Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Το βουνό μπροστά


Πρέπει να προσπαθήσουμε αρκετά για να βρούμε κάποιο θετικό στοιχείο στην ταινία «Το βουνό μπροστά», του Βασίλη Ντούρου, που είδαμε στα Κυριακάτικα απογεύματα στον κινηματογράφο Φιλίπ, μια παραγωγή του Νεανικού πλάνου. Όλα αρχίζουν και σταματούν στην ιδέα, να αποδώσει τον ρατσισμό που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία στην επαρχία. Όμως η περιγραφή, εκτός από μονοσήμαντη ήταν και εξαιρετικά περιπτωσιακή. Ο «κακός» της υπόθεσης εκδηλώνει τον ρατσισμό του, όχι τόσο σαν ξενοφοβία, αλλά περισσότερο σαν αντιπαλότητα. Μια αντίδραση που πηγάζει από την ίδια την δική του οικογενειακή κατάσταση, που στερείται τις απαραίτητες ψυχικές εφεδρείες, με αποτέλεσμα να επιτίθεται στον θεωρητικά αδύναμο σε μια προσπάθεια αναπλήρωσης.
Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε μια ιστορία με παιδαριώδες σενάριο, να συναγωνίζεται μια εξίσου επιπόλαιη σκηνοθετική στρατηγική, παράθεσης των γεγονότων. Σε όποια περίπτωση επιχειρείται κάποιο «καλλιτεχνικό» πλάνο, φαντάζει τόσο ξεκομμένο από το σύνολο, που αυτοακυρώνεται. Η λήψη με την κάμερα τοποθετημένη μέσα στο ερειπωμένο σπίτι, καθώς το βαν πλησιάζει το χωριό ή η σταγόνα από την βρύση, που στάζει μέσα στην τσίγκινη λεκάνη, για να οδηγήσει στην κορύφωση της αγωνίας, μιλούν από μόνα τους. Οι ηθοποιοί, που πολύ συχνά στέκονται όλοι σε ημικύκλιο και κοιτάζουν τον φακό, αποδίδουν ελαφρώς καλύτερα από τους «συναδέλφους» τους στις παραστάσεις των σχολείων της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου.
Το σενάριο δεν είναι μόνο ότι φορτώνεται αδικαιολόγητα με παράλληλες υποιστορίες, αλλά ουσιαστικά τις αφήνει όλες ανεπεξέργαστες και ατελείωτες. Κάποιες φράσεις που ακούγονται, με βαθιά ανθρωπιστική αξία, είναι η αλήθεια, σβήνουν στιγμιαία, σαν τις πασχαλιάτικες φωτοβολίδες της υπόθεσης, καθώς μένουν ανυποστήρικτες με το περιεχόμενό τους, να το παίρνει… ο καθαρός άνεμος των ελληνικών βουνών.
Το τραγούδι των τίτλων ένα χιλιοακουσμένο μουσικό μοτίβο και μοναδική ευχάριστη έκπληξη, το μοιρολόι που τραγουδούν a capella... στο πασχαλιάτικο τραπέζι την μέρα της Λαμπρής.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Ο λόγος του βασιλιά-The king´s speech


Μια αρκετά ευχάριστη ταινία, «Ο λόγος του βασιλιά», που χάρις στο απολαυστικό πρωταγωνιστικό της δίδυμο, των Colin Firth και Geofrey Rush, καταφέρνει να ζυγιστεί με αξιοπρέπεια ανάμεσα στην ιστορική καταγραφή της πραγματικότητας και στο οικογενειακό δράμα. Με όμορφη αναπαράσταση περιβάλλοντος, με πολύ καλό ρυθμό και εξαιρετικό σενάριο, πλάθει, με αληθοφανή και αξιόπιστο τρόπο, πραγματικούς χαρακτήρες, ενώ ταυτόχρονα κάνει συνεχείς νύξεις για καταστάσεις, που αφορούν γνωστά ιστορικά πρόσωπα και καταφέρνει να τα προσεγγίσει με τρόπο άμεσο και προσιτό, δίνοντας μια ματιά διαφορετική από αυτήν, την δημοσιογραφική, που το κοινό έχει συνηθίσει να προσλαμβάνει σε τέτοιες καταστάσεις.
Καθώς η νέα τεχνολογία της εποχής, το ραδιόφωνο, έχει εισχωρήσει στην καθημερινότητα, οι αξίες μεταβάλλονται και η ζωή του διαδόχου και μετ’ έπειτα βασιλιά της Αγγλίας, του Γεωργίου του ΣΤ’, γίνεται δύσκολη, στην προσπάθεια του να επικοινωνήσει με τους λαούς της αυτοκρατορίας του, εξ’ αιτίας μιας καθυστέρησης στην ικανότητα του να μιλά. Ο αγώνας να ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα με την βοήθεια ενός λογοθεραπευτή, του Lionel Logue, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο ξετυλίγεται η υπόθεση, η οποία ποτέ δεν χάνει την ευκαιρία να ακουμπήσει θέματα παράπλευρα, όπως αυτό του αυστηρού πρωτοκόλλου της βασιλικής αυλής, τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της βασιλικής οικογένειας, την επιρροή της θρησκευτικής εξουσίας στην πολιτειακή, το τυπικό που ακολουθεί την σχέση του μονάρχη με τους υπηκόους του, την παροχή «πρωτοβάθμιας ψυχολογικής υποστήριξης», χωρίς τίτλους σπουδών και μεταπτυχιακά, όπως στην περίπτωση του Lionel Logue και άλλων πολλών σημείων, που με έξυπνο και αρκετές φορές χιουμοριστικό τρόπο, αισθανόμαστε, πως ο σκηνοθέτης Tom Hooper έρχεται … επιθυμώντας να μας «κλείσει το μάτι».
