Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Another year-Μια χρονιά ακόμα


Από την πρώτη την εισαγωγική σκηνή, ο Mike Leigh, κάνει ξεκάθαρο, που ακριβώς θέλει να καταλήξει. Σε κάτι πολύ απλό και ξεκάθαρο, αλλά ταυτόχρονα και τόσο δύσκολο να επιτευχθεί. Η ηλικιωμένη γυναίκα ζητά από την γιατρό υπνωτικά χάπια, για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια και έπειτα, στο γραφείο της ψυχολόγου, καταλαβαίνουμε, ότι τα προβλήματα στην προσωπική της ζωή ευθύνονται για την κατάστασή της. Η αγάπη, λοιπόν, στις διαπροσωπικές σχέσεις, η ειλικρίνεια, η αίσθηση της συντροφικότητας, το να μοιραζόμαστε πράγματα, το να χρησιμοποιούμε τα καταναλωτικά αγαθά όσο και όποτε τα χρειαζόμαστε και όχι σαν μέσο επίδειξης και υποκατάστασης των πραγματικών μας αναγκών.
Ακούγονται, φυσικά, όλα αυτά κάπως διδακτικά, κάπως σαν τσιτάτα που προφέρονται μεταξύ τυρού και αχλαδιού. Στην ταινία όμως του Mike Leigh δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Πλάι στο κεντρικό δίδυμο της ψυχολόγου Gerri (Ruth Sheen) και του άντρα της Tom (Jim Broadbent), παρελαύνουν μια σειρά ανθρώπων-χαρακτήρων, έτοιμων, να μας επιτρέψουν να εισχωρήσουμε στον εσωτερικό τους κόσμο, μέσα από τις χαραμάδες-τομές που ανοίγει ο σκηνοθέτης με το …χειρουργικό του νυστέρι.
Η ταινία υπερβολικά στατική, με ένα είδος γραφής που θα ταίριαζε περισσότερο σε θεατρικό έργο. Χωρίς ξεκάθαρη υπόθεση, που να ξεκινάει και να τελειώνει κάπου. Με σκηνές φαινομενικά ξεκάρφωτες, όπως αυτές στο μποστάνι, που καλλιεργούν λίγο έξω από το Λονδίνο οι πρωταγωνιστές. Κι όμως όλα αυτά λειτουργούν, γιατί αφήνουν να αναδυθεί από μέσα τους ένα συγκλονιστικό σενάριο. Οι διάλογοι και τα βλέμματα των ηθοποιών, όποτε η κάμερα εστιάζει επάνω τους ή φευγαλέα κινείται προσπερνώντας τα, όσο ακριβώς χρειάζεται για να μας αφήσει να καταλάβουμε, τι «παίζει», αφηγούνται σε δεύτερα και τρίτα επίπεδα, όσα είναι απαραίτητα για την κατανόηση του έργου.
Κεντρική φιγούρα η Mary, που υποδύεται η εξαιρετική Lesley Manville. Φιλενάδα και συνάδελφος της Gerri, μια γυναίκα που έχει όλες τις προδιαγραφές για να είναι ευτυχισμένη, όμως πάσχει από μια τρομερή αρρώστια. Όχι μόνο δεν μπορεί να χαρεί με την χαρά των γύρω της, αλλά και κάθε προσπάθεια που κάνει για το κρύψει, αποτυγχάνει πλήρως. Δίπλα τους ο γιος του ζευγαριού, ο Joe (Oliver Maltman), ελεύθερος μέχρι τα μέσα της ταινίας και πηγή άγχους για την μητέρα του, που γνωρίζει (λόγω και του επαγγέλματός της), ότι η ευτυχία του ανθρώπου έρχεται μέσα από μια ουσιαστική σχέση αγάπης, ανάμεσα σε δυο άτομα, που έχουν την ικανότητα να χτίσουν την δική τους κιβωτό-νησίδα ολοκλήρωσης. Ακόμα ο Ken (Peter Wight), παλιόφιλος του Tom, ένας τύπος που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του κάνοντας απελπισμένες προσπάθειες, θύμα όμως της ίδιας του της μιζέριας που εκπέμπει.
Ο κύκλος του χρόνου, ο κύκλος των τεσσάρων εποχών. Μέσα σε όλα αυτά μια γυναίκα φέρνει στον κόσμο μια καινούργια ζωή και μια άλλη γυναίκα πεθαίνει. Τα λαχανικά φυτεύονται στο μποστάνι και όταν έρθει η ώρα, μαζεύονται σε καλάθια για το τραπέζι του σπιτιού. Οι άνθρωποι κουβεντιάζουν, πειράζουν ο ένας τον άλλον, αστειεύονται, μαλώνουν, γελάνε και κλαίνε. Αν δεν σκοτείνιαζε η οθόνη και δεν άρχιζαν να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τις ζωές μας σε πραγματικό χρόνο.

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Que viva México


Από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και τον κινηματογράφο Φιλίπ, στα πλαίσια του αφιερώματος στα 100 χρόνια της Μεξικάνικης επανάστασης-φεστιβάλ κινηματογράφου, αυτή η αριστουργηματική ταινία του μεγάλου σοβιετικού σκηνοθέτη Sergei Eisenstein. Ένα είδος ντοκιμαντέρ, που ξεπερνά κατά πολύ τον στόχο να αναδείξει την κουλτούρα του μεξικάνικου λαού. Με έντονο λυρισμό, με φωτογραφία γεμάτη συμβολισμό, με ξεκάθαρη αντίληψη και πολιτική άποψη, ο Eisenstein, συγκεντρώνει το υλικό του με εκπληκτική μαεστρία. Κάτω από την καθοδήγηση αριστερών καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος, όπως ο Rivierra, σύζυγος της Frida Kalo και άλλων, καταφέρνει να διεισδύσει στην ουσία μιας χώρας με πλούσια πολιτισμική παράδοση και να εκφράσει την εξαιρετικά ταραγμένη περίοδο της επανάστασης.
Το υλικό που κινηματογράφησε ο Eisenstein το 1931 δεν γυρίστηκε σε ταινία, παρά το 1979, από τον τότε συνεργάτη του Grigori Alexandrov. Αυτός έκανε το μοντάζ και ανέθεσε στον Sergei Bondarchuk να διηγηθεί το κείμενο, ακριβώς με τον τρόπο που το είχε αρχικά συλλάβει ο ίδιος ο Eisenstein. Το αποτέλεσμα, αυτή η ταινία, που με την μορφή ενοτήτων δεμένων μεταξύ τους χαλαρά, αναδεικνύει αυτήν την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην γη του Μεξικό και των ανθρώπων του. Πρόσωπα σμιλεμένα πάνω στην πέτρα, σαν αγάλματα αρχαίων θεοτήτων. Κοινωνίες μητριαρχικές σε αρμονία με την φύση. Έθιμα, παραδόσεις , γιορτές, λατρευτικές συνήθειες. Έπειτα η εισβολή των Ισπανών κατακτητών. Η καινούργια θρησκεία, το βίαιο πάντρεμα, η ενσωμάτωση, η δημιουργία του καινούργιου. Η φεουδαρχία, η καταπίεση των αδύνατων από τους ιδιοκτήτες της γης. Η εξαθλίωση και ο αγώνας για την ελευθερία. Με φωτογραφία, φυσικά, ασπρόμαυρη κεντράρει πάντα σε αντιδιαστολή πάνω σε σύμβολα της Μεξικάνικης γης, στους σκληρούς βράχους, στο φωτεινό τοπίο, στους πανταχού παρόντες κάκτους και στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κάθε κάδρο είναι από μόνο του μια ολοκληρωμένη διήγηση. Τα ταφικά έθιμα, η ιεροτελεστία της ερωτικής πράξης, η προετοιμασία του ταυρομάχου και οι ταυρομαχίες που ακολουθούν, το προσκύνημα στην Παναγία της Γουαδαλούπης, μια γιορτή, σαν τον δικό μας Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο και το αποκορύφωμα, η περιγραφή της αυθαιρεσίας της φεουδαρχικής τάξης με τον βιασμό μιας νιόπαντρης γυναίκας, από την κλίκα του πλούσιου γαιοκτήμονα, που προκαλεί την έκρηξη του νεαρού συζύγου και των φίλων του. Η τιμωρία που τους επιβάλλεται, γίνεται η αφορμή για μια κινηματογραφική σκηνή γεμάτη ένταση, την μοναδική με ξεκάθαρα πολιτική αφετηρία σε ολόκληρη την ταινία. Ακολουθούν κάποιες φωτογραφίες για την «Στρατιωτίνα», την περίφημη “Soldadera”, μιας και στο σημείο αυτό, όπως εξηγεί ο Alexandrov, η έλλειψη χρημάτων δεν άφησε τον Eisenstein να προχωρήσει σε κινηματογράφηση. Η ταινία τελειώνει με την περιγραφή της ημέρας των νεκρών. Μια γιορτή, που οι άνθρωποι διακωμωδούν τον θάνατο, σε μια προσπάθεια να εκτρέψουν τον φόβο που αυτός προκαλεί, σε κανάλια περισσότερο γήινα, που είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμα. Μια συλλογική ψυχοθεραπεία, με χορούς, τραγούδια, γλέντια με μάσκες με νεκροκεφαλές φτιαγμένες με ζαχαρωτά, που βοηθούν στην ενσωμάτωση των μακάβριων σκέψεων.
Πρόκειται για μια ταινία ορόσημο, όχι μόνο για την θεματολογία της, αλλά και για τον τρόπο που δημιουργήθηκε.



και ολόκληρη η ταινία αρχίζοντας από εδώ.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Bal-Μέλι


Πόσοι άνθρωποι μπορούν να μείνουν ακίνητοι μέσα στο δάσος; Να ακούσουν, όχι μηχανικά, αλλά με ένταση το τραγούδι των πουλιών; Να μυρίσουν τα αγριολούλουδα, να ακουμπήσουν πάνω στον κορμό του δένδρου και να αδειάσουν την σκέψη τους;
Πώς να μπορέσει να «μιλήσει» με ευκολία η ταινία του Semih Kaplanoglu, “Bal”, “Μέλι”, όταν ολόκληρη η ζωή κινείται με διαφορετικούς ρυθμούς; Όταν, για να μείνει κανείς ακίνητος για δυο ώρες στην κινηματογραφική αίθουσα, έχει ανάγκη από ένα υποκατάστατο καθημερινότητας;
Το «Μέλι» είναι ένα είδος παραμυθιού. Ενός τούρκικου παραμυθιού από την Ανατολή. Όχι, ότι περιέχει φανταστικά στοιχεία. Δεν υπάρχουν υπερβολές, ούτε πράγματα υπερφυσικά. Η κινηματογραφική του δομή παραπέμπει σε κάτι το υπερβατικό. Σε ένα χωριό περιτριγυρισμένο από ψηλά καταπράσινα βουνά. Εκεί, που ορίζοντας είναι κλειστός, η ματιά εμποδίζεται και οι άνθρωποι κοιτάζουν ο καθένας την δουλίτσα του. Ο μελισσοκόμος Γιακούμπ και ο μικρός του γιος ο Γιουσούφ έχουν δοκιμάσει λίγο από το «ιδιαίτερο» μέλι, αυτό που φτιάχνουν οι μέλισσες, όταν ρουφήξουν το νέκταρ από ένα συγκεκριμένο άνθος. Γι’ αυτό και δεν μιλάνε. Ψιθυρίζουν μονάχα. Αφουγκράζονται την βρεμένη γη, ακούνε την βροχή και τα πουλιά, νοιώθουν το γεράκι από το πέταγμα του. Ο μικρός Γιουσούφ στο σχολείο δεν είναι σαν τα άλλα παιδιά. Το διάβασμα του ακούγεται διαφορετικά. Στο διάλειμμα κάνει μόνο αυτό που ξέρει. Να παρατηρεί τα πάντα. Ο πατέρας του φεύγει. Πηγαίνει μακριά, θα σκαρφαλώσει ψηλά σε άλλα δένδρα, για να στήσει τα μελίσσια του. Και δεν θα ξαναγυρίσει γιατί… ποτέ δεν πρέπει να λέει κανείς τα όνειρά του και η μητέρα του Γιουσούφ, του διηγήθηκε το δικό της.
Αυτή είναι η δραματική ιστορία, που παρά το τραγικό της φινάλε, αφήνει στο τέλος μια γλύκα και μια αίσθηση πληρότητας. Παρά τον αργό ρυθμό και την πολλές φορές ακινησία του φακού, παρά την απουσία της μουσικής (με εξαίρεση την σκηνή στο πανηγύρι), η εικόνα πετυχαίνει να διηγηθεί χωρίς εξωτερικές βοήθειες. Οι διάλογοι στην αίθουσα του σχολείου, στο σπίτι, με τους συγχωριανούς, κινούνται σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Θα μπορούσαμε με ευκολία να πούμε πως ο Semih Kaplanoglu κάνει κινηματογράφο για τους μυημένους. Και να ξεμπερδέψουμε από κάθε προσπάθεια ερμηνείας. Ακόμα και έτσι όμως, όταν ο θεατής βλέπει τον μικρό πρωταγωνιστή, να απλώνει τα χέρια του μέσα στο ακίνητο νερό της λεκάνης, για να φτάσει το φεγγάρι στον ουρανό, όταν βάζει το πρόσωπό του μέσα στο νερό, δεν μπορεί παρά να σταθεί με δέος. Μια, κατά την γνώμη μου, από τις καλύτερες κινηματογραφικές σκηνές όλων των εποχών.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

The freshman


Η βωβή ταινία των Fred Newmeyer και Sam Taylor, “The Freshman”-"Ο πρωτοετής", που προβλήθηκε στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, είναι μια ενδιαφέρουσα αναπαράσταση μιας εποχής. Κουβαλά και όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο, ένα κομμάτι των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μέχρι τον δικό μας. Γι’ αυτό, όπως διαβάζουμε στο πρόγραμμα, επιλέχθηκε από τον οργανισμό αμερικανικής καταγραφής ταινιών, για να συντηρηθεί «ως σημαντική ταινία, καλλιτεχνικά, ιστορικά και αισθητικά.»
Με ένα σχετικά απλό έως απλοϊκό σενάριο και με προβλέψιμο τέλος αφήνει όλο τον χρόνο στον θεατή να προσέξει τα πλάνα, την κίνηση της κάμερας, την έκφραση των ηθοποιών, τα ρούχα, τις κομμώσεις, τις επιπλώσεις, γενικά τις λεπτομέρειες. Στηρίζεται περισσότερο στις εκφραστικές δυνατότητες του πρωταγωνιστή Harold Lloyd, άλλωστε οι κωμικές ατάκες πέφτουν κάπως ασύνδετα και με υπερβολικό τρόπο.
Ο Harold Lamp, με το παρατσούκλι “speedy”, πρωτοετής φοιτητής στο κολλέγιο, θέλει να παρουσιαστεί στους καινούργιους συμφοιτητές του και γενικά στον κύκλο του διαφορετικός, από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Θέλει να είναι αγαπητός σε όλους, δημοφιλής και να αφήνει γύρω του μια αύρα, που δυστυχώς γι’ αυτόν δεν την έχει. Το χειρότερο όμως είναι, πως αποφασίζει ότι μπορεί αυτό να το καταφέρει, αν πασχίσει σκληρά. Μιμείται εκφράσεις που έχει δει σε ταινίες ή έχει ξεσηκώσει από περιοδικά και φέρεται επιτηδευμένα. Πέφτει διαρκώς σε γκάφες, γίνεται ρεζίλι, προκαλεί σε βάρος του αρνητικά σχόλια πίσω από την πλάτη του, χωρίς μέχρι ενός σημείου να καταλαβαίνει τίποτα. Η κόρη της σπιτονοικοκυράς του η Peggy (Jobyna Ralston), που είναι τσιμπημένη μαζί του, διστάζει να τον ενημερώσει για το τι συμβαίνει εις βάρος του. Στον χορό του κολλεγίου- την πιο μεγάλη και σκηνοθετικά καλύτερη σκηνή της ταινίας- μετά το φιάσκο που παθαίνει με το κακοραμμένο κοστούμι του, συνειδητοποιεί τον εμπαιγμό των άλλων και αποφασίζει να τους κλείσει τα στόματα, συμμετέχοντας στην ομάδα του ράγκμπι. Αφού τρώει το ξύλο της ζωής του στις προπονήσεις, μπαίνει εικονικά, σαν αναπληρωματικός και στο τελευταίο λεπτό του αγώνα με το αντίπαλο μισητό κολλέγιο και ελλείψει άλλων παικτών, μπαίνει και σκοράρει το νικητήριο τέρμα. Ακολουθεί όπως αναμενόταν… happy end.
Η αλήθεια είναι πως η σκηνοθεσία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία στον τρόπο προσέγγισης του φαινομένου speedy. Από την μια έχουμε να κάνουμε με ένα τύπο πραγματικό "νούμερο", αρκετά αφελή, που είναι όμως καλοπροαίρετος και από την άλλη έχουμε την ανθρωποφάγα κοινωνική συμμαχία, που απομονώνει και "κατασπαράσσει", όποιον ξεφεύγει από προκαθορισμένους τρόπους συμπεριφοράς, διότι ή δεν έχει την απαιτούμενη εξυπνάδα να κρυφτεί ή η εσωτερική ανάγκη για αναγνώριση ξεπερνάει τους όποιους ενδόμυχους φόβους του. Και εδώ ακριβώς έρχεται το «καθαρό» πρόσωπο του Harold Lloyd με μόνη την κίνηση του σώματος του, για να γεφυρώσει αυτήν αντίθεση προσφέροντας στον χαρακτήρα μια μοναδικότητα. Ούτε ανοησία, ούτε υποτίμηση του κινδύνου. Θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε ως μια συμπεριφορά αυθεντική, αλλά και πάλι αυτός ο χαρακτηρισμός κάτι θα έχανε. Ας αφήσουμε λοιπόν την ταινία…
Η ζωντανή μουσική με το πιάνο του Αλέξη Νταιμάντ δεν κατάφερε, κατά την γνώμη μου, να αποδώσει την ένταση και την κωμικότητα της ταινίας. Αρκετά σιγανή και κάποιες στιγμές, ολίγον, εκτός χρόνου.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου

Μαγικές στιγμές κινηματογράφου, στο 1ο φεστιβάλ βωβού κινηματογράφου, από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.
Τρεις ταινίες σε σκηνοθεσία του Buster Keaton και με πρωταγωνιστή τον ίδιο, μας γυρνάνε πάρα πολλά χρόνια πίσω. Τότε που ο δημιουργός δεν ήταν εξαρτημένος από τα μηχανήματα και γενικά την τεχνολογία, αλλά είχε να πει κάτι πραγματικό. Τότε, που ο ήχος δεν έβγαινε από τα στόματα των ηθοποιών και η φαντασία του σκηνοθέτη ερχόταν να καλύψει αυτήν την αδυναμία και να την κάνει πλεονέκτημα. Με πολύ λεπτούς χειρισμούς και με τις συνεχόμενες κωμικές καταστάσεις, να διαδέχονται η μια την άλλη, ασταμάτητα, δεν ξεφεύγει από την πλοκή της υπόθεσης και σκιαγραφεί την εποχή του και τους ανθρώπινους χαρακτήρες, με μια ματιά, τόσο προχωρημένη, που φαντάζει διαχρονική. Μπορεί να μην έχει τον λυρισμό του Charlie Chaplin, όμως μέσα από αυτήν την φαινομενική απλοϊκότητά του, αναβλύζει ένας χείμαρρος συναισθημάτων. Η ζήλεια, η δειλία, ο ηρωισμός, η επίδειξη, το συμφέρον, η αυτοθυσία, ο αγώνας για την επιβίωση, προλαβαίνουν να αγγίξουν τον θεατή, παρά τον γρήγορο έως καταιγιστικό ρυθμό των έργων. Τα μεγάλα πλάνα και ο χειρισμός ενός τόσο μεγάλου αριθμού κομπάρσων ηθοποιών, αυτό το ατελείωτο φόρτωμα της οθόνης, βγάζει ένα αποτέλεσμα θριάμβου και επιτυχίας.

Στην ταινία “Seven chances”, ο Buster Keaton υποδύεται τον Τζέημς Σάννον, ένα επιχειρηματία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, ο οποίος μαθαίνει το πρωί της ημέρας των εικοστών έβδομων γενεθλίων του, πως κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία, αρκεί να παντρευτεί μέχρι να κλείσει τα 27 του χρόνια. Οι αποτυχίες του και οι αναστολές του με το κορίτσι του και με τις υποψήφιες νύφες και η αγγελία στην εφημερίδα από τον συνεταίρο του για την εύρεση νύφης, προκαλεί ένα πελώριο κύμα νυφών, από τις οποίες ο φουκαράς ο Σάννον τρέχει για να απαλλαγεί. Κωμικές σκηνές καταδίωξης στην πόλη και στην ύπαιθρο, βράχοι από την κατολίσθηση, που τον παίρνουν στο κατόπι, παιχνίδι με τον χρόνο, μιας και η προθεσμία της διαθήκης λήγει στις επτά το απόγευμα της ίδιας μέρας, φτιάχνουν μια σπαρταριστή ατμόσφαιρα.
Όταν ο μαγκωμένος Τζέημς Σάννον πετάει ένα χαρτάκι-ραβασάκι με την πρόταση γάμου στην κοπέλα στο πατάρι του καφέ, γυρνάει και ραίνει το κεφάλι του άσπρος χαρτοπόλεμος. Τα λόγια είναι περιττά...





Στην ταινία “Balloonatic” ο πρωταγωνιστής πέφτει με το αερόστατο σε κάποια ζούγκλα και προσπαθεί να επιβιώσει στην άγρια φύση. Βρίσκει μια γυναίκα, που έχει καταφέρει να προσαρμοστεί και που αρχικά τον βλέπει εχθρικά, μα αργότερα συμφιλιώνονται και συνεργάζονται για την σωτηρία.
Στην εικοσάλεπτη αυτή ταινία δεν είναι τόσο η υπόθεση αυτό που μετράει, αλλά αποτελεί μια επίδειξη σκηνοθετικής τεχνικής.


Στην τρίτη και μεγαλύτερη ταινία, “The general”, έχουμε να κάνουμε με μια ξεκάθαρα αντιμιλιταριστική ταινία, που όμως δεν το φωνάζει. Κι αυτό, γιατί ο πρωταγωνιστής, ένας μηχανικός σιδηροδρόμων, δεν είναι ο κλασσικός αντιρρησίας συνείδησης. Ωθείται άθελα του στις ηρωικές πράξεις, περισσότερο για να κερδίσει την αποδοχή της αγαπημένης του και σχεδόν καθόλου, γιατί τον έχει συνεπάρει η ιδέα της πατρίδας και του πολέμου. Μονάχος του επάνω σε μια ατμομηχανή τα βάζει με απείρως περισσότερους εχθρούς, σώζει την κοπέλα του από τα νύχια τους και μαζί της επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο, ενώ καταδιώκεται από ένα άλλο τραίνο γεμάτο με κακούς.
Γυρισμένη το 1927, αναφέρεται στον αμερικάνικο εμφύλιο, ανάμεσα στους Βόρειους και στους Νότιους και αποτελεί ένα σκηνοθετικό αριστούργημα. Όχι μόνο οι σκηνές καταδίωξης με τα τραίνα, που, όπως αναφέρει και το πρόγραμμα του φεστιβάλ, θεωρούνται οι καλύτερες σκηνές με τραίνο, που έχουν γυριστεί ποτέ, αλλά και η σκηνή, που το τσούρμο των Νοτίων βγαίνει για να κυνηγήσει το τακτικό σώμα των Βορείων, που έχουν αποκοπεί από τις προμήθειες, χάρις στην ηρωική προσπάθεια του πρωταγωνιστή. Ο πραγματικός “general”, το τραίνο, παραγκωνίζει τον στρατηγό, στον οποίο το μόνο που φανερώνει τον βαθμό του, είναι η στολή και τα παράσημα.
Σε αυτήν την τελευταία ταινία είχαμε την τύχη, να συνοδεύει με το πιάνο η κυρία Άννα Στερεοπούλου, μια απόδοση του ύφους και του κλίματος της ταινίας εκπληκτική, που έντυνε και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας που εκτυλισσόταν στο πανί.



Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ηδονή-Le Plaisir


Μια πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ανάγνωση τριών διηγημάτων του Guy de Maupassant, από τον σκηνοθέτη Max Ophuls. Ασπρόμαυρο, με το σκοτεινό να κυριαρχεί, περιγράφει τις ιστορίες με μια απόλυτη φυσικότητα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που ρέει ο λόγος και στα νατουραλιστικά κείμενα του συγγραφέα.
Θέμα του, ο έρωτας. Από το κυνήγι της αιώνιας νεότητας, στην νερόβραστη κοινωνική ηθική και πάλι πίσω, στην απόγνωση της ερωτικής απόρριψης, μια ανεξίτηλη σφραγίδα, ένας γάμος με τον θάνατο. Δεν υπάρχουν πουθενά συναισθηματικοί εκβιασμοί, οι συμπεριφορές και τα κίνητρα είναι ξεκάθαρα. Μια λεπτή ειρωνεία, διάχυτη, καλύπτει τα πάντα. Ο θεατής, θα νοιώσει ακριβώς αυτό που πρέπει, χωρίς προσπάθεια.
Στην πρώτη ιστορία, ο ηλικιωμένος συνταξιούχος κομμωτής, φορά μια μάσκα, για να δείχνει νέος και ψάχνει τον έρωτα μέσα στον ξέφρενο χορό, ανάμεσα στις νεαρές κοπέλες. Στην δεύτερη, οι κοπέλες ενός οίκου ανοχής, μαζί με την μαντάμ, εγκαταλείπουν για μια μέρα, τους απαρηγόρητους καθώς πρέπει πελάτες τους και απολαμβάνουν μια εκδρομή στο χωριό. Στην τελευταία, η ερωτική απογοήτευση οδηγεί την όμορφη γυναίκα στην αυτοκτονία. Μια αλληλουχία κατιόντων συναισθηματικών βιωμάτων, από την ερωτική έξαψη και ευτυχία, στον χωρισμό, στην πίκρα, στο αδιέξοδο και τέλος στο βάλτωμα και στην αποδοχή. Μια νύξη πάνω στον ετεροκαθορισμό της γυναικείας ερωτικής έκφρασης και στα περιθώρια ανάπτυξης φεμινιστικών αντιλήψεων.
Αν και κατά την γνώμη μου, η χρήση αφηγητή δεν ταιριάζει με την κινηματογραφική εξιστόρηση, ο Max Ophuls, με έμπνευση, χρησιμοποιεί για την αφήγηση τον ίδιο τον Guy de Maupassant, μέσα από την φωνή του Jean Servais. Αυτό δίνει ένα προσωπικό τόνο, καθώς οι λέξεις πάνω στο σκούρο φόντο χρησιμεύουν περισσότερο για την ατμοσφαιρική και λιγότερο για την σεναριακή εξέλιξη της ταινίας.
Ένα άλλο σκηνοθετικό εύρημα έχει να κάνει με την πολύ συχνή χρησιμοποίηση διάτρητων αντικειμένων, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον θεατή και στα διαδραματιζόμενα γεγονότα. Κάγκελα διαφορετικών ειδών και μεγεθών, πατζούρια με γρίλιες και διάφορα άλλα, λειτουργούν, σαν ένα είδος μικροσκοπίου. Η δράση εξελίσσεται πίσω από αυτά, σαν ένα είδος ανατομικού μανδύα, που επιτρέπει στον εξεταστή να απομονωθεί από τον εξεταζόμενο.
Εξαιρετικά έντονη και με μεταφορικές προεκτάσεις η τελευταία εικόνα, που συμβολίζει την παραίτηση, καθώς πίσω από το αναπηρικό καροτσάκι, που σπρώχνει ο πρώην εραστής την ερωμένη του, διακρίνουμε την ερημωμένη παραλία των πρώτων φθινοπωρινών ημερών.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

The last station- Ο τελευταίος σταθμός


Η ταινία «Ο τελευταίος σταθμός», του σκηνοθέτη Michael Hoffman, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Jay Parini,παρόλο που χρησιμοποιεί το «βαρύ» όνομα του Λέων Τολστόι, δεν καταφέρνει να ανέβει κατηγορία και θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί, σαν σαπουνόπερα. Ο επιφανειακός τρόπος προσέγγισης των καταστάσεων και των χαρακτήρων, σε συνδυασμό με τις σκηνοθετικές ευκολίες και τα καταφανώς απρόσεκτα πλάνα, ιδιαίτερα στους εξωτερικούς χώρους, κάνουν την θέασή της, ακόμα και στον θερινό κινηματογράφο (αν και φέτος στους θερινούς είδαμε και διαμάντια), μια ελαφριά δοκιμασία των νεύρων.
Ατράνταχτη απόδειξη, πως δεν αρκεί η καλή πρώτη ιδέα, η εγγύηση που παρέχει η συμμετοχή ηθοποιών με καταξιωμένη ερμηνευτική ικανότητα, ακόμα και η ίδια η πρόθεση να διηγηθεί κανείς κάτι το ενδιαφέρον, το «ζουμερό», για να βγει ένα θετικό αποτέλεσμα.
Ο υπερήλικας Λέων Τολστόι (Christopher Plummer) κάνει μια προσπάθεια, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, να ξεφύγει από τα εγκόσμια. Σχηματίζει γύρω του ένα πυρήνα αφοσιωμένων θαυμαστών του έργου του και της προσωπικότητάς του και διδάσκει ένα τρόπο ζωής ασκητικό, στραμμένο μόνο στις πνευματικές αναζητήσεις, μακριά από κάθε απόλαυση της σάρκας. Σκοπεύει μάλιστα να παραιτηθεί των συγγραφικών δικαιωμάτων του, προς όφελος του Ρώσικου λαού. Η επί πολλά χρόνια σύντροφός του, Σοφία Αντρέγιεβνα Τολστόι (Elen Mirren), δεν συμμερίζεται τις ιδεαλιστικές απόψεις του, αντίθετα, κατηγορεί τον σκληρό ηγετικό πυρήνα των οπαδών του, για ιδιοτελείς επιδιώξεις, ως προς την περιουσία τους, σε βάρος της ιδίας και της οικογένειάς τους. Στην επακόλουθη σύγκρουση συμπαρασύρεται και ο νεαρός γραμματέας του Τολστόι, ο Βαλεντίν Μπουλγκάκωφ (James MacAvoy), ένας άπειρος, καλοπροαίρετος νεαρός, με ιδανικά, που ανακαλύπτει τελικά τα κενά στην διδασκαλία του μέντορά του, όταν αυτά μεταφέρονται, σαν αποστεωμένες «προσταγές», χωρίς να αποτελούν προσωπικά βιώματα. Ο έρωτας, που θα νοιώσει για μια κοπέλα από το κοινόβιο, θα τον κάνει να αισθανθεί την διαφορά ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη. Το γνωστό μοτίβο, που θέλει τους οπαδούς να κινούνται με μεγαλύτερο ζήλο από τον ιδρυτή της κοσμοθεωρίας τους, βρίσκει εδώ την εφαρμογή του, με τους Τολστοϊκούς να ξεπερνούν σε καθαρότητα τον ίδιο τον Τολστόι.
Η ταινία σταματά στην ενδοοικογενειακή διαμάχη και αδυνατεί (μάλλον δεν θέλει) να απεικονίσει την κατάσταση στην προεπαναστατική Ρωσία, με τον κοινωνικό αναβρασμό και τις ζυμώσεις, που γεννούσαν τις ιδέες της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συντροφικότητας, ιδέες που το αλτρουιστικά ευαίσθητο «ραντάρ» του συγγραφέα, είχε καταφέρει να συλλάβει.
Οι σκηνές ζηλοτυπίας, οι ηθικοί εκβιασμοί, το γυναικείο όπλο του σεξ, ακόμα και αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα-όπως μας δείχνει διαρκώς η ταινία στην εξώπορτα του πύργου των Τολστόι ήταν εγκατεστημένα (ευτυχώς όπως θα σας πω παρακάτω) τα δημοσιογραφικά συνεργεία της εποχής, για να καταγράψουν, εν είδει τέντας Ωνασείου, κάθε γαργαλιστική λεπτομέρεια-μετατρέπουν την ταινία σε ένα είδος προβολής μέσα από την κλειδαρότρυπα, κάτι εντελώς αποσπασματικό και κατά συνέπεια, άνευρο και προσβλητικό.
Τρομερά ενοχλητική η χρησιμοποίηση της αγγλικής γλώσσας σε ένα τόπο και τοπίο τόσο πολύ ηχητικά φορτισμένο. Από τον τρόπο που η ομιλία έρχεται να αποδώσει σκέψεις και συναισθήματα, δημιουργούνται και οι εντυπώσεις και βιώνονται τα νοήματα.
Παρόλο, που κάποιοι θεατές βιάστηκαν με την αναγραφή των τίτλων του τέλους, να σηκωθούν από τις άβολες καρέκλες τους, αν κάτι άξιζε, ήταν τα πραγματικά «επίκαιρα» αυτών των πρώτων κινηματογραφικών συνεργείων, που κατέγραψαν τις εικόνες της φύσης και των ανθρώπων της εποχής και που μας μετέφεραν στο πραγματικό κλίμα. Τουλάχιστον, ως προς αυτό το σημείο, είναι προς τιμήν του σκηνοθέτη, που μας επέτρεψε να σχηματίσουμε μια γνώμη, έξω από την δική του ματιά. Στα λίγα αυτά λεπτά αποζημιωθήκαμε από ένα βαρετό δίωρο.

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010

Τα Κόκκινα Παπούτσια-The Red Shoes


Όταν η ζωή δανείζεται από το παραμύθι, φτιάχνει τις δικές της ιστορίες και μας τις γυρνάει πίσω, ξανά, σαν παραμύθι. Η ανασκευασμένη ταινία των Michael Powell και Emeric Pressburger, του 1948, «Τα κόκκινα παπούτσια», βασισμένη πάνω στο παραμύθι του Hans Christian Andersen, ένας συνδυασμός μελοδράματος, μουσικής, χορού και φαντασίας μπαίνει στα παρασκήνια, πίσω από τους προβολείς, εκεί που οι άνθρωποι του θεάματος μοχθούν, ζηλεύουν, ονειρεύονται και κάποιες φορές για κακή τους τύχη…ερωτεύονται.
Ο Boris Lermontov (Anton Walbrook), θεατρικός επιχειρηματίας, γνωρίζει τόσο καλά την δουλειά του, να στήνει παραστάσεις μπαλέτου, που γίνεται τόσο αλαζόνας, ώστε να πιστεύει, πως μπορεί να ρυθμίζει την ζωή των συνεργατών του. Τα δυο πουλέν του, ο μαέστρος και συνθέτης Julian Craster (Marius Goring) και η πρίμα μπαλαρίνα Victoria Page (Moira Shearer) αγαπιούνται. Η πόρτα του θιάσου κλείνει και για τους δυο, μέχρι που έρχεται η στιγμή, για την όμορφη γυναίκα, να διαλέξει σε ποια αγάπη θα χαρίσει την ζωή της. Στον χορό ή στον σύντροφό της. Τα κόκκινα παπούτσια του χορού, που φέρουν και φέρονται από τα πόδια της πρωταγωνίστριας, γίνονται σύμβολο ενός εσωτερικού αγώνα, μιας απελπισμένης αντίστασης στις αξεπέραστες συμβάσεις του καλλιτεχνικού στερεώματος. Ένα ιδιότυπο τρίγωνο ανθρώπων, όχι ερωτικό, αλλά με έντονα διεκδικητικά στοιχεία, αποκαλύπτει με ευκρίνεια τις πτυχές των χαρακτήρων. Σενάριο δουλεμένο εξαιρετικά, από το οποίο ανθολογώ την, με έπαρση, ατάκα του Lermontov, η οποία επιδεικνύει ψήγματα ελεγχόμενης μετριοφροσύνης : «Και ο καλύτερος μάγος δεν μπορεί να βγάλει λαγό απ’ το καπέλο, αν δεν υπάρχει λαγός κάτω απ’ το καπέλο», όταν αναφέρεται στην ανακάλυψη της χρυσοφόρας μπαλαρίνας του.
Σκηνοθεσία αριστουργηματική, με τον φακό να τρυπώνει διαρκώς ανάμεσα από ανθρώπους, πόρτες, κουρτίνες, σκηνικά. Ρυθμός έντονος, που μεταδίδει αγωνία, καθώς παίζει με τον χρόνο, οι αποφάσεις παίρνονται μέσα σε λεπτά στο βαγόνι του τραίνου, που ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Σκηνές με έντονο συμβολισμό, όπως τα δυο άλογα ζεμένα δίπλα-δίπλα στην άμαξα, που μεταφέρει το ζευγάρι στο πρώτο ραντεβού τους. Εικόνες όλο χλιδή από το Μόντε Κάρλο και φυσικά η παράσταση των «κόκκινων παπουτσιών», που οποιαδήποτε περιγραφή είναι καταδικασμένη να την αδικήσει. Το σμίξιμο της τέχνης με την φαντασία, ένας ζωγραφικός πίνακας, που παρασύρει καλλιτέχνες και κοινό σε ένα μαγευτικό ταξίδι.


Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Toy Story 3


Συμπαθητική ταινία κινουμένων σχεδίων για μικρούς και μεγάλους. Σενάριο προβλέψιμο, υπερβολικά συγκινητικοφανές και με πολλά κλισέ, αλλά σκηνοθεσία και ποιότητα σχεδίου εκπληκτικά και σε άψογη συνεργασία. Δίνεται η εντύπωση, ότι η Pixar, ενώ δυσκολεύεται να παρακολουθήσει την σύγχρονη πραγματικότητα, όταν αποφασίζει να το κάνει, έχει την γνώση και την τεχνολογία, για να το κάνει με τρόπο άρτιο και πειστικό.
Είναι εντυπωσιακή η ικανότητα και αυτής της ταινίας, να ενσωματώνει και να αποδομεί αμερικάνικα στερεότυπα, εντάσσοντάς τα μέσα στους διαλόγους. Ένας επιφανειακός αυτοσαρκασμός, χωρίς καμιά διάθεση αυτοκριτικής, που καταφέρνει να περάσει υπόγεια συντηρητικές θέσεις, χωρίς να προκαλεί. Το λογύδριο από το στρατιωτάκι-λοχία, όταν εγκαταλείπει το σπίτι του Andy και τα υπόλοιπα παιχνίδια, «ήταν τιμή μου να υπηρετήσω μαζί σας…» ή οι κοτίστικες συμπεριφορές της Barbie, που ξεφτιλίζουν κάθε έννοια φεμινισμού, προεξοφλούν μια έστω και βιασμένη συγκατάνευση, από την πλευρά του θεατή.
Όλο το σκεπτικό της ταινίας βασίζεται στην παιδική παραδοχή, ότι ο κόσμος των παιχνιδιών ζωντανεύει μέσα από την φαντασία τους. Με αυτό το δεδομένο, παράλληλα με τον δικό μας κόσμο, ζει και κινείται ένας πραγματικός κόσμος που αποτελείται από παιχνίδια, με ελάχιστα «παράθυρα» επικοινωνίας, όσα είναι απαραίτητα για την εξέλιξη της υπόθεσης. Για χάρη πάλι του παραμυθιού, ο παράγοντας χρόνος, που αμβλύνει την σύνδεση του παιδιού με το παιδικό του παιχνίδι, έχει μηδενιστεί, με αποτέλεσμα μια μελοδραματική ατμόσφαιρα, που η διαχείρισή της αυξομειώνεται μέσα από το στοιχείο της δράσης και της περιπέτειας.
Όταν ο Andy ενηλικιώνεται, τα παιδικά του παιχνίδια, αν δεν θέλουν να καταλήξουν στα σκουπίδια, πρέπει να βρουν κάποιο άλλο παιδάκι, για να του χαρίσουν την παρέα τους. Αυτό δεν είναι τόσο απλό, γιατί ανάμεσα στους δυο κόσμους δεν υπάρχει φωνητική επικοινωνία. Τα παιχνίδια θα βρεθούν στα χέρια παιδιών-τεράτων ενός παιδικού σταθμού και υπό τις απειλές και την εξουσία ενός σατράπη λούτρινο-αρκούδου. Χωρίς την στοργή ενός συγκεκριμένου ιδιοκτήτη πάσχουν συναισθηματικά (ναι! Ακριβώς αυτό συμβαίνει) και οργανώνουν την δραπέτευσή τους.
Το καλό και το κακό βαλμένα στα κουτάκια τους, με συνταγές ψυχοθεραπείας political correct, μιας και μας παρουσιάζεται προς αποκατάσταση της τάξης και το ψυχοπαθολογικό παρελθόν του άτυχου αρκούδου, παρατημένου από την πρώην ιδιοκτήτριά του. Σκηνές με την αδρεναλίνη στα ύψη, μέσα στην αλυσίδα διαχείρισης των απορριμμάτων, από τις σιαγόνες συμπίεσης μετάλλων μέχρι τις υψικαμίνους και περιγραφές ηρωικών πράξεων, αλληλεγγύης, ανθρωπιάς, λανθάνουσας ερωτικής έλξης, αλλά και αφασικού χιούμορ, όπως αυτό με το χαμένο μάτι της γυναίκας-πατάτας.
Θεωρώ την ταινία επιτυχημένη για έναν ακόμα λόγο. Βγαίνοντας από την αίθουσα αναρωτήθηκα, στιγμιαία, που να βρίσκονται άραγε μετά από τόσα χρόνια οι ορεινές μου μεραρχίες.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

L`Atalante



89 λεπτά μαγευτικής κινηματογραφικής παρακολούθησης. Ένα βύθισμα στο Παρίσι του 1934. Μια ιστορία, που σπάει την μονοτονία της καθημερινότητας και γίνεται η αφορμή και εμείς οι θεατές, να πλεύσουμε το ποτάμι, να συναναστραφούμε τους ανθρώπους, να «δέσουμε» μαζί με την παλιά φορτηγίδα στα εμπορικά ντόκα, που ακολουθούν τον Σηκουάνα στην διαδρομή του.
Η αποκαταστημένη ταινία του Jean Vigo, “L’ Atalante”, η μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη, που έφυγε από την ζωή μόλις στα 29 του χρόνια, λειτουργεί, σαν ένας καθρέφτης συναισθημάτων. Οι πρωταγωνιστές δεν μιλούν για τον εαυτό τους. Οι στιγμές από την ζωή τους, το περιβάλλον, το χρώμα που παίρνει ο ουρανός και η θάλασσα στην μαυρόασπρη κόπια, τα ρούχα που φορούν οι ίδιοι και οι συμπρωταγωνιστές τους στην ζωή, ο τρόπος που γελούν, μουτρώνουν, θυμώνουν και σμίγουν, πλάθουν τον χαρακτήρα τους. Με εργαλεία, πότε το χιούμορ, πότε τον ρομαντισμό, πότε τον λυρισμό, πότε το σασπένς και την αγωνία, ακόμα και με σκηνές υπερκόσμιες, που ξεπερνούν τον διάχυτο ρεαλισμό, η αφήγηση ξεδιπλώνεται ακυμάτιστη, σαν τα παρόχθια νερά.
Η φορτηγίδα «Αταλάντη» ανέγγιχτη από τις προσωπικές ιστορίες των επιβατών της, σαν την μυθική ηρωίδα της Αργοναυτικής εκστρατείας, κουβαλά μέσα της τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Των ανθρώπων κάθε εποχής, που βλέπουν την ζωή να γλιστράει από τα χέρια τους, που απλώνουν να πιάσουν, να γευτούν, να ρουφήξουν το καινούργιο, πριν κλείσουν μέσα στο αμπάρι τα ενθύμια μιας ζωής που πέρασε.
Η Juliette (Dita Parlo) με τα νυφικά ρούχα κατευθείαν από την εκκλησία ακολουθεί τον αγαπημένο της καπετάνιο Jean (Jean Daste) στην εμπορική μαούνα του ποταμού. Παρέα με τον ιδιόρρυθμο γέρο ναύτη Jules (Michel Simon), τον μούτσο και ένα τσούρμο γάτες θέλει να ξεφύγει από την τετριμμένη και άνοστη ζωή του χωριού. Η πόλη, το Παρίσι φαντάζει στα μάτια της, η γη της επαγγελίας. Μια αναποδιά θα την κρατήσει μακριά και το πρώτο συζυγικό καυγαδάκι, που θα ξεσπάσει, θα την αφήσει μόνη στον ξένο τόπο. Ο ερωτικός πόνος, η άναρθρη κραυγή των νεόνυμφων, θα οδηγήσει τα βήματα του Jules, να ανακαλύψει και να φέρει πίσω την όμορφη γυναίκα.
Με σκηνές απαράμιλλης σκηνοθετικής ευφυΐας, χωρίς επιτήδευση, όπως το ψάξιμο μέσα στην ομίχλη στην αποβάθρα, η βιτρίνα με τις κούκλες- καθώς στην προθήκη καθρεφτίζονται οι φιγούρες των περαστικών του δρόμου- το σύρσιμο πάνω στον δίσκο βινυλίου του δάκτυλου του ναύτη και η αναπάντεχη μουσική που ακούγεται, μέχρι να αντιληφθούμε, ότι ο μικρός μούτσος παίζει το ακορντεόν, η βουτιά του καπετάνιου στο ποτάμι, για να αντικρύσει μέσα στο νερό την μορφή της αγαπημένης του και άλλες πολλές, κάνουν την ταινία “L’ Atalante” ένα σταθμό στην ιστορία του πρόδρομου, ομιλούντα κινηματογράφου.

Αν και πρόκειται για μια καθαρά κινηματογραφική εμπειρία, η ταινία βρίσκεται στο youtube σε 8 μέρη, ξεκινώντας από εδώ.