις και συνειδήσεις, να εγκαθιδρύσει κοινωνίες εξουσιαστών-εξουσιαζόμενων.
Ο Toto, ζει μέσα σε αυτόν τον κόσμο, δεν τον
εξιδανικεύει, δεν χαϊδεύει τα αυτιά των απελπισμένων φτωχό- πρόδρομων που
αποτελούν τον δικό του λαό, γιατί είναι σάρκα από την δική τους σάρκα
Ο VittoriodeSicaκινηματογραφεί τα ανθρώπινα απομεινάρια, που άφησε πίσω της στην
μεταπολεμική Ιταλία, η εξουσιολάγνα, μπουκωμένη στόμφο, φασιστική υστερία. Τα
περίχωρα του Μιλάνο, καταυλισμοί αστέγων, άνθρωποι χωρίς παρελθόν και μέλλον.
Ένα πλήθος κομπάρσων καθοδηγημένων με εξαιρετική μαεστρία, ασπρόμαυρη
φωτογραφία γεμάτη λυρισμό και μια σκηνοθεσία γεμάτη συμβολισμούς, από την αρχή
της ταινίας- από την γέννηση του πρωταγωνιστή μέσα στα λάχανα έως το ταξίδι
στον ουρανό, με τις ιπτάμενες σκούπες.
Ο νέο-ρεαλισμός του VittoriodeSicaδεν φοβάται τα θαύματα. Και γίνονται πολλά σε αυτήν του την ταινία. Γιατί
τα θαύματα βρίσκονται εδώ και το μόνο που χρειάζεται, είναι τα μάτια για να
μπορέσει κάποιος να τα δει και την καρδιά για να μπορέσει να τα ερμηνεύσει.
Διαφορετικά, υπάρχουν δίπλα του, τον ακουμπάνε και εκείνος συνεχίζει
δυστυχισμένος μέσα στην κατάσταση της πνευματικής του νωθρότητας, να τα ψάχνει
απεγνωσμένα. Μεγαλειώδης η σκηνή, κατά την οποία ο μαύρος του καταυλισμού ζητά
από τον Τοτό να τον μεταμορφώσει σε λευκό, για να μπορέσει να τον αγαπήσει η
λευκή γειτονοπούλα του, για να ανακαλύψει αμέσως μετά, ότι εκείνη έχει ήδη
μεταμορφωθεί σε μαύρη, για χάρη του.
Η ταινία του LouisMalle, “Ascenseurpourl’ échafaud” (Ασανσέρ
για δολοφόνους), είναι ένα πάντρεμα film noir και
μουσικής jazz. OMilesDavis, που υπογράφει το soundtrack, ακολουθεί με την λυπητερή, λυγμική του τρομπέτα,
τους πρωταγωνιστές, στα παιγνίδια που τους παίζει η μοίρα.
Ατμοσφαιρική, ασπρόμαυρη
ταινία με καταπληκτικά νυχτερινά πλάνα του Παρισιού. Η κάμερα εστιάζει πολύ
συχνά πάνω στο αμακιγιάριστο, λευκό πρόσωπο της JeanneMoreau, μιας
και είναι το πρόσωπο κλειδί, που από εκεί αρχίζει να ξεδιπλώνεται το γαϊτανάκι
των γεγονότων και των συμπτώσεων, που οδηγούν στα εγκλήματα. Οι χαρακτήρες βρίσκονται
στερεά τοποθετημένοι στην κοινωνική ιεραρχία, χωρίς παρεκκλίσεις και έτσι η
σκηνοθεσία έχει όλο τον χρόνο και τον τρόπο, να παίξει στις λεπτομέρειες. Πλούσιος
επιχειρηματίας, η νέα γυναίκα του που τον απατά με υπάλληλό του- πρώην
παραστρατιωτικό, η απλή κοπέλα που δουλεύει στο απέναντι ανθοπωλείο με τον φίλο
της- άτομο μικροπαραβατικό, οι σπορτίφ ανέμελοι Γερμανοί τουρίστες- τυχαία θύματα,
οι αστυνομικοί που αναλαμβάνουν να ξεδιαλύνουν το μυστήριο και φυσικά, ο
κοινωνικός περίγυρος, γειωμένος στην πραγματικότητα, αμέτοχος στο πάθος των
πρωταγωνιστών και καταναλωτής πρωτοσέλιδων εφημερίδων.
Πολύ ευχάριστη ταινία,
ειδικά στο πρώτο μέρος, όπου και χτίζεται η υπόθεση. Στο δεύτερο μέρος, επειδή
ο θεατής γνωρίζει και έχει γίνει συμμέτοχος του μυστηρίου, η υποχώρηση της έκπληξης
αντικαθίσταται από την σκηνοθετική δεξιοτεχνία και την στυλιζαρισμένη ασπρόμαυρη
φωτογραφία.
Το “Superclásico” (Μπουένος
Άιρες σ’ αγαπώ), του δανού σκηνοθέτη OleChristianMadsen, είναι
μια συμπαθητική ταινία, με καλό ρυθμό, έξυπνες κωμικές καταστάσεις-αν και
καταπιάνεται με το βαρύ θέμα ενός διαζυγίου-αλλά πάνω απ’ όλα, αυτό που την
κάνει να ξεχωρίζει, είναι ότι η διήγηση της είναι καθαρά κινηματογραφική. Ο
φακός, παράλληλα με την ιστορία, διηγείται την ζωή της ίδιας της μεγαλούπολης, χωρίς η ματιά του σκηνοθέτη να έχει τουριστική διάθεση. Το ποδόσφαιρο με τις
εντάσεις και τις εκρήξεις που δημιουργεί στον κόσμο, το tango, η κουλτούρα της ερωτικής κίνησης στα
μπαράκια, στα γωνιακά σταυροδρόμια, το
παραδοσιακό asado,το κρέας στα κάρβουνα, το yerbamateκαι η ιεροτελεστία του, συνθέτουν μια εικόνα σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτήν
της βόρειας Ευρώπης.
Ο Christian (AndersW. Berthelsen), γευσιγνώστης κρασιού και ιδιοκτήτης μιας κάβας
στην Κοπεγχάγη, που είναι έτοιμη να χρεοκοπήσει, ταξιδεύει με τον 16χρονο γιο του
Oscar (JamieMorton) στο Μπουένος Άιρες, για να πείσει την σύζυγό του Anna (PaprikaSteen), η οποία τον έχει παρατήσει, να γυρίσει ξανά κοντά
του. Η Annaείναι ατζέντισα του διάσημου ποδοσφαιριστή της Boca, JuanDíaz (SebastiánEstevanez) και
είναι έτοιμη να παντρευτεί μαζί του και να του κάνει την μεγάλη μεταγραφή, σε
μεγάλο σύλλογο της Βραζιλίας.
Ο Christian,που τόσο απεχθάνεται την ζέστη της πόλης, το ποδόσφαιρο και το Αργεντίνικο
κρασί, είναι υποχρεωμένος να τα ανεχθεί όλα αυτά και μαζί με αυτά και τον
γκόμενο της γυναίκας του, ένα εξωστρεφή νεαρό, με έντονες καθολικές θρησκευτικές
καταβολές, που είναι ο goleadorτης ομάδας του. Με πολλά
σκαμπανεβάσματα ανάμεσα στην politicalcorrectστάση και στην «κατινιά», μαθαίνει να ζει, εγκλιματίζεται, θυμάται τα νιάτα
του σαν πορτιέρο στο χάντμπωλ, αγαπά το κρασί της Μεντόζα, όταν ανακαλύπτει την
«ψυχή» του και τον «διδάσκει» την ουσία της μποέμικης ζωής και το tango η εβδομηντάρα υπηρέτρια στην έπαυλη που ζει η
πρώην συμβία του. Ο γιος του, ο Oscar, ένας νεαρός κάπως ιδιαίτερος, με ανεπτυγμένη διαίσθηση, γνωρίζει τον έρωτα, αλλά και τον συντηρητικό
μικροαστισμό της αργεντίνικης μεσαίας τάξης. Πολύ καλή η έμπνευση με το όραμα
του νεαρού, που βλέπει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου δυο κατσαρίδες να χορεύουν tango.
Η μουσική επένδυση με
γνωστά κομμάτια του Gardel, κάτω από
τον αθηναϊκό ουρανό, αφήνει στο τέλος μια ευχάριστη διάθεση.
Από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος και την 4η εβδομάδα Ισπανικού
κινηματογράφου στην Αθήνα, μισός αιώνας κωμωδίας.
Carlos Saura,
"Mamá cumple cien años" (Η μαμά κλείνει τα εκατό). Είναι πραγματικά εκπληκτικό, το πόσο καλά
και μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, ο σκηνοθέτης κατορθώνει να περιγράψει με
εξονυχιστικές λεπτομέρειες το σύνολο των χαρακτήρων του έργου-και δεν είναι
λίγοι. Μπερδεύει με αριστοτεχνικό τρόπο το ρεαλιστικό με το μαγικό. Κινείται με
χαρακτηριστική άνεση μέσα στους χώρους του παλιού αρχοντικού και στους κήπους
του.
Τα παιδιά, τα εγγόνια και η παλιά γκουβερνάντα με τον σύζυγό
της, μαζεύονται στην εξοχική έπαυλη, για
να γιορτάσουν τα εκατοστά γενέθλια της γηραιάς κυρίας. Βγαίνουν στην επιφάνεια
παλιές οικογενειακές πληγές και δημιουργούνται καινούργιες αφού από την φύση
του ο άνθρωπος ρέπει προς...την αμαρτία.
Ángel de la Cruz,
"Los muertos van de prisa" (Οι πεθαμένοι ). Εδώ ο πραγματικός πρωταγωνιστής
είναι η φύση της αυτόνομης περιοχής της Γαλλικίας, καθώς η ταινία αυτή στερείται
επαρκούς σεναρίου και οι ηθοποιοί αποδεικνύονται κατά πολύ κατώτεροι των
περιστάσεων, με εξαίρεση τον απολαυστικό Ernesto Chao στον πολύ μικρό ρόλο του
Cinfuentes, του αστυνομικού διευθυντή του χωριού.
Ένα φορτηγό ρυμουλκό, που το οδηγεί μια αφρατούλα
νταλικιέρισα, σφηνώνει σε μια στενή γέφυρα, που ενώνει το ψαράδικο χωριό με το
νεκροταφείο του. Ένα εξέχον μέλος του χωριού δεν μπορεί να θάψει τον πατέρα του, μέχρι που αποδεικνύεται ότι ένα κρυφό μυστικό είναι η αιτία, που η ψυχή του
πεθαμένου δεν μπορεί να αναπαυθεί.
Álex de la
Iglesia, "La comunidad" (Η πολυκατοικία). Μια ταινία που κινείται ανάμεσα
στην μαύρη κωμωδία, το θρίλερ και την σάτιρα. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο, πιο είναι
το στυλ που επιθυμεί ο σκηνοθέτης για την ταινία του. Ανεξάρτητα αν πρόκειται
για μια συνειδητή αμφιταλάντευση ή για αναποφασιστικότητα, το αποτέλεσμα είναι
πάρα πολύ καλό. Η Carmen Maura στον ρόλο της υπαλλήλου του μεσιτικού γραφείου
απολαυστική.
Ένας πεθαμένος ένοικος μιας πολυκατοικίας έχει κρύψει στο
διαμέρισμά του ένα μεγάλο ποσό χρημάτων. Η υπάλληλος του μεσιτικού γραφείου, που
αναλαμβάνει να το παρουσιάζει στους υποψήφιους ενοικιαστές, το ανακαλύπτει και
οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας προσπαθούν να της το αποσπάσουν, για να
το μοιραστούν μεταξύ τους.
Μια κωμωδία splater από την οποία δεν λείπει ούτε ο ιππότης
Τζεντάι
PabloBerger,
"Terremolinos
73". Περισσότερο από μια κωμωδία, αυτή η ταινία του PabloBerger, έχει να κάνει με τις
κωμικές καταστάσεις, που προκύπτουν από την ίδια την απόγνωση. Πολύ καλός
ρυθμός, εκπληκτικές ερμηνείες από τους JavierCámara
και CandelaPeña.
Ο Alfredo,
που δουλεύει πλασιέ για εγκυκλοπαίδειες και η γυναίκα του Carmen, που δουλεύει σε στούντιο
αισθητικής, τα φέρνουν δύσκολα βόλτα, μέχρι που ο προϊστάμενος του Alfredoτους
προτείνει να γυρίσουν στο σπίτι τους ερωτικές ταινίες, υποτίθεται εκπαιδευτικού
περιεχομένου, για την αγορά της Δανίας. Το ζευγάρι θα ξεπεράσει τις ηθικές
αναστολές του, όμως η επιθυμία της Carmen να γίνει μητέρα, σε συνδυασμό με την αζωοσπερμία του Alfredo, θα περιπλέξει τα
πράγματα.
Ο κόσμος του κινηματογράφου από τα μέσα, συνεχείς αναφορές
σε ταινίες σταθμούς της έβδομης τέχνης, μια ταινία λιτή και τρυφερή ακόμα και
στις σκηνές του υποτιθέμενου πορνό. Το γέλιο μπουκώνει στο στόμα και βγαίνει σαν θυμός.
DanielSánchezArévalo, “Primos” (Ξαδέλφια)
Μια ταινία του 2011 πολύ φλύαρη, επιπόλαιη, εξυπνακίστικη, προβλέψιμη και το
χειρότερο απ’ όλα με μια τάση διδακτισμού ανυπόφορη.
Αφορά την ιστορία τριών ξαδελφιών, που γυρίζουν στο χωριό
τους, μετά την ακύρωση του γάμου ενός από αυτούς. Θα μπορούσε να ήταν μια
συνηθισμένη εφηβική ταινία, αν δεν έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να την
«ανεβάσει» με σπασμωδικές σκηνοθετικές και σεναριακές εφευρέσεις, που όμως καταλήγουν
στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Ο ένας ξάδελφος μετά την χυλόπιτα που τρώει στην εκκλησία, όταν η μέλλουσα σύζυγος τον παρατάει σύξυλο, βρίσκει στο χωριό τον εφηβικό του
έρωτα, με ένα παιδί 9 ετών… να τον περιμένει ακόμα.
Ο δεύτερος ξάδελφος επανασυνδέεται με τον αλκοολικό παλιό
του φίλο, του οποίου η κόρη δουλεύει στο μπαρ του χωριού, χωρίς να μας το
ξεκαθαρίζει αν είναι η δεν είναι πόρνη. Την ερωτεύεται και σώζει αυτήν και τον
πατέρα της.
Ο τρίτος ξάδελφος, τραυματίας και ήρωας πολέμου, παλεύει να
απογαλακτιστεί από την νοσοκόμα φιλενάδα του και «δένει» με τον γιο της πρώην
γκόμενας του πρώτου ξαδέλφου.
Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν……
Álvaro Begines,
“Por qué se frotan las patitas” (Γιατί τρίβουν τα ποδαράκια τους). Μια συμπαθητική, μουσική κωμωδία, που μας γυρνάει
στους δρόμους της Βαρκελώνης. Πολύ καλός ρυθμός, μια εκδοχή μετα-φλαμένκο με το
τραγούδι και τον χορό να λύνουν αδιέξοδα, ίσως τα αδιέξοδα που η ίδια η ζωή δεν
μπορεί να λύσει.
Την ίδια μέρα
εγκαταλείπουν το σπίτι οι τρεις γυναίκες της ζωής του Luis, η μητέρα του (που τα έχει φτιάξει κρυφά με τον
πεθερό του), η γυναίκα του (κάνει την οικογενειακή επανάσταση της) και η κόρη
του (αυτό ήταν το μόνο αναμενόμενο, μιας και την παρουσιάζει σαν ατίθασο
νιάτο). Προσλαμβάνει ένα ντετέκτιβ τον Manolete(η τρομερά κωμική φιγούρα του ManuelMorón) για να
τις βρει. Όλα περιπλέκονται, καθώς η γιαγιά πιάνει φιλίες με τους καταληψίες
νεαρούς φίλους της εγγονής της, η γυναίκα του Luisαποσύρεται
σε μοναστήρι βουδιστών, ενώ ο δαιμόνιος ντετέκτιβ ζει το ειδύλλιο της ζωής του
με την γεροντοκόρη γειτόνισσα. … Μέχρι και ανορεξικό σκυλί διαθέτει η ταινία.
Manuel Gómez Pereira, “El amor perjudica seriamente la salud”, (Ο έρωτας βλάπτει σοβαρά την υγεία). Μια ευφάνταστη κωμωδία με πανέξυπνα σκηνοθετικά κόλπα,
καλό ρυθμό, και εκπληκτικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Καταπιάνεται με το θέμα
της ερωτικής επιθυμίας, της σεξουαλικής έλξης, πέρα από κανόνες, κοινωνικές
καταβολές και χαρακτήρα των ανθρώπων.
Η DianaBalaguer (AnaBelén), σαν ώριμη κυρία και PenelopeCruz,σαν νεαρή και ο SantiagoGarcía (JunjoPuigcorpé), σαν
πενηντάρης και GabinoDiego,σαν νεαρός, δεν έχουν τίποτα άλλο κοινό, εκτός από μια σωματική έλξη, που τους
οδηγεί να συνευρίσκονται στα πιο απίθανα μέρη, ενώ ο καθένας έχει την παράλληλη
συζυγική του ζωή. Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο έρωτας, έξω από τις κοινωνικές
συμβάσεις, ακόμα και όταν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είναι συμβιβασμένοι.
Luis García Berlanga, “El verdugo” (Ο δήμιος). Ασπρόμαυρη
ταινία
του 1963, που εκτός από το θέμα που πραγματεύεται- την κοινωνική διάκριση
που υφίστανται συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες και οι κοινωνικός τους περίγυρος,
στην περίπτωση αυτή, ο επαγγελματίας δήμιος και ο υπάλληλος του γραφείου τελετών-
αποτελεί και μια ηθογραφική αναπαράσταση της Ισπανίας την περίοδο που γυρίστηκε.
Με πολύ λεπτές αποχρώσεις σκιαγραφείται το βαρύ αποτύπωμα της δικτατορίας του
Φράνκο. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή, όμως είναι διάχυτος
ο φόβος στις λέξεις τους, στις κινήσεις τους, στον τρόπο που σκέφτονται. Ένας αποπνικτικός
επαρχιωτισμός, συντηρητισμός σκεπάζει κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής.
Ο José LuisRodrígez (NinoManfredi) πρώην
νεκροθάφτης και νυν κρατικός δήμιος, στην θέση του συνταξιούχου πεθερού, του Amadeo (José Isbert), πρέπει να ξεπεράσει τις ηθικές αναστολές του και
να μάθει να σκοτώνει, όταν του το ζητά η δικαιοσύνη, αν θέλει να βρει τα χρήματα
για το διαμέρισμα που στεγάζει την οικογένειά του. Όλο το ζήτημα είναι να κάνει
την αρχή. Στην πρώτη φορά διαλύονται, οι όποιες αναστολές. Ένα ψυχογράφημα των
ανθρώπων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στην αρχή της ανέλιξης τους, που οδήγησε
στην δημιουργία της μεσαίας τάξης.
Η μηχανή του τρακτέρ, που κουβαλάει στην καρότσα της τα
παιγνίδια για το καρουσέλ του λούνα –παρκ, για την γιορτή της επόμενης μέρας
στο χωριό της Γαλλικής επαρχίας, όταν μπαίνει στον κεντρικό δρόμο του χωριού,
πρέπει να κινηθεί αργά, πίσω από τις χήνες, που καταλαμβάνουν με τις φωνές τους
το οδόστρωμα.
Η "Μέρα γιορτής" είναι η πρώτη μεγάλου μήκους
ταινία του JacqueTati. Ο
κόσμος του είναι μια μίξη ανατροπής,
λεπτής ειρωνείας, κριτικής του καθωσπρεπισμού, χιούμορ και νοσταλγίας.
Γυρισμένη στο 1947 και με ένα στυλ που παραπέμπει σε βωβό κινηματογράφο, δεν
σταματά στα κωμικά περιστατικά, αλλά αποτελεί μια ηθογραφία της εποχής. Η
γιαγιά με την καμπούρα το μάτι, που τα βλέπει όλα, αλλά βλέπει και πίσω από τα
πράγματα, ο καφετζής, οι εργάτες του χωριού, ο υπάλληλος του λούνα παρκ με την
χαμηλοβλεπούσα ομορφονιά, τα σκανταλιάρικα παιδιά με τα αθώα πειράγματά τους. Ένας κόσμος που διαπλέκεται σε αστείες καταστάσεις,
που κινείται με χορευτικές φιγούρες, που διώχνει τις μύγες με κινήσεις
τροχονόμου.
Αν και είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στηριγμένη πάνω στον
χαρακτήρα του ταχυδρόμου, που υποδύεται ο ίδιος ο JacqueTatiμε την αθώα πληθωρικότητά του, έχει και ένα
δεύτερο πρωταγωνιστή. Το ποδήλατο της υπηρεσίας, ένα ποδήλατο με προσωπικότητα όπως αποδεικνύεται, εκτός των άλλων και από το συνεχές κτύπημα του κουδουνιού του. Όταν την μέρα του πανηγυριού,
στο χωριό, σε μια τέντα που προβάλλει τα επίκαιρα της εποχής, το κοινό
πληροφορείται ότι τα Αμερικανικά ταχυδρομεία χρησιμοποιούν για την παράδοση των
γραμμάτων τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα της τεχνολογίας, ελικόπτερα, ταχυδρόμους
ειδικά εκπαιδευμένους, που εκτελούν αποστολές με αυτοθυσία για την εξυπηρέτηση των
πολιτών, ο φτωχός Φρανσουά, ο ταχυδρόμος, γίνεται ο περίγελος όλων. Αντί να το
βάλει κάτω, αποφασίζει να δείξει τι αξίζει και μέσα από μια ακολουθία
ξεκαρδιστικών επεισοδίων καταφέρνει να κερδίσει την συμπάθεια των συμπολιτών
του. Μια φιγούρα αεικίνητη, ευκίνητη, δραστήρια, που όμως τα αποτελέσματα των
πράξεων της είναι δυσανάλογα με αυτήν την ικανότητα που εκφράζει. Ο Francoisτου JacqueTatiδεν είναι απλώς ο συμπαθητικός, καλοσυνάτος γκαφατζής. Ίσως να αποτελεί τον προπομπό του MonsierHulot, του
μετέπειτα ήρωα του, που ζει ταυτόχρονα μέσα και έξω από τις καταστάσεις.
Η κινηματογραφική ταινία
«Τρωάδες» του Μιχάλη Κακογιάννη, που προβλήθηκε χθες στο Ίδρυμα Μιχάλης
Κακογιάννης, είναι μια ακαδημαϊκή μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου του
Ευριπίδη.
Ο σκηνοθέτης, πέρα από
την εξαιρετική καθοδήγηση των ηθοποιών- ένα σύνολο από «ιερά τέρατα» του
κινηματογράφου, KatharineHepburn, VanessaRedgrave, GenevieveBujold, Ειρήνη Παπά, PatrickMagee, BrianBlessed και
την διεύθυνση του χορού, ενός συμπαγούς, ευμετάβλητου συναισθηματικά σώματος,
ανάμεσα στον θρήνο και την οργή, από τις γυναίκες της Τροίας- αφήνει τον λόγο
του Ευριπίδη να φτάσει ανέπαφος μέχρι τον θεατή.
Η ταινία ξεκινάει ακριβώς
την στιγμή της πτώσης της Τροίας και πριν ακόμα έχει κατακαθίσει η σκόνη από τα
ερείπια της πόλης. Ο φακός ακολουθεί της γυναίκες στον θρήνο τους και η εικόνα
«παγώνει» κάθε φορά που ο αφηγητής προσθέτει ένα από τα δεινά που τις περιμένουν.
Ο λόγος έπειτα είναι αποκλειστικά δοσμένος σε αυτές. Σκηνές στην πλειοψηφία τους
γυρισμένες στην ύπαιθρο, εκτός από την σύλληψη της Κασσάνδρας μέσα στον ναό,
εκμεταλλεύεται το άνυδρο, λευκά φωτισμένο από τον ήλιο τοπίο, για να καταδείξει
το τέλος της ιδιωτικής ζωής από τους ηττημένους.
Οι νικητές, αυτοί που παίρνουν
τις αποφάσεις, είναι αόρατοι και μπροστά στον φακό διαδραματίζονται μόνο οι
εντολές τους. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με την διαχείριση της ήττας από τους
χαμένους της κάθε εποχής. Ο Κακογιάννης με όχημα την αγγλική γλώσσα και την
υποβλητική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, «ταξιδεύει» τον αντιμιλιταριστικό λόγο
του Ευριπίδη σε όλη την οικουμένη.
HMaríaCardenal (AssumptaSema), απλώνει στο πάτωμα μπροστά στο αναμμένο τζάκι
την μπέρτα του ταυρομάχου και κάνουν έρωτα με τον DiegoMontez (NachoMartínez). Την στιγμή του οργασμού βυθίζει το χτενάκι των
μαλλιών της στον αυχένα του συντρόφου της και αυτοκτονεί πυροβολώντας μέσα στο
στόμα της.
Με όχημα και με την μορφή
ενός ψυχολογικού θρίλερ, ο PedroAlmodóvarκάνει σεξουαλική κατήχηση στης γης τους κολασμένους.
Καταπιεσμένα σεξουαλικά ένστιχτα από θρησκευτικά διατάγματα, και κοινωνικές προκαταλήψεις, άνθρωποι με ενοχές,
με προβλήματα, ανίκανοι να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο Almodóvarστην ταινία “Matador” εκμεταλλεύεται την παράδοση της χώρας του και με
πυρήνα τις ταυρομαχίες, κάνει συνεχείς παραλληλισμούς ανάμεσα στο βάρβαρο αυτό
αιματηρό παιχνίδι, που συναρπάζει τα πλήθη και στην ερωτική πράξη. Η αρχέγονη
ζωική ορμή, έτσι όπως εμφανίζεται ανεπεξέργαστη από την λογική, που οδηγεί από
την μια μεριά στον θάνατο και από την άλλη, με τον οργασμό, στην απώλεια της συνειδητότητας
και στην εξαφάνιση του εγωϊκού στοιχείου.
Ο Ángel (AntonioBanderas), φοιτητής
της γεωπονικής, είναι ένας μαθητευόμενος ταυρομάχος, που λιποθυμά στην θέα του
αίματος. Καθόλου οξύμωρο, αν σκεφτεί κανείς, ότι η «ταυρομαχική» του αντίληψη
αρχίζει και σταματά ακριβώς στην σκέψη του δασκάλου του, του DiegoMontez, καθώς
η ύπαρξή του αποτελεί δική του προέκταση, των επιθυμιών και των πράξεων του μέντορά
του.
Στην ερωτική πράξη δεν
χωράνε συναισθηματισμοί. Για να μην «σκοτώσεις» τον σύντροφό σου πρέπει πρώτα
να απαλλαγείς από τα βαρίδια του καθωσπρεπισμού, αλλά και για να μην «σκοτωθείς»,
πρέπει την κατάλληλη στιγμή να μην διστάσεις.
Κι όλα αυτά μέσα από
εκπληκτικούς διαλόγους, αριστοτεχνική χρήση του σασπένς και ερωτικές σκηνές που
παραπέμπουν σε εικαστικούς πίνακες. Η φύση και γενικά τα φυσικά φαινόμενα
συμπαραστέκονται στα δρώμενα, σαν ένα είδος μαγικού ρεαλισμού, ευρωπαϊκών
προδιαγραφών. Το αστυνομικό μέρος της ταινίας στέκεται αυτούσιο και αν και είναι
μεγάλο σε έκταση, δεν «θαμπώνει» το κύριο θέμα της. Μουσικά κομμάτια αριστουργήματα
συνοδεύουν τον Matadorσε κάθε βήμα του. Ένας Almodóvar, αυθεντικός,
που έχει να πει κάτι, δεν τραβά από τα μαλλιά για να φτιάξει μια ταινία και γι’
αυτό απολαυστικός.
Η ταινία «Μηδαμινές αποστάσεις» (Cuttingitshort), του Τσέχου σκηνοθέτη JiriMenzel, βασισμένη στο
μυθιστόρημα, Postriziny του BohumilHabral, περιγράφει την ζωή ενός
νέου ζευγαριού σε ένα μικρό παραποτάμιο χωριό της Τσεχοσλοβακίας, λίγο μετά το
τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου.
Ένας παλιός κόσμος έχει καταρρεύσει μαζί με τα ερείπια της Αυστρο-ουγγρικής
αυτοκρατορίας και αχνά αρχίζει να εμφανίζεται κάτι καινούργιο. Η Maryska (MagdaMasaryova),μια πανέμορφη
γυναίκα γεμάτη ρομαντισμό αλλά και δυναμισμό, μια νεράιδα του καλού, μαγεύει
τον περίγυρό της. Ο άνδρας της Francin
(JiriSchmitzer) είναι ο
διαχειριστής ενός δυναμικά ανερχόμενου ζυθοποιείου, ένας συγκρατημένος νεαρός που
προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στα αυστηρά μέλη του διοικητικού
συμβούλιου της επιχείρησης και στον αυθορμητισμό και στην ζωντάνια της γυναίκας
του. Όλα αναστατώνονται, όταν καταφθάνει για να ζήσει μερικές μέρες μαζί τους ο
αδελφός του ο Pepin (JaromirHanzlik), ένας τύπος
παρορμητικός, φωνακλάς, με παντελή έλλειψη διακριτικότητας, που μαζί με την Maryska«επιβάλουν»
στο περιβάλλον τους τον δικό τους εξωστρεφή τρόπο ζωής.
Φωτογραφία σπάνιας εικαστικής ομορφιάς, λεπτό χιούμορ και
ένα πάντρεμα κινηματογραφικής τεχνικής, που παραπέμπει στον βωβό κινηματογράφο
και στις ταινίες του Ζακ Τατί, κάτι λίγο από παραμύθι- όσο αφορά παραπομπές σε
συμβολισμούς- και μια διάθεση καλωσορίσματος του καινούργιου, που πρόκειται να
γεννηθεί. Μέσα στην κοιλιά της πρωταγωνίστριας έχει ήδη συλληφθεί ο μελλοντικός
συγγραφέας του βιβλίου. Τα… εμβρυϊκά χρόνια της αθωότητας
Ένας πρώιμος εφηβικός έρωτας μέσα στα μαύρα χρόνια της στρατιωτικής
δικτατορίας στην Αργεντινή, είναι το θέμα της ταινίας “InfanciaCladestina”, του BenjaminAvila. Βασισμένη σε
πραγματικά γεγονότα- όπως από την αρχή μας πληροφορεί -και με πολλές φωτογραφίες
από την παιδική ηλικία του σκηνοθέτη- που «πέφτουν» μαζί με τους τίτλους του
τέλους- μας μεταφέρει στο κλίμα της δεκαετίας του ’70. Γεγονότα, που έχουν χαραχτεί
στην μνήμη του, εικόνες τόσο έντονες-
που πηγάζουν από το υποσυνείδητο του- και που σε καθοριστικές στιγμές της αφήγησης
«σφυροκοπούν» την μεγάλη οθόνη με καρέ κόμικς, τύπου περιοδικού «Μάσκα», που
σημάδεψε την εφηβεία και πολλών συνομηλίκων του- και λίγο πιο παλιών- και στην
χώρα μας. Οι φωνές των παραστρατιωτικών και της μυστικής αστυνομίας, όταν
επιτίθενται, οι πυροβολισμοί τους, γίνονται πάνω στο πανί, όπως και στο φτηνό
χαρτί των παλιών περιοδικών, που φιλοξενούσε αυτά τα σκίτσα, ένας κώδικας
επικοινωνίας ανάμεσα σε μυημένους, όπως για παράδειγμα η κλειστή τεθλασμένη
γραμμή πάνω στο μαύρο φόντο, ο ήχος του όπλου που αφαιρεί ζωές αγαπημένων.
Ο δωδεκάχρονος Juan(TeoGutiérrezMoreno), όταν
επιστρέφει στην Αργεντινή λαθραία με τους γονείς του, από την Κούβα,
αναγκάζεται να κυκλοφορεί με ψεύτικη ταυτότητα και με το όνομα Ernesto. Οι γονείς του, μέλη της
αριστερής οργάνωσης των Περονιστών Montoneros, αναλαμβάνουν
αντιστασιακή δράση καλυμμένοι πίσω από μια επιχείρηση, που πουλούσε φιστίκια με
σοκολάτα και που ανήκε στον θείο Beto(ErnestoAlterio). Ο Juanαισθάνεται
διαφορετικός από τα άλλα παιδιά. Οι δικές του παραστάσεις μεγαλώνοντας μέσα σε
ένα σπίτι σε κατάσταση παρανομίας, με τους γονείς του να παίρνουν μέρος σε
αντικαθεστωτικές δράσεις, έρχεται σε σύγκρουση με τον έξω κόσμο, τον κόσμο του
σχολείου και της γειτονιάς. Όταν ερωτεύεται την συμμαθήτριά του την María (VioletaPalukas), αυτή η σύγκρουση σε συνδυασμό με την διάλυση της οργάνωσης
των γονιών του, θα ανατρέψει για πάντα την παιδική του ματιά και θα τον
οδηγήσει σε μια πρόωρη ωριμότητα.
Η ταινία παρά την σαφή αντιδικτατορική της στάση, δεν
παραλείπει, να θέσει με σαφή τρόπο ζητήματα, που αφορούν την οργάνωση, την στάση και τις διαφορετικές αντιλήψεις και
πρακτικές ανάμεσα στα μέλη των ακτιβιστικών οργανώσεων. OJuanγίνεται
μάρτυρας μιας έντονης αντιπαράθεσης, ανάμεσα στον πατέρα του και τον θείο του,
όσο αφορά την πειθαρχία των μελών μιας παράνομης οργάνωσης. Παραμερίζουμε την ευχαρίστηση; Παραιτούμαστε
από κάθε απόλαυση, όσο διαρκεί ο ένοπλος αγώνας τοποθετώντας την ευτυχία στο απώτερο μέλλον ή
η πάλη για την αλλαγή της κοινωνίας γίνεται παράλληλα με την προσωπική
συναισθηματική ολοκλήρωση; Και πάλι, σε μια άλλη συζήτηση ανάμεσα στους γονείς
του και στην γιαγιά του, που ο μικρός πρωταγωνιστής ήταν παρών, μπαίνει το
ζήτημα, του μέχρι ποιο σημείο ένας άνθρωπος μπορεί να αναλάβει τον κίνδυνο, για
τον εαυτό του και για τους αγαπημένους του, να παλέψει για τα ιδανικά του, απέναντι σε
έναν αντίπαλο πάνοπλο και ανελέητο.
Σε δεύτερα και τρίτα επίπεδα βλέπουμε μια κοινωνία
υποταγμένη στον φόβο. Η εκπαίδευση στην υπηρεσία του καθεστώτος, η πατριδοκαπηλία,
η έπαρση της στρατιωτικής σημαίας της Αργεντινής με τον ήλιο, αυτής που τελικά
επικράτησε. Παρακολουθούμε όμως και
εικόνες καθημερινότητας. Τα εφηβικά πάρτι, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, το δέος
του αγγίγματος των σωμάτων στον πρώτο χορό. Η τελετουργία της λήψης μάτε, του
τσαγιού που πίνουν στην Αργεντινή και που κατέχει μαζί με το κρέας στα κάρβουνα,
το asado, ένα μέρος της κουλτούρας τους.
Ο Juanείχε την τύχη και την
ατυχία να είναι μέλος μιας οικογένειας ανθρώπων δοσμένων ολοκληρωτικά σε ένα
σκοπό στην ζωή τους. Τύχη, γιατί από νωρίς εκτέθηκε και γαλουχήθηκε με τις ιδέες
της Αριστεράς, γιατί μπόρεσε να ονειρευτεί μαζί με τους δικούς του ένα κόσμο
διαφορετικό και ατυχία, γιατί είδε αυτόν τον κόσμο να γκρεμίζεται και γιατί
ήταν κι αυτός μέσα στα ερείπιά του. Η τύχη της μικρής του αδελφής, που τόσο επιμελημένα
αποσιωπάται στην ταινία, είναι η πιο εύγλωττη διαμαρτυρία για το έγκλημα της υιοθεσίας
των μωρών των εκτελεσμένων αντιστασιακών, που τόσο πολύ απασχόλησε την κοινωνία
της Αργεντινής, αρκετά χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Πρόκειται για αμιγώς πολιτικό κινηματογράφο, ίσως όχι με την
στιβαρότητα και την ιδεολογική ταυτότητα άλλων ταινιών, όμως η ευαισθησία του
και η αισιοδοξία που αποπνέει, παρά την σε πρώτο πλάνο οικογενειακή τραγωδία,
αφήνουν στον θεατή μια γλυκιά αίσθηση πολιτικής υπεροχής των ιδεών που
πρεσβεύει.
Από τις φολκλορικές ιστορίες των αδελφών Grimm του 19ου αιώνα, στην Ανδαλουσία της τρίτης δεκαετίας του 20ου και από εκεί μέχρι τις μέρες μας, ένα γοητευτικό γαϊτανάκι συμβολισμών, ένα παραμύθι που μεταφέρει αξίες διαχρονικές, ντυμένες στο άσπρο και το μαύρο του "σύγχρονου", δηλαδή, του ηθελημένα βωβού κινηματογράφου, κάτω από την λυτρωτική μουσική του φλαμένκο.
Η Blancanieves Carmen (Sofía Oria, ως κορίτσι και Macarena Garcia, ως γυναίκα), η Χιονάτη του Pablo Berger, κόρη μιας χορεύτριας του φλαμένκο της Carmen de Triana (Inma Cuesta) και ενός ταυρομάχου του Antonio Villalta (Daniel Jiménez Cacho), γέννημα θρέμμα της φτωχής λαϊκής τάξης, έρχεται σε σύγκρουση με την διαφθορά και την υποκρισία των αστών. Συνεχείς αναφορές στον Federico García Lorca και σε κάποια σημεία στον Luís Buñuel, Ένας ανελέητος βομβαρδισμός ανατρεπτικής, πρωτότυπης φωτογραφίας, με την κάμερα να τρυπώνει στα πιο απίθανα σημεία, για να αποτυπώσει την σχέση ανθρώπου-τοπίου. Το ζωώδες, το αυθεντικό, το αμόλυντο, έρχεται σε σύγκρουση με την αλαζονεία του δήθεν. Εδώ, η Χιονάτη δεν είναι η αθώα παιδούλα με την λευκή επιδερμίδα και τα εβένινα μαλλιά, ούτε οι νάνοι είναι τα ερμαφρόδιτα εργατόπαιδα του Ντίσνευ. Το κάρο με τα άλογα που μεταφέρει το μπουλούκι των θεατρίνων-ταυρομάχων είναι ο μπερντές των απόκληρων, που επάνω του αντανακλά η σαπίλα του κατεστημένου. Βασιλόπουλο, μπορεί να γίνει όποιος ή όποια έχει να ξοδέψει λίγες δεκάρες στην παράσταση του δρόμου, γιατί σε μια εμπορευματοποιημένη κοινωνία όλα αγοράζονται, εκτός από την αγάπη. Το προνόμιο να αγαπήσει το έχει μονάχα το άτομο με ειδικές ανάγκες ο πιο ταπεινός από τους νάνους ταυρομάχους και την τιμωρία της κακιάς μητριάς, της Encarna (Maribel Verdu), δεν θα την δούμε ποτέ, παρά μόνο σαν μια φευγαλέα σκιά, με τα κέρατα του ταύρου πάνω στον τοίχο των υπογείων της αρένας. Η Blancanieves αμφισβητεί τον μύθο του αρρενωπού torero και ταυτόχρονα σπάει τα δεσμά που την δένουν με την πατριαρχική κοινωνία. Την ώρα που ο πατέρας της, καθισμένος στην αναπηρική πολυθρόνα, της διαβάζει την Κοκκινοσκουφίτσα-συντρόφισσα στα ψυχαναλυτικά φροϋδικά ντιβάνια- εκείνη έχει ήδη κάνει το άλμα από τις σελίδες του παραμυθιού, μέχρι την αιωνιότητα, μέσα από τις διασκευές και τους σχολιασμούς, που το ανθρώπινο πνεύμα επιφυλάσσει σε κάθε τι αυθεντικό, που έχει τις ρίζες του στην πρωταρχική ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ιδιαίτερη αναφορά στην μουσική του Alfonso Vilallonga,και στην εκκωφαντική, αν και βωβή, ερμηνεία της Maribel Verdu