Το «πάντρεμα» της ιστορικής αλήθειας με την δραματουργία γίνεται με εξαιρετικά ομαλό τρόπο, με κορυφαία στιγμή την σκηνή κατά την οποία τα μέλη της βασιλικής οικογένειας παρακολουθούν στο παλάτι, μέσα από μαυρόασπρα επίκαιρα της εποχής, τους ίδιους, τους πραγματικούς τους εαυτούς να πρωταγωνιστούν επάνω στο πανί.
Μια βιαστική καταγραφή στο βαρύ προπολεμικό περιβάλλον της εποχής, σε αντιδιαστολή με το προσωπικό ελάττωμα του βασιλιά και η αναγωγή του σε μείζον εθνικό ζήτημα για την αυτοκρατορία, την στιγμή που η ιστορία συνεχίζει να γράφεται ερήμην του. Η ως ένα σημείο παθολογική εμμονή των Βρετανών στον θεσμό της βασιλείας, που αν και ποτέ δεν λέγεται, όπως άλλωστε και στην πραγματικότητα, εν τούτοις πλανάται διαρκώς στον αέρα.
Λίγο υπερβολικά τονισμένη η αμηχανία ανάμεσα στα μέλη της βασιλικής οικογένειας και στους κοινούς θνητούς, στα όρια της αναληθοφάνειας, καθώς οι επισκέψεις που κάνουν στο «ιατρείο» είναι διανθισμένες από ένα σωρό σκηνές τραβηγμένες από τα μαλλιά, για να προσδώσουν στο βασιλικό ζεύγος ιδιότητες φυσιολογικών ανθρώπων, που «πέφτουν» στο δικό μας επίπεδο, χωρίς ταυτόχρονα να χάνουν τον αέρα της τάξης τους. Σε αυτό συμβάλλουν και οι μουσικές φράσεις, που τις συνοδεύουν, που δημιουργούν συναισθήματα παραμυθιού, από αυτά που ο πρίγκιπας … φοράει το ρούχο του ζητιάνου και κατεβαίνει κοντά στον λαό του.
Πάντως είναι γεγονός ότι ο Tom Hooper ελίσσεται πανέξυπνα και καταφέρει να ακουμπήσει δύσκολες καταστάσεις, χωρίς να δυσαρεστήσει κανένα. Ίσως αυτό να είναι και η μεγάλη επιτυχία του εγχειρήματός του.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Το τραγούδι του γκρι περιστεριού-The song of the grey pigeon


Έχουμε δει πολλές ταινίες να έχουν σαν θέμα τους την παιδική ματιά απέναντι στον πόλεμο. Αυτό όμως που κάνει την ασπρόμαυρη ταινία του Stanislav Barabas, «Το τραγούδι του γκρι περιστεριού» (Pieseň o sivom holubovi), «…να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κλασσικά αριστουργήματα του παιδικού κινηματογράφου, για την καταδίκη του πολέμου και τον ύμνο της ειρηνικής ζωής», όπως γράφει και το πρόγραμμα από τα Κυριακάτικα απογεύματα στο Φιλίπ, είναι αυτή η ιδιαίτερη σχέση με την πραγματικότητα. Αυτή η απόφαση του σκηνοθέτη να μιλήσει για όλα, μέσα από τον τρόπο που προσλαμβάνει την πραγματικότητα και δρα μια ομάδα παιδιών διαφορετικών ηλικιών, όταν βλέπουν τον όλεθρο να πλησιάζει, όταν βρίσκονται μπλεγμένοι μέσα του και όταν πια έχει τελειώσει συντρίβοντας τις ελπίδες και τα όνειρα τους. Μια ταινία πρωτοποριακή, τολμηρή στα όρια της ασέβειας ίσως, για όλους όσους μετά το τέλος του πολέμου βιάστηκαν να πάρουν το μέρος των νικητών. Όσων από πεποίθηση ή από φόβο χαιρέτησαν τις ναζιστικές ορδές, είτε σαν άτομα, είτε σαν οργανωμένες κοινωνικές συνιστώσες, όπως το σχολείο και η εκκλησία.


Η ταινία παρακολουθεί σε όλη την διάρκεια του πολέμου την ζωή κάποιων παιδιών ενός Σλοβάκικου χωριού. Πιστή στην χρονική συνέχεια, αλλά ακολουθώντας αποσπασματική αφήγηση και με συνεχείς αλληγορικές αναφορές, περιγράφει τα γεγονότα τοποθετώντας τις σκηνές, όχι ξεκάθαρα μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο, αλλά δημιουργώντας εικαστικές νησίδες μετάδοσης των πληροφοριών.
Η ανέμελη παιδική ζωή με τις σκανταλιές της και τα παιγνίδια της τελειώνει, καθώς οι Γερμανοί μπαίνουν στην Σλοβακία. Στα βουνά οι παρτιζάνοι με την βοήθεια των Σοβιετικών αντιστέκονται. Τα παιδιά συνδυάζουν τις προσωπικές τους αναφορές με την πραγματικότητα. Μέσα στα τα ερείπια, που αφήνει πίσω του ο πόλεμος, μαθαίνουν να ξεχωρίζουν την γενναιότητα, την δειλία, την αυταπάρνηση και την προδοσία.
Ο καλλιτέχνης, ο ηθοποιός που χάνει την ζωή του στην μάχη, ενώ πριν λίγο γελοιοποιούσε την καρικατούρα του Χίτλερ, η σοβιετική κατάσκοπος που βοηθά την αντάρτισσα να ξεγεννήσει σε μια απομονωμένη φάτνη στα χιονισμένα βουνά. Ο «χορός» των πιτσιρικάδων προσπαθεί να προστατέψει την ζωή που γεννιέται. Ο χώρος ανάμεσα στα στασίδια της άδειας εκκλησίας-άδειας και από τους ανθρώπους και από τον Θεό- με το λείο πάτωμα, που γίνεται η πίστα για το παιγνίδι με τα πατίνια. Και φυσικά το γκρίζο περιστέρι με την σπασμένη φτερούγα σιωπηλός μάρτυρας μιας παράλογης εποχής, γέννημα θρέμμα ενός απύθμενου μίσους, σαν κι αυτό που βλέπουμε να καλλιεργείται κάθε φορά που προετοιμάζονται τέτοιες τραγωδίες.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Μαύρος κύκνος-Black swan


Σε αντίθεση με τον Boris Lermontov, της ταινίας «Τα κόκκινα παπούτσια», ο θεατρικός επιχειρηματίας και στην περίπτωσή μας και χορογράφος στην ταινία του Daren Aronofski, «Μαύρος κύκνος», o Thomas Leroy (Vincent Cassel) δεν απαιτεί από την πρωταγωνίστρια του πλήρη αφοσίωση στην καλλιτεχνική της σταδιοδρομία. Εκεί που ο πρώτος την θέλει αποστειρωμένη από την πραγματικότητα και δοσμένη αποκλειστικά στην τέχνη της, ο δεύτερος χρειάζεται για τον ρόλο του μαύρου κύκνου, στην «Λίμνη των κύκνων», που ανεβάζει, μια μπαλαρίνα που να μπορεί να αποδώσει επάνω στη σκηνή τον ερωτισμό και την λαγνεία που απαιτείται. Η επιθυμία του αυτή, να «φτιάξει» ένα δεύτερο παράλληλο εαυτό για την πρίμα μπαλαρίνα του, την Nina Sayers (Natali Portman), για να την ετοιμάσει ιδανικά για την ερμηνεία του ρόλου, έρχεται σε σύγκρουση με ένα πλέγμα ψυχικών δυσλειτουργιών, κοινωνικών ανισορροπιών και ατελούς προσωπικής ιδιοσυγκρασίας της, με αποτέλεσμα την παταγώδη έκρηξη την στιγμή της διθυραμβικής κορύφωσης του δημιουργήματός του.
Η ταινία στο μεγαλύτερο μέρος της εξελίσσεται πατώντας πάνω σε χιλιοπατημένα μονοπάτια. Εικόνες από τα παρασκήνια γεμάτες από ανταγωνισμούς, βεντετισμούς και πισώπλατα μαχαιρώματα και όλα όσα κρύβονται πίσω από τα λαμπερά φώτα της σκηνής. Μια μητέρα πειθαναγκαστική απέναντι στο πουλέν της, την κόρη της, που βλέπει την καριέρα της, σαν προέκταση ανεκπλήρωτης δικής της και άλλες τέτοιες ευκολίες, που κάνουν τον θεατή να παρακαλάει ή να τελειώσει η ταινία μια ώρα αρχύτερα ή να προσεύχεται να το καταλάβει έγκαιρα ο σκηνοθέτης και να αλλάξει «γραμμή πλεύσης». Ευτυχώς ο Daren Aronofski, αν και αργά, μόλις το τελευταίο εικοσάλεπτο το αντιλαμβάνεται και σώζει την ταινία από την μετριότητα εκμεταλλευόμενος τα στοιχεία του θρίλερ, που ίσως σκοπίμως σκορπούσε από την αρχή της. Το κλειστοφοβικό περιβάλλον, οι σταγόνες του αίματος, που αργότερα γίνονται ποτάμι και οι παραισθησιογόνες ουσίες, γίνονται οι καταλύτες για την απελευθέρωση μιας σειράς τεχνασμάτων, που δημιουργούν ένα ικανοποιητικό χώρο για την εξέλιξη της ιστορίας.
Οι σκηνές του χορού, τόσο στις πρόβες, όσο και στην παράσταση, στο τέλος, αρκετά βαρετές, ενώ η μουσική του Clint Mansell, για άλλη μια φορά στέκεται πανέμορφα, ειδικά εδώ, δίπλα στην πασίγνωστη αυτή του Pyotr Ilyich Tsaikovsky.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν


«Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» (Ivanovo Detstvo) η πρώτη ουσιαστικά ταινία που δημιούργησε ο Andrei Tarkovsky (το 1962), ένα πολεμικό δράμα που εκτυλίσσεται κατά την διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, στο Ρωσικό ανατολικό μέτωπο, καταφέρνει να πλημμυρίσει τις καρδιές των θεατών με μαγικές εικόνες. Ένας πόλεμος που κόστισε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, καθρεφτίζεται ολόκληρος μέσα στα μάτια του πρωταγωνιστή, του δωδεκάχρονου Ιβάν. Οι αντίπαλοι, οι Γερμανοί στρατιώτες, μέχρι λίγο πριν τις τελευταίες σκηνές δεν εμφανίζονται πουθενά. Αυτό που κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι το γκρίζο. Τα σύννεφα πάνω στον μουντό ουρανό της Ρωσικής υπαίθρου, οι καπνοί των βομβαρδισμένων σπιτιών που καίγονται, οι σκοτεινοί κορμοί των δένδρων που κλείνουν το τοπίο και καθηλώνουν το βλέμμα, τα καλάμια της όχθης και τα σκούρα νερά του ποταμού που αντανακλούν επάνω τους τον θάνατο και την καταστροφή. Μέσα στα φυλάκια της πρώτης γραμμής και στα χαρακώματα, ανάμεσα στα ερείπια, υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να ζουν. Που προσπαθούν να βρουν ένα στήριγμα, μια σανίδα σωτηρίας, για να την αρπάξουν, όχι για να σώσουν τις ζωές τους, αλλά για να διατηρήσουν τις μνήμες τους.


Ανάμεσα σε όνειρα που γίνονται εφιάλτες και τον επαναφέρουν στην πραγματικότητα, ο μικρός Ιβάν (Nikolay Burlyaev)- που έχει χάσει την μητέρα του, στρατολογείται από τον κόκκινο στρατό, γιατί χάρη στο μικρό του μέγεθος μπορεί με σχετική ευκολία να περνά απαρατήρητος τον ποταμό και να κατασκοπεύει το στρατόπεδο των Γερμανών- είναι αποφασισμένος να πάρει την εκδίκησή του. Όμως, η ματιά του Ταρκόφσκι δεν έχει να κάνει με ηρωικούς μπολσεβίκους και κτηνώδεις εισβολείς ναζί. Κάθε σκηνή είναι μια αναφορά στην αγωνιώδη αναζήτηση των ανθρώπων, να ανακαλύψουν την χαμένη τους αξιοπρέπεια, να σπάσουν ένα γρανάζι από τον τροχό του θανάτου, που τους παρασύρει ο όλεθρος του πολέμου. Έτσι δεν υπάρχουν πουθενά ηρωικά κατορθώματα, ούτε γενναίοι υπερασπιστές της πατρικής γης. Υπάρχουν αντίθετα εικόνες λυρισμού, που με σύμμαχο την αριστουργηματική ασπρόμαυρη φωτογραφία, μιλούν κατευθείαν στην καρδιά. Ο γεράκος ανάμεσα στα αποκαΐδια του σπιτικού του ψάχνει ένα καρφί για να κρεμάσει το κάδρο με τις αναμνήσεις της ζωής του. Ο λοχαγός Kholin (Valentin Zubkov), που ψάχνει απεγνωσμένα και εκβιαστικά τον έρωτα, στο πρόσωπο της λοχαγού του υγειονομικού, σε μια προσπάθεια να γαντζωθεί στην ζωή. Υπάρχουν ακόμα σκηνές με έντονο συμβολικό χαρακτήρα, όπως αυτή με τα άλογα στην παραλία, να τρώνε τα σκορπισμένα μήλα ή τα παιδιά στη τελική σκηνή του έργου να τρέχουν ασταμάτητα στην επιφάνεια των νερών.
Ο σκηνοθέτης σε όλη τη διάρκεια του έργου βρίσκεται σε ένα διάλογο με την ανθρωπότητα. Η ιστορία υπάρχει σαν κάδρο και μέσα της παίρνουν σάρκα και οστά τα συναισθήματα αυτών, που κάποια στιγμή του χρόνου και του χώρου, βρέθηκαν εκεί που έπρεπε.
Περισσότερα για την ταινία, που προβλήθηκε στον κινηματογράφο Φιλίπ, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Σιωπηλές ψυχές-Ovsyanki


Αν ο σκηνοθέτης Aleksei Fedorchenco, στην ταινία «Σιωπηλές ψυχές» (Ovsyanki), δεν διάλεγε να χρησιμοποιήσει τους εκφραστικούς κανόνες του road movie, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, για μια εξαιρετική ταινία. Εικόνες ανεπανάληπτης αισθητικής, περιεχόμενο γεμάτο χωρίς ευκολίες, μια προσέγγιση, με κάπως απόμακρη ματιά, αλλά ταυτόχρονα λυρική, καθώς επίσης και η προσθήκη στοιχείων συμβολισμού, δίνουν ένα τόνο ποιότητας. Αυτό που ξενίζει, είναι μια έλλειψη αυτοπεποίθησης, που προσπαθεί, ενώ δεν το έχει ανάγκη, να το καλύψει, επιλέγοντας να κεντράρει επάνω στην έννοια του «ταξιδιού».
Μετά τον θάνατο της κατά πολύ νεώτερης γυναίκας του, της Tanya (Yuliya Aug), ο Miron (Yuriy Churilo) αποφασίζει να ακολουθήσει όλα τα ταφικά έθιμα της φυλής τους των Merya, μιας φυλής Φινο-ουγγρικής καταγωγής, που όμως έχει ενσωματωθεί στην αχανή έκταση της Ρωσικής επικράτειας. Με την συνοδεία του φίλου του Aist (Igor Sergeev) και ενός ζευγαριού τσιχλονιών, μέσα στο κλουβί, ξεκινούν με το αυτοκίνητο διασχίζοντας από Βορρά προς Νότο την Ρωσία, για να αποτεφρώσουν την σορό και να σκορπίσουν την στάχτη στο υγρό στοιχείο- σύμφωνα με τα έθιμα- στον τόπο που το ζευγάρι είχε περάσει τον μήνα του μέλιτος του. Στην διαδρομή ο Miron εκμυστηρεύεται στον Aist στιγμές της συζυγικής του ζωής και μαθαίνει κάτι, που ο ίδιος αγνοούσε. Στην επιστροφή το δέσιμο των δυο ανδρών γίνεται μεγαλύτερο, μέχρι που η φυλακισμένη άγρια φύση παίρνει την εκδίκησή της, λυτρώνοντας τους από μια διάχυτη καταπιεσμένη εσωστρέφεια.
Αμέτρητα πλάνα της Ρωσικής υπαίθρου, με το κρύο και την υγρασία περασμένα μέσα από το παρ-μπριζ του αυτοκινήτου, να κάνουν την παρουσία τους διαρκώς αισθητή. Κουβέντες που έχουν να κάνουν με τις αντιλήψεις των ανθρώπων, για τον έρωτα, το σεξ, την σχέση τους με την φύση και ιδιαίτερα με το νερό, που αποτελεί γι’ αυτούς το σημείο συνάντησης της ζωής με τον θάνατο, της ύπαρξης με την ανυπαρξία, αυτό που ο δυτικός άνθρωπος έχει συνηθίσει να αποκαλεί «Θεό».
Ο ρυθμός της ταινίας, αργός και μελαγχολικός, προσπαθεί να υποβάλλει τον θεατή σε μια διαφορετική πραγματικότητα και κάποιες στιγμές, το μόνο που ακούγεται είναι τα κελαηδίσματα των δυο πουλιών μέσα στην καμπίνα του τετρακίνητου αυτοκινήτου.
Εκτός από την σκηνή του ολοκαυτώματος δίπλα στο ποτάμι, πολύ δυνατή είναι και η εικόνα, που προβάλει στο θαμπωμένο τζάμι του δωματίου του ξενοδοχείου, όπου ο πρωταγωνιστής κατέφυγε με μια εταίρα μετά την ολοκλήρωση της αποτέφρωσης.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Volver


Τελικά και τα πιο σοβαρά πράγματα μπορούν να ειπωθούν με τον πιο χαριτωμένο τρόπο. Βιασμοί, δολοφονίες, ανεργία, μίζερη ζωή, καρκινοπαθείς στο τελευταίο στάδιο και όμως σηκώνεσαι από την καρέκλα με ένα χαμόγελο, γιατί ο δαιμόνιος Pedro Almodóvar φαίνεται να γνωρίζει τόσο καλά την γυναικεία ψυχολογία, που η κινηματογράφησή του γίνεται ένα χαλαρωτικό κολύμπι μέσα σε μια απελπιστικά δύσκολη πραγματικότητα. Σε αυτό το “Volver”, μπορεί ο θεατής να δει σχεδόν τα πάντα όσο αφορά το “What’s on a woman’s mind”. Και αυτό, χωρίς να ξαπλώσει καμιά γυναίκα σε ψυχαναλυτικά κρεβάτια. Αρκεί μονάχα να τις βλέπεις να περπατούν, να ντύνονται, να βάφουν τα μαλλιά τους, να βλέπεις από περίεργες οπτικές γωνίες τα πόδια τους μέχρι το ύψος του αστραγάλου, να υπόσχονται με το βλέμμα τους το σεξ, να απωθούν τον σύντροφό τους από το να κάνουν σεξ, να υποφέρουν και να τιμωρούν. Σε αυτήν την ταινία δεν θα εξετάσουμε το ποιος τελικά έχει δίκαιο, ούτε αν είναι σωστό να παίρνει κανείς τον νόμο στα χέρια του. Όποιος δεν το καταλάβει αυτό, ούτε μετά την σκηνή, που δείχνει την Penelope Cruz σε πρώτο πλάνο, προφίλ, να έχει κατεβάσει το βρακί της και να κάθεται προφίλ στην λεκάνη της τουαλέτας, για να ουρήσει, χάνει κάθε πιθανότητα κατανόησης της ταινίας.
Μυστήριο, απορίες, μισόλογα, παράξενες συμπεριφορές, σασπένς, όλα μαγειρεμένα και παρουσιασμένα σε ένα αμάλγαμα πειθαρχημένης «αναρχίας». Για τον άνδρα το σεξ είναι ένα παιχνίδι, σίγουρα με κάποιους κανόνες, ίσως κάτι παραπάνω από την απόλαυση ενός παγωτού. Τι είναι για την γυναίκα το σεξ; Εδώ ο σκηνοθέτης σηκώνει τα χέρια, δεν επιχειρεί να δώσει απάντηση. Απλώς ρωτάει στο τέλος-τέλος, αν μπορώ να ερμηνεύσω με δικά μου λόγια την ταινία: Αν εξαιρέσουμε, ότι η διασταύρωσή τους οδηγεί στην δημιουργία της ζωής, τελικά ο άνδρας και η γυναίκα υπάγονται στο ίδιο ζωικό είδος;
Στην ταινία ακούγεται η Estrella Morente, να δανείζει την φωνή της, σε ένα τμήμα από το πανέμορφο ομώνυμο τραγούδι σε μουσική του Carlos Gardel και στίχους του Alfredo le Pera.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Hereafter-Η ζωή μετά


Βλέπω και ξαναβλέπω το αποπροσανατολιστικό τρέηλερ της ταινίας του Clint Eastwood, “Hereafter” και αισθάνομαι για άλλη μια φορά τον βαθμό ωριμότητας, στον οποίο έχει φθάσει αυτός ο σκηνοθέτης. Η ικανότητά του να καταπιάνεται με θέματα, όπως αυτό της μετά θάνατο ζωής και να μην φοβάται, να μην μασάει τα λόγια του. Είναι προφανές, ότι η υστεροφημία του δεν τον απασχολεί καθόλου. Πατά γερά στην πραγματικότητα, είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του και για τον ορθολογισμό που εκφράζει, ώστε δεν διστάζει να βουτήξει μέσα στα χωράφια της παραψυχολογίας, για να ανασύρει μέσα από τον βούρκο της ανυποληψίας κάποια χαμένα και παρεξηγημένα διαμάντια. Φυσικά, για να το κάνει αυτό «λερώνεται», όμως ο προσεκτικός θεατής μπορεί, σε όλη την διάρκεια της μεγάλης αυτής ταινίας, να κρατήσει το νήμα που αφήνει ο σκηνοθέτης, έτσι ώστε να είναι συνεχώς σε επαφή με τον κόσμο των πέντε αισθήσεων.
Τρεις παράλληλες, δραματικές ιστορίες με διαρκώς κλιμακούμενη ένταση, που στο τέλος συγκλίνουν σε ένα φινάλε λυτρωτικό, έχοντας καταφέρει να απαντήσουν στις αρχικά διατυπωμένες ερωτήσεις, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να εστιάσουν σε ότι φαντάζει απρόσιτο για το ανθρώπινο μυαλό. Μια γαλλίδα μεγαλοδημοσιογράφος, θύμα του μεγάλου τσουνάμι της νοτιοανατολικής Ασίας, στιγμιαία πεθαίνει (σταματά για ελάχιστα δευτερόλεπτα η καρδιά της και η αναπνοή της) και επανέρχεται στην ζωή με οράματα, για τα δευτερόλεπτα του «θανάτου» της. Ένας Αμερικάνος μέντιουμ, που προσπαθεί να απαλλαγεί από το- υποτίθεται- χάρισμα που έχει να επικοινωνεί με τους νεκρούς και ένα παιδάκι από την Αγγλία, που έχασε σε ατύχημα το δίδυμο αδελφάκι του και θέλει να συμφιλιωθεί με την ιδέα του χαμού του.
Η ταινία είναι μια κριτική στον κόσμο της εφήμερης απόλαυσης. Είναι ένα σκούντημα στον γήινο τρόπο ζωής, αυτόν που έχει να κάνει με το χρήμα, με την δόξα, με την καπατσοσύνη. Ένα τρόπο ζωής, που ενώ φαντάζει στέρεος είναι όμως ανασφαλής και μέσα από αυτή του την ανασφάλεια λειώνει, ότι ακούγεται διαφορετικό. Ο αγνός άνθρωπος, ο πραγματικός αναζητητής, έχει να παλέψει από την μια μεριά, ανάμεσα στις χονδροειδείς, χαμηλών κραδασμών αισθήσεις, που απαρτίζουν την καθημερινότητά του και από την άλλη, να αποφύγει τις παγίδες των επαγγελματιών μεταφυσικών ερμηνευτών, είτε αυτοί λέγονται θρησκευτικοί λειτουργοί, είτε ευκαιριακοί κομπογιαννίτες, έμποροι ελπίδας.
Το σενάριο είναι εκπληκτικό. Πραγματικά κυλάει τόσο ομαλά, καθώς καταφέρνει να ελίσσεται ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Όποιες ακραίες συμπτώσεις ή υπερβολές θάβονται κάτω από το ενδιαφέρον, που προκαλούν η αφήγηση και η συνάρτηση με την ειδησεογραφική πραγματικότητα. Το τσουνάμι, για παράδειγμα ή οι βομβιστικές επιθέσεις στο μετρό του Λονδίνου, εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη της ταινίας.
Η σκηνοθεσία είναι ένα κόσμημα ακρίβειας, με ιδιαίτερη έμφαση στα κοντινά πλάνα, όπως αυτά στην σχολή μαγειρικής, όπου οι πρωταγωνιστές με κλειστά τα μάτια προσπαθούν να αναγνωρίσουν τις γεύσεις και διευκολύνονται στο πλησίασμα μεταξύ τους. Σε πολλά σημεία της ταινίας είναι ολοφάνερη αυτή η γοητευτική ικανότητα που έχει ο Eastwood, να αφήνει να εννοηθούν πολύ περισσότερα από αυτά που φαίνονται.
Πολύ όμορφη και λειτουργική επίσης η επιλογή των μουσικών κομματιών, ένα ιδανικό μουσικό χαλί.

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Attenberg


Η ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, “Attenberg”, έρχεται να προσθέσει ένα προσωπικό, ιδιαίτερο στυλ, σε αυτό το είδος κινηματογράφου, που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε αλληγορικό ή κινηματογράφο με συμβολισμούς. Ίσως ξενίσει τους θεατές, που μπαίνουν στην αίθουσα προετοιμασμένοι για δουν και να ακούσουν μια ιστορία. Κάποιες σκηνές αλλόκοτες, ίσως φανούν ξεκάρφωτες, αν δεν μπορέσει κάποιος να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα της σκηνοθεσίας. Όμως οι απαντήσεις υπάρχουν και είναι διαρκώς παρούσες από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό της προβολής και αυτός κυρίως είναι ο λόγος, που κάποια από τα σχόλια που ακούγονταν από την αίθουσα, ηχούσαν στα αυτιά μου, όχι απλώς ενοχλητικά, αλλά και άκαιρα.
Έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια να αποδοθούν καλλιτεχνικά, οι συνέπειες της στρεβλής ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας. Οι συνέπειες στην φύση, στο περιβάλλον και στους ανθρώπους. Ο πατέρας (Βαγγέλης Μουρίκης), ετοιμοθάνατος από κάποια εκφυλιστική ασθένεια, ήταν μηχανικός της γαλλικής εταιρείας Πεσινέ στα Άσπρα σπίτια. Μια φύση που βιάζεται, από την παρουσία και της δραστηριότητες των ανθρώπων επάνω της. Ο καρπός αυτής της παρά φύση ένωσης, μια κόρη (Ariane Labed), η κόρη του. Μια επόμενη γενιά σε πλήρη αναντιστοιχία με το περιβάλλον, προσπαθεί να βρει τα δικά της πατήματα. Παλεύει με τα ένστικτά της, ψάχνει, γυρεύει απαντήσεις, για οτιδήποτε φαντάζει φυσιολογικό, αλλά έχει χάσει την αυθεντικότητα του. Μέσα από αποστεωμένα ντοκιμαντέρ για την άγρια φύση, από πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά της, αποκομμένες από την πραγματικότητα, από μια φίλη (Ευαγγελία Ράντου) το ίδιο «άρρωστη» με το αρρωστημένο περιβάλλον στο οποίο ζουν. Η χαρά του έρωτα προσπαθεί να βιωθεί, μέσα από εγκεφαλικές λειτουργίες, ένας συνδυασμός ενοχών, καταπιεσμένων ενστίκτων, αποξένωσης και περιέργειας. Όλα μαρτυρούν το ξέκομμα του ανθρώπου από την ροή ενέργειας της φύσης προς αυτόν και την δημιουργία ενός υβριδίου, που είναι ανήμπορο να αισθανθεί. Ο βιολογικός μηχανισμός κουρδίζεται ξανά μέσα από τυφλές απόπειρες. Στο πρόσωπο ενός καινούργιου μηχανικού της εταιρείας (Γιώργος Λάνθιμος), που στέκεται με απορία απέναντι στο περιβαλλοντικό έκτρωμα, εκφράζονται οι νέες απόψεις και ίσως οι προσδοκίες για ένα μέλλον καλύτερο.
Η μουντή ατμόσφαιρα της παραθαλάσσιας πολιτείας με τα ομοιόμορφα σπίτια και κτίρια. Το εργοστάσιο, τα φορτηγά, οι γερανοί, οι πελώριες σιδερένιες σκαλωσιές. Οι άνθρωποι μιμούνται τις κινήσεις των ζώων. Ψάχνουν την ανθρωπιά, βουτώντας στο ζωικό βασίλειο. Βλέπουν τον θάνατο με φρίκη, διστάζουν να παραδώσουν το σώμα τους στην γη, γιατί έχουν χάσει την επαφή μαζί της.
Η ταινία καταφέρνει να εκφράσει με ποιητικό τρόπο, όλη αυτή τη περιβαλλοντική και ανθρώπινη κατρακύλα, αναδεικνύοντας με εξαιρετικό τρόπο εικόνες παρακμής και εγκατάλειψης, απομεινάρια μιας σχέσης λαβωμένης, που πασχίζει ψηλαφητά να ξανακερδηθεί.

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Η γοητεία του σκαντζόχοιρου-The hedgehog


Μια τρυφερή γαλλική ταινία της Mona Achache, που με πρόσχημα τις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων, που ζουν σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, καταφέρνει να πει κάποιες σκληρές αλήθειες. Από την μια μεριά, υπάρχουν οι άνθρωποι που πατούν στα πόδια τους, που ζουν την ζωή τους χωρίς δεύτερες σκέψεις. Ο κόσμος τους, αυτός που βλέπουν γύρω τους. Οι αντιφάσεις της ζωής γεννούν μέσα τους συμπεριφορές ατομιστικές και ψυχαναγκασμούς, ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Φαίνεται, πως έχουν το πάνω χέρι, γιατί ο τρόπος ζωής έχει φτιαχτεί καθ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Από την άλλη μεριά ‘οι εκτός των τειχών’. Αυτοί, που γαντζώνονται από την τέχνη. Ζουν παράλληλα με τους πρώτους. Μέσα στον ιδεατό κόσμο που χτίζουν, κάθε επαφή με την πραγματικότητα δημιουργεί κραδασμούς επώδυνους.
Η μικρή Paloma (Garance le Guillermic) είναι μια από τους δεύτερους. Ένα κορίτσι με εξαιρετικό δείκτη ευφυΐας, που σχεδιάζει να αυτοκτονήσει. Η προοπτική μια ζωής μίζερης, σαν και αυτή που βλέπει να ανοίγεται μπροστά της, την αφήνει αδιάφορη. Βιντεοσκοπεί διαρκώς τους γύρω της. Σχεδιάζει σκίτσα, αλλά κυρίως κρύβεται και απομονώνεται, από ότι την ενοχλεί. Τον αριβίστα πατέρα της, την νευρωτική μητέρα και την κακομαθημένη αδελφή. Έπειτα η θυρωρός της πολυκατοικίας, η Renee (Josiane Balasco), έχει την δική της απάντηση. Παραμελεί το εαυτό της. Σηκώνει ανάμεσα της και στους ενοίκους ένα φράχτη προστασίας. Κλείνεται στο πίσω δωμάτιο του διαμερίσματός της, στην βιβλιοθήκη της και χάνεται στον δικό της κόσμο. Τέλος ο καινούργιος ένοικος της πολυκατοικίας, ο ιάπωνας Kakuro Ozu (Togo Igawa), ένας καλλιεργημένος κοσμοπολίτης, δείχνει πως έχει τον τρόπο να κάνει την διαφορά. Με τον αέρα μιας κουλτούρας εξωτικής, μπορεί να διακρίνει την ποιότητα, χωρίς να χάνεται σε ανώφελους αυτοπεριορισμούς. «Υπηρετεί» μια ζωή με αξίες, γιατί ξέρει το σημαντικό. Η ανωτερότητά του τον προστατεύει, γιατί δεν τον αφήνει να φθαρεί ανάμεσα στην πεζότητα, που τον περιβάλλει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όπως φαίνεται, έχει και την δύναμη να τραβήξει και τους ομοίους του.
Η ταινία, ως επί το πλείστον, γυρισμένη μέσα σε μια πολυκατοικία. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέσα στα διαμερίσματα και στο κλιμακοστάσιο. Παρά την στενότητα του χώρου ή ίσως και χάρη σε αυτήν οι χαρακτήρες κινούνται ελάχιστα. Η επικοινωνία, οι καθημερινοί διάλογοι ακούγονται σαν υπόκρουση. Τα μηνύματα φτάνουν στο θεατή ανεπαίσθητα. Αν και μιλάμε για μια ταινία σύγχρονη, σε πραγματικό χρόνο, η σκηνοθέτης διαλέγει τον καλύτερο τρόπο για να μεταδώσει τις σκέψεις της, ακόμα και με άλματα εξωπραγματικά. Το χρυσόψαρο της γυάλας, που μισοπεθαμένο πετιέται από την Paloma στην λεκάνη της τουαλέτας του διαμερίσματός της, βρίσκεται ζωντανό μέσα στην λεκάνη της τουαλέτας της θυρωρού.
Εκτός από την καταπληκτική ερμηνεία της Josiane Balasko, εξαιρετικά λειτουργική και η μουσική του Gabriel Yared. Τελικά, πρόκειται για μια ταινία, που μέχρι το τελευταίο λεπτό της στέκεται απέναντι στην υποκρισία των ανθρώπινων επαφών, ενώ ταυτόχρονα υμνεί την μοναδικότητα, όπου κανείς μπορεί να την συναντήσει στην ζωή